Διηγήματα



"Μετρώ τους Χτύπους"

Χτύπος πρώτος... Οξύς.
Σε βλέπω να περιφέρεσαι μόνο, εγκαταλειμμένο, μικρό και φοβισμένο. Ένα κινούμενο κορμάκι  με τα μικρά αυτάκια σου να ανεμίζουν στον αγέρα. Νιώθω τη ζεστασιά του κορμιού σου καθώς  μικρή μπαλίτσα στην αγκαλιά μου κάτω από το μπουφάν όπως κατηφορίζουμε τη στράτα στο δάσος. Ανταμώνω το βλέμμα σου αλλά και το ένστικτό σου  ότι κάτι φιλικό σε κουβαλάει.

Χτύπος δεύτερος...  Αντανακλαστικός.
Πόσες αγκαλιές σε γυροφέρνουν σαν δοκιμάζεις τα πρώτα δειλά βήματα γύρω απ το τζάκι στο νέο σπιτικό σου. Η Παρουσία σου κατάφερε να μαζέψει ολόγυρά μια οικογένεια. Να την ενώσει ξανά.

Χτύπος τρίτος... ελαφρύτερος.
Σε βλέπω να με κοιτάς. Με εκείνα τα μάτια σου. Μικρός ακόμα αλλά πιο σίγουρος. Ρουφάς κάθε μου κίνηση. Κρυφά να σκάβεις με τα ποδαράκια σου το χώμα στον κήπο δίπλα στα δικά μου λαγούμια με τα φρέσκα φυτά. Σε μαλώνω να μην τα ξεριζώνεις με τη μουσούδα σου.

Χτύπος τέταρτος... βαρύς.
Μεγάλωσες. Τρέχεις πια λεύτερος, σίγουρος.  Καλπάζεις αφηνιασμένος. Καταλαβαίνεις τη δύναμή σου να μεγαλώνει, να θεριεύει. Εκεί στην παλιά καλύβα δίπλα στη θάλασσα. Κουνάς την ουρά σου χαρούμενα σε εκείνον τον φτωχό μετανάστη που σε φιλεύει με ένα κομμάτι από το κουλούρι του.

Χτύπος πέμπτος... υπόκωφος.
Αγκαλιάζεις με τα μπροστινά  σου πόδια τη μικρή σου Κυρά που κλαίει. Την φιλάς με κάθε τρόπο στα μάγουλά θέλοντας να αποδιώξεις το πόνο της. Κάνεις χίλια δυό να γίνεις ένα μαζί της. Φέρνεις τη μπαλίτσα σου στο στόμα δώρο να ξεχάσει ό,τι την πληγώνει. Γυρεύεις με κάθε τρόπο το χαμόγελό της.

Χτύπος έκτος... μονότονος.
Γίνεσαι άγριο θεριό ανήμερο. Ουρλιάζεις πρωτόγνωρα στο ξένο και επιθετικό χέρι που τολμά να απλωθεί επάνω στη μεγάλη σου Κυρά. Είσαι εκεί, φύλακας, παθιασμένος υπερασπιστής, αδιαφορώντας αν είσαι άοπλος ή πιο αδύνατος. Δεν λογάς τον κίνδυνο και αδιαφορείς για το κόστος. Ματώνεις αλλά νικάς. Και μετά, με τα κοφτά χαρούμενα γαβγίσματά σου δηλώνεις τη χαρά  γλύφοντας τις πληγές σου.

Χτύπος έβδομος... σαν σούρσιμο.
Πως κάνεις έτσι σαν τρελός κι αλλοπαρμένος σαν επιστρέφουμε σπίτι...! πηδάς επάνω μας, μας αγκαλιάζεις, γυρίζεις σαν σβούρα στα πόδια μας. Για σένα ο χρόνος της απουσίας είναι μια ευθεία γραμμή. Δεν τον ξεχωρίζεις. Τον νιώθεις σκληρό αποχωρισμό. Και θέλεις να γιορτάσεις ξανά το αντάμωμα.

Χτύπος όγδοος... πνιγμένος.
Τα μάτια σου...! αχ καρδιά μου αυτά τα μάτια σου...! διάπλατα ανοιχτά, ζωγραφισμένα σαν δυό μεγάλα φεγγάρια που λάμπουν. Τόσο εκφραστικά. Έτοιμα να πουν τόσα μεγάλα κι αληθινά.

Αυτά σου του μάτια, τώρα παγωμένα. Γεμάτα απορία και πόνο. Με ένα απέραντο “γιατί” να κραυγάζει, να αντηχεί στα πέρατα της μέρας που ξημερώνει.
Τα μάτια σου λατρεμένε μου Φίλε, ψυχοπαίδι μου μεγάλο. Σκουπίζω απαλά το σφραγισμένο σου στόμα από τα υπόλοιπα του δηλητήριου που πήρε τη ζωή σου.
Είναι οι χτύποι που μετρώ στο χώμα που γράφουν το σενάριο των ύστατων στιγμών σου. Στην αγκαλιά μας. Πριν σε αποθέσω  στην ανοιχτή Γη που σε καρτερεί στερνή σου φωλιά.
Το πρώτο χάραμα της αυγής φωτίζει το βλέμμα μου γεμάτο αίμα. Καλό σου ταξίδι...!
Με καρτεράνε λογαριασμοί πίσω μου για σένα.



****************************************

Αφιερωμένο σε όλους εκείνους τους ανθρώπους που, με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, έχουν ζήσει το άφθαστο μεγαλείο της ζωής και της συνύπαρξης με έναν Σκύλο, απολαμβάνοντας πραγματικά μαθήματα ζωής, εμπειρίας και άδολης αγάπης. Επίσης μια ΚΡΑΥΓΗ ενάντια στους άρρωστους ΔΟΛΟΦΟΝΟΥΣ που χτυπούν ή δηλητηριάζουν ζώα δείχοντας  την ιταμή και δειλή τους κτηνωδία. Να γνωρίζουν ότι ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΟΥΝΤΑΙ από παντού και δεν πρόκειται να διαφύγουν στην ανωνυμία και την ατιμωρησία. 
Οι εικόνες και το βίωμα που εξέφρασα στο μικρό αυτό αφήγημα πραγματικά με έχουν στοιχειώσει στη φαντασία μου.  Είναι εικόνες που δεν θέλω κανείς να ζήσει. Δώστε την αγάπη σας στους τετράποδους φίλους μας, ειδικά αυτούς τους αδέσποτους και περιπλανημένους. Να ξέρετε ότι έχετε να εισπράξετε συναισθήματα που δεν υπολογίσατε ποτέ.

*****************************************

Το μικρό αυτό Διήγημα αποτέλεσε την πρώτη από τις δύο μου προσωπικές Συμμετοχές στο Εξαιρετικό Διαχρονικό ΔΙΚΤΥΑΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ   "ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ #12", το οποίο διοργανώνεται κάτω από τη φιλοξενία και τον συντονισμό της Μαρίας στο Ιστολόγιό της εδώ:
Mytripsonblog
Στους Συνδέσμους που ακολουθούν μπορείτε να διαβάσετε όλες τις υπεροχες συμμετοχές:
 
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις (Συμμετοχές 1-6)
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις (Συμμετοχές 7-14)
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις (Συμμετοχές 14-23)

Στον σύνδεσμο που ακολουθεί μπορείτε να διαβάσετε την Βράβευση καθώς και τα τελικά αποτελέσματα του διαγωνισμού
 
12ο Παίζοντας με τις Λέξεις-Βράβευση και αποτελέσματα παιχνιδιού

Εκεί θα δείτε και το εξαίρετο "Το Κόκκινο φόρεμα", που έγραψε με την υπέροχη πένα της η Ελένη-Ποιώ και πρώτευσε στον διαγωνισμό.
Σε έναν διαγωνισμό με υπέροχες συμμετοχές και δημιουργίες από όλους. 
Να ευχαριστήσω θερμά την Μαρία για την διοργάνωση και φιλοξενία του λογοτεχνικού αυτού δρώμενου που έχει πλέον καταξιωθεί στην δικτυακή γειτονιά για την ποιότητα και το μεράκι του.


 @@********************************@@



 Η Μουσική ταξιδεύει τη Νύχτα


Έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη για τις τελευταίες πινελιές στο ντύσιμό του και στην περιποίησή του.


Στο πικ-απ είχε βάλει τον Δίσκο με την τελευταία επιτυχία του Ben King. Το σπίτι πλημμύρισε από την όμορφη μουσική που το "Stand by me" προσφέρει άπλετα στον ακροατή του αγκαλιάζοντάς τον με την ρυθμική του μελωδία.


Ξαναπήγε μέσα στο γραφείο του να πάρει τη γραβάτα του που είχε ακουμπήσει εκεί.


Σαν πετυχημένος αρχιτέκτονας-μηχανικός προτίμησε να κρατήσει ένα κομμάτι από τον επαγγελματικό του χώρο μέσα στο σπίτι του. Το μεγάλο ξύλινο γραφείο που το αγκάλιαζε τρυφερά και επιβλητικά μια κλασική ξύλινη βιβλιοθήκη ήταν από τις αγαπημένες του φωλιές μέσα στο μεγάλο του σπίτι. Δεν είχε πρόβλημα με τα χρήματα, κάθε άλλο. Έτσι το όμορφο και μεγάλο του διαμέρισμα δέσποζε στη Δεξαμενή στους πρόποδες του Λυκαβηττού. Από το μπαλκόνι του τα φώτα της Αθήνας λαμπύριζαν με ένα τρόπο σαν άπειρες μικρές πυγολαμπίδες ως πέρα κάτω στην παραλιακή ακτογραμμή. To τραγούδι στο πικ-απ είχε τελειώσει. Επέστρεψε και έβαλε το δίσκο που πρόχειρα βρήκε κάπου εκεί ριγμένο.



Η Στεντόρεια φωνή της Nina Simone γέμισε μονομιάς όλο το σπίτι. Χαμογέλασε με ανακούφιση και τράβηξε κατά τον καθρέφτη πάλι για τις τελευταίες ...ματιές. Σάββατο σήμερα, είχε διάθεση να βγει. Όχι ότι του έλειπε. Χρόνια μόνος μπορούσε να το γεύεται στο κάθε τόσο που μπορούσε. Άλλωστε δεν ήταν από αυτούς που οι τοίχοι ενός σπιτιού θα τον κρατήσουν στην αγκαλιά τους όσο ζεστή και να ήταν. 



Έριξε μια ματιά στο Ημερολόγιο του σπιτιού. Ο Γενάρης του 1961 είχε χάσει ήδη τα πρώτα του χάρτινα φυλλαράκια από το ημερολόγιο. Το μάτι του στάθηκε με χειρουργική ματιά στον καθρέφτη. Το μαύρο του κοστούμι έστεκε καλό επάνω του. Παρά τα 54 του χρόνια ήταν ευθυτενής, καλοστεκούμενος, γεροδεμένος και γοητευτικός σαν άντρας κάτι που μαρτυρούσε και ο ...θηλυκός περίγυρός του. Ίσιωσε την ριγωτή γραβάτα του, άναψε τσιγάρο και φόρεσε το Μαύρο του καπέλο, την αγαπημένη του Fedora. Είχε απόψε μια διάχυτη επιθυμία να βγει. Μια διάθεση φυγής κάτι που έδινε μια γλυκιά προσμονή στις κινήσεις του. Πήρε τα τσιγάρα του, το πορτοφόλι του, έκλεισε τα πατζούρια από το μπαλκόνι του φυλακίζοντας στη μνήμη του μια πανέμορφη πανοραμική εικόνα της φωτισμένης Αθήνας και πήρε το ασανσέρ να κατέβει.



Στο δρόμο τον περίμενε η αστραφτερή του Κόκκινη Chevrolette Bel Air του 1957. Μερακλίδικο αυτοκίνητο, ατίθασο, μποέμικο σαν και τον ίδιο. Σαν άνοιξε την πόρτα του οδηγού, το κατακόκκινο σαλόνι της τον αγκάλιασε με τη μία, χωρίς δεύτερη σκέψη


Ο Ίδιος βούλιαξε στο δερμάτινο κάθισμα, έβαλε τα κλειδιά στο διακόπτη και το αυτοκίνητο μούγκρισε με την κλασική του αγριάδα υποσχόμενο τις ανάλογες αναζητήσεις στην άσφαλτο. Σε λίγο ξεχύθηκε κατεβαίνοντας προς το Κολωνάκι, την πλατεία όπου ήδη τα μαγαζιά είχαν αρχίσει να δέχονται τους πρώτους τακτικούς και μη θαμώνες της πλατείας. Το αυτοκίνητο ελίχθηκε και βγήκε ορμητικό στην Βασιλίσσης Σοφίας όπου με ταχύτητα ξεχύθηκε μπροστά.



Η Νύχτα ήταν υγρή. Η Απογευματινή βροχή είχε αφήσει τα ίχνη της παντού. Μια χειμωνιάτικη ελαφριά ομίχλη έδινε στα φώτα της Πόλης μια όμορφη θαμπάδα και παράξενα γεωμετρικά σχήματα διαγράφονταν στα μάτια. Οδηγούσε με ταχύτητα αλλά όχι νευρικά. Άνοιξε το ραδιόφωνο στο αυτοκίνητο. Το σήμα από το Δεύτερο Πρόγραμμα του Εθνικού Ιδρύματος Ραδιοφωνίας γέμισε το εσωτερικό του αυτοκινήτου με όμορφα τραγούδια. Η φωνή του Φώτη Δήμα ήχησε στα αυτιά του μελωδικά


Ένιωσε να χαλαρώνει στο άκουσμα του όμορφου τραγουδιού. Το αυτοκίνητο διέσχιζε πλέον με ταχύτητα την Λεωφόρο Κηφισίας. Σάββατο βράδυ, είχε κάποια κίνηση ο δρόμος. Κατέβασε λίγο το παράθυρο και ο φρέσκος αέρας της νύχτας χάιδεψε το πρόσωπό του. Όπως του χάιδεψε τα αυτιά με υπέροχο τρόπο ένα τραγούδι που λάτρευε. Ήταν ο Φώτης Δήμας με την Καίτη Μπελίντα


Λάτρευε τη φωνή της Καίτης Μπελίντα, ήταν τόσο μα τόσο ερωτική που έδενε ζευγάρι με τον Δήμα με τρόπο μοναδικό. Άρχιζε να σιγοσφυρίζει το τραγούδι και ο ίδιος "Που νάσαι αγάπη μου θέλω να μάθω, κι αν τώρα σ' έχασα, καλά να πάθω....". Η Διάθεσή του είχε γεμίσει νοσταλγία και δεν κατάλαβε πως είχε φτάσει πια στο Μαρούσι. Τράβαγε για Κηφισιά. Λάτρευε αυτό το μέρος από παιδί, ασκούσε πάνω του μια ξεχωριστή γοητεία. Τα όμορφα σπίτια, καθένα σαν ένα ξεχωριστό έργο τέχνης έδεναν με τη φαντασία του και την ίδια του τη δουλειά.

Στο ραδιόφωνο πήρε τη σκυτάλη η βαθιά φωνή του Νίκου Γούναρη. "Που νάσαι τώρα αγαπημένη....."



Ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό στα λόγια του τραγουδιού. Έδεσε τα χέρια του με δύναμη στο τιμόνι της Chevrolette καθώς έπαιρνε πλέον τη μεγάλη στροφή στην Κηφισίας για την Κηφισιά. Έδιωξε με κόπο ένα δάκρυ που πήγε να του παίξει περίεργα παιχνίδια στη διάθεσή του.
"Έλα ! έλα....!" μονολόγησε δυνατά, "δεν είναι η βραδιά για τέτοια άνθρωπέ μου....!" άκουσε τη φωνή του δυνατά.
Το αυτοκίνητο είχε φτάσει πια στον Τροχονόμο στην Κηφισιά, αριστερά του το Πάρκο με τα λουλούδια του. Έστριψε αριστερά, έκανε τον κύκλο μπροστά στην έξοδο του Κήπου και σταμάτησε έξω από τα Λουλουδάδικα. Κατέβηκε.
"Καλώς τον Κυρ-Δημήτρη", έκανε με πλατύ εκφραστικό χαμόγελο ένας συμπαθέστατος ώριμος μαγαζάτορας
"Καλησπέρα Μπάρμπα-Γιάννη, τι κάνεις ;"
"Εδώ στον αγώνα Κυρ-Δημήτρη μου, όπως μας ξέρεις"
Ο Δημήτρης, αυτό ήταν το όνομά του, άρχισε να κοιτάζει στα λουλούδια με προσοχή.
"Τι θα μου δώσεις απόψε ; "
"Κυρ Δημήτρη μου, ξέρεις ότι η Μπουντουνιέρα σου είναι πάντα στις αδυναμίες μου, σήμερα σε βλέπω στις ομορφιές σου, το αφήνεις επάνω μου ;"
"Εννοείται Γιάννη, για να σε δω" αποκρίθηκε χαμογελαστά.
Ο συμπαθέστατος Μπάρμπα Γιάννης διάλεξε ένα ωραιότατο κόκκινο μπουμπούκι τριαντάφυλλο.
"Εεεεε μην μου πεις..." του είπε και του το ...στόλισε στην μπουντουνιέρα του σακακιού.
"Τι θα κάνω εγώ με σένα Μπάρμπα Γιάννη" απάντησε ο Δημήτρης, τακτοποίησε τον λογαριασμό του και κίνησε να φύγει.
"Καλό Σαββατόβραδο Κυρ Δημήτρη, για που είμαστε απόψε ;"
"Λέω να πάω στο CECIL Μπάρμπα Γιάννη και βλέπουμε παραπέρα, σε ευχαριστώ πολύ" αποκρίθηκε ο Δημήτρης.
"Στο καλό, καλά να περάσετε"
"Καλό βράδυ Μπάρμπα Γιάννη, καλή ξεκούραση", τον χαιρέτισε χαμογελαστά. Ο Άνθρωπος αυτός πάντα του έφτιαχνε τη διάθεση. Καλοσυνάτος, ευγενικός, είχε πάντα μια απλή θετική αύρα ζεστασιάς που σε κέρδιζε με τη μία. Μπήκε στο αυτοκίνητο, ξεκίνησε, στη στροφή έκανε αριστερά, παίρνοντας την Κολοκοτρώνη προς το Κεφαλάρι και σε λίγα λεπτά έφτασε στο πανέμορφο παραδοσιακό Ξενοδοχείο, το "CICEL", στο οποίο πάντα στο Bar του εύρισκε ένα φιλόξενο και όμορφο μέρος να ξεκινήσει τις βραδιές του.


Παρκάρισε την Chevrolette εκεί κοντά. Βγήκε και τράβηξε στην είσοδο του μεγάλου και πολυτελούς Ξενοδοχείου. Πάντα το "CECIL" του άρεσε. Ήταν κάτι σαν "σήμα κατατεθέν" της Κηφισιάς. Παραδοσιακό, επιβλητικό, όμορφο αποτελούσε ένα κόσμημα της ζωής της περιοχής. Ανέβηκε τα σκαλιά, προσπέρασε το τυπικό καλωσόρισμα του θυρωρού και μπήκε στο κύριο σαλόνι. Αρκετός κόσμος έδινε μια νότα κίνησης στο χώρο. Στο βάθος δεξιά ήταν το Μπαρ του Ξενοδοχείου. Διακριτικό, όμορφο, αποτελούσε το χώρο συνάντησης αλλά και ανάσας για πελάτες και περαστικούς. Αρκετοί θαμώνες τόσο στα γύρω τραπέζια όσο και στη μεγάλη σκαλιστή Εβένινη μπάρα. Ποτέ του δεν προτιμούσε εκεί να κάθεται σε τραπέζι. Τράβηξε ίσια στη μπάρα και φυσικά θα ήταν αδύνατον να μην τραβήξει την προσοχή του.


Σαγηνευτική και ερωτική όπως πάντα. Παρά τα περασμένα Σαράντα πέντε της χρόνια η λάμψη της ήταν όπως πάντα εντυπωσιακή. Λαμπερή με όμορφα μάτια, Σκούρα καστανά μαλλιά τυλιγμένα κότσο, το φόρεμά της εντυπωσιακό με ένα τολμηρό ντεκολτέ που αναδείκνυε το πάντα ελκυστικό της στήθος, ανοιχτό στην πλάτη, κολλητό στο σφριγηλό για τα χρόνια της σώμα. Καθόταν στη μπάρα με πλάτη στο χώρο και το βαθύ τολμηρό σκίσιμο στο φόρεμά της αναδείκνυε τα όμορφα πόδια της.
Τράβηξε προς το μέρος της
"Έλσα....!" την φώναξε ακριβώς πίσω της. Γύρισε το πρόσωπό της που φωτίστηκε σαν ζωγραφιά σαν τον είδε.
"Δημήτρη...! τι όμορφα, πως έτσι από εδώ ; γλυκέ μου...."
Της έπιασε τα χέρια, τα χείλη του χάρισαν ένα γλυκό φιλί στα όμορφα δάχτυλά της.
"Εγώ από εδώ ; μα εδώ είναι στέκι μου ...εσύ πως βρέθηκες εδώ".
"Θα κάτσεις ; θα μείνεις ;" τον κοίταξε ίσια στα μάτια.
Δεν της απάντησε, τράβηξε το σκαμπό δίπλα της και κάθισε, άφησε  τσιγάρα και αναπτήρα στη μπάρα
"Ένα VAT 69 με πάγο, Κώστα, καλησπέρα" στράφηκε σε έναν από τους Barmen με χαρακτηριστική οικειότητα. Γύρισε δίπλα του στην Έλσα. Το ποτήρι της ήταν σχεδόν άδειο.
"Τι πίνεις ; "
"Το ...δικό μου , Four Roses"
"Κώστα, ένα για την Κυρία μας και φέρε ένα μπολ με πάγο"
"Αμέσως Κύριε Δημήτρη" συντονίστηκε η φωνή με την ενέργεια του νεαρού Barman.

Βόλεψε το κορμί του δίπλα της. Έβγαλε από την κασετίνα του ένα τσιγάρο νωχελικά. Τα μάτια της τον χτένιζαν διεισδυτικά. Ο Καπνός σχημάτισε μικρά παράξενα σχήματα ολόγυρα στα πρόσωπά τους σαν συννεφάκια.



"Που είναι οι άντρες σου απόψε Έλσα ;" την ρώτησε χαριτολογώντας.
"Πφφφφφ απόψε τους έδιωξα όλους, είμαι μόνη" του απάντησε με φωνή συρτή ναζιάρα
"Πως αυτό ; μόνη ; κάτι σαν ατύχημα το ακούω"
"Εγώ θα το έλεγα ευτύχημα, να, για να προκύψει να σε συναντήσω", του απάντησε χωρίς προσχήματα με το όμορφο χαμόγελό της η Έλσα, στα 46 της χρόνια, χήρα, κληρονόμος μιας πολύ μεγάλης περιουσίας από τον Tim Patrick, τον κατά πολύ μεγαλύτερο στα χρόνια Ελληνοαμερικάνο επιχειρηματία. Τα ποτά ήρθαν. Ο Barman τους τα σερβίρισε, τους χάρισε ένα γλυκό χαμόγελο, κατάλαβε πως έπρεπε να ήταν διακριτικός και αποσύρθηκε στα δικά του ενδότερα.
"Στην υγειά σου Έλσα, στις κατακτήσεις σου..." την πείραξε.
"Στην υγειά σου Δημήτρη, στην παρουσία σου..." αντέτεινε εκείνη γοητευτικά.
Μια απαλή ελαφριά Jazz μουσική γέμιζε το χώρο στο Μπαρ.


"Τι κάνεις αυτόν τον καιρό ; "
"Χειρίζομαι την ...κληρονομιά του Tim Δημήτρη" απάντησε εκείνη με εμφανές χαμόγελο.
"Οι κακές γλώσσες λένε πολλά"
"Από πότε σε ενδιαφέρουν οι κακές γλώσσες καλέ μου ; εσύ, όσο σε θυμάμαι, ήσουνα ο κακός τους δαίμονας"
"Σαν νάχεις δίκιο, προφανώς γερνάω και χαλάω και εγώ"
"Δεν γερνάς", του είπε τρυφερά, "να ....απλά θέλεις να μάθεις τι κάνω και το λες με πλάγιο τρόπο έτσι ;" η φωνή της ήταν όλο νάζι
"Έχεις έναν μοναδικό τρόπο να ξεσκεπάζεις τον άλλο, ναι έχεις δίκιο"
"Κουτέ....! ποτέ μου δεν έκρυψα πράγματα απ τη ζωή μου, ξέρεις ότι δεν παριστάνω την Αγία"
"Για αυτό σε λατρεύω", της είπε και τσούγκρισε το ποτήρι της με το δικό του.
"Στην υγειά σου γλυκιά μου λοιπόν"
"Στη ζωή που περιμένει Δημήτρη"
Είπαν κάμποσα, το κλίμα έγινε εξαιρετικά ζεστό και τρυφερό μεταξύ τους, γέλασαν, θυμήθηκαν μέρες, γεγονότα, "έθαψαν" γνωστούς με πειράγματα και χιούμορ. Με την ώρα να κυλάει και τη μουσική να χαϊδεύει.
"Έλσα, τι κάνεις απόψε ; έχεις κάτι ;"
"Είμαι όλη δική σου....!" του είπε νωχελικά. "και λαχταρώ ...άγριες διαθέσεις"
"Ωραία....! θέλω να ακούσω τραγούδια απόψε το βράδυ, τι λες ; η Νάντια Κωνσταντοπούλου με τον Τάκη Μωράκη  μεγαλουργούν αυτήν την εποχή. Τι λες ; Είναι στο Κάστρο, πάμε ;"
"Και εμένα μ' αρέσουν ναι, φύγαμε.....!"

Πλήρωσε το λογαριασμό, μάζεψαν τα πράγματά τους, χαιρέτισαν τον Barman και βγήκαν. Πολλά ζευγάρια μάτια καρφώθηκαν στην πλάτη τους καθώς έφευγαν. Το κατάλαβαν, τους ....άρεσε. Την οδήγησε στο αυτοκίνητό του, κάθισε δίπλα του ενώ το υπέροχο άρωμά της πλημμύρισε το χώρο της Chevrolette. Ξεκίνησαν, άνοιξε το ραδιόφωνο ξανά.


Η Γλυκιά και απόμακρη φωνή της Δανάης τύλιξε τη σιωπή ανάμεσά τους καθώς το αμάξι είχε χυθεί στην Λεωφόρο Κηφισίας με ορμή. Έγυρε δίπλα του πιο ζεστά. Ένιωσε το κορμί της να ακουμπά το δικό του. Δεν έκανε το παραμικρό για να την εμποδίσει. Η Έλσα δεν του ήταν ξένη. Μπορεί τα τελευταία χρόνια τα βήματά τους να είχαν χωρίσει αλλά στα νιάτα τους ήταν γνωστοί. Το σκούρο αρχοντικό της φόρεμα στο σκίσιμό του αποκάλυπτε ήδη τολμηρά τους όμορφους μηρούς της που, παρά τα χρόνια της, άναβαν ακόμα φωτιά. Είδε το βλέμμα του να τα χαϊδεύει και δεν έκανε το παραμικρό να αλλάξει κάτι.


Η Φωνή της Βέμπο πήρε τη μελωδική σκυτάλη "Πόσο λυπάμαι, τα χρόνια που πήγαν χαμένα...."
Γύρισε και την κοίταξε ξανά. Το βλέμμα της ήταν ίσια μπροστά στο δρόμο που χάνονταν θαμπά μέσα στην ταχύτητα. Με το βλέμμα του χάιδεψε το όμορφο πρόσωπό της τα μαλλιά της, τα χέρια της, τον καπνό του τσιγάρου της. Την είδε να χαμογελά.
"Δεν κοιτάς μπροστά σου καλύτερα ; άλλωστε η νύχτα είναι μπροστά μας" του είπε.
Γέλασαν δυνατά....! ένα γέλιο αυθόρμητο, λεύτερο. Σαν να έφευγε από μέσα τους κάτι γκρίζο, κάτι που τους κρατούσε σφιχτούς.
Το αυτοκίνητο κατηφόρισε προς την Λεωφόρο Συγγρού και  έφτασαν στις Τζιτζιφιές.


Λίγο πριν σταματήσουν, έβγαλε το κραγιόν της να διορθώσει τα χείλη της.
"Φτάσαμε Κυρία μου....!"
Το "Κάστρο", το κέντρο στο οποίο τραγουδούσε η Νάντια Κωνσταντοπούλου με τον μεγάλο μουσουργό τον Τάκη Μωράκη ζούσε μεγάλες στιγμές Μπήκαν χωρίς να αποφύγουν κάποια ζευγάρια μάτια που τους έγδυσαν με το βλέμμα τους. Κάθισαν σε ένα τραπέζι και παράγγειλαν το ποτό τους
"Τι προτιμάς ; το δικό μου ; ή το δικό σου ;" της είπε ενώ ο σερβιτόρος περίμενε.
"Δεν έχω θέμα ότι θέλεις"
"Ένα μπουκάλι Vat 69 σε παρακαλώ"
Ο Σερβιτόρος έφυγε, σε λίγο επέστρεψε με το μπουκάλι και τα δέοντα συνοδεία. Πάγος, ξηροί καρποί.


Όλα ήταν όμορφα. Θα έλεγες κατανυκτικά. Η Ορχήστρα του Τάκη Μωράκη έπαιζε ελαφριά μουσική, το κοινό ετοιμαζόντα να τους απολαύσει.
"Είμαστε τυχεροί που βρήκαμε τραπέζι, να το ξέρεις", της είπε, "κάθε Σαββατόβραδο γίνεται σκοτωμός, είναι εκπληκτικοί" συνέχισε.


Σε λίγη ώρα, ανάμεσα σε όμορφη μουσική, ποτό, κουβεντούλα, σχόλια και τσιγάρο, το κέντρο ξεσηκώθηκε καθώς ο Τάκης Μωράκης υποδέχτηκε στην πίστα την μεγάλη και πανέμορφη Νάντια.



Τα βιολιά του ξεκίνησαν την θεϊκή τους μελωδία και η φωνή της  άρχισε το υπέροχο ταξίδι της "Δεν είμαι τίποτα"...



 Αφέθηκαν με την Έλσα στο μαγικό ταξίδι του τραγουδιού και της Μουσικής. Η Συνέχεια ανήκε στο "Μόνον εσύ" και στο κέντρο επικρατούσε μυσταγωγία πραγματική.




Ο Ήχος από το Σαξόφωνο, ήταν κάτι το εκπληκτικό σαν πρώτο όργανο δίπλα στη φωνή της Νάντιας. Το κέντρο αποθέωσε τους δύο καλλιτέχνες και την ορχήστρα. Εκεί κάπου ο Τάκης Μωράκης ανάγγειλε το επόμενο τραγούδι:
"Αγαπημένοι μας φίλοι θα σας τραγουδήσουμε, το τελευταίο μας τραγούδι, που γράψαμε για το φετινό φεστιβάλ της ΕΙΡ  -Αργά είναι για μας- και η Φωνή της πήρε της σκυτάλη


Ακολούθησε το "ΦΥΓΕ". Ένα ακόμα εξαίρετο τραγούδι "Φύγε μήπως μπορέσω και σωθώ, μα μείνε για να ζήσω.....δεν ξέρω αλήθεια τι ζητώ...."




Στο κέντρο επικρατούσε πλέον μια αποθέωση για την εμφάνιση των αστεριών της μουσικής. Μια αποθέωση που απογειώθηκε σαν η ορχήστρα του Μωράκη ξεκίνησε την εισαγωγή για το "Χθές Ακόμα". Έσφιξε ασυναίσθητα το χέρι της Έλσας ενώ με το άλλο ρούφηξε το ποτό του.
"Το λατρεύω Θεέ μου αυτό το τραγούδι, στ' αλήθεια το λατρεύω..." είπε ενώ εκείνη με το άλλο της χέρι αγκάλιασε τρυφερά το δικό του.



Έμενε να ακούει εκστασιασμένος και να ακολουθεί με τα δικά του τα χείλη της Νάντιας καθώς ταξίδευε στα λόγια και στις νότες του τραγουδιού. Λες και όλο του το κορμί ζούσε αυτό που άκουγε. Η Έλσα είχε να αφεθεί να τον παρατηρεί καθώς το τραγούδι έσβηνε σιγά-σιγά μέσα στην έκρηξη των χειροκροτημάτων του κοινού. Ακολούθησαν και άλλα τραγούδια, πολλά και αγαπημένα. Σε μια βραδιά μαγική που τόσο ο κόσμος, όσο και οι δυό τους ρουφούσαν κάθε της στιγμή, κάθε της νότα και λόγο. Κάποια στιγμή το μεγάλο ντουέτο,  σταμάτησε. Η Ορχήστρα πήρε μια καινούργια αρχή με ελαφριά μουσική, τα φώτα χαμήλωσαν και άλλο, κάποια κεριά έδωσαν μια άλλη ατμόσφαιρα στο χώρο και η πίστα άρχισε να γεμίζει από ζευγάρια για χορό.
Ένα όμορφο γλυκό κορίτσι ξεκίνησε να τραγουδά κάποια τραγούδια του Μωράκη με την αξιόλογη φωνή της.
"Πάμε να χορέψουμε Δημήτρη ;" του είπε με τα μεγάλα εκφραστικά της μάτια, έχοντας ήδη σχεδόν σηκωθεί. Το βλέμμα της ήταν τόσο αφοπλιστικό που ο Δημήτρης ακολούθησε.


Σφίχτηκε στην αγκαλιά του με τέτοια θέρμη που τον έκανε να ριγήσει. Έγυρε το κεφάλι της στον ώμο του και ένιωσε την ζεστή της ανάσα να τον γεμίζει ζεστασιά όχι μονάχα σωματική, αισθησιακή αλλά το κυριότερο ανθρώπινη. Με τα δυό του χέρια την κράτησε σφιχτά στην αγκαλιά του αφήνοντας τον εαυτό του να νιώσει πρωτόγνωρη καταιγίδα μέσα του.



Τα κορμιά τους σφίχτηκαν σε ένα άγγιγμα σε κάθε εκατοστό τους. Αφέθηκαν έτσι να χορεύουν βουτηγμένοι στο ταξίδι της μελωδίας και των τραγουδιών. Χόρεψαν δύο τραγούδια και κάθισαν στο τραπέζι τους. Η Σιωπή ξαναγύρισε ανάμεσά τους αλλά αυτή τη διαφορά είχε άλλο χρώμα. Ήταν μια σιωπή που είχε πολλά να αφουγκραστεί. Δεν την έλεγες αμηχανία, την έλεγες προσμονή.
Η Επανεμφάνιση της Νάντιας στην σκηνή τους επανέφερε στη Γη. Ένα ακόμα υπέροχο τραγούδι ήχησε στο κέντρο δίνοντάς τους μια γαλήνη να το απολαύσουν όπως και τα άλλα.



Ακολούθησαν αρκετά. Η Νάντια και ο Μωράκης ολοκλήρωσαν μέσα σε πανδαισία το δεύτερο και τελευταίο μέρος της παράστασής τους αφήνοντας πίσω χορτασμένους θεατές. Αποφάσισαν να φύγουν πια αλλά...
"Λέω να πηγαίνουμε, δεν πιστεύω να κουράστηκες ;" της είπε με μια ενεργητική ζωντάνια.
"Μαζί σου όχι" απάντησε με μια διάθεση πάντα να τον ακολουθεί δοτικά απόψε σε μια ακολουθία ταύτισης και ίσως παράδοσης στις επιλογές του.
"Μετά από αυτή τη μαγεία μας χρειάζεται κάτι άλλο, να ηρεμήσουμε με ένα ακόμα ποτό"
"Τι έχεις κατά νου"
Την τράβηξε απ το τραπέζι
"Πάμε θα δεις..." χαμογέλασε πονηρά
"Τρελέ...."
Βγήκαν από το μαγαζί, έξω η νύχτα είχε προχωρήσει πολύ, υγρασία και κρύο φώλιαζαν παντού.
Μπήκαν στο αυτοκίνητο με μια διάθεση όμορφη, χαρούμενη θα έλεγε κανείς. Το αυτοκίνητο κίνησε προς Πειραιά. Σε λίγα λεπτά ήταν κοντά στο Μικρολίμανο. Σταμάτησε, βγήκε, της άνοιξε την πόρτα και την τράβηξε απ το χέρι
"Πάμε"
"Ήθελα νάξερα που με πας"
Κοντοστάθηκαν στην πολυτελή είσοδο. Cabaret "Μαύρος Γάτος".
"Καλά λέω είσαι τρελός" του είπε "που ήρθαμε ;"
"Δεν βλέπεις ; ίσως το καλύτερο Cabaret της Πόλης και ατμόσφαιρα άψογη παρακαλώ".
"Εδώ βρήκες να ...ηρεμήσουμε ;" του είπε γελώντας
Μπήκαν στο μαγαζί. Noir ατμόσφαιρα παντού. Χώρος, φωτισμός, διακόσμηση. Έκατσαν σε ένα τραπέζι και παράγγειλαν δυό ποτά να συνεχίσουν τη βραδιά με κάτι εντελώς διαφορετικό.


Έλυσε τον κόμπο της γραβάτας του καθώς πλέον η επιρροή απ το Ουίσκυ ήταν εμφανής.


Με την ίδια διάθεση στάθηκε και εκείνη λεύτερη, για να αφεθεί στην ανάλογη ατμόσφαιρα του cabaret. Ήταν στα αλήθεια όμορφη, με τις ανταύγειες από τα φώτα να παίζουν παιχνίδια στο πρόσωπό της. Η Ορχήστρα έπαιζε χαλαρή αργή μουσική όταν ξαφνικά πολλά χειροκροτήματα σκέπασαν κάθε ήχο στην αίθουσα. Οι θαμώνες υποδέχτηκαν μια εκρηκτική ξανθιά που έμπαινε στην σκηνή με την έναρξη ενός τραγουδιού.
"Δημήτρη είναι η Ζέτα Αποστόλου....!" τον ρώτησε με έκπληξη
"Πέραν κάθε αμφιβολίας" απάντησε εκείνος καθώς τα μάτια τους έμειναν ακίνητα πάνω σε ένα αισθησιακό στριπ τηζ που η εκρηκτική Ηθοποιός και χορεύτρια εκτελούσε στη σκηνή.



Η Έλσα στην εξέλιξη του χορευτικού έγινε πιο τολμηρή. Κατέβασε το χέρι της σφίγγοντας το χέρι του κάτω από το τραπέζι. Εκείνος ανταποκρίθηκε με ένα τολμηρό χάδι ανάμεσα στα πόδια της ψηλά. Το χέρι του ταξίδεψε διψασμένο στους μηρούς της χωρίς αναστολές.
"Φρόνιμα...μας βλέπουν", του είπε χωρίς να μπορεί να κρύψει το χαμόγελό της.
"Σε cabaret ήρθαμε καλή μου όχι σε εκκλησία"
"Ο Παλιός Δημήτρης των καλών καιρών..." ανταπάντησε εκείνη.
Το τραγούδι, ο χορός, το στριπ τηζ, το ποτό, η ατμόσφαιρα είχαν ρίξει κάθε εμπόδιο σε αναστολές, σε ενοχές, σε σκέψεις. Οι αισθήσεις ήταν αυτές που άρχισαν να κυριαρχούν. Το χέρι του ταξίδευε ψηλά ανάμεσα στους μηρούς της προκαλώντας ανάσες βαθιές και στους δύο. Τα πρόσωπά τους είχαν μια εμφάνιση αστεία καθώς προσπαθούσαν να παριστάνουν τους ...αδιάφορους.
Ήπιαν ακόμα 1-2 ποτά, ένιωσαν τα όριά τους να τους προειδοποιούν.
"Νομίζω πρέπει να φύγουμε πριν ...σωριαστούμε σε καμιά καρέκλα εδώ πέρα" του είπε
"Δεν έχεις άδικο, πάμε, είναι ώρα, μην έχουμε παρατράγουδα".
Πλήρωσαν και έφυγαν από το μαγαζί. Έξω ψιλόβρεχε.


Του έδωσε την ομπρέλα από την τσάντα της και βάδισαν στη βροχή αγκαλιασμένοι.
"Θα με πας σπίτι μου ;" του πρότεινε.
"Θα ήμουν αχαρακτήριστος αν δεν το έκανα μέσα σε μια προχωρημένη βαθιά χειμωνιάτικη νύχτα"
"Μόνο για αυτό ; " τον κοίταξε πονηρά
"Αργείς πολύ να μου πεις, που πάμε" τις είπε
"Λοιπόν ξέρεις κάτι Κύριε ; στα νιάτα σου δεν ήσουνα έτσι"
"Πως έτσι ;"
"Να.... ορμητικός, επιθετικός, ερωτικός. Τότε ήσουνα ένα ...μαζεμένο πλάσμα που κοκκίνιζε σαν μια γυναίκα του έδειχνε τις διαθέσεις της"
"Γεροντο έκφυλος παιδί μου"
"Α παπαπα, τι λέξεις....." του είπε και τον ταρακούνησε με το χέρι της περασμένο αγκαζέ στο δικό του
"Θα μου πεις που είναι το σπίτι σου για θα κάνουμε βόλτα στη βροχή ;"
 "Στο Φάληρο"
"Ε μα.... Παρακαλώ Κυρία μου" της είπε και άνοιξε την πόρτα του αυτοκινήτου.
Στο δρόμο είχε κουρνιάσει δίπλα του. Το αυτοκίνητο ανέβηκε Καστέλλα, γύρισε προς τα πίσω, πέρασε από το Χατζηκυριάκειο και πήρε τη μεγάλη παραλιακή.
"Πως ήταν η ζωή σου με τον Tim Έλσα ;" τη ρώτησε χωρίς να αφήσει τη ματιά του από το δρόμο.
Άναψε τσιγάρο, φύσηξε τον καπνό στο ανοιχτό φινιστρίνι της Chevrolette, το βλέμμα της απλώθηκε απλανές.
"Όχι τώρα Δημήτρη, σε παρακαλώ, αυτές οι στιγμές είναι δικές μας, μην τους δίνεις χαρακτήρα απολογισμού στις ζωές μας. Εκείνο που μπορώ να σου πω είναι ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται. Δεν παριστάνω την παρθένα μήτε την αγία. Δεν αρνήθηκα τα πλούτη, βολεύτηκα με το χρήμα, με αυτό που ακολούθησε με το θάνατό του, όμως....", για μια στιγμή κόμπιασε
"Σε γνωρίζω από τα 22 σου Έλσα, ζήσαμε μαζί βιώματα, στιγμές κάποτε"
"Άλλες εποχές εκείνες Δημήτρη, αναρωτιέσαι τι έχει περάσει από τις ζωές μας από τότε ; αλλά .... σε παρακαλώ όχι τώρα, άλλωστε τώρα...."
Δέχτηκε την παράκλησή της και σιώπησε. Ένιωσε το χέρι της να τον αγκαλιάζει και να κινείται αργά στην πλάτη του, στο κεφάλι του και τέλος να μένει δίπλα του. Το αυτοκίνητο δεν άργησε να περάσει φουριόζο το Φαληρικό δέλτα και σε λίγο να μπαίνει στην ευθεία προς την παραλιακή.
"Μετά το Φλοίσβο στρίψε αριστερά... ευθεία τώρα...τέρμα εκεί δεξιά στην Μονοκατοικία"
Το αυτοκίνητο σταμάτησε έξω από τη πόρτα μιας μεγάλης και πανέμορφης κλασικής μονοκατοικίας. Η Έλσα βγήκε από το αυτοκίνητο, άνοιξε την μεγάλη σιδερένια διπλή πόρτα και μπήκαν μέσα.
"Ιδού το Βασίλειό μου εκλεκτέ μου απρόσμενε επισκέπτη του είπε"
"Πανέμορφο το βρίσκω...." σχολίασε σφυρίζοντας
"Δεν θα μας ενοχλήσει κανείς, Σαββατοκύριακο τους διώχνω όλους, πάμε"
Βγήκαν, πιάστηκαν αγκαζέ και προχώρησαν δυο φιγούρες μέσα στην βαθιά προχωρημένη νύχτα. Αγκαλιά. Πέρασαν το κατώφλι της μεγάλης πόρτας και μπήκαν στο κεντρικό σαλόνι.



Το διακριτικό φως από ένα όμορφο πορτατίφ ζέστανε το μεγάλο σαλόνι, προχώρησαν
"Να βάλω κάτι να πιούμε" του είπε καθώς ξεφορτώθηκε τα πράγματά της.
Την κοίταξε δίπλα της με αφοσίωση και το βλέμμα του έμεινε στα μάτια της. Τα δευτερόλεπτα της σιωπής ετοίμαζαν τη μεγάλη καταιγίδα.
"Να μην ετοιμάσεις τίποτα, αρκετά ήπιαμε"
Πριν προλάβει να αποκριθεί, τα χέρια του την άρπαξαν με ένταση και πάθος


Η Μεγάλη έκρηξη άρχισε. Ο Χορός των αισθήσεων δεν είχε σταματημό. Πάλευαν στη μέση του δωματίου σε έναν παράξενο ξέφρενο ερωτικό χορό. Λες και είχαν ανάμεσά τους μια αμάχη που τους ξεσήκωνε σε ηδονικούς ρυθμούς και αισθήσεις. Τα ρούχα έβγαιναν χωρίς πρόγραμμα, βίαια, άναρχα, σε ένα πρώτο ερωτικό ξεκίνημα που θύμιζε περισσότερο αναμέτρηση παρά ερωτικό πρόλογο. Στην ένταση αυτή έπεσαν στο γραφείο, τα χέρια τους έριξαν πράματα μαζί με το ορμητικό ταξίδι στα ημίγυμνα κορμιά τους.



Βρέθηκαν μισόγυμνοι ερωτικά δαρμένοι σε κάποιον καναπέ. Χύμηξαν λες ο ένας στον άλλον. Ένιωσε τα χέρια της να ταξιδεύουν με πόνο και ηδονή σε όλο του το σώμα. Ταξίδεψε τα χείλη του σε κάθε εκατοστό του κορμιού της, στα δεκτικά της χείλη, στο λαιμό της, στο γυμνό της στήθος που ριγούσε στο άγγιγμά του, ανάμεσα στους μηρούς της ψηλά εκεί που άναβε η ηδονική φωτιά, στις γάμπες της παντού.


O ηδονικός τους χορός κορυφώνονταν δαιμονισμένα, χωρίς έλεος, χωρίς όρια, χωρίς φραγμούς. Τα Αγκομαχούσαν σαν να προσπαθούσαν να αγγίξουν κάτι το καθαρτήριο, το λυτρωτικό. Μπήκε μέσα της με ένταση και δύναμη, ακολούθησε το ρυθμό του εγκαταλείποντας κάθε σκέψη αναστολής. Ο Ερωτικός τους ρυθμός λες και προσπαθούσε να συντονιστεί με τους σαλεμένους χτύπους της καρδιάς τους.

Οι αναστεναγμοί και οι φωνές τους έστηναν ένα παράξενο τραγούδι, που έσπαγε τη σιωπή του μεγάλου χώρου με οξύτητα. Στροβίλησαν τα κορμιά τους λες και ο ερεθισμός τους έδινε νιότη και τους αφαιρούσε χρόνια που τους βάραιναν. Έβγαινε και ξανάσμιγε μαζί της νιώθοντας την καρδιά του να χορεύει και εκείνη τρελά μαζί τους.



Οι φωνές του υποδέχονταν τους  οργασμούς που έρχονταν φορτωμένοι στο κόκκινο και στο μαύρο του έρωτα και της ηδονής. Κάπου η φωτιά άρχισε να γαληνεύει. Ο Ρυθμός του έπεφτε σιγά σιγά σαν το μπουρίνι που φεύγει πέρα στον ορίζοντα. Έπεσαν ο ένας ολόγυμνοι στην αγκαλιά του άλλου. Με τα κορμιά τους υγρά από τον πόθο. Άχισαν να ξαναβρίσκουν την ηρεμία τους και βρέθηκαν έτσι λες και γύρισαν από κάποιο πρωτόγνωρο παράξενο ταξίδι. Ακολούθησαν στιγμές σιωπής, εκείνη η συνηθισμένη σιωπή που ακολουθεί κάθε ερωτική καταιγίδα.


Έμειναν για στιγμές έτσι αποκαμωμένοι ο ένας στην αγκαλιά του άλλου. Με τη σιωπή να ντύνει τα γυμνά τους κορμιά. Χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά του, το πρόσωπό του, τα χείλη του. Εκείνος σηκώθηκε για λίγο να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό του. Τον ακολουθούσε με το βλέμμα από τον καναπέ. Άναψε τσιγάρο.
"Την αγαπούσες πολύ ;" άκουσε τη φωνή της απόμακρα με ένα μικρό τρέμουλο. Ξαφνιάστηκε και γύρισε κοντά της.
"Τι λες ;"
"Πρέπει να την αγαπούσες πολύ....! Μαριάννα την έλεγαν ;"
την κοίταξε με βλέμμα έκπληκτο, εκείνη συνέχισε με ένα μελαγχολικό χαμόγελο
"Έίπες δυό φορές το όνομά της..... "
Προσπάθησε κάτι να πει, κάτι σαν δικαιολογία, κατάλαβε ότι ήταν μάταιο, εκείνη συνέχιζε
"Μην απολογείσαι, σε νιώθω, δεν λέω ότι δεν ήσουνα εδώ,  απλά κάποιες στιγμές χάθηκες, έφυγες, ταξίδεψες, εκεί, κοντά της, ποια ήταν ;"
Κάθησε δίπλα της, άφησε τον εαυτό του.
"Να το αφήσουμε σε παρακαλώ ;"
"Όχι και δεν το λέω για κάποια ανόητη ζήλεια αλλά γιατί αυτές τις στιγμές είμαστε και άνθρωποι"
"Πάνε έξι χρόνια από τότε, ήταν όμορφα, τρυφερά, όπως κάθε τέτοια στιγμή", κόμπιασε, εκείνη τον κοιτούσε ίσια μέσα στα μάτια.
"Την έχασα μέσα απ τα χέρια μου, έφυγε έτσι απλά όπως ήρθε, όμως η φυγή της ήταν γεμάτη πόνο. Την έβλεπα να λιώνει και δεν το πίστευα, μέσα σε τριάντα μέρες, τριάντα μέρες αρκετές να βρεθεί ένα χέρι να μουτζουρώσει τον καμβά του προσώπου της και του κορμιού της, τριάντα μέρες να σιωπήσει η φωνή της, τριάντα μέρες να γλυστρίσει απ την αγκαλιά μου..."
Συνέχισε "Όμως Έλσα.....να ......ξέρεις, δεν είμαστε παιδιά"
Σηκώθηκε εκείνη, έριξε κάτι στο μισόγυμνο σώμα της και στάθηκε δίπλα του.
"Άκου Δημήτρη, είναι καιρός να ξεφύγεις από τους δαίμονές σου, απόψε έκανες μια αρχή, και ναι αφέθηκα και εγώ. Δεν ωφελεί αν μένεις εκεί. Ας κάνουμε κάτι, ας το παλέψουμε..."
"Έλσα γλυκιά μου, δεν είμαστε παιδιά, δεν είμαστε για έρωτες και λουλούδια."
"Δεν σου μιλάω για έρωτες και λουλούδια, ξέρουμε τι μας συμβαίνει, τι ζητάμε, τι θέλουμε. Τη ζωή αναζητάμε ξανά και οι δυό. Τη ζωή που γιατί όχι, δικαιούμαστε και αξίζουμε πάλι. Δεν ωφελεί να πλανιόμαστε με φαντάσματα"
"Λήθη λοιπόν Έλσα ; λησμονιά ;"
"Ποιος μίλησε για λήθη Δημήτρη ; ποιος μίλησε για ισοπέδωση ; πριν λίγα λεπτά κάναμε έρωτα σαν τρελοί, και εσύ και εγώ αφηνιάσαμε, αυτό είναι ένοχο ; είναι προσβολή για κάτι οι αισθήσεις ;"
Δεν μίλησε για λίγο, σκέψεις πήγαιναν ερχόταν στο μυαλό του. Άναψε τσιγάρο.
"Ξημερώνει Έλσα....."


Είχε ντυθεί. Πήγε κοντά της, την χάιδεψε, πέρασε κάμποση ώρα έτσι με ένα τρυφερό τετ α τετ μεταξύ τους ανακατεμένο με σκόρπιες κουβέντες.
"Ξημερώνει ναι, θέλω να κάνουμε μια καινούργια αρχή. Δεν είμαι καλύτερή σου, το ξέρω, ξέρω τι είμαι, τι έχω κάνει. Πόσο έχω εξαγοραστεί, πόσο έχω συμβιβαστεί, όμως.... μέσα μας είναι πάντα κάτι ακέραιο, καθάριο, μια μικρή φλόγα έτοιμη να ανάψει. Το αξίζουμε Δημήτρη....! πίστεψέ το. Δεν σου παριστάνω την ερωτευμένη, όμως νιώθω ότι αυτό απόψε, μπορεί να σημαίνει κάτι, δεν έγινε τυχαία..."

"Φεύγω Έλσα"
"Δεν σου λέω να την ξεχάσεις Δημήτρη....! απλά να την βάλεις στη θέση που της αξίζει....! δεν είναι ένα φάντασμα να σε κρατά όμηρο, νεκρό. Είναι μια Γυναίκα που, καθώς λες και φαντάζομαι, αγάπησες, λάτρεψες. Κράτα την λοιπόν στη ζωή σου, στη θέση που της πρέπει"
"Λένε Έλσα ότι μια γυναίκα δεν κάνει έρωτα εύκολα σαν δεν αγαπάει..."
"Κοίτα" του απάντησε, "Συνέχεια θάβουμε τις αισθήσεις μας, απόψε σε ήθελα Δημήτρη, με έφτιαξες, με κάβλωσες, και το ίδιο ένιωσες και εσύ δεν γελιέμαι. Η Συνύπαρξη, το ταξίδι ανάμεσα σε δυό ανθρώπους, δεν ξεκινάει με όρους και προϋποθέσεις άγριε ...εραστή μου....! το φτιάχνουνε στο δρόμο, κατάλαβες ;"
Τον κοίταξε που έμενε μετέωρος. Έβγαλε ένα χαρτί από το σημειωματάριο εκεί κοντά, πήρε την πένα της και έγραψε κάτι.
"Πάρε το τηλέφωνό μου, θα σε περιμένω"
Το πήρε, το έβαλε στην τσέπη. πήρε το Καπέλο του και τα πράγματά του και την κοίταξε για μια ακόμα φορά.


Ένα σφιχταγκάλιασμα σφράγισε τον αποχαιρετισμό τους στο κατώφλι της μεγάλης ξύλινης πόρτας. Τον έβλεπε από το παράθυρο δίπλα να περνά τον κήπο., να δρασκελίζει την μεγάλη εξώπορτα.


Μπήκε στο αυτοκίνητο, ο ήχος της Chevrolette γρύλισε μέσα στο χάραμα, γύρισε το βλέμμα του πίσω. Είδε τη φιγούρα της ψηλά στο παράθυρο σαν απόμακρη Noir εικόνα να μένει ακίνητη.


Άνοιξε το ραδιόφωνο για να φρεσκάρει τη σκέψη του. Το χρειάζονταν. Η Φωνή της Ελίζας Μαρέλλι ήταν εκεί.



Το χέρι του ασυναίσθητα ψηλάφισε την τσέπη του. Βρήκε το σημείωμα που του είχε δώσει λίγο πριν. Άνοιξε και είδε τον αριθμό της. Τύλιξε το χαρτάκι. Το κράτησε στο χέρι του. Έριξε το βλέμμα του στο ανοιχτό παράθυρο κρατώντας το σημείωμα. Χαμογέλασε. Το τύλιξε ευλαβικά και το έβαλε στο εσωτερικό του σακακιού του. Η Chevrolette είχε ήδη ξεκινήσει, μπήκε με ορμή στο δρόμο του γυρισμού στην παραλιακή. Πίσω του στην Ανατολή ο ουρανός είχε ήδη πάρει ένα πανέμορφο ρόδινο χρώμα ανακατεμμένο με τα σκόρπια μαύρα σύννεφα της καινούργιας μέρας.

****************************

Σημειώσεις:
  • Οι πίνακες ζωγραφικής είναι δημιουργήματα των ζωγράφων: Fabian Perez & Jack Vetrianno, στους οποίους και ανήκουν πνευματικά
  • Σκοπός του παρόντος θέματος δεν είναι τόσο η όποια λογοτεχνική υπόσταση όσο το ταξίδι μέσα σε Μουσική και τραγούδια που άφησαν μια μοναδική σφραγίδα στη ζωή μας

 **************************




 






Η Εκκλησιά της γειτονιάς ήταν γεμάτη. Μεγάλη Τρίτη απόγευμα. Ο Πάπα Γιώργης, έψαλλε τον “Νυμφώνα σου βλέπω”. Μυσταγωγία. Τα κεριά, το άρωμα του λιβανιού και τα τριαντάφυλλα στην εικόνα του Νυμφίου.

Η Πόρτα σύρθηκε από ένα τρεμάμενο χέρι την στιγμή που ακούγονταν:

“Κύριε, η εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσα Γυνή...”

“Τι θέλει αυτή εδώ ;” ψιθύρισε η Κυρά-Γιαννούλα στη διπλανή της ρίχνοντας κοφτερές ματιές.

Στηρίχτηκε στο μπαστούνι. Προσπαθούσε να ανάψει το κερί της.

“Οδυρομένη μοίρα σοι προ του ενταφιασμού κομίζει...”

Η Αχλή στο εσωτερικό του Ναού φώτισε το πρόσωπό της. Το φως των κεριών το γλύκαινε. Άναψε το κερί και σύρθηκε σε μια σκοτεινή γωνιά. Ο Κυρ Διονύσης μόλις πλησίασε, άρπαξε τη γυναίκα του και απομακρύνθηκε. Πολλά ζευγάρια μάτια γύρισαν να την δουν και μουρμούρες μαχαιριές χώθηκαν στα σωθικά της.

“Δέξαι μου τας πηγάς των δακρύων...”. Το βλέμμα του Παπά Γιώργη έμεινε επάνω της να κλέψει το δάκρυ που λαμπύριζε.

Ένιωσε τον βήχα να δυναμώνει, βραχνάς να την πνίγει και μην θέλοντας να τραβήξει άλλα βλέμματα βγήκε απ το ναό.

Η Λειτουργία τελείωσε, οι πιστοί έφευγαν, ο Παπα-Γιώργης παραμέρισε κάποιων τα κακόβουλα σχόλια.

“Έφυγε η Τάνια Γεράσιμε ;” ρώτησε τον νεωκόρο που κοίταζε απορημένος το πάθος του Ιερέα.

“Ναι Δέσποτα”.

Πήρε τα πράγματά του, είπε να κλειδώσουν και πήρε το δρόμο στην ανηφοριά. Κοντά στον μεγάλο βράχο διέκρινε το σπίτι. Τράβηξε το συρματόσχοινο στην εξώπορτα και μπήκε. Την βρήκε ξαπλωμένη βαριανασαίνοντας.

“Πάτερ...!” έκανε έκπληκτη.

“Παιδί μου” της έκανε στοργικά, ακουμπώντας το χέρι του στο καυτό της μέτωπο.

“Πάτερ, εσύ εδώ ; για μένα ;”

“Πάψε κόρη μου...! ναι για σένα”

Την φρόντισε βλέποντας την χλωμάδα της.

“Αύριο πρωι-πρωί θα σου στείλω την Παπαδιά να μαγειρέψει και να σε φροντίσει..”

“Εμένα ;” τον ρώτησε με τα αγγελικά της μαυρισμένα μάτια.

“Εσένα ναι”

“Πάτερ, είναι αργά για μένα, να αναπάψω το κορμί μου απ τη βρωμιά της εξαγοράς...”

“Σταμάτα...!”

“Φταίω και εγώ, αλλά εκείνος....” κόμπιασε. Άρπαξε τον Παπα-Γιώργη απ το ράσο:

“Μια χάρη μόνο, η φυματίωση θα με πάρει γρήγορα, μην πεις στο παιδί μου τι ήμουνα σε παρακαλώ...”

“Ο Κύριος ευλόγησε την Πόρνη μην ξεχνάς, φεύγω και θα τα πούμε”

Άπλωσε το χάδι του στο μουσκεμένο πρόσωπο της με στοργή και έφυγε.

Οι μέρες πέρασαν, Μεγάλη Πέμπτη το βράδυ σήκωσαν το Χριστό

“Σήμερον κρεμάται επί ξύλου, ο εν ύδασι την Γην κρεμάσας...”. Μετά τη λειτουργία αργά το βράδυ, αλαφιασμένη η Παπαδιά έφερε το μαντάτο.

Έτρεξαν όλοι μαζί. Την βρήκαν στο κρεββάτι με τα γλυκά της μάτια, γυάλινα τώρα πια να θωρούν τον Σταυρό απέναντί της.

Της έκλεισε τα μάτια δακρυσμένος .

“Την πήρε κοντά Του...! την νύχτα τη δική Του διάλεξε να την πάρει μαζί Του, στα σαράντα της χρόνια, τι Τιμή για κείνη Θεέ μου...!” σταυροκοπήθηκε με ευλάβεια φιλώντας την στο μέτωπο σαν να ασπάζονταν την κόρη του.

“Μετά το Ξημέρωμα ειδοποιείστε το παιδί της...! να ασπαστεί με σεβασμό τη Μάνα του”

Ο Λόγος του ακούστηκε με κόμπο “Πόρνη προσήλθε σοι, μύρα συν δάκρυσι”

***********************************



Υ.Γ. Αφιερωμένο ταπεινά σε όλες εκείνες τις Γυναίκες με τα χαμηλωμένα βλέμματα στις σκοτεινές γωνιές της Εκκλησιάς τα βράδια της Μ. Τρίτης.


************************************

Δημοσιεύτηκε στις 8 Μάη 2017 




Το διήγημά μου αυτό αποτέλεσε την προσωπική μου Συμμετοχή στο Εξαιρετικό διαχρονικό δικτυακό δρώμενο "ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ #11" το οποίο διοργανώνεται κάτω από την φιλοξενία και συντονισμό της Μαρίας στο ιστολόγιό της εδώ:
 Εδώ υπάρχει η προκήρυξη του 11ου σχετικού Διαγωνισμού με όλες τις λεπτομέρειες: 
Στους Συνδέσμους που παραθέτω, μπορείτε να διαβάσετε με την ηρεμία σας, τις ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΕΣ 18 συμμετοχές των δημιουργών που συμμετείχαν. 
Και εδώ μπορείτε να παρακολουθήσετε τα Αποτελέσματα και την σχετική Βράβευση: 
Θα ήθελα, μία ακόμα φορά, να ευχαριστήσω την Μαρία, για την διοργάνωση αυτόυ του διαχρονικού διαγωνισμού, όπως επίσης και όλους και όλες εκείνες που συμμετείχαν με δικά τους δημιουργήματα (πεζά ή ποιήματα), μικρά αριστουργήματα στον διαγωνισμό, όσες και όσους βαθμολόγησαν αλλά και όσες και όσους αφιέρωσαν τον πολύτιμο χρόνο τους να διαβάσουν τις συμμετοχές.
Ιδιαίτερο ευχαριστώ για την προσωπική τιμή των φίλων στην επιλογή του παραπάνω διηγήματος.

Η Έμπνευσή του:
Οφείλω μια "εξομολόγηση" στους φίλους και φίλες για τις συνθήκες έμπνευσης αυτού του διηγήματος. Η Μεγάλη Εβδομάδα, ανέκαθεν από τα παιδικά μου χρόνια, ασκούσε επάνω μου μια ιδιαίτερη συναισθηματική φόρτιση. Χωρίς να θεωρώ εαυτόν μονοσήμαντα "θρήσκο", πάντα οι μέρες αυτές είχαν τη δική τους επίδραση επάνω μου. Με την αναγγελία της έναρξης του διαγωνισμού, την Μεγάλη Τρίτη, μια μέρα με ιδιαίτερη συναισθηματική και κοινωνική σημειολογία , το μεσημέρι, το χέρι μου πήγε μόνο του στο πληκτρολόγιο για να "βγάλει" αυτό ακριβώς που διαβάσατε. Και ομολογώ το έβγαλε, ανεξαρτήτως αποτελέσματος, με πολύ μεγάλη συγκινησιακή φόρτιση, την οποία ανέκαθεν φέρει και δεν πρόκεται ποτέ να αποβάλει.

Σας ευχαριστώ από καρδιάς.


 
@@@@@@@@@@@@@@@@

"ΣΚΟΡΠΙΑ ΒΗΜΑΤΑ"




Μπήκε στο Bar. Η Νύχτα είχε προχωρήσει. Αραιός κόσμος στο μαγαζί. Έκατσε στην Μπάρα. Ένα  τραγούδι σκέπαζε τις ομιλίες των θαμώνων ολόγυρα. Ο Μεγάλος πάγος στο ποτήρι με το burbοn έμοιαζε στα μάτια του με σχεδία που επέπλεε σε ήρεμα νερά.

Την είδε που μπήκε. Το ντύσιμό της μαρτυρούσε τι έκανε. Μέσα από την υπερτονισμένη εμφάνιση αναδύονταν ένα gothic πρόσωπο που τα σημάδια της κατάρρευσης αγωνίζονταν να σβήσουν κάποια όμορφα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό της. Έκατσε δίπλα του. Ο Μπάρμαν την στραβοκοίταξε μουρμουρώντας.

-"Θα κεράσεις κάτι" ;

Πριν προλάβει να της απαντήσει ένας σβέρκος πάνω σε ένα φουσκωτό σώμα την άρπαξε από το μανίκι.

-"Έλα στρίβε....! άδειασέ μας τη γωνιά....!" το βλέμμα και οι διαθέσεις του δεν  άφηναν περιθώρια. Την έσυρε σχεδόν σηκωτή έξω.

-"Βρωμιάρες...! γεμίσαμε πεθαμένες πουτάνες...!" μούγκρισε.

Η σκηνή τον χάλασε. Ενοχλημένος πλήρωσε το ποτό και βγήκε βιαστικά έξω στο δρόμο ψάχνοντας την εύθραυστη φιγούρα της.

-"Στάσου...περίμενε ...!"

Γύρισε, κοντοστάθηκε.

-"Τι θέλεις; ξεπέτα; 20 Ευρώ...αλλά επειδή φαίνεσαι ξηγημένος 15, ναχω να φάω"

Την κοίταξε καλύτερα. Ένα πρόσωπο που τα σημάδια της κατάρρευσης το κάλυπταν. Όμως ήταν όμορφη, με ζωγραφιστά μάτια και πρόσωπο απομεινάρι ενός άλλου χρόνου. Δεν θάταν πάνω από 30 αλλά έδειχνε γερασμένη.

-"Δεν θέλω αυτό" αποκρίθηκε, "πού πας ;"

Κούνησε το κεφάλι της αόριστα.

-"Πουθενά...! Τι θέλεις από μένα ; Μπάτσος είσαι ;"

-"Όχι, ησύχασε....! Πάμε να περπατήσουμε, λίγο αέρα, χαλάστηκα εκεί μέσα"

-"Δίκιο έχουν..." ψιθύρισε κουρασμένα, "μια ξοφλημένη πουτάνα χαλάει την εικόνα στην πιάτσα".

Την έπιασε από το μπράτσο φιλικά, το έντονο άρωμα που φορούσε τον έλουσε. Περπάτησαν στο πεζοδρόμιο δίπλα στη θάλασσα. Σταμάτησε σε ένα περίπτερο. Πήρε δυο κουτιά μπύρας, της έδωσε το ένα και συνέχισαν. Τον κοίταζε ζεστά.

-"Στην υγειά σου" του είπε.

Την ένιωθε στο βήμα τους να παραπατά .

-"Τι έχεις ;"

-"Είμαι οροθετική...! Μετράω το χρόνο ανάποδα"

Ένιωσε μια συστολή στο άκουσμα της λέξης.

-"Φοβάσαι ε ; Δίκιο έχεις..."

-"Δεν είναι αυτό...!"

-"Πριν ένα χρόνο η αστυνομία μας έβγαλε στην τηλεόραση, εμένα και κάτι άλλες. Δεν μας είδες ; βλέπεις εμείς έπρεπε να σημαδευτούμε, ενώ τα αφεντικά,  στη σιγουριά"

-"Πως έγινε;"

-"Άκου... δεν παριστάνω την παρθένα. Αυτό το δρόμο εγώ τον διάλεξα... μου γυάλισαν τα φράγκα... βλέπεις κάποτε μέτραγα... βαρέθηκα να με πηδάει τσάμπα το αφεντικό στο φαγάδικο.... μετά τα γνωστά... μαγαζιά.... προστάτες.... στην αρχή ωραία τα φράγκα... γκλαμουριά.... μετά...", κόμπιασε, "μετά εφιάλτης....παραξενιές πελατών, διαστροφές επωνύμων, εκεί να δεις... δικαστές... επιχειρηματίες... ευυπόληπτοι πολίτες.... σκόνη.... παραφροσύνη... κατήφορος"

-"Οι δικοί σου ;"

-"Απουσία πλήρης....! συλλήψεις, κάποιοι μπάτσοι μας πήδαγαν στα κρατητήρια...η αρρώστια και ο θάνατος που έρχεται...!"

Περπάτησαν ώρα πολύ. Αφέθηκαν στην κουβέντα.

-"Πρέπει να σε αφήσω" της είπε.

-"Φύγε...έχεις οικογένεια" τον κοίταξε  με μάτια υγρά. "Παιδιά ;"

-"Μια κόρη"

-"Δος της ένα τριαντάφυλλο από μένα" του έκανε με ένα πεθαμένο χαμόγελο.

Της έδωσε ένα χαρτονόμισμα των 20 ευρώ. Τράβηξε το χέρι της...

"Για την αποψινή ξεπέτα" της είπε χαϊδεύοντας το αφυδατωμένο της πρόσωπο. Το πήρε.

Την είδε να χάνεται αργά στο σκοτάδι της νύχτας...






Φίλες και Φίλοι, το παραπάνω Διήγημα ήταν η Προσωπική μου συμμετοχή στο εξαίρετο δικτυακό λογοτεχνικό δρώμενο "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ με τις ΛΕΞΕΙΣ" (6η διοργάνωση), που γίνεται στο blog της εξαίρετης Φίλης Μαρίας εδώ:





Το συγκεκριμένο εξαίρετο δρώμενο αποτέλεσε αρχική έμπνευση της Φλώρας στο προσωπικό της Ιστολόγιο εδώ:  TexnisStories και σήμερα συνεχίζεται στο Ιστολόγιο της Μαρίας εδώ:  MyTripsonblog 

Το δρώμενο περιλαμβάνει ποιήματα ή μικρά διηγήματα συγκεκριμένου ορίου λέξεων (μέχρι 500) και κάθε φορά βασίζεται στην υποχρεωτική αναφορά πέντε (5) λέξεων στη συγγραφή του. Οι λέξεις που επιλέχτηκαν από την νικήτρια του 5ου διαγωνισμού ήταν:  "τραγούδι", "σχεδία", "συστολή", "αρωμα", "απουσία".



Θέλω ολόψυχα να ευχαριστήσω τη Μαρία για το όμορφο αυτό δρώμενο που συνεχίζεται και διευρύνεται στην πορεία του. Όπως επίσης να ευχαριστήσω όσους συμμετείχαν στο παιχνίδι είτε με τη μορφή συγγραφής και συμμετοχής είτε με τη μορφή ανάγνωσης και βαθμολογίας. 

Μπορείτε, όσοι θέλετε, να διαβάσετε όλες τις συμμετοχές στον σύνδεσμο που σας έδωσα στο blog της Μαρίας.

Στον πρώτο σύνδεσμο μπορείτε να δείτε την βράβευση και τα αποτελέσματα του παιχνιδιού. 

Ένα μεγάλο προσωπικό "ευχαριστώ" μία ακόμα φορά σε όλες και όλους για τον πολύτιμο χρόνο τους, τη συμμετοχή και την συμπόρευσή τους. Τα προσωπικά μου συγχαρητήρια σε όλους για την συγκίνηση που μου προσέφεραν καθώς και την Τιμή.

Για την Ιστορία και τίποτα παραπάνω, το μικρό αυτό διήγημα, ισοψήφισε στην πρώτη θέση με την εξαίρετη συμμετοχή της Μαρίας Κανελλάκη εδώ: "Πικρές Αγγελίες"
Δημοσιεύτηκε στις 15/2/2016 


@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@






"ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΥΧΤΑΣ: Η ΑΓΓΕΛΙΑ"









Θάταν προχωρημένες δύο τη νύχτα..... Έξω έβρεχε δυνατά. Οι στάλες της βροχής έστηναν το δικό τους τραγούδι πάνω στην ξύλινη στέγη του σπιτιού..... Βλέπεις ταράτσα ....χειροποίητη από τα χέρια των γονιών του στα χρόνια αρχής του 1958 κάπου....
Θάταν πια κάμποσες μέρες που ο Πατέρας του έφυγε......στο έσχατο μακρινό του ταξίδι, στα 69 του χρόνια χτυπημένος από Καρκίνο. Λογικό ; ......μα 32 ολάκερα χρόνια στα δηλητήρια των Λιπασμάτων δεν θάβγαινε σε καλό. Βάλε και τη σκληράδα και αγριάδα μιας ζωής κυνηγημένης σε κάθε γειτονιά του Πειραιά, σε κάθε σοκάκι, σε κάθε αγώνα μικρό ή μεγάλο του λαού μας στην δικτατορία του Μεταξά, στην Κατοχή, στην Αντίσταση, στο Εργατικό ΕΑΜ, παντού.....
Τώρα έπρεπε να τακτοποιήσει τα συρτάρια του μεγάλου γραφείου για να δει τι θα κρατήσει, τι θα βάλει σε προτεραιότητα.



Έβαλε λίγο Κονιάκ στο ποτήρι του, διάλεξε και έναν δίσκο των Pink Floyd που του άρεσε, το "Atom heart mother" και τον έβαλε στο Πικ-απ, σιγανά, διακριτικά, ίσα να γεμίζει η μελωδία τις νυχτερινές ώρες. Έριξε μια ματιά στην μέσα κρεβατοκάμαρα. Η Μητέρα του είχε πια αποκοιμηθεί. Έκλεισε τη μεσιανή πόρτα και έκατσε αργά και γαλήνια στην καρέκλα του μεγάλου γραφείου.


Το μεγάλο γραφείο ήταν ένα ανεκτίμητο βαρύ κομμάτι ξύλινης τέχνης της εποχής του 1950. Σκούρο, λουστραρισμένο, έστεκε επιβλητικό σαν να τον αγκάλιαζε με τα συρτάρια και την επιφάνειά του. Τα πόμολα των συρταριών ήταν φτιαγμένα χειροποίητα από Νικέλιο, ακριβό μέταλλο, με τα χέρια εκείνου, του πατέρα του. Η Τέχνη του και οι δημιουργίες του έστεκαν παντού ολόγυρά του. 
Απέναντί του ήταν το περίτεχνο ξύλινο χειροποίητο σπιτάκι που μέσα του πίσω από την μπροστινή του γυάλινη πρόσοψη φώλιαζε ένα βαρύ κλασικό ρολόι, το παλιό ρολόι του σπιτιού.
Και λίγο πιο δεξιά έστεκε η Φωτογραφία εκείνης. Μιας πανέμορφης Γυναίκας σε μια μαυρόασπρη φωτογραφία εποχής καλά βαλμένη μέσα σε ένα νικέλινο μεταλλικό κομψοτέχνημα πάλι έργο του πατέρα του.
Τη φωτογραφία εκείνης της Γυναίκας, που ζέσταινε εκείνη τη γωνιά του σπιτιού με τα πανέμορφα μάτια της και τη μελαγχολική θωριά της.
-Μπαμπά ποια είναι η Κυρία στη φωτογραφία ;
-Α λες για την Τομαζίνα....! ένα γνωστό, πολύ γνωστό μας πρόσωπο παιδί μου της οικογένειας που χάθηκε, δεν ζει πια, αποκρίθηκε ο Πατέρας του..
-Συγγενής μας ; ρώτησε ο μικρός τότε...
-Ναι αγόρι μου, αποκρίθηκε η Μητέρα του, πολύ δικό μας πρόσωπο.


Έτσι γνωρίστηκε με τη φωτογραφία της Τομαζίνας πριν χρόνια πολλά....



Η Ώρα περνούσε, έξω η βροχή συνέχιζε λίγο πιο σιγανή τώρα. Τράβηξε το πρώτο συρτάρι του γραφείου και ξεκίνησε να αφαιρεί ένα προς ένα τα πράγματα για να κάνει τις επιλογές του.

Μια μεταλλική όμορφη ταμπακέρα με το μονόγραμμα του Πατέρα του.........ένας Εβένινος χαρτοκόπτης.......κάμποσα παλιά χαρτιά άχρηστα που, με μιας, πήγαν στο καλάθι των αχρήστων δίπλα του. 
Στίβαζε τα πράματα ανά κατηγορία για να τα τοποθετήσει μετά στο συρτάρι με πρτεραιότητα ανάλογα τη χρήση τους.
Πιο κάτω δύο μεγάλοι χάρακες από κρύσταλλο, βαριοί και σκαλισμένοι με το μονόγραμμα του Πατέρα του.... και αυτά χειροτέχνημα δικό του...
Η Ώρα περνούσε, η τακτοποίηση συνεχίζονταν.........που και που έβρεχε τα χείλη του νοσταλγικά με το κονιακ που του έφερνε στη γεύση μια γλυκύτητα.


Πιο κάτω στο συρτάρι έφτασε σε ένα παλιό πακέτο τσιγάρα κασετίνα από αυτά τα πολύ παλιά, ξεθωριασμένο στην όψη. Το πήρε στα χέρια του προσεκτικά με νοσταλγία. Κάθε τι εκεί μέσα ήταν ντυμένο με ένα ξέχωρο σεβασμό για το προσωπικό αρχείο του πατέρα του.
Ξετύλιξε με προσοχή και συγκίνηση το πακέτο, το άνοιξε και μπροστά στα εντυπωσιασμένα του μάτια απλώθηκε μια στρώση από μικρά αποξηραμένα λουλούδια, σαν πέταλα έμοιαζαν, κιτρινισμένα στο βάθος του χρόνου.
Πιο κάτω ήταν διπλωμένο ένα χαρτί σε κακή κατάσταση από την υγρασία του χρόνου. Το πήρε στα χέρια του, το άνοιξε με προσοχή και διάβασε ότι μπορούσε να συνθέσει από αυτό που φαίνονταν.

"Στην .....αγαπημένη μου......για τις στιγμές που ζήσαμε μαζί........"


Απίστευτο......! συγκινήθηκε......! 
-Κοίτα τι πήγε και έκανε ο άνθρωπος....! σκέφτηκε...... 
-Φύλαξε τα λουλούδια από προσφορές της Μάνας μου......! ααααα......πολύ ερωτευμένο το ζευγάρι μας, σκέφτηκε με έκδηλη συγκίνηση αγκαλιάζοντας το πακέτο λες και κρατούσε έναν μικρό θησαυρό στα χέρια του....

Από χρόνια θυμόταν τις κουβέντες του Πατέρα του για τη Μάνα του.
-Παιδί μου να την αγαπάς....! να την λατρεύεις....! δεν θέλω ποτέ να την αφήσεις μονάχη....μου το υπόσχεσαι ; 
-Ναι Πατέρα.....! έχεις το λόγο μου.....  αποκρίνονταν εκείνος...

Τα ερωτευμένα ...πιτσουνάκια λοιπόν που ζούσαν πάντα σε ατμόσφαιρα σεβασμού, δεν τους είχε ακούσει να μαλώνουν σοβαρά ποτέ.....ή να βρίζονται ποτέ μα ποτέ.....!

-Παιδί μου, θυμήθηκε τη μητέρα του, ο έρωτας στο ζευγάρι δεν έρχεται πάντα ως προϋπόθεση της γνωριμίας τους, να το ξέρεις....
-Καλά σου λέει η Μάνα σου, πρόστερξε ο Πατέρας του.
-Τι θέλετε να πείτε βρε παιδιά ; έκανε εκείνος έφηβος πια.
-Να εμείς με τον Πατέρα σου, ξέρεις πως γνωριστήκαμε ; ε ;
-Πως ;
-Με Αγγελία στην εφημερίδα....!!
-Ορίστε ;;;; έκανε έκπληκτος εκείνος
-Ναιιιιι, με αγγελία στην εφημερίδα παρακαλώ για γνωριμίες ξέρεις......
-Δεν είμαστε καλά, δεν γίνονται αυτά Μαμα.
-Κι όμως γιέ μου, γίνονται και έχουν και μεγάλη επιτυχία γιατί η σχέση ξεκινάει από αμοιβαίο σεβασμό και όχι περαστικό πάθος, έσπευσε να προσθέσει ο Πατέρας του.
-Τι να πω.......μένω άφωνος.........

Το τσιγαρόκουτο με τα λουλούδια του το έφερε ξανά στη μνήμη.....χαμογέλασε τρυφερά.


Σηκώθηκε λίγο να ξεμουδιάσει, κοίταξε έξω στην αυλή τη βροχή, ήπιε μια ακόμα γουλιά από το ποτό του, έριξε μια ακόμα ματιά μέσα στη Μητέρα του και ξαναγύρισε στη δουλειά. Η Τομαζίνα απέναντι σταθερή να τον συντροφεύει με το παγωμένο βλέμμα της....

Έβαλε το πακέτο τα τσιγάρα στη θέση τους και συνέχισε το άδειασμα ώσπου το μάτι του έφτασε στο τέλος του συρταριού σε ένα μικρό όμορφο σκαλιστό κουτάκι σαν αυτό που βάζαμε τα κοσμήματα.
Το πήρε στα χέρια του και το άνοιξε. Ένας όμορφος κόσμος μικρός βγήκε στα μάτια του.
Δύο μεταλλικές μύτες από διαβήτη.....αν είναι δυνατόν......μύτες μολυβιού για διαβήτη........μεταλλικές άκρες για πέννα μελανιού.......πράματα του παρελθόντος....που τα είχε καταχωνιασμένα.........αν είναι δυνατόν....και........κάτι εκεί......ακόμα....
Τελευταίο στον πάτο είχε μείνει ένα κομμάτι χαρτάκι πως στρώναμε τότε κάτι στον πάτο κάθε κουτιού. Κάπως έτσι.....
Το πήρε στο χέρι του, έτοιμος να το πετάξει αλλά ένα μικρό κείμενο μέσα σε κύκλο από στυλό του τράβηξε την προσοχή.
Άνοιξε γεμάτος περιέργεια το μικρό χαρτάκι με εμφανή τα σημάδια του χρόνου, το ξεδίπλωσε. Ήταν ένα μικρό απόκομμα από Αγγελία Εφημερίδας κιτρινισμένη από το χρόνο. Δίπλα με στυλό ήταν γραμμένη μια ημερομηνία......Την αγνόησε και επικέντρωσε με μεγαλύτερο ενδιαφέρον την προσοχή στου στην τετραγωνισμένη με στυλό αγγελία.....
Ξεκίνησε να διαβάζει προσεκτικά:

"Κύριος, σοβαρός........ζητά γνωριμίαν με δεσποινίδα ή χήρα μέχρι .....ετών με σκοπόν τον γάμον, χωρίς καμία απαίτηση........ίνα της παραδώση βρέφος, αποθανούσης της μητρός του αμέσως μετά την γέννα, δια να το φροντίζη ώστε να γνωρίση εκείνην ως Μητέρα.......μέχρι τον Γάμον των..........."

Έμεινε άναυδος.........ένα τεράστιο αποπνικτικό σοκ τον τύλιξε μονομιάς με τη σκέψη του να θολώνει......Κοίταξε δίπλα την Ημερομηνία της αγγελίας. Τρεις μήνες μετά τη δική του ημερομηνία γέννησης......!!!!!

Ξαναδιάβασε το κείμενο.........¨΄ινα της παραδώση βρέφος αποθανούσης της μητρός του...........ώστε να γνωρίση εκείνην ως Μητέρα.......".
Το διάβασε πάλι, ξανά και ξανά.......

Οι παλμοί της καρδιάς του χόρευαν ένα άναρχο χορό μέσα στην καρδιά της νύχτας και λες και ακούγονταν σαν παλμογράφος στη διαπασών.....προσπάθησε να κρατήσει τη σκέψη του με διαύγεια καθώς χιλιάδες σκέψεις πέρναγαν εμπρός του σαν άτακτα κινηματογραφικά καρέ.

Γύρισε τα μάτια του από το χαρτί της αγγελίας και το βλέμμα του έπεσε στη Φωτογραφία της Γυναίκας πάνω δεξιά......τη φωτογραφία Εκείνης.......Η Μνήμη του άρχισε να συναρμολογεί κουβέντες του καιρού και γεγονότα...

"Παιδί μου, σαν μεγαλώσεις και ωριμάσει ο καιρός έχω να σου πω να μάθεις κάτι σοβαρό....και μεγάλο......"  τα λόγια του Πατέρα του κατά καιρούς ανύποπτους.

"Εμείς γνωριστήκαμε με αγγελία......" τα λόγια και των δύο πολλές φορές......

Το παλιό τσιγαρόκουυτο με τα αποξηραμένα λουλούδια ; ........ίσως.........

"Αυτή η Γυναίκα της φωτογραφίας ήταν ένα πολύ κοντινό μας πρόσωπο, που έχει πεθάνει......"

Το Puzzle του μεγάλου μυστικού κούμπωσε αρμονικά προκαλώντας θύελλα και πάταγο στην ψυχή του, ανανταριάζοτνας συθέμελα τα πάντα μέσα του.

Έπιασε με πρωτοφανή ένταση το πρόσωπό του, σηκώθηκε απ την καρέκλα, βύθισε τα νύχια του στα μάγουλά του για να μην ουρλιάξει.........τα πάντα στη ζωή του εκείνη τη νύχτα άλλαζαν απόλυτα. Σαν σεισμός που ισοπεδώνει τα πάντα, δεν ήξερε αν έκλαιγε, αν βογγούσε, αν πόναγε....

Μονάχα τότε, το βλέμμα του διασταυρώθηκε με τη Φωτογραφία Εκείνης, της Τομαζίνας......την έπιασε στα χέρια του σαν να κράταγε μια ολάκερη φωτιά. Η Φωτογραφία γίνηκε μεγάλη μέσα του, "βρέφος αποθανούσης της μητρός του.......",    "βρέφος αποθανούσης της μητρός του....."
Η Φωτογραφία έγινε τεράστια, η Εικόνα εκείνης της πανέμορφης Γυναίκας τον τύλιξε σε μια απέραντη αγκαλιά, τον σκέπασε με τα απέραντα μάτια της, με το πρόσωπό της που έφεγγε σαν ολόγιομο φεγγάρι της νύχτας.......Εκείνης της νύχτας που άλλαζε τη ζωή του....


Την έσφιξε στην αγκαλιά του...........την έκανε ένα.......την έλουσε με τα δάκρυά του......

"Αγαπημένη μου.........".   "Αγαπημένη μου......" "γιατί ; πως έγινε ; τι έγινε ; "

Χαίδεψε τη φωτογραφία σαν να κράταγε κάτι ολοζώντανο....... τα μαλλιά της, τα μάτια της, το πρόσωπό της.........στη φωτογραφία λες και αναζητούσε τα χάδια μιας ολάκερης ζωής, των τόσων χαμένων χρόνων.

-Εσύ λοιπόν.......εσύ ήσουνα το μεγάλο μυστικό ; εσύ ήσουνα το δικό μας πρόσωπο......εσύ λοιπόν η μεγάλη απούσα........άραγε.......τι πρόλαβες από αυτό το "αμέσως μετά τη γέννα"........Αγαπημένη μου.......

Δεν άντεξε, δεν τον χώραγε ο τόπος......ήταν αδύνατον οι τέσσερις τοίχοι του δωματίου να φυλακίσουν την ένταση, την καταιγίδα, τη θύελλα των συναισθημάτων του. Έριξε μια ματιά στο δωμάτιο της Μάνας του........της .......ω....... την είδε που κοιμόταν και έφυγε....


Στην αυλή έξω οι μεγάλες ώρες της νύχτας πορεύονταν το ταξίδι τους. Η Βροχή είχε σταματήσει. Στη μεγάλη λεωφόρο βρήκε ένα ταξί, του είπε τη διεύθυνση και χάθηκαν μέσα στη νύχτα....

Το χτύπημα στο κουδούνι της πόρτας του σπιτιού της αγαπημένης του Φίλης ήχησε σαν συναγερμός......Το πρόσωπό της πρόβαλε φανερά τρομαγμένο στη θέα του.
-Τι συμβαίνει ; τι σου συμβαίνει ; 
-Συχώρα με.......Λίλια......μπορώ ; να μπω ; δεν θα μείνω
-Μα εσύ είσαι χάλια παιδί μου, τι σου συμβαίνει ; έλα.....

Η Πόρτα έκλεισε πίσω τους και βρέθηκαν στο σαλόνι, 

-Συχώρα με ...για την ώρα ....για όλα....είμαι σαν χαμένος.....
-Άσε τις αηδίες και ηρέμησε, πάνω απ όλα ηρέμησε, να βάλω ένα ποτό ;

Σε λίγη ώρα είχε γαληνέψει, εκείνη στέκονταν δίπλα του με έκδηλο το ενδιαφέρον.

-Πες μου.......
-Λίλια.....κόμπιασε.........βρήκα......ανακάλυψα......ένα μυστικό.....αυτή τη νύχτα τα έμαθα όλα......η Αγγελία.......η Αγγελία.....
Η Κοπέλα προσπάθησε να τον επαναφέρει σε μια ηρεμία που πάλι άρχισε να χάνεται......
Εκείνος όμως σηκώθηκε....σαν αγρίμι, να φύγει.
-Θα στα πω.....θα στα πω......δεν μπορώ......απλά το ότι σε είδα μου έκανε καλό.....
Παρά τις παρακλήσεις της και τις εμμονές της, έντονες, κίνησε στη πόρτα. Πριν την ανοίξει, γύρισε, σταμάτησε, την έπιασε από τους ώμους
-Λίλια................σ' Αγαπώ.......!

Η Κοπέλα έμεινε εμβρόντητη........δεν ήξερε πως να το χειριστεί....
-Τι λες.....; και εγώ σ' αγαπώ.....! το ξέρεις......μα.........σε Βλέπω σαν ΦΙΛΟ.....! σαν ένα δικό μου άνθρωπο, σαν Φίλο......

Έφυγε σαν δραπέτης αφήνοντας πίσω του άφωνη την κοπέλα να τον παρατηρεί να χάνεται μέσα στη νύχτα.....

"Σε βλέπω σαν Φίλο....." μια φράση που τον στοίχειωσε εκείνη τη Νύχτα......μια φράση που την ένιωσε σαν μαχαιριά........μια φράση που δεν μπορούσε να την διαχειριστεί εκείνη τη Νύχτα.....




Εκείνη τη μεγάλη Νύχτα της ζωής του........που η Αγγελία της ήρθε σαν καταιγίδα από το πουθενά να αλλάξει τα πάντα......
Το πρώτο σκίσιμο  στο σκοτάδι, τον βρήκε σε ένα μεγάλο ξέφωτο πολύ ψηλά στον ανοιχτό ορίζοντα να βλέπει την ένωση του μαύρου του ουρανού και της θάλασσας πέρα μακριά, ουρλιάζοντας πια δυνατά......! όσο πιο δυνατά μπορούσε.......αχνοβλέποντας πέρα μακριά τα μάτια Εκείνης στη φωτογραφία.....το "σε βλέπω σαν Φίλο...." αλλά και τις μικρές κιτρινισμένες αράδες της Αγγελίας.......

Εκείνη τη Νύχτα.....




Σημ: Τούτη η Ιστορία είναι η προσωπική μου συμμετοχή στο Κάλεσμα της δικτυακής μας φίλης Αριστέας, στο εξαίρετο Ιστολόγιό της εδώ:


Γράφτηκε στις 30/10/2015




@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@



"Η Νύχτα της Αλήθειας"



Το φως του απογευματινού ήλιου έμπαινε από το μεγάλο παράθυρο του σαλονιού. Οι δέσμες του φώτιζαν παράξενα το μεγάλο τραπέζι με τα δύο ασημένια κηροπήγια και κείνη τη φωτογραφία στα δεξιά. Αριστερά η μεγάλη βεράντα με τις πολύτιμες κουρτίνες, στο βάθος τοτζάκι με την επιβλητική παρουσία του, αριστερά η μεγάλη σκάλα του σαλονιού, που οδηγούσε στα πάνωδωμάτια.
Η πνιγερή σιωπή ήταν εντυπωσιακή. Ένα μπουκάλι μισοάδειο πάνω στη ροτόντα δίπλα στο τζάκι, ένα άλμπουμ με φωτογραφίες μισάνοιχτο στην πολυθρόνα και το μεγάλο μαύρο πιάνο έδεναν σε ένα βαρύ σύνολο μ όλο το σπίτι.



Πάνω στο πιάνο η φωτογραφία της όμορφης καστανής γυναίκας με κείνο το παράξενο βλέμμα.
Οι σκιές των δέντρων του δάσους αριστερά σχημάτιζαν παράξενα σχήματα. Αντίκρυ οι όμορφες βάρκες στο γιαλό τρεμόπαιζαν στο χορό της θάλασσας.



Κατέβηκε. Πλησίασε τον καναπέ, κοντοστάθηκε σαν να ήθελε να βρει τον εαυτό του μέσα στο μεγάλο όγκο του σπιτιού. Με αργά βήματα τράβηξε στο πικ-απ, έβαλε έναν δίσκο. Ο ήχος της μουσικής του Albinoni πλημμύρισε το χώρο. Ανάσανε, έβαλε ένα ποτό και έκατσε με ανακούφιση στον μεγάλο καναπέ.

Τώρα το δωμάτιο πήρε μια γλυκιά όψη. Έξω τα χρώματα του δειλινού έκαναν μύρια σχήματα μέσα στο δωμάτιο ενώ το σκοτάδι που πλησίαζε τον έκανε να σηκωθεί ανάβοντας κάποιο φως.Άναψε τσιγάρο και ηδονικά τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά. Άθελά του το βλέμμα του καρφώθηκε στο ημερολόγιο.

-22 Νοέμβρη, μουρμούρισε...
-Λοιπόν Στέφανε, είπε τώρα δυνατά,Πέρασε κιόλας ένας μήνας που η Τάνια, η γυναίκα του, έφυγε για πάντα εκείνη τη Φθινοπωρινή νύχτα. Τα χαράματα τον ειδοποίησαν ότι βρήκαν το αυτοκίνητό της στις στροφές της παραλίας κάποια χιλιόμετρα πιο κάτω και εκείνη νεκρή. Το πρόσωπό του συσπάστηκε με θλίψη. Όσα είχαν γίνει τον τελευταίο καιρό έμοιαζαν με παραμύθι μα δυστυχώς μόνο τέτοιο δεν ήταν.Νόμιζε πως ήταν ένα από εκείνα που ο θάνατος έδινε τη θέση του στο θρίαμβο της ζωής σαν την ωραία Κοιμωμένη. Μα δυστυχώς δεν ήταν έτσι.



-Άραγε γιατί Τάνια ; γιατί έφυγες κείνη τη νύχτα ; άραγε τι σε οδήγησε σ αυτή τη φυγή ;αχ να μπορούσες να μου πεις τι σ έκανε να φύγεις εκείνη τη νύχτα...!
Σαν αντιπερισπασμό στο κύμα όλων αυτών των σκέψεων βγήκε στη βεράντα κοιτώντας πέρα στο δρόμο. Δεν θα μπορούσε ποτέ να διανοηθεί που θα οδηγούσε η αποψινή νύχτα που έρχονταν απειλητική σαν τα μαύρα σύννεφα της καταιγίδας πέρα στη δύση.Η αλήθεια έρχονταν να τον συναντήσει σαν αποκρουστικός εφιάλτης.






"Η Νύχτα της Αλήθειας" ήταν η προσωπική μου συμμετοχή στο κάλεσμα-δρώμενο της καλής φίλης Μαρίας "ΠΑΙΖΟΝΤΑΣ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ" 
Μια ελεύθερη έκφραση είτε σε ποίηση είτε σε πεζό λόγο περιορισμένου κειμένου με έμφαση σε λέξεις επιλογής, που αυτή τη φορά ήταν: "Δάσος", "Βάρκα", "Ήχος", "Παραμύθι", "Αντιπερισπασμός"


Θα ήθελα να την ευχαριστήσω από καρδιάς για την δυνατότητα που δίνει ελεύθερα στους φίλους και επισκέπτες για το γόνιμο αυτό κάλεσμα που πλέον έχει αποκτήσει τον χαρακτήρα της επανάληψης.

Γράφτηκε στις 22/11/2015 


@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@@











0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου