"Το Κόκκινο Νυφικό" (Συλλογικό διήγημα)

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Φίλες και Φίλοι, το "ΚΟΚΚΙΝΟ ΝΥΦΙΚΟ" είναι ένα Συλλογικό Διήγημα ως ένα δρώμενο που κρατάει χρόνια.  Η Αρχική Ιδέα, η έμπνευση, ο σχεδιασμός και η οργάνωση ανήκει στην εξαιρετική Φίλη και Blogger Μαριλένα εδώ:   


Οι  bloggers που έχουν δηλώσει συμμετοχή είναι οι εξής:

Συμμετέχοντες:



Αυτή τη στιγμή έχουν ολοκληρωθεί και δημοσιευτεί τα επτά (7) πρώτα μέρη, τα οποία φυσικά μπορείτε να διαβάσετε στους αντίστοιχους παραπάνω συνδέσμους. Ακολουθεί το 8ο μέρος με την δική μου συμμετοχή:

*********************************************

"ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΝΥΦΙΚΟ"

Σύνδεση με το Τέλος του 7ου Μέρους

Μια ερώτηση ήρθε αναπάντεχη να θρυμματίσει την αμήχανη σιωπή που ακολούθησε, ταράζοντας την ψεύτικη ηρεμία, σαν την πέτρα που ρίχνει ένα χέρι στη λίμνη για να σπάσει τη γαλήνη των νερών της, να δημιουργήσει δίνη που ανοίγει συνεχώς τους κύκλους της προς τα έξω, ώσπου να ανασαλευτεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιφάνεια.
"Κύριε, πόσο βέβαιος είστε αλήθεια, ότι είναι καλή ιδέα να νυμφευτείτε την προγονή της αδερφής σας, την κόρη αυτού του αχρείου που διάλεξε η αδερφή σας για άντρα;"

Ο Χέρμπερτ ένιωσε τη δίνη που απλώνονταν γύρω του να τον ρουφάει. 

*********************************

(Μέρος 8ο)


Τίποτε δεν είναι αυτό που φαίνεται

Ο Herbert είχε απέναντί του έναν ψηλό εβδομηντάρη άντρα. Η κορμοστασιά του, το κοστούμι και το μπαστούνι με την μεταλλική λαβή έδειχναν άνθρωπο μετρημένο και αρχοντικό.



"Ποιος είστε Κύριε ; με ποιο δικαίωμα ;" απόκρουσε το ξάφνιασμα.
"James McAlister" αντέτεινε εκείνος κοιτώντας τον κατάματα.
"Ο Πατέρας της Charlotte, της Μητέρας της Alice, της μνηστής σου", είπε και κάθισε ενώ ο Herbert ένιωσε ένα σφυρί στο κεφάλι του.
"Κύριε, το τι θεωρώ καλή ή κακή ιδέα σε θέματα της προσωπικής μου ζωής δεν νομίζετε ότι είναι δική μου επιλογή ;" του απάντησε ενώ τραβήχτηκε από τη θέση του στο γραφείο.
"Συγχωρείστε μου το ύφος νεαρέ δεν είχα πρόθεση".
"Έρχεστε εδώ από το πουθενά, ο λόγος σας ηχεί σαν πιστολιά" έκανε ο Herbert προσπαθώντας να προσαρμοστεί σε μια ήρεμη κουβέντα καθώς έβλεπε ότι και εκείνος έριχνε τους τόνους. Του έδωσε το χέρι.
"Χαίρω πολύ Κύριε, παρ' όλα αυτά", έκατσε στο γραφείο, έβγαλε ένα πούρο από ένα ξύλινο κουτί και το προσέφερε στον απρόσμενο επισκέπτη του. Ο Herbert βρήκε τον έλεγχό του και ρώτησε:
"Τι ήταν αυτό που είπατε για την αδελφή μου και τον άντρα της ;"
"Ο Εκλεκτός Κύριος Jeffrey Banister ....! Ο μελλοντικός πεθερός σου, αυτός ο αχρείος....!" βρυχήθηκε καθώς το βλέμμα του έγινε σκοτεινό και παθιασμένο.
"Παρακαλώ, ας παραμείνουμε νηφάλιοι, δεν γνωριζόμαστε, ξεκινάμε μια συζήτηση για προσωπικά θέματα με έναν τρόπο που με ενοχλεί αλλά και με ανησυχεί ".
"Άκου παιδί μου", δεν έχω κάτι μαζί σου και δεν ξέρω ποιος είναι ο ρόλος της αδελφής σου αλλά οφείλω να σου πω κάποια πράγματα που πρέπει να λάβεις προσεκτικά υπόψη σου πριν το γάμο σου".
"Παρακαλώ, αυτό περιμένω" είπε με αγωνία ο Herbert.
"Πρόκειται να παντρευτείς την εγγονή μου την Alice, το πιο λατρεμένο πλάσμα στη ζωή μου μετά το θάνατο του παιδιού μου", είπε συγκινημένα.
"Θεωρώ ότι και οι δυό σας έχετε κάνει μια δύσκολη επιλογή, είσαι αδελφός της Βέρας, της Γυναίκας του Banister, ανησυχώ στο κατά πόσο αυτό μπορεί να επηρεάσει καταστάσεις"
"Μα γιατί ;" είπε ο Herbert, "τι σχέση έχει η αδελφή μου με όλο αυτό".
"Ανησυχώ γιατί δεν ξέρω τι αισθήματα μπορεί να έχει η εγγονή μου απέναντι στην Γυναίκα που πήρε τη θέση της Μάνας της έτσι όπως χάθηκε. Έπειτα είναι κι αυτός....! τι θέλει ; τι έχει στο νου ;"
Ο Herbert σηκώθηκε. Έβαλε δυο κονιάκ στα ποτήρια.
"Τι συμβαίνει με τον πεθερό μου τέλος πάντων".
Γύρισε με τα ποτήρια, προσφέροντας το ένα στον James. Εκείνος ήπιε μια γερή γουλιά και ξεκίνησε:
"Άκου παιδί μου, είμαι Καπετάνιος στα ατμόπλοια του Huffington. Χρόνια με τρώει η αλμύρα της θάλασσας μακριά από όλουςΉμουνα ταξίδι, κάποια στιγμή άρχισα να παίρνω γράμματα από το παιδί μου, στην αρχή ήταν ανήσυχα, έλεγαν για κάτι που την βασανίζει, για τη συμπεριφορά του άντρα της απέναντί της, στη συνέχεια τα γράμματα γινόταν όλο και πιο φοβισμένα".
O Herbert μαζεύτηκε στην καρέκλα ενώ ο McAlister συνέχιζε μέσα στις αναμνήσεις.
"Η Charlotte μου μίλησε ότι κάτι γίνονταν στο σπίτι, κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει"
"Σαν τι ;"
"Στην αρχή μιλούσε για κάποιες κρυφές συνομιλίες του άντρα της, κάποια αμηχανία απέναντί της, μετά μου έγραψε για το φόβο της για την παρουσία κάποιας γυναίκας αλλά δεν ήταν σίγουρη, φοβόταν κάποια κρυφή σχέση του".



"Και ;"
"Ήταν χειμώνας, όταν μου έγραψε είπε: Πατέρα κάτι συμβαίνει με τον Jeffrey με κάποια νομίζω γυναίκα, τον βλέπω σφιγμένο, απόμακρο, αν βεβαιωθώ θα σου γράψω. Της έγραψα: παιδί μου να προσέχεις και να μην βιάζεσαι, αν νιώσεις κίνδυνο να πας στη Μητέρα σου έστω για λίγο.", κόμπιασε συγκινημένος.
"Και τι έγινε ;" ρώτησε με αγωνία ο Herbert.
Ένα δάκρυ έλαμψε στο πρόσωπο του James
"Ήταν το τελευταίο γράμμα που πήρα από το παιδί μου. Λύσσαξα, της έγραψα, έγραψα στη γυναίκα μου", σιωπή παγερή απλώθηκε στο γραφείο, ο επιβλητικός ώριμος άντρας λύγισε.
"Το γράμμα ήταν απ τη Γυναίκα μου... μου έλεγε για τον πνιγμό της...."



Ο Herbert σηκώθηκε συγκινημένος, πήγε κοντά του, του έσφιξε τον ώμο .
"Κάτι έκαναν στο παιδί μου Γιε μου....!" φώναξε.
"Ηρεμήστε σας παρακαλώ"
"Κάποιος δολοφόνησε το παιδί μου Herbert, έφαγα τον τόπο, σαν γύρισα, βρήκα τον άντρα της, τον πίεσα, κίνησα Γη και ουρανό, έψαξα ότι μπόρεσα, μου είπαν ότι η Charlotte γλίστρισε στη Λίμνη και πνίγηκε, την βρήκε η αρραβωνιαστικιά σου σοκαρισμένη, με έναν άντρα δίπλα της και μετά την Οικονόμο του σπιτιού την Miss Sally να τρέχει να την τραβήξει παράμερα".
Σηκώθηκε όρθιος, στα στιβαρά του χέρια αγκάλιασε ικετευτικά τον Herbert
"Ποιος δολοφόνησε την κόρη μου ;"

Το τσάι τελείωνε στο φλυτζάνι της. Χλιαρό πια το ένιωθε βάλσαμο στο λαιμό της. Η Βέρα της γύρισε το λόγο.
"Νιώθω στο βλέμμα σου κάτι παγωμένο για μένα Alice".
Δεν μίλησε, την κοίταξε ανέκφραστα. Η Βέρα ακούμπησε το φλυτζάνι της στο τραπέζι συνεχίζοντας.
"Μικρή μου, μίσος νιώθω αλλά εκείνο που δεν ξέρω είναι γιατί ;"
Η Alice ξαφνιάστηκε αλλά σε δευτερόλεπτα βρήκε τον έλεγχό της.
"Θάπρεπε να ξέρεις. Και εσύ κι Εκείνος ;"
"Εκείνος είναι Πατέρας σου Alice ....!"
"Και Εκείνη Μάνα μου....!" απάντησε δυνατά, "όμως ήταν, δεν είναι, βούλιαξε στη λίμνη".
"Αυτή η Λίμνη Θεέ μου....!" απάντησε η Βέρα με αναστεναγμό, "Η Λίμνη που χρόνια τώρα καταπίνει τις ζωές μας, που χρόνια τώρα έχει μουλιάσει την ψυχή μου".
"Τη δική σου Βέρα ;"
Πήγε κοντά της, της έπιασε το χέρι σφιχτά από τον καρπό.
"Και τη δική μου Alice ....! Η Λίμνη και οι σκιές του Coldbery που με πλακώνουν κάθε μέρα, κάθε λεπτό, που κάθε γωνιά του, κάθε του σκιά κρύβουν ένα φόβο, μια παρουσία, φανερώνουν φωνές τις νύχτες", συνέχιζε αλαφιασμένη ενώ η Alice έδειχνε να συναντά κάποιον άλλον άνθρωπο μπροστά της.



"Είμαι και εγώ Γυναίκα Alice ....! Έγινα η δεύτερη Κυρία Banister στη σκιά της Μητέρας σου, που είναι παντού. Έγινα ένα χαλί όμορφο, πλούσιο, να σκεπάσει το παρελθόν, έγινα Μάνα με ένα γλυκό παιδί και αυτόματα έπαψα να είμαι Γυναίκα".
Η Alice δεν πίστευε στα μάτια της, η ανάσα της συγχρονίστηκε με την αγωνία της Βέρας.
"Ξέρεις πόσες φορές στάθηκα κοντά σου, στο κρεβάτι σου, να αφουγκράζομαι τους εφιάλτες σου, να ανατριχιάζω από τις φωνές σου"
"Μα η Sally ήταν αυτή που...."
"Η Sally μπορεί να φαίνονταν στα μάτια σου Alice αλλά δεν μπορούσες να δεις παραπέρα μια άλλη Γυναίκα που κρυφάκουγε στη πόρτα σου μην σηκωθείς, που έτρεχε να γεμίσει νερό την κανάτα σου, που κρυφοκοίταζε τις νύχτες το κρεβάτι σου".
Έγιναν ένα μαλλιοκούβαρο η μια στην αγκαλιά της άλλης σε ένα παράταιρο σύμπλεγμα. Η Βέρα φώναξε:
"Δεν σε έδιωξα εγώ από εδώ Alice ....! Και τώρα μου πήραν και το γιό μου τον Charles, τον αδελφό σου, άλλη ήταν εκείνη που επέμεινε να φύγεις και σε σένα και στον Πατέρα σου...!"

Τα λόγια της έμειναν στο νου της, καθώς πια είχαν χωρίσει.
"Πόσα Θεέ μου" σκέφτηκε, "μπορούν να αλλάξουν ξαφνικά". Ένιωσε ενοχές για το σκοπό του γυρισμού της. Αναλογιζόταν αν έπρεπε να δώσει εμπιστοσύνη σε μια Γυναίκα, που απόψε την γνώριζε για πρώτη φορά. Πάλευε. Σαν γυναίκα ένιωθε ότι δεν λάθεψε για την αγνότητα της εξομολόγησης της Βέρας πριν λίγο.
Έκλεισε την πόρτα πίσω της νιώθοντας πλέον τα αδιέξοδα να αντιστρέφονται απέναντί της.
"Τι θα κάνω Θεέ μου" σκέφτηκε... τη στιγμή που αντιλήφθηκε στο χέρι της το Βιβλίο που κρατούσε με το χαρτί. Έκατσε αλαφιασμένη στην πολυθρόνα, τράβηξε το χαρτί. Προσπάθησε να ξεδιπλώσει το παλιοκαιρισμένο μισοκατεστραμμένο χαρτί. Ήταν ένα γράμμα. Η σελίδα που κρατούσε πρέπει να ήταν η τελευταία γιατί στο τέλος διέκρινε ένα όνομα. Η Ανάσα της ανέβηκε απότομα καθώς τα μάτια της πονούσαν προσπαθώντας να διαβάσει.
".....Πατέρα μου....στο είχα πει...."
Μάταιος κόπος να βγάλει νόημα, το έγγραφο είχε σχεδόν καταστραφεί από τη μούχλα,
".....δεν περίμενα ποτέ ότι.....αυτή.....", ένιωθε την καρδιά της να φτερουγίζει, αδύνατον, τα μάτια της ταξίδεψαν στο κλείσιμο της επιστολής, θάμπωσαν
"η κόρη σου Charlotte ....".
Τα δάκρυα έφυγαν άναρχα και καυτά, έτρεμε καθώς το μάτι της στάθηκε εκεί....! κάπου στο μέσο της επιστολής,
"....Πατέρα η..."
Το όνομα δεν φαίνονταν καλά παρά σκόρπια γράμματα, εκείνα τα γράμματα που αναποδογύρισαν συθέμελα όλη της την ύπαρξη, κάνοντάς την να χάνει το φως από τα μάτια της και το σκοτάδι να την αγκαλιάζει.


Τέλος 8ου Μέρους

******************************

 Εύχομαι Ολόψυχα στην Αλεξάνδρα εδώ: 
καλή συνέχεια όπως και στις υπόλοιπες Φίλες

Και τέλος, μια δική μου μικρή δημιουργία
Ένα Video Trailer για το "Κόκκινο Νυφικό"




0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου