Μου Λείπεις...

Τετάρτη, 15 Μαρτίου 2017

Πέρασαν μέρες πολλές από τότε που κάποιο χέρι, αυθαίρετα, δόλια, σε άρπαξε από κοντά μου. Δεν ξέρω, λένε για μας τους "Καρκίνους" ότι μένουμε προσκολλημένοι  σε άψυχα πράγματα και αντικείμενα που με τον καιρό δενόμαστε μαζί τους.
Δεν ξέρω αν "εσύ" περιλαμβάνεσαι σε αυτά τα αντικείμενα καθώς λένε οι ειδικοί. Βλέπεις.... να που έφτασα να "κουβεντιάζω" μαζί σου σαν νάχες ψυχή και τη δική σου Οντότητα.

Μα, μήπως δεν την είχες ; και αν δεν την είχες δεν την απέκτησες για χρόνια είκοσι και βάλε που ήμασταν συντροφιά. Για βάλε να δεις πόσα χιλιόμετρα με κουβάλησες στην πλάτη σου ; ε ; Να στα πω εγώ που τα θυμόμουνα γιατί τα μαρτυρούσε το μικρό κοντέρ που είχες στο τιμόνι σου. 
Δεκαέξι χιλιάδες Χιλιόμετρα...!!! ναι, όπως τα άκουσες, δεκαέξι χιλιάδες γιομάτα χιλιόμετρα στο δρόμο στη πλάτη σου, στη σέλα σου. 



Αλήθεια αναλογίστηκες ποτέ τι έχουμε κάνει μαζί ; που έχουμε πάει μαζί ; Να, για δες, αυτός ο μηχανισμός στον σκελετό σου στην πίσω ρόδα, τον θυμάσαι ; Εκεί σου φόραγα το μικρό καρεκλάκι. Και μέσα σε αυτό ακουμπούσαν οι δύο μικρές....! Μπέμπες τότε....! Κοπελούδια μικρά μετά που τα πηγαίναμε βόλτα μαζί στις εξοχές και στα δασάκια ή και στα μικρά στενά της γειτονιάς. 
Και μετά, σαν πέρασαν τα χρόνια και μεγάλωσαν, θυμάσαι ; στεκόταν καθιστές πάνω στο σίδερο του σκελετού για να τις πάμε στο Φροντιστήριο των Αγγλικών.

Θυμάσαι φιλαράκο μου, τι δρόμους και στράτες διαβήκαμε ; Ασφάλτινους δρόμους, οδούς μεγάλες, λεωφόρους, μικρά χωμάτινα μονοπάτια, πέτρινα χαντάκια, μικρές λίμνες με νερό, χιόνι. Άραγε να νιώθεις ακόμα την υγρασία των καταιγίδων που μαζέψαμε μαζί στο δρόμο σαν οι ξαφνικές μπόρες μας εύρισκαν στο δρόμο της επιστροφής από τη δουλειά ;


Και σαν ήρθε εκείνη η αποφράδα ημέρα του 2008, τότε το Μάη, τότε που εκείνος ο άγνωστος μας τσάκισε από πίσω με το αυτοκίνητό του και μας παράτησε στην άσφαλτο τσακισμένους και τους δυό. Εμένα με ανοιγμένο κεφάλι, καμένη πλάτη και πρόσωπο και εσένα με τη δυνατή σου πίσω ρόδα που έσπασε αλλά κατάφερε να απορροφήσει τη δύναμη και την ορμή της πρώτης κρούσης.
Δεν θα ξεχάσω τότε που ο Χρήστος σε έφερε μετά, πληγωμένο, τσακισμένο σπίτι...! Ναι, ο φίλος...! εκείνος που προσέτρεξε πρώτος κοντά μας.
Έγινες όμως καλά, με κάποιες "εγχειρήσεις" ο σιδερένιος σου σκελετός άντεξε λεβέντικα την κρούση και εγώ την ατιμία της εγκατάλειψης. 


Θυμάμαι να σε καμαρώνω σε κάθε βόλτα. Πόσες φορές μέτραγα επάνω σου τις αντοχές μου ε ; πόσες φορές ένιωθα τους χτύπους της καρδιάς μου να χορεύουν τρελά ανεβαίνοντας την κακοτράχαλη ανηφόρα στα δάση, στα λαγκάδια, στα βουνά που ταξιδεύαμε παρέα.
Αλήθεια θυμάσαι τότε εκείνον τον Δεκέμβρη λίγο πριν τα Χριστούγεννα ; τότε στο Δάσος της Δεκέλειας, τότε που βρήκαμε εκείνο το μικρό μαύρο κουτάβι να περπατάει ολομόναχο μέσα στο δάσος και να τρίβεται στα πόδια των επισκεπτών ; Τότε που το πήραμε αγκαλιά στο μπουφάν με το ένα χέρι και στο άλλο κράταγα σφιχτά εσένα, στο τιμόνι, να το φέρουμε στο αυτοκίνητο και μετά σπίτι. Και εκείνο το χαζό κοίταζε με το κεφαλάκι του έξω στον δασικό δρόμο απορημένο.
Όμως μετά, ναι μετά, πόσες βόλτες έκανε ο Άρης μαζί μας ; 
Εμείς οι τρεις και η Φύση έξω...! Εγώ στη σέλα σου, εκείνος δεμένος δίπλα μας να καλπάζει παρέα συγχρονισμένος και απ τη δύναμή του να μας κάνει κάτι σαν ...έλκηθρο τραβώντας μας.


Τι μπορώ να ξεχάσω από σένα ; πες μου....! τι ; πόσες φορές σε γλύτωσα απ τα χέρια αρπαχτικών ; τότε που σε βρήκα πάλι πληγωμένο στο δέντρο, μην μπορώντας τότε να σε πάρουν απ τα χέρια μου. Σε γλύτωσα και τότε απ τα αρπαχτικά. Κάτι που δεν κατάφερα όμως τώρα. Και, τώρα σε πήραν πόσο εύκολα, πόσο ξέφτιλα, με τι ευτελή τρόπο. Μέσα απ την είσοδο του σπιτικού, βλέπεις και εκεί για κάποιους "συγκάτοικους" αποτελούσες "βάρος", χάλαγες το ....image της εισόδου μιας πεθαμένης τους αισθητικής και ζωής. 


Μου λείπεις....! μου λείπεις πανάθεμά με...! σε κοιτάζω τώρα εδώ στο δάσος αγέρωχο, όμορφο, να καμαρώνεις στην ξεκούραση της διαδρομής. Και σκέφτομαι, αλήθεια που σε πήγαν ; τι σε έκαναν ; προφανώς σε πλήγωσαν, σε έγδαραν, σε έβαψαν με άλλο χρώμα, σκόρπισαν τα ανταλλακτικά σου στα παζάρια της κλοπής. Από αυτά ξέρεις που διοργανώνονται "νόμιμα" στην Αθήνα σε περίοπτη θέση με αντικείμενο κλοπιμαία, ναι όπως το άκουσες. 
Ποια χέρια να σε κρατούν ; πως σε κρατούν ; πως σου φέρονται ; σε προσέχουν ; σε φροντίζουν ; για σε έκαναν κομμάτια και τα διαμοίρασαν σε "αγορά" των κλεπταποδόχων.
Που είσαι φιλαράκο μου ; Ο Άρης καρτερεί τη μυρωδιά σου. 


Θυμάσαι τις βόλτες μας στα ακρογιάλια ; εκεί που κάναμε μπανάκι αστραπή....! με περίμενες στην άκρη μέσα στη κάψα του ήλιου που έκαιγε μέχρι να επιστρέψω να πάρουμε το δρόμο της επιστροφής.




Θέλω να σου πω ότι σ' αγαπώ....! ναι πανάθεμά με....! εγώ....! ένας ...παλιόγερος 57 χρονών, που πάνω σου μεγάλωσα, ξέρω, θα με κοιτάνε τώρα με ύφος παράξενο οι σπουδαγμένοι ή ορισμένοι ξενέρωτοι.  
"Πάει ξεκούτιανε" θα λένε, μιλάει με ένα ΠΟΔΗΛΑΤΟ....

Και εγώ θα αποκρίνομαι, ναι....! μιλάω με ένα ποδήλατο, με τον ΦΙΛΟ ΜΟΥ.....! Αυτόν που από άψυχο μέταλλο απέκτησε ψυχή, όνειρα.
Όπως τότε εκείνα τα Χριστούγεννα που, μαζί τρέχαμε αλλόφρονες στη μεγάλη λεωφόρο στο βουνό κάτω. Τότε που ουρλιάζαμε, τότε που κλαίγαμε.....! τότε που πάνω στη σέλα σου, κρατώντας το τιμόνι σου, φώναζα, ούρλιαζα το όνομα της μικρής μας, με ένα πρόσωπο γεμάτο δάκρυα να λούζουν τα πάντα. Μαζί....! μαζί....!  


Ξέρεις κάτι ; βαρέθηκα ρε φίλε τις καρπαζιές....! ο χωρισμός μας μου έφερε πολύ αρνητικές σκέψεις. Μου έβγαλε αντίδραση. Μια αντίδραση που δεν μου την έβγαλε απέναντι σε εκείνον που μας παράτησε βαριά τραυματισμένους στην αιματοβαμμένη άσφαλτο τότε,  αλλά μου τη βγάζει τώρα απέναντι σε αυτόν που σε πήρε από μένα. Και μου τη βγάζει πολύ άσχημα, άγρια, οργισμένα. Κάτι που δεν είναι καλό το ξέρω.

Ίσως να ξέρεις, ότι δεν θέλω να σε δω ποτέ στα χέρια του....! όχι δεν θέλω να τη ζήσω αυτή τη στιγμή ποτέ....! Γιατί ίσως τότε, μπορεί να θεριέψει η θύελλα και η άβυσσος που καραδοκεί πάντα μέσα μου.

Να ξέρεις ότι μου λείπεις. Για να μην ανησυχείς να σου πω ότι με έχει στην "αγκαλιά" του ένα άλλο ποδήλατο, όμορφο, λαμπερό απ τα παλιά. Φυσικά ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΤΟ ΙΔΙΟ....! Η Δική μας αυτή σχέση είναι αναντικατάστατη. Γιατί τίποτα δεν μπορεί να γυρίσει το χρόνο πίσω. 

Δεν ξέρω τι να σου ευχηθώ. Ειλικρινά.... μην με ρωτάς σε παρακαλώ. Δεν θέλω να το σκέφτομαι....

Το μόνο που ξέρω είναι ότι μου λείπεις....


Νέα Διεύθυνση παράλληλης λειτουργίας για το "ΗΔΥΠΟΤΟΝ"

Τρίτη, 7 Μαρτίου 2017

Φίλες και Φίλοι,
το "ΗΔΥΠΟΤΟΝ" γεννήθηκε και λειτουργεί πρωτογενώς στην διεύθυνση εδώ:


Όμως, επειδή έχουν παρατηρηθεί τεχνικά προβλήματα για τους επισκέπτες στην αποστολή σχολίων, πλέον το blog λειτουργεί παράλληλα και εδώ στην παρούσα διεύθυνση.

Ήδη έχω κάνει σχετική μεταφορά συγκεκριμένων αναρτήσεων, κύρια όλων των προσωπικών κειμένων και των  διηγημάτων μου, τα οποία μάλιστα έχουν καταχωρηθεί σε ξεχωριστές σελίδες για διευκόλυνση του επισκέπτη που θα ήθελε να επικεντρώσει την προσοχή του.



"Το Κόκκινο Νυφικό" (Συλλογικό διήγημα)

Φίλες και Φίλοι, το "ΚΟΚΚΙΝΟ ΝΥΦΙΚΟ" είναι ένα Συλλογικό Διήγημα ως ένα δρώμενο που κρατάει χρόνια.  Η Αρχική Ιδέα, η έμπνευση, ο σχεδιασμός και η οργάνωση ανήκει στην εξαιρετική Φίλη και Blogger Μαριλένα εδώ:   


Οι  bloggers που έχουν δηλώσει συμμετοχή είναι οι εξής:

Συμμετέχοντες:



Αυτή τη στιγμή έχουν ολοκληρωθεί και δημοσιευτεί τα επτά (7) πρώτα μέρη, τα οποία φυσικά μπορείτε να διαβάσετε στους αντίστοιχους παραπάνω συνδέσμους. Ακολουθεί το 8ο μέρος με την δική μου συμμετοχή:

*********************************************

"ΤΟ ΚΟΚΚΙΝΟ ΝΥΦΙΚΟ"

Σύνδεση με το Τέλος του 7ου Μέρους

Μια ερώτηση ήρθε αναπάντεχη να θρυμματίσει την αμήχανη σιωπή που ακολούθησε, ταράζοντας την ψεύτικη ηρεμία, σαν την πέτρα που ρίχνει ένα χέρι στη λίμνη για να σπάσει τη γαλήνη των νερών της, να δημιουργήσει δίνη που ανοίγει συνεχώς τους κύκλους της προς τα έξω, ώσπου να ανασαλευτεί όσο το δυνατόν μεγαλύτερη επιφάνεια.
"Κύριε, πόσο βέβαιος είστε αλήθεια, ότι είναι καλή ιδέα να νυμφευτείτε την προγονή της αδερφής σας, την κόρη αυτού του αχρείου που διάλεξε η αδερφή σας για άντρα;"

Ο Χέρμπερτ ένιωσε τη δίνη που απλώνονταν γύρω του να τον ρουφάει. 

*********************************

(Μέρος 8ο)


Τίποτε δεν είναι αυτό που φαίνεται

Ο Herbert είχε απέναντί του έναν ψηλό εβδομηντάρη άντρα. Η κορμοστασιά του, το κοστούμι και το μπαστούνι με την μεταλλική λαβή έδειχναν άνθρωπο μετρημένο και αρχοντικό.



"Ποιος είστε Κύριε ; με ποιο δικαίωμα ;" απόκρουσε το ξάφνιασμα.
"James McAlister" αντέτεινε εκείνος κοιτώντας τον κατάματα.
"Ο Πατέρας της Charlotte, της Μητέρας της Alice, της μνηστής σου", είπε και κάθισε ενώ ο Herbert ένιωσε ένα σφυρί στο κεφάλι του.
"Κύριε, το τι θεωρώ καλή ή κακή ιδέα σε θέματα της προσωπικής μου ζωής δεν νομίζετε ότι είναι δική μου επιλογή ;" του απάντησε ενώ τραβήχτηκε από τη θέση του στο γραφείο.
"Συγχωρείστε μου το ύφος νεαρέ δεν είχα πρόθεση".
"Έρχεστε εδώ από το πουθενά, ο λόγος σας ηχεί σαν πιστολιά" έκανε ο Herbert προσπαθώντας να προσαρμοστεί σε μια ήρεμη κουβέντα καθώς έβλεπε ότι και εκείνος έριχνε τους τόνους. Του έδωσε το χέρι.
"Χαίρω πολύ Κύριε, παρ' όλα αυτά", έκατσε στο γραφείο, έβγαλε ένα πούρο από ένα ξύλινο κουτί και το προσέφερε στον απρόσμενο επισκέπτη του. Ο Herbert βρήκε τον έλεγχό του και ρώτησε:
"Τι ήταν αυτό που είπατε για την αδελφή μου και τον άντρα της ;"
"Ο Εκλεκτός Κύριος Jeffrey Banister ....! Ο μελλοντικός πεθερός σου, αυτός ο αχρείος....!" βρυχήθηκε καθώς το βλέμμα του έγινε σκοτεινό και παθιασμένο.
"Παρακαλώ, ας παραμείνουμε νηφάλιοι, δεν γνωριζόμαστε, ξεκινάμε μια συζήτηση για προσωπικά θέματα με έναν τρόπο που με ενοχλεί αλλά και με ανησυχεί ".
"Άκου παιδί μου", δεν έχω κάτι μαζί σου και δεν ξέρω ποιος είναι ο ρόλος της αδελφής σου αλλά οφείλω να σου πω κάποια πράγματα που πρέπει να λάβεις προσεκτικά υπόψη σου πριν το γάμο σου".
"Παρακαλώ, αυτό περιμένω" είπε με αγωνία ο Herbert.
"Πρόκειται να παντρευτείς την εγγονή μου την Alice, το πιο λατρεμένο πλάσμα στη ζωή μου μετά το θάνατο του παιδιού μου", είπε συγκινημένα.
"Θεωρώ ότι και οι δυό σας έχετε κάνει μια δύσκολη επιλογή, είσαι αδελφός της Βέρας, της Γυναίκας του Banister, ανησυχώ στο κατά πόσο αυτό μπορεί να επηρεάσει καταστάσεις"
"Μα γιατί ;" είπε ο Herbert, "τι σχέση έχει η αδελφή μου με όλο αυτό".
"Ανησυχώ γιατί δεν ξέρω τι αισθήματα μπορεί να έχει η εγγονή μου απέναντι στην Γυναίκα που πήρε τη θέση της Μάνας της έτσι όπως χάθηκε. Έπειτα είναι κι αυτός....! τι θέλει ; τι έχει στο νου ;"
Ο Herbert σηκώθηκε. Έβαλε δυο κονιάκ στα ποτήρια.
"Τι συμβαίνει με τον πεθερό μου τέλος πάντων".
Γύρισε με τα ποτήρια, προσφέροντας το ένα στον James. Εκείνος ήπιε μια γερή γουλιά και ξεκίνησε:
"Άκου παιδί μου, είμαι Καπετάνιος στα ατμόπλοια του Huffington. Χρόνια με τρώει η αλμύρα της θάλασσας μακριά από όλουςΉμουνα ταξίδι, κάποια στιγμή άρχισα να παίρνω γράμματα από το παιδί μου, στην αρχή ήταν ανήσυχα, έλεγαν για κάτι που την βασανίζει, για τη συμπεριφορά του άντρα της απέναντί της, στη συνέχεια τα γράμματα γινόταν όλο και πιο φοβισμένα".
O Herbert μαζεύτηκε στην καρέκλα ενώ ο McAlister συνέχιζε μέσα στις αναμνήσεις.
"Η Charlotte μου μίλησε ότι κάτι γίνονταν στο σπίτι, κάτι που δεν μπορούσε να προσδιορίσει"
"Σαν τι ;"
"Στην αρχή μιλούσε για κάποιες κρυφές συνομιλίες του άντρα της, κάποια αμηχανία απέναντί της, μετά μου έγραψε για το φόβο της για την παρουσία κάποιας γυναίκας αλλά δεν ήταν σίγουρη, φοβόταν κάποια κρυφή σχέση του".



"Και ;"
"Ήταν χειμώνας, όταν μου έγραψε είπε: Πατέρα κάτι συμβαίνει με τον Jeffrey με κάποια νομίζω γυναίκα, τον βλέπω σφιγμένο, απόμακρο, αν βεβαιωθώ θα σου γράψω. Της έγραψα: παιδί μου να προσέχεις και να μην βιάζεσαι, αν νιώσεις κίνδυνο να πας στη Μητέρα σου έστω για λίγο.", κόμπιασε συγκινημένος.
"Και τι έγινε ;" ρώτησε με αγωνία ο Herbert.
Ένα δάκρυ έλαμψε στο πρόσωπο του James
"Ήταν το τελευταίο γράμμα που πήρα από το παιδί μου. Λύσσαξα, της έγραψα, έγραψα στη γυναίκα μου", σιωπή παγερή απλώθηκε στο γραφείο, ο επιβλητικός ώριμος άντρας λύγισε.
"Το γράμμα ήταν απ τη Γυναίκα μου... μου έλεγε για τον πνιγμό της...."



Ο Herbert σηκώθηκε συγκινημένος, πήγε κοντά του, του έσφιξε τον ώμο .
"Κάτι έκαναν στο παιδί μου Γιε μου....!" φώναξε.
"Ηρεμήστε σας παρακαλώ"
"Κάποιος δολοφόνησε το παιδί μου Herbert, έφαγα τον τόπο, σαν γύρισα, βρήκα τον άντρα της, τον πίεσα, κίνησα Γη και ουρανό, έψαξα ότι μπόρεσα, μου είπαν ότι η Charlotte γλίστρισε στη Λίμνη και πνίγηκε, την βρήκε η αρραβωνιαστικιά σου σοκαρισμένη, με έναν άντρα δίπλα της και μετά την Οικονόμο του σπιτιού την Miss Sally να τρέχει να την τραβήξει παράμερα".
Σηκώθηκε όρθιος, στα στιβαρά του χέρια αγκάλιασε ικετευτικά τον Herbert
"Ποιος δολοφόνησε την κόρη μου ;"

Το τσάι τελείωνε στο φλυτζάνι της. Χλιαρό πια το ένιωθε βάλσαμο στο λαιμό της. Η Βέρα της γύρισε το λόγο.
"Νιώθω στο βλέμμα σου κάτι παγωμένο για μένα Alice".
Δεν μίλησε, την κοίταξε ανέκφραστα. Η Βέρα ακούμπησε το φλυτζάνι της στο τραπέζι συνεχίζοντας.
"Μικρή μου, μίσος νιώθω αλλά εκείνο που δεν ξέρω είναι γιατί ;"
Η Alice ξαφνιάστηκε αλλά σε δευτερόλεπτα βρήκε τον έλεγχό της.
"Θάπρεπε να ξέρεις. Και εσύ κι Εκείνος ;"
"Εκείνος είναι Πατέρας σου Alice ....!"
"Και Εκείνη Μάνα μου....!" απάντησε δυνατά, "όμως ήταν, δεν είναι, βούλιαξε στη λίμνη".
"Αυτή η Λίμνη Θεέ μου....!" απάντησε η Βέρα με αναστεναγμό, "Η Λίμνη που χρόνια τώρα καταπίνει τις ζωές μας, που χρόνια τώρα έχει μουλιάσει την ψυχή μου".
"Τη δική σου Βέρα ;"
Πήγε κοντά της, της έπιασε το χέρι σφιχτά από τον καρπό.
"Και τη δική μου Alice ....! Η Λίμνη και οι σκιές του Coldbery που με πλακώνουν κάθε μέρα, κάθε λεπτό, που κάθε γωνιά του, κάθε του σκιά κρύβουν ένα φόβο, μια παρουσία, φανερώνουν φωνές τις νύχτες", συνέχιζε αλαφιασμένη ενώ η Alice έδειχνε να συναντά κάποιον άλλον άνθρωπο μπροστά της.



"Είμαι και εγώ Γυναίκα Alice ....! Έγινα η δεύτερη Κυρία Banister στη σκιά της Μητέρας σου, που είναι παντού. Έγινα ένα χαλί όμορφο, πλούσιο, να σκεπάσει το παρελθόν, έγινα Μάνα με ένα γλυκό παιδί και αυτόματα έπαψα να είμαι Γυναίκα".
Η Alice δεν πίστευε στα μάτια της, η ανάσα της συγχρονίστηκε με την αγωνία της Βέρας.
"Ξέρεις πόσες φορές στάθηκα κοντά σου, στο κρεβάτι σου, να αφουγκράζομαι τους εφιάλτες σου, να ανατριχιάζω από τις φωνές σου"
"Μα η Sally ήταν αυτή που...."
"Η Sally μπορεί να φαίνονταν στα μάτια σου Alice αλλά δεν μπορούσες να δεις παραπέρα μια άλλη Γυναίκα που κρυφάκουγε στη πόρτα σου μην σηκωθείς, που έτρεχε να γεμίσει νερό την κανάτα σου, που κρυφοκοίταζε τις νύχτες το κρεβάτι σου".
Έγιναν ένα μαλλιοκούβαρο η μια στην αγκαλιά της άλλης σε ένα παράταιρο σύμπλεγμα. Η Βέρα φώναξε:
"Δεν σε έδιωξα εγώ από εδώ Alice ....! Και τώρα μου πήραν και το γιό μου τον Charles, τον αδελφό σου, άλλη ήταν εκείνη που επέμεινε να φύγεις και σε σένα και στον Πατέρα σου...!"

Τα λόγια της έμειναν στο νου της, καθώς πια είχαν χωρίσει.
"Πόσα Θεέ μου" σκέφτηκε, "μπορούν να αλλάξουν ξαφνικά". Ένιωσε ενοχές για το σκοπό του γυρισμού της. Αναλογιζόταν αν έπρεπε να δώσει εμπιστοσύνη σε μια Γυναίκα, που απόψε την γνώριζε για πρώτη φορά. Πάλευε. Σαν γυναίκα ένιωθε ότι δεν λάθεψε για την αγνότητα της εξομολόγησης της Βέρας πριν λίγο.
Έκλεισε την πόρτα πίσω της νιώθοντας πλέον τα αδιέξοδα να αντιστρέφονται απέναντί της.
"Τι θα κάνω Θεέ μου" σκέφτηκε... τη στιγμή που αντιλήφθηκε στο χέρι της το Βιβλίο που κρατούσε με το χαρτί. Έκατσε αλαφιασμένη στην πολυθρόνα, τράβηξε το χαρτί. Προσπάθησε να ξεδιπλώσει το παλιοκαιρισμένο μισοκατεστραμμένο χαρτί. Ήταν ένα γράμμα. Η σελίδα που κρατούσε πρέπει να ήταν η τελευταία γιατί στο τέλος διέκρινε ένα όνομα. Η Ανάσα της ανέβηκε απότομα καθώς τα μάτια της πονούσαν προσπαθώντας να διαβάσει.
".....Πατέρα μου....στο είχα πει...."
Μάταιος κόπος να βγάλει νόημα, το έγγραφο είχε σχεδόν καταστραφεί από τη μούχλα,
".....δεν περίμενα ποτέ ότι.....αυτή.....", ένιωθε την καρδιά της να φτερουγίζει, αδύνατον, τα μάτια της ταξίδεψαν στο κλείσιμο της επιστολής, θάμπωσαν
"η κόρη σου Charlotte ....".
Τα δάκρυα έφυγαν άναρχα και καυτά, έτρεμε καθώς το μάτι της στάθηκε εκεί....! κάπου στο μέσο της επιστολής,
"....Πατέρα η..."
Το όνομα δεν φαίνονταν καλά παρά σκόρπια γράμματα, εκείνα τα γράμματα που αναποδογύρισαν συθέμελα όλη της την ύπαρξη, κάνοντάς την να χάνει το φως από τα μάτια της και το σκοτάδι να την αγκαλιάζει.


Τέλος 8ου Μέρους

******************************

 Εύχομαι Ολόψυχα στην Αλεξάνδρα εδώ: 
καλή συνέχεια όπως και στις υπόλοιπες Φίλες

Και τέλος, μια δική μου μικρή δημιουργία
Ένα Video Trailer για το "Κόκκινο Νυφικό"