Ιστορίες Noir (Σειρά Διηγημάτων)


Σημείωση Πνευματικής Ιδιοκτησίας:
Οι "Ιστορίες Noir" είναι δημιούργημα προσωπικής μου πνευματικής ιδιοκτησίας. Δεν επιτρέπεται η Αντιγραφή, η Αναδημοσίευση, η οποιαδήποτε χρήση κειμένων χωρίς την έγγραφη Άδειά μου. 
Important Note:
The reproduction, publication, modification, transmission or exploitation of any work contained herein for any use, personal or commercial, without my prior written permission is strictly prohibited.

**************************************

"ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ  ΕΝΟΣ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ"

(Δημοσιεύτηκε: 10/6/2016 εδώ: Μια επίσκεψη Ακαθόριστου Χρόνου )


Η Ενότητα, "Ιστορίες Noir", αναφέρεται σε κάποια δικά μου μικρά διηγήματα. Διάφορες ιστορίες, με κάποια κοινά χαρακτηριστικά από αυτά που δίνουν τον χαρακτήρα του "Noir".

***************************************************

"ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΕΝΟΣ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ"


-"Κύριε Καθηγητά, με θέλετε τίποτα άλλο ;" ήταν η φωνή της συμπαθητικής Γραμματέας που φάνηκε στην πόρτα του γραφείου.
-"Όχι Έφη παιδί μου, μπορείς να φύγεις, είναι άλλωστε αργά" αποκρίθηκε ο Καθηγητής καθισμένος στο βαρύτιμο γραφείο του.
-"Αργήσατε σήμερα κ. Καθηγητά, θα μείνετε πολύ ; "
-"Ναι, είχα κάτι εκκρεμότητες, πέρασε η ώρα και δεν το κατάλαβα, όχι, θα φύγω, το παρακάναμε σήμερα, φύγε εσύ, κλείστα όλα" της αποκρίθηκε καθώς άρχισε να μαζεύει τα έγγραφα που ήταν ριγμένα άτακτα μπροστά του.
-"Πέφτει βαριά ομίχλη έξω, να προσέχετε, καλή σας νύχτα".
-"Καληνύχτα Έφη, ευχαριστώ, θα τα πούμε από Δευτέρα πια, καλό ΣαββατοΚύριακο"
-"Καλό ΣαββατοΚύριακο, επίσης" είπε η νεαρή κοπέλα με ένα εκφραστικό χαμόγελο και χάθηκε κλείνοντας τη πόρτα πίσω της.
Σηκώθηκε, τέντωσε λίγο το πιασμένο του κορμί. Στα ώριμα πια χρόνια του, το αίσθημα του μουδιάσματος σαν κάθονταν με τις ώρες στο γραφείο ήταν πια έντονο. Απομακρύνθηκε από το γραφείο με τη βαριά βιβλιοθήκη πίσω του, γραφείο ακαδημαϊκού και κίνησε στο μεγάλο παράθυρο που έβλεπε πέρα στον ανοιχτό ορίζοντα. Ήταν ήδη περασμένες εννέα, οι νύχτες του Φθινοπώρου εκεί έπεφταν βαριές. Το βάθος της Πόλης είχε χαθεί μέσα σε μια έντονη Ομίχλη που σάλευε αργά τα βήματά της ανοίγοντας την αγκαλιά της καταπίνοντας αργά τα πάντα στο διάβα της.
Κοντοστάθηκε λίγο στο παράθυρο αφήνοντας το βλέμμα του και τη σκέψη του λεύτερη να ταξιδέψει στις διαθέσεις της εικόνας που η φύση απλόχερα και χαρισμάτικα του έδινε μπροστά του. Η Ομίχλη και τα φώτα της Πόλης έδιναν πέρα μακριά στο σκούρο όγκο του Βουνού παράξενο ίσως φοβιστικό σχήμα. Από το γραφείο του πήρε από το πακέτο του ένα τσιγάρο, το άναψε νωχελικά, σκεπτικά και στράφηκε πάλι στο μεγάλο παράθυρο.

Δεν είχε καταλάβει πόσος χρόνος είχε περάσει έτσι με τον εαυτό μου κρεμασμένο στις διαθέσεις της νυχτερινής εικόνας όταν γύρισε προς το γραφείο. Έκατσε και άρχισε να παίρνει τα προσωπικά του αντικείμενα για να φύγει όταν τα έντονα χτυπήματα στην πόρτα του τον έκαναν να απορήσει με ανησυχία
"Ποιος είναι ;" αποκρίθηκε με έκδηλη ανησυχία.
Η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε και η είσοδος καλύφτηκε από την επιβλητική μορφή ενός παράξενου άντρα.
-"Τα σέβη μου καθηγητά Χατζηγιώργο"



Η Φωνή του ακούστηκε σαν απόκοσμη, απειλητική. Ήταν ψηλός, γύρω στα 40, κλασικό καπέλο Fedora που έκανε μια έντονη σκιά στο σμιλεμένο πρόσωπό του και στα μάτια του. Η καμπαρντίνα του ήταν με σηκωμένους γιακάδες. Φόραγε σκούρο κοστούμι κλασικής γραμμής, καλοφτιαγμένο και δερμάτινα μαύρα γάντια. Μια μορφή λες και ερχόταν πίσω από έναν ακαθόριστο χρόνο.
Ο Καθηγητής ένιωσε την ανάσα του να πνίγεται και μια αδιόρατη απειλή αμέσως τον έλουσε. Ανασηκώθηκε.
-"Ποιος είστε, τι θέλετε ;" κατάφερε να βγάλει τη φωνή του προσπαθώντας να ξεπεράσει το πρώτο σοκ.
-"Χαίρομαι που είμαι κοντά σας" είπε ο άντρας μπροστά του, που χωρίς δεύτερη κουβέντα ή κάλεσμα, έκλεισε την πόρτα πίσω του και γύρισε προς το μέρος του όρθιος επιβλητικός.
-"Δεν με περιμένατε ε ;" αποκρίθηκε εκείνος με ένα εμφανές και απόλυτο θράσος και κάθισε απέναντί του στην πολυθρόνα.
-"Ποιος είστε Κύριε τέτοια ώρα ; έτσι απρόσκλητος, τι θέλετε, γνωριζόμαστε ; αν δεν φύγετε θα καλέσω την Αστυνομία....!" έκανε ο καθηγητής με εμφανή προσπάθεια να ανακτήσει μέρος της χαμένης του κυριαρχίας. Το χέρι του κινήθηκε προς το τηλέφωνο του γραφείου.
-"Μην κάνετε τον κόπο...! δεν λειτουργεί" ακούστηκε η φωνή του παράξενου επισκέπτη ατάραχη στην πολυθρόνα του.
Φοβισμένος ο Καθηγητής σήκωσε το ακουστικό διαπιστώνοντας με απόγνωση τη σιωπή μιας νεκρής γραμμής. Ασυναίσθητα έπιασε το κινητό του από το γραφείο σε μια προσπάθεια να ξεκινήσει μια κλήση.
"Δεν θα σας το συμβούλευα κ. Καθηγητά....!" έκανε ο άλλος με μια απότομη κίνηση εγκαταλείποντας την πολυθρόνα του βρισκόμενος ακριβώς μπροστά στο γραφείο του Χατζηγιώργου. Ο Καθηγητής είδε στο χέρι του με το δερμάτινο γάντι την σκοτεινή κάνη ενός όπλου να τον σημαδεύει. Ο άλλος είχε το αριστερό του χέρι απλωμένο ζητώντας του το τηλέφωνο. Ο Καθηγητής το έδωσε, εκείνος το πήρε ήσυχα χωρίς να στρέψει την κάνη του όπλου του από τα μάτια του καθηγητή που ξέσφιξε τον κόμπο της γραβάτας του.
-"Τι θέλετε Κύριε ; μπαίνετε στο γραφείο μου με ένα πιστόλι, δεν σας ξέρω, τι ζητάτε από μένα ;"
Ο Άλλος έκανε να γυρίσει λίγο στο πλάι, ο καθηγητής σε μια απελπισμένη κίνηση έκανε να αρπάξει το βαρύ press papier από το γραφείο του, όμως ο άντρας όρμησε επάνω του τον άρπαξε με το ένα του χέρι τραβώντας τον από το γραφείο. Η Ώθηση της σπρωξιάς του πέταξε τον καθηγητή στο πάτωμα στο πλάι. Εκείνος αφού η σκληρή άκαμπτη έκφραση του προσώπου του μονομιάς επανήλθε στα ήρεμα πλαίσια, του άπλωσε το χέρι να τον βοηθήσει να σηκωθεί
"Κύριε Καθηγητά, θα σας παρακαλούσα να μην με ξαναφέρετε στην επώδυνη θέση να σας φερθώ έτσι" είπε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Ο Καθηγητής σηκώθηκε, τακτοποίησε το σακάκι του και κάθισε λαχανιασμένος αποκαμωμένος στο γραφείο του.
"Ενώ το να μπαίνετε οπλισμένος σε ένα γραφείο και να με απειλείτε το νιώθετε καλύτερα"
Εκείνος, έβγαλε την καμπαρντίνα του, την δίπλωσε με τάξη αφήνοντάς στην βαριά πολυθρόνα. Ο Όγκος του όπλου του ξεχώριζε κάτω από το σακάκι του. Έκανε ένα γύρω στο γραφείο στο πλάι. Περιεργάστηκε τα πράγματα και το χέρι του έπεσε σε ένα ξύλινο καλοσκαλισμένο εικόνισμα του Ιησού. Το πήρε στα χέρια του.
"Ο Χριστός.... ο Υιός του Θεού που θυσιάστηκε για τους αδύνατους, τους ανήμπορους, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου....". Την τελευταία του κουβέντα την τελείωσε καρφώνοντας με το βλέμμα τον καθηγητή.
"Είστε Χριστιανός κ. Χατζηγιώργο έτσι ; βλέπω".
"Για τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις ήρθες εδώ απόψε να με κρατάς ;"
"Λοιπόν κ. Χατζηγιώργο" άρχισε ο άλλος με γλώσσα ψυχρή σαν υπολογιστής.
"Η Γραμματέας σας έφυγε, είναι ήδη στο δρόμο, στη Σχολή δεν βρίσκεται κανείς απολύτως. Ο Security στο φυλάκιο εισόδου είναι ένα χιλιόμετρο από το γραφείο σας και η συντροφιά του αυτή τη στιγμή δεν νομίζω να του προκαλέσει κάποια ...διάθεση ας το πούμε να σας επισκεφτεί. Συνεπώς....! είμαστε μόνοι. Απολύτως μόνοι. Θα παρακαλούσα λοιπόν.... αντιλαμβάνεστε"
Ο Καθηγητής εξεμάνη χωρίς όμως να αποτολμήσει κάτι
"Ποιοί είστε πανάθεμά σας....! ποιος είσαι ; τι θέλετε εδώ ; τι ζητάτε ; χρήματα ; τι ;"
Ο Άλλος σηκώθηκε, πήγε στο διπλανό μεγάλο ερμάριο, άνοιξε ένα ξύλινο κουτί με πούρα.
"Επιτρέπετε...." έδωσε απάντηση στον εαυτό του παίρνοντας ένα πούρο που το άναψε. Έκατσε και πάλι στην πολυθρόνα. Ο Βαρύς καπνός γέμισε το χώρο.
"Είστε ο καθηγητής Ιάκωβος Χατζηγιώργος, πρύτανης της Πανεπιστημιακής σχολής της Πόλης, εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας, εκλεκτή παρουσία στις κοσμικές και ...εθνεγερτικές εκδηλώσεις, προνομιακός προσκεκλημένος στις συνάξεις των πολιτικών αρχόντων τούτης της Πόλης και του Νομού και όχι μόνο, σωστά κ. Καθηγητά ;" τον κάρφωσε με την εκροή του καπνού.
"Γνωρίζετε το βιογραφικό μου άριστα βλέπω...."
"Μια πόλη λοιπόν, μια Πανεπιστημιακή σχολή, γεμάτη αίγλη, διακρίσεις, φοιτητές και απόφοιτους με όνομα, με μεταπτυχιακά, με χορηγίες μεγάλων επιχειρήσεων. Μια σχολή με ...αυτό που λέμε άριστη έξωθεν καλή μαρτυρία... έτσι κ. Καθηγητά ;"
"Δεν σας καταλαβαίνω..."
"Έξωθεν άριστη μαρτυρία λοιπόν αλλά με πόρτες ερμητικά κλειστές....! με αίθουσες επτασφράγιστες...! με δωμάτια φοιτητών άβατα... απρόσιτα... απομονωμένα... έτσι κ. Καθηγητά ;"
"Δεν μπορώ να σας παρακολουθήσω.... και το κυριότερο.... μου ζητάτε να κάνω διάλογο με κάποιον άγνωστο που δεν ξέρω τι είναι και τι θέλει..."
"Ένα ένα κ. Καθηγητά μη βιάζεστε". Εκείνος, ανασηκώθηκε λίγο από την πολυθρόνα, έβγαλε από το εσωτερικό του σακακιού του ένα κίτρινο φάκελο και τον απόθεσε μπροστά στα μάτια του καθηγητή ενώ επέστρεψε στην πολυθρόνα του, συνεχίζοντας να καπνίζει το πούρο του με τα μάτια του πάντα καρφωμένα απέναντί του. Ο Χατζηγιώργος έπιασε με αγωνία το φάκελο, τον άνοιξε, και τα χέρια του ψηλάφισαν μερικές φωτογραφίες που ξεχύθηκαν μπροστά στα εμβρόντητα μάτια του.
Το γλυκό πρόσωπο ενός νεαρού παιδιού απέσπασε το βλέμμα του καθηγητή τη στιγμή που ιδρώτας άρχιζε να αχνοφαίνεται στο μέτωπό του.
"μα ...... αυτός.... αυτός είναι ο...."
"Ο Ασημάκης Δέλβενης κ. Χατζηγιώργο....! για προσπαθείστε λίγο...." έκανε εκείνος με φωνή από το παρελθόν.
Ο Καθηγητής προσπαθούσε να τραυλίσει κάτι χωρίς επιτυχία. Ο άλλος σηκώθηκε κάνοντας μικρά βήματα μπροστά του.
"Ασημάκης Δέλβενης. Φθινόπωρο στα 18 του χρόνια. Φτωχόπαιδο από μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας, πάλευε με τους γονείς του χρόνια να καταθέσει τα όνειρά του σε ένα Πανεπιστήμιο και ο αγώνας του τον έφερε πρωτοετή φοιτητή στη Σχολή σας. Στη Σχολή που διοικείτε κ. Χατζηγιώργο...! Πριν δύο ολάκερα χρόνια έτσι ; Οι γονείς του έκαναν τη ζωή τους κόλαση, ξεπουλήθηκαν για να τον εμπιστευτούν στην εκπαιδευτική κοινότητα της πόλης σας, στα χέρια σας κ. Καθηγητά, των υφισταμένων σας, των λειτουργών σας, που εσείς εποπτεύατε. Τον εμπιστεύτηκαν στα χέρια της καθώς πρέπει κοινωνία της πόλης σας, της ...ηθικής, της άμεμπτης... της ...φιλοΧρίστου"
Άξαφνα έσκυψε από πάνω του απειλητικά με τη φωνή του να σπάει από συγκίνηση
"Και ο Ασημάκης Δέλβενης βρέθηκε νεκρός, γκεμισμένος στα βράχια, φαγωμένος από τα όρνια, κυνηγημένος από τα απάνθρωπα μαρτύρια κάποιων ....ευγενών συμφοιτητών του, σπουδαστών σας κ. Καθηγητά, γνωστών και ονομαστών οικογενειών..."
"Τι ζητάτε από εμένα δυό χρόνια μετά Κύριε" ψέλλισε ο Χατζηγιώργος. "Η Υπόθεση αυτή μας ταλαιπώρησε όλους, μας τσάκισε, και φυσικά κρίθηκε και από τη δικαιοσύνη, τι άλλο θέλετε, τι παριστάνετε ;"
"Σας τσάκισε ε ; τόσο ώστε να πάρει το Πανεπιστήμιό σας μια χορηγία που θα τη ζήλευαν ακόμα και Αμερικάνικα κολέγια από την εταιρεία στην οποία βασικός μέτοχος είναι ο αξιότιμος Βουλευτής και τέως Υπουργός κ. Ανδρογέρακας.....! έτσι ; μια χορηγία που εκταμιεύτηκε στη σχολή σας κ. Χατζηγιώργο, ως δια μαγείας, μόλις η υπόθεση κακοποίησης του Δέλβενη βγήκε στο φως εδώ από τις εκκλήσεις των γονιών του και της κοπέλας του ναι ; τόσο σας τσάκισε ;"
"Μα τότε ο Δέλβενης ήταν ζωντανός...... τι σχέση έχουν αυτά που μου λέτε, είστε τρελός ;"
"Ο Δέλβενης ήταν ζωντανός ναι στο σώμα αλλά ήδη πεθαμένος στην ψυχή, δολοφονημένος από την εκλεκτή παρέα των σπουδαστών σας και προστατευόμενων του εκλεκτού Βουλευτού σας και χορηγού σας"
"Που τα ξέρετε όλα αυτά, τι ξεστομίζετε ;" αντέκρουσε ο καθηγητής παγωμένος πια.
"Όσο για τη ....δικαιοσύνη... ναι... τη δικαιοσύνη των ...αρχόντων, η υπόθεση δεν έφτασε καν σε ακροατήριο....! δεν στοιχειοθετήθηκε κατηγορία....! έγιναν ανακρίσεις σαν ξέσπασε ο θόρυβος στα ΜΜΕ, αλλά οι ανακρίσεις δεν οδήγησαν πουθενά κ. Καθηγητά....!"
"Μα ....... δεν υπήρχε αυτουργία που να φτάσει ; ποιος να κατηγορηθεί...."
Ο Άλλος αγρίεψε.... χτύπησε το χέρι του στα μούτρα του στο γραφείο.
"Τα ήξερες όλα καθηγητά Χατζηγιώργο....!"
"Όχι...."
"Πάψεεεεε......! τα ήξερες όλα, χαρτί και καλαμάρι. Όλοι σας.....! η γνωστή παρέα με τους άντρακλες.....! τους επιβήτορες....! τους γαμιάδες....! κάποιοι καθηγητές σου, κάποια άλλα παιδιά, άνθρωποι της εστίας, τα ξέρατε πολλοί.....! και όχι μόνο ήξερες αλλά άκουσες κιόλας....!"
"Είσαι άρρωστος.....δεν ξέρεις τι λες"
"Άκουσες Χατζηγιώργο....! τότε που σε φώναξε ο υπεύθυνος σίτισης της σχολής στις αποθήκες. Τότε που κατεβήκατε δυό σας και άκουσες τα μαρτύρια. Να τον καψωνάρουν, να τον προπηλακίζουν, να τον ξεφτιλίζουν, άκουσες τα παρακάλια του....! άκουσες τις κραυγές του, τις παρακλήσεις του, τα δάκρυά του, όλα.....!"
Ο Καθηγητής άρχισε να χάνει πλέον τον κόσμο γύρω του.
"Πως τα ξέρεις αυτά ; ποιος ; ...... τι ;"
"Και τότε είπες στο δικό σου να κλείσει το στόμα του με το σκεπτικό μην γίνει θόρυβος....! ότι θα το τακτοποιούσες προσωπικά. Και σαν οι δικοί του σε επισκέφτηκαν εδώ μέσα τους είπες να μην δώσουν συνέχεια, ότι έχει υπερεκτιμηθεί το γεγονός, ότι ο γιος τους είναι ....κάπως ....ευαίσθητος.... άλλωστε έτσι δεν τον αποκάλεσες καθηγητά Χατζηγιώργο στον Βουλευτή φίλο σου ; και εκείνος τι σου αποκρίθηκε ; αυτή η κρυφή αδελφή θα μας δημιουργήσει προβλήματα....! και δεν είναι προς το συμφέρον της σχολής".
"Ψέμματα.....! ψέμματα.....!" ξέσπασε ο Καθηγητής καθώς σηκώθηκε όρθιος. "Πως μπορείς.... πως ξέρεις....."
Ο Άλλος τον κοίταξε με αηδία.
"ψέμματα...... και αυτά εδώ είναι ψέμματα ;"
Έβγαλε από το σακάκι του έναν δίσκο DVD. "Βάλτο στον Υπολογιστή σου.....! δες τα βίντεο που τράβηξαν οι ...εκλεκτοί σου αριστούχοι και μεθαυριανά στελέχη... δες τα ντε....! δες τα κατορθώματά τους....! την αντριοσύνη τους..."
Εβαλε το dvd στον Η/Υ. Τα δευτερόλεπτα που πέρασαν μέχρι να τρέξει το περιεχόμενο έκαναν τα χέρια του να τρέμουν. Οι πρώτες εικόνες που αντίκρισε τον έκαναν να πατήσει το stop σε απόγνωση.
"Που τα βρήκες ;" τον ρώτησε μούσκεμα στον ιδρώτα.
"Φροντίσατε να τα εξαφανίσετε έτσι ; με επιμέλεια, με παρεμβάσεις άνωθεν, με απειλές για κλειστά στόματα και δίκες, όλη η εκλεκτή σας παρέα του καθώς πρέπει κόσμου σας. Του κόσμου της σιωπής και της υποταγής".
"Ποιος σε έστειλε εδώ ; οι δικοί του ;" ρώτησε με αγωνία ο καθηγητής.
Ο Άλλος χαμογέλασε ειρωνικά "Οι δικοί του εδώ και χρόνια είναι κομμάτια. Πούλησαν τα χωράφια τους και το βιος τους σε δικηγόρους μπας και μαζέψουν στοιχεία για να στοιχειοθετηθεί κατηγορία μήπως και δικαιωθεί το παιδί τους στο δικαστήριο αλλά βλέπεις.... Όχι κ. Καθηγητά δεν με έστειλαν οι δικοί του αν αυτό είναι το θέμα σου..."
"Τότε.....ποιος"
"Αυτό είναι το πρόβλημά σου ;"
Ο Καθηγητής κάτωχρος πια, φοβισμένος, σηκώθηκε και στάθηκε στο πλάι του γραφείου του προς το παράθυρο.
"Έκανα ότι μπορούσα.... ναι, έμαθα, αλλά.... θεώρησα ότι το γεγονός πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις από ότι ήταν, μετά.... ήρθαν οι γονείς του, δεν μου ονόμασαν την παρέα που τον ενοχλούσε, δεν ήξεραν, προσπάθησα να τους ησυχάσω, κάλεσα τον Δέλβενη, προσπάθησα να τον ενισχύσω ψυχολογικά, να διακωμωδήσω τα ..καψόνια, του έλεγα να μη δίνει παραπάνω σημασία. Ύστερα ... ήρθαν τα γεγονότα, η εξαφάνιση του παιδιού, κάποιοι άρχισαν αόριστα να μιλάνε για συγκεκριμένα πρόσωπα, φοβήθηκα, άρχισαν τα τηλέφωνα, οι πιέσεις, το τέλος...." εκεί κάπως λύγισε.
Ο Άλλος σηκώθηκε πηγαίνοντας δίπλα του. Τα βλέμματά τους απλώθηκαν παράλληλα πέρα στον ορίζοντα από το παράθυρο, έξω στο σκοτάδι με τα θολά φώτα.
"Έγινες εκπαιδευτικός κ. Χατζηγιώργο, καθηγητής Πανεπιστημίου. Έγινες παιδαγωγός, ανέβηκες τα σκαλιά της πυραμίδας, έγινες πρύτανης και υπεύθυνος της σχολής σου. Σμίλευες με τη διοίκησή σου νεανικές ψυχές και όνειρα. Εκατοντάδες οικογένειες σου εμπιστεύτηκαν τα παιδιά τους στον κόσμο της γνώσης. Και εσύ..... εσύ έγινες έμπορος....! έμπορος φήμης, κοινωνικού κύκλου, κοσμοπολιτισμού. Δέθηκες με τους άρχοντες, εξαγοράστηκες, έτσι κέρδισες τη θέση του πρύτανη. Ξεφτέλισες το ρόλο σου, έκανες τη σχολή σου φυτώριο δεσμοφυλάκων που μήτε στα πιο υπανάπτυκτα στρατόπεδα δεν τα συναντάς. Γαλουχούσες φίδια στο στρώμα σου, τους έδωσες τη δύναμη και την ασυλία να κομματιάσουν ένα παιδί..." μετακινήθηκε από το παράθυρο απέναντί του συνεχίζοντας
"Και δεν έφτανε αυτό. Σαν βρήκανε το παιδί πάλι προσπάθησες να τα μπαλώσεις. Να τα σκεπάσεις.
"Όχι...." έκανε ο άλλος φοβισμένος.
"Πάψε.....! πάψε κάθαρμα..."
Τον κοίταξε μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής του χωρίς όμως αυτή να χάσει ίχνος από τη μεταλλική της σκληρότητα.
"Έχεις παιδιά κ. Καθηγητά ;"
Ο άλλος ξαφνιάστηκε "Τι σχέση έχουν τα παιδιά μου με την υπόθεση ; τι σε νοιάζει ;"
Γύρισε και τον κοίταξε με καρφωμένο βλέμμα.
"Ο Μεγάλος γιος σου έφυγε πέρυσι για το Λουξεμβούργο είναι έτσι ;"
"Τι ανακατεύεις το παιδί μου με όλα αυτά ;"
"Το παιδί σου Χατζηγιώργο έφυγε στο Λουξεμβούργο πέρυσι το Φθινόπωρο, λίγο καιρό μετά τα γεγονότα με το θάνατο του Δέλβενη σωστά ;"
"Δεν σε καταλαβαίνω" έσκουξε ο καθηγητής.
"Στο Λουξεμβούργο το παληκάρι σου, καλά να είναι το παιδί, είναι Υπεύθυνος εξωτερικών πωλήσεων στην INFOACTIVE SOLUTIONS SA, μια εταιρεία διεθνούς φήμης λογισμικής υποστήριξης συστημάτων πληροφορικής, τα λέω καλά ; καθηγητά ;"
Ο καθηγητής άλλαζε χρώματα....
"Η Εταιρεία που δουλεύει ο γιός σου αγαπητέ κόβει συνέχεια τιμολόγια με την ETERNAL MARKET ΑΕ στην Αθήνα. Έτσι ; της πουλάει λογισμική υποστήριξη σύμφωνα πάντα με τα τιμολόγια. Ποιος είναι βασικός μέτοχος στην ETERNAL MARKET Χατζηγιώργο ; και ποια εταιρεία είναι από τους εκλεκτούς χορηγούς στη σχολή σου ;"
Ο Καθηγητής σούρθηκε ως το γραφείο του λουσμένος στον ιδρώτα...
"Καταραμένε.....! που στο διάβολο βρέθηκες στο δρόμο μου ;" βόγγηξε ο Χατζηγιώργος.



Ο Άλλος πήγε απέναντί του από την έξω μεριά του γραφείο εκεί που ήταν η πολυθρόνα που καθόταν.
"Έτσι έκλεισε ο κύκλος κ. Καθηγητά. Ο κύκλος της εξαγοράς, της σιωπής. Και είσαστε όλοι μια χαρά. Ποια υπόθεση να πάει σε δίκη ; η ψυχολογική βία δεν θα στοιχειοθετούσε έγκλημα κατά της ζωής. Ο Δέλβενης αυτοκτόνησε, δεν δολοφονήθηκε κατά το νόμο. Το ότι κάποιοι τον πίεζαν ψυχολογικά σιγά μην οι δικηγόροι των εκλεκτών σου φοιτητών άφηναν να αποκτήσει έννοια αυτουργίας. Άντε το πολύ πολύ να έμπαινε κάποιας μορφής ηθική αυτουργία με τις γνωστές αποφάσεις"
Τα τελευταία του λόγια ήταν ήρεμα, μια παράξενη παγωνιά ήταν απλωμένη στο βλέμμα και στη κορμοστασιά του έτσι όπως έστεκε αντίκρυ στον καθισμένο Χατζηγιώργο.
"Τέλος πάντων τι θέλεις από μένα πες μου" μίλησε ο τελευταίος. "Αν θες χρήματα, αν θες κάτι πες μου, τι θες που να σε πάρει ο διάολος ;"
Ο Άλλος έκατσε ήρεμα στην πολυθρόνα του με το βλέμμα του πάντα στα δικά του.
"Όλα τακτοποιήθηκαν καθηγητά. Η Υπόθεση μπήκε στο αρχείο ουσιαστικά. Ο Δέλβενης έγινε τροφή για τα αγρίμια του δάσους. Τα τελευταία του βήματα τον έσυραν μόνο, έρημο. Σε απόγνωση. Λες και ένας ολάκερος κόσμος φυλακίστηκε στις αίθουσες της εστίας, ένα σώμα και μια σκέψη, ένας κρατούμενος που περίμενε την ώρα και τη στιγμή που οι δεσμοφύλακές του, σαν κτηνώδεις ΕΣΑτζήδες, πότε θα τους έκανε κέφι να ξεκινήσουν τα παιχνίδια τους μαζί του. Έφυγε, έφυγε έντρομος κείνο το απόγευμα. Έτσι..... γυμνός, με άδεια χέρια και παγωμένη ψυχή, με τα γέλια των θηρίων σου να του τρελαίνουν το μυαλό, με την ντροπή των κοριτσιών και το χλευασμό τους για τις αδυναμίες του. Και εκεί έπεσε στο γκρεμό, ελεύθερος, απαλλαγμένος. Άπλωσε τα μαύρα φτερά του μια για πάντα..."
Ο Χατζηγιώργος έκανε να ανάψει ένα τσιγάρο από το πακέτο του λαχανιασμένος.
"Είναι η ώρα να πάρεις το κόστος που σου αναλογεί καθηγητά Χατζηγιώργο" έκανε εκείνος με ένα ατσάλινο βλέμμα. Ο Καθηγητής τρέκλισε πίσω την καρέκλα του προσπαθώντας να σηκωθεί.

"Είναι η ώρα του δικού σου Φόβου, του δικού σου τρόμου. Του δικού σου λογαριασμού".
Ο Χατζηγιώργος είδε το χέρι του να κινείται στο εσωτερικό του σακακιού. Το γκρί μεταλλικό πιστόλι άστραψε στα χέρια του.
"Τι πας να κάνεις...... στάσου..... δεν βγαίνει πουθενά έτσι σταμάτα....."
Ο Άλλος ανασηκώθηκε σημαδεύοντάς τον πια με την κάνη του όπλου του.


"Φοβάσαι ε ; τρέμεις.... χαχαχαχαχαχαχαχα... γιατί κ. Καθηγητά ; θυμήσου λίγο τον Δέλβενη ε ;"
Ο Καθηγητής έκανε προς τα πίσω με απλωμένα τα χέρια παρασύροντας πράματα στην υποχώρησή του ενώ τα μάτια του Άλλου μεταλλικά, παγωμένα, τον κάρφωναν στα μάτια.
"Μηηηη σταμάταα........"
"Να θυμάσαι το Φόβο κ. καθηγητά....! να θυμάσαι τον τρόμο....! να τον νιώθεις όταν δεν τον περιμένεις"
Το χέρι του πάτησε την σκανδάλη και ένας απόλυτος κρότος σαν βροντή γέμισε μαύρο τα πάντα ολόγυρα. Ένα απίστευτο μαύρο του πιο απόλυτου σκοταδιού.

...........................................................................
...........................................................................

Ο Θόρυβος από την πορσελάνινη καφετιέρα που έγερνε στα χέρια της ώριμης καλοφτιαγμένης Γυναίκας στο μπαλκόνι ακούστηκε μεταλλικός
"Πως είσαι έτσι Ιάκωβε ; Θεέ μου.....! τι έχεις ; είσαι κάτωχρος....! συνέβη τίποτα τη νύχτα"
Ο Καθηγητής Χατζηγιώργος έσυρε αργά ίσως ανισόρροπα τα βήματά του προς το μπαλκόνι κρατώντας το στήθος του ισιώνοντας τα μαλλιά του..
"Είχα μια φριχτή νύχτα....! " κόμπιασε, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στα δεδομένα της κουβέντας με τη Γυναίκα του.
"Εφιάλτη έβλεπες Ιάκωβε ; μα είσαι χάλια" έκανε εκείνη παρατηρώντας τον με προσοχή. Η Φωνή της υπηρεσίας δίπλα διέκοψε την παρατήρησή της, ο καθηγητής είχε ήδη κάτσει βαρύς στον καναπέ του μπαλκονιού.
"Να φέρω καφέ στον Κύριο ;"
"Ναι παιδί μου και δυνατό μάλιστα" έκανε εκείνη συνεχίζοντας
"Πρέπει να ήταν κάτι πολύ άσχημο, πως είσαι τώρα ;"
"Όλα καλά Δήμητρα, όλα εντάξει, θα περάσει, σοκ ήταν, θα φύγει, θα ξεχαστεί... ήταν..."
"Μα τι ήταν τι είδες ;"
Έκατσε νωχελικά κάπως ανακουφισμένα στον καναπέ της βεράντας, το πρωινό φως της μέρας τον έφερνε γρήγορα σε ισορροπία.
"Άστο καλύτερα, ας μην το θυμηθώ, κάτι μακρινό, νόμιζα ξεχασμένο, ας το αφήσω να ξεχαστεί, άλλωστε δεν έχει και σημασία τώρα πια" αποκρίθηκε κοιτώντας πέρα στον κήπο.
"Και καλά θα κάνει" τον ενίσχυσε εκείνη συνεχίζοντας "και ...κοίτα να συνέλθεις, απόψε έχουμε την εκδήλωση στο αμφιθέατρο της σχολής"
"Ποια εκδήλωση έκανε εκείνος κάτι σαν αφηρημένος"
"Το ξέχασες Ιάκωβε ; ... απόψε είναι η τελετή απονομής της χορηγίας από την ETERNAL MARKET για την νέα χρονιά και οι βραβεύσεις των αριστούχων, θα είναι και ο Στάθης εκεί, μου τηλεφώνησε πριν ξυπνήσεις.
"Ποιος Στάθης έκανε εκείνος" κάπως...
Η Γυναίκα του τον κοίταξε παράξενα αφήνοντας την κούπα με τον καφέ στο τραπέζι.
"Ο Στάθης Ανδρογέρακας καλέ μου, έλεος, τι έχεις πάθει, σύνελθε.... πιες τον καφέ σου"
"Η Εκδήλωση" είπε με στοχασμό, "Ναι, έχεις δίκιο, σήμερα είναι, πήγα να το ξεχάσω"
"Είναι όλα έτοιμα Ιάκωβε, με πήραν από τη σχολή το πρωί, οι προετοιμασίες, τα πράγματα, όλα εντάξει".
Σηκώθηκε, αργά, πήρε την κούπα με τον καφέ και βάδισε αργά στο μπαλκόνι. Το βλέμμα του απλώθηκε ως πέρα τον ορίζοντα. Ο Ήλιος πια είχε ανέβη λούζοντας τα απέναντι βουνά και την μικρή κοιλάδα της Πόλης

"Ναι, όλα εντάξει..., όλα τακτοποιημένα, με κάθε τάξη και σιγουριά, προβλέψιμα, λαμπερά..." έφυγαν οι λέξεις από το στόμα του καθώς ακουμπούσε την κούπα του πάνω στο πέτρινο γείσο του μπαλκονιού ενώ η γυναίκα του εξακολουθούσε να τον παρατηρεί λες και με κάτι απορούσε.

Τέλος

Σημείωση: Τα ονόματα, τα γεγονότα αυτού του διηγήματος είναι παντελώς φανταστικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, γεγονότα, είναι απολύτως συμπτωματική.

 ***************************************************








"Μια Απρόσμενη Νύχτα"
  
(Δημοσιεύτηκε σε Δύο Μέρη, στις 11/1/2016 και 15/1/2016 εδώ:
 Μια Απρόσμενη Νύχτα-Μέρος 1ο
Μια Απρόσμενη Νύχτα-Μέρος 2ο



Η Ενότητα, "Ιστορίες Noir", αναφέρεται σε κάποια δικά μου μικρά διηγήματα. Διάφορες ιστορίες, με κάποια κοινά χαρακτηριστικά από αυτά που δίνουν τον χαρακτήρα του "Noir".

***************************************************


"ΜΙΑ ΑΠΡΟΣΜΕΝΗ ΝΥΧΤΑ"






-Λένα σε θέλει ο Διευθυντής
Διέκοψε την προσήλωσή της στα έγγραφα του γραφείου της η φωνή του νεαρού της συνάδελφου, του Λευτέρη.
-Ουυυυφ τι θέλει τέτοια ώρα...!
Γκρίνιαξε η Λένα κοιτώντας το ρολόι της. Κόντευε τέσσερις και έλπιζε σήμερα να έφευγε σε πιο ανθρώπινη ώρα απ τη δουλειά της. Είκοσι τρία χρόνια στην Τράπεζα, τον τελευταίο ειδικά καιρό η θέση της την κρατούσε πολλές και κουραστικές ώρες στο γραφείο γεγονός που άρχισε να την κουράζει.
-Δεν ξέρω, μου είπε να σε φωνάξω, σε θέλει.
Απάντησε με ένα γλυκό χαμόγελο ο Λευτέρης και χάθηκε στο βάθος του διαδρόμου του γραφείου. Όλο νεύρα η Λένα, τράβηξε παράμερα τα έγγραφα από μπροστά της, σηκώθηκε, σουλούπωσε λίγο το ταγιέρ της και πήρε μουρμουρώντας το διάδρομο που οδηγούσε στο τέλος, στο γραφείο του Διευθυντή της. "Διευθυντής Τομέα" έγραφε η μικρή πινακίδα στη πόρτα του γραφείου του. Χτύπησε και άνοιξε με τη μία. Είδε τον Διευθυντή της, τον Γεράσιμο Ερμίδη, έναν 55χρονο συμπαθητικό άντρα, που το σκούρο χρώμα του κοστουμιού του, του έδινε έναν σχετικό αέρα επισημότητας. Παρ' όλα αυτά ήταν ένας πολύ συμπαθητικός συνάδελφος, δούλευαν μαζί τα τελευταία οκτώ χρόνια αφότου είχε πάρει μετάθεση από το Δίκτυο της Τράπεζας στην Διεύθυνση Κανονιστικής Συμμόρφωσης. Με το που μπήκε, σήκωσε τα μάτια του, της έσκασε ένα αυθόρμητο χαμόγελο, κουνώντας στην κατεύθυνσή της ένα έγγραφο.
-Τι σου έχω εδώ Λένα ;
-Τι είναι πάλι τέτοια ώρα κ. Διευθυντά ; λυπηθείτε με, έκανε με δυσφορία η Λένα.
-Κάτσε
-Τι να κάτσω, είναι τέσσερις και έλεγα να πάω μια ανθρώπινη ώρα σπίτι σήμερα.
-Εντάξει μη φωνάζεις, δεν θα σε κρατήσω πολύ, λοιπόν τι κρατάω εδώ ;
-Τι είναι αυτό πάλι ;
-Δεν μου λες ; Σύρο έχεις πάει ποτέ ;
-Ωωωωω έχω να πάω πάνω από δέκα χρόνια, γιατί ; ρώτησε εκείνη
-Τέλεια, ευκαιρία να την ξαναθυμηθείς, μια χαρά το βρίσκω, έκανε ο Διευθυντής της.
-Ορίστε ; έκανε με έκπληκτα μάτια η Λένα
-Σεμινάριο...!
-Με δουλεύετε έτσι ; απάντησε έκπληκτη εκείνη.
-Καθόλου Κυρία μου. Λοιπόν... Πέμπτη, Παρασκευή, Σάββατο, Ερμούπολη Σύρου, Σεμινάριο για "Ξέπλυμα χρήματος και Διερεύνηση συναλλαγών".
-Καλά και πρέπει να πάω εγώ ;
-Ποιον θα στείλω βρε Λένα ; τον ...Φύλακα ; εσύ είσαι επικεφαλής του Τμήματος, εσένα θα στείλω. Οι Γάλλοι δίνουν μεγάλη βαρύτητα στο θέμα, ειδικά μετά τα τελευταία γεγονότα και θα είναι εκεί δικό τους κλιμάκιο με ανάλογα στελέχη από διάφορες Υπηρεσίες και δικά μας εννοείται.
-Δεν το πιστεύω αυτό, χειμωνιάτικα...! ξεφύσηξε η Λένα "εύκολο πράμα είναι να αφήσω το σπίτι ; με κάνετε άνω κάτω τώρα"
-Έλα βρε Λένα, λες και έχεις κανένα μωρό παιδί πίσω σου να κοιτάξεις, και στο κάτω-κάτω, Σύρος είναι αυτή, Ερμούπολη, πανέμορφη, όλα πληρωμένα, τι άλλο θέλεις, ευκαιρία να την ξαναθυμηθείς, δες το σαν τριήμερο ένα πράμα, πες και στον άντρα σου αν θέλει να σε συναντήσει το ΣαββατοΚύριακο, θα είναι μια χαρά έτσι, ο καιρός θα είναι καλός, της είπε ο διευθυντής της παίρνοντας το γλυκό του ύφος.
-Πότε είναι ;
-Σήμερα είναι Τρίτη, μιλάμε για την ερχόμενη Πέμπτη, φεύγεις το πρωί, το σεμινάριο γίνεται σε κεντρικό ξενοδοχείο της Ερμούπολης και αρχίζετε το απόγευμα. Εδώ σου έχω το πρόγραμμα και όλη τη λίστα με τους συναδέλφους του δικτύου μας.
-Ποιοι θα είναι ;
-Εσύ από τη διεύθυνσή μας, και ένα άτομο από κάθε Περιφέρεια, ο αντίστοιχος υπεύθυνος, βάλε και μερικούς άλλους άλλων διευθύνσεων και αρμοδιοτήτων νομίζω κάπου στα 20 άτομα.
Η Λένα πήρε το e-mail με τη λίστα για το σεμινάριο, ετοιμάστηκε να φύγει. Ο Διευθυντής της σηκώθηκε, βγήκε απ το γραφείο του προς το μέρος της.
-Έλα....! το τερπνό μετά του ωφελίμου, να φύγεις λίγο από τη χαρτούρα εδώ μέσα, Σύρο σε στέλνω βρε....! τι άλλο θέλεις ; και το γέλιο του έδωσε ένα ακόμα πιο ανθρώπινο και συναδελφικό τόνο στην παρουσία του. "Το πλήρες υλικό για το σεμινάριο θα σου πω αύριο που θα μπεις για να το τυπώσεις, άντε φύγε τώρα μην σε κρατάω και τα λέμε" έκλεισε την κουβέντα του ο Ερμίδης. Η Λένα τον χαιρέτισε και με μυαλό γεμάτο σκέψεις πήρε το δρόμο για το γραφείο της, να μαζέψει τα πράγματά της. Ήθελε τόσο μα τόσο να επιστρέψει στο σπίτι της.
Από τα 22 της μετά τη σχολή δούλευε στην Τράπεζα. Σιγά-σιγά, με την μεθοδικότητα και τη συνέπειά της κατάφερε να φτάσει σε ένα καλό μεσαίο επίπεδο να είναι επικεφαλής μιας Υπηρεσίας.
Γυναίκα, που όλα αυτά τα χρόνια έδωσε και συνέχισε να δίνει τον αγώνα της μέσα στην οικογένειά της με τρόπο αξιοπρεπή, γεμάτη συναισθήματα για τα αγαπημένα της πρόσωπα, που συγκροτούσαν το δικό της σπίτι. Ο Άντρας της, ο Γιώργος, οκτώ χρόνια μεγαλύτερός της και τα δυό της παιδιά, ο μεγάλος τους στα 23 του και η μικρή τους στα 20. Είχαν πάρει και αυτά πια το δρόμο τους, φοιτητές, σειρά για τη δική τους μάχη, το δικό τους αγώνα στη σκυτάλη της ζωής.

Με τον άντρα της έσμιξαν το βράδυ αργά σαν επέστρεψε και εκείνος από την εταιρεία. Επικεφαλής στις πωλήσεις αντιπροσωπείας αυτοκινήτων, άνθρωπος που είχε αφήσει τον εαυτό του να απορροφηθεί στο μεγαλύτερο βαθμό του από το χωροχρόνο της δουλειάς του.

-Πάω σεμινάριο την ερχόμενη Πέμπτη στη δουλειά, άρχισε την κουβέντα η Λένα.
-Μάλιστα, έκανε ο Γιώργος βαριεστημένα.
-Κάτσε να ακούσεις τα ...καλά
-Δηλαδή ;
-Το Σεμινάριο γίνεται στη Σύρο, στην Ερμούπολη, μέχρι και το Σάββατο.
-Ερμούπολη ; γιατί έτσι ; έκανε απορημένα εκείνος.
-Έλα ντε.... δεν ξέρω, εκεί το διοργανώνουν, με ενημέρωσε σήμερα ο Διευθυντής, αφορά ξέπλυμα χρήματος και διερεύνηση συναλλαγών, δίνουν λέει μεγάλη βαρύτητα και πρέπει να πάμε, να σου πω, θέλεις να πάμε μαζί ; τουλάχιστον να σε περιμένω εκεί Σάββατο, να κάνουμε διήμερο παρέα και επιστρέφουμε ; τα παιδιά δεν θα έχουν θέμα, τι λες ; είναι ευκαιρία έτσι για μια μικρή δραπέτευση.
Το είπε η Λένα με μια διάθεση γλυκιάς πρόσκλησης προς τον άντρα της. Είχανε να βρεθούνε μόνοι σε ένα έστω τέτοιο διάλειμμα ούτε και εκείνη δεν θυμόταν. Ο Γιώργος, ήταν σαφής:
-Δεν μπορώ Λένα, δεν μπορώ να λείψω καθόλου, έχουμε θέματα, η σαιζόν πάει στις γιορτές, οι στόχοι τρέχουν, το δίκτυο περιμένει πλάνα και επίβλεψη.
-Πλάνα, πλάνα, στόχοι, πωλήσεις......αμάν βρε παιδί μου, για ένα Σάββατο στην ουσία μιλάω, θα κάνει καλό και σε σένα και μένα, έχουμε να βρεθούμε μαζί ανάθεμα αν θυμάμαι.
-Δηλαδή βρε Λένα, αν σου έλεγα εσένα το ανάποδο, νάρθεις μαζί μου κάπου, ξέρω εγώ ; στη Θεσσαλονίκη για ένα 3ήμερο σε συνδυασμό με τη δουλειά μου, θα έπαιρνες άδεια νάρθεις ;
Πήγε και έκατσε αντίκρυ του στην πολυθρόνα του σαλονιού. Στο μυαλό της έτρεχαν σκέψεις, συμφωνούσε και διαφωνούσε μαζί, η ανάσα της πρόδιδε μια αγωνία για το ρυθμό της ζωής τους, τις δουλειές τους και το κομμάτι ζωής που τους απορροφούσε.
-Πήγαινε, δεν έχω κάποιο πρόβλημα εγώ, δεν είμαστε μωρά αν μείνουμε τρεις μέρες μόνοι μας κοτζάμ νταγλαράδες και μια ολάκερη γυναίκα.
-Εντάξει, είπε με μια διάθεση απογοήτευσης η Λένα, πάμε τώρα να φάμε κάτι.
-Έφαγα κάτι έξω, είπε ο Γιώργος.
-Ωωωω και εγώ ετοίμαζα από χθες,
-Τι να κάνω, είμαι από το πρωί έξω, κάπως έπρεπε να βολέψω την πείνα μου, είναι και βράδυ, άστο.

Οι ρυθμοί της ζωής τους, ειδικά εκείνου, είχαν βάλει απόσταση στην καθημερινότητά τους. Εκείνη προσπαθούσε να είναι όσο γίνεται συνεπής και το πάλευε να γυρίζει σπίτι της έτσι ώστε να είναι κοντά τους. Ο άντρας της ήταν μέρες που χάνονταν εντελώς. Όταν έφευγε εκείνη, ο Γιώργος κοιμόταν, επέστρεφε πολλές φορές αργά το βράδυ. Όλο αυτό συνεχίζονταν χρόνια. Ήταν φορές που της έλειπε έντονα μια διάθεση κουβέντας, μια επικοινωνία, να κάνουν πράματα, να ζήσουν απλές προσωπικές στιγμές. Να βγουν έξω για ψώνια, να πάνε κάπου, να δουν κάποιους φίλους. Αναζητούσε έντονα την ανθρώπινη επαφή, ήταν Γυναίκα. Της έλειπε ένα χάδι, ένα απλό άγγιγμα, ένα αυθόρμητο ερωτικό σμίξιμο. Ο άντρας της αφέθηκε στην εικόνα μιας τηλεοπτικής συζήτησης και εκείνη σκέφτηκε πόσο καιρό είχαν να κάνουν έρωτα, να νιώσουν ξέγνοιαστοι, ανέμελοι, να σπάσουν τη ρουτίνα, την ίδια μονότονη γραμμή ζωής.
Η Νύχτα προχώρησε με ελάχιστες κουβέντες, με μπόλικη σιωπή και μηχανικές κινήσεις και αρκετές σκέψεις στο μυαλό της Λένας να προσπαθεί με αγωνία να τις αποδιώξει.

Ήταν μια συννεφιασμένη Πέμπτη του Νοέμβρη, το καράβι για τη Σύρο έφευγε στις 07:30 από Πειραιά. Η Λένα ήταν ήδη στο πλοίο και τακτοποιούσε τα πράγματά της σε μια θέση που βρήκε στο σαλόνι. Η Λίστα των συναδέλφων που κοίταξε πριν φύγει δεν της έδειξαν κάποιον ή κάποια γνωστή συνεπώς δεν είχε να αναζητήσει κανέναν στο πλοίο. Φυσικά ήξερε ότι κάποιος ή κάποιοι συνεπιβάτες της θα ήταν εκεί κάπου γύρω αλλά μέσα στις τρεις και μισή περίπου ώρες που ήταν το ταξίδι δεν θα καθόταν να ψάξει. Προτιμούσε να χαλαρώσει. Έξω η θάλασσα ήταν ήρεμη. Λογικά θα είχαν ένα όμορφο ταξίδι. Το πλοίο ξεκίνησε, ο Πειραιάς σε λίγο έφυγε από το κάδρο των ματιών της. Βγήκε λίγο στην κουπαστή στο κατάστρωμα. Ένιωσε το κύμα του αγέρα απ τον Σαρωνικό να την χαϊδεύει έντονα στο πρόσωπο. Άπλωσε το βλέμμα της πέρα στον ορίζοντα. Από τη μια η δαντελωτή ακτογραμμή της Αττικής ως πέρα το Σούνιο, απ την άλλη, το γαλάζιο με απόχρωση γκρι στον Σαρωνικό. Η Θάλασσα το Φθινόπωρο και το Χειμώνα παίρνει ένα δικό της εντυπωσιακό χρώμα. Το ήρεμο γαλάζιο δίνει τη θέση του στο γκρίζο που σαν συννεφιάζει γίνεται σκούρο γκρι και τα νερά αποκτούν μια αγριάδα που κρύβουν στα άδυτά τους κάτι σαν αιωρούμενη απειλή.


Η Λένα μπήκε στο σαλόνι και έκατσε στο καφέ του σαλονιού στα καρεκλάκια του μπαρ. Παρά τα 45 της χρόνια ο χρόνος κύλαγε από πάνω της με τρυφερότητα, διακριτικά, χωρίς παραμορφώσεις και άσχημες ανταύγειες. Εξακολουθούσε να είναι μια γλυκιά γυναίκα. Τα καφέ καστανά της μαλλιά κοντά τελείωναν με ένα όμορφο χάδι στους ώμους της. Το σώμα της διατηρούσε μια καλή αισθητική. Η ίδια δεν ήταν από τις γυναίκες που έδινε στην εξωτερική της όψη την έντονη επέμβαση που έδιναν άλλες γυναίκες του συναφιού της. Ναι μεν πρόσεχε τον εαυτό της όσο μπορούσε, αλλά δεν ήταν το υστερικό της μέλημα ή κάποια εμμονή της. Κάθισε στο μπαρ και ξεκίνησε να απολαμβάνει τον καφέ της έχοντας δίπλα της την εφημερίδα της και τα τσιγάρα της. Τα αρκετά αντρικά μάτια που σταματούσαν στο πέρασμά τους είτε από κοντά είτε από μακριά της άφηναν την αίσθηση ότι άρεσε και αυτό αφενός μεν την κολάκευε σαν γυναίκα από την άλλη όμως έκανε πιο έντονο το αίσθημα της μοναχικότητας και του κενού της επαφής που ένιωθε.

Οι ώρες πέρασαν εύκολα και σύντομα το βλέμμα της έπεσε στην είσοδο του λιμανιού της Ερμούπολης που λικνίζονταν στα μάτια της φορώντας ένα πανέμορφο Φθινοπωρινό πρωινό έτοιμο να την καλοδεχτεί μετά από τόσα χρόνια. Αντίκρυ της οι δύο λόφοι της Άνω Σύρας και της Ανάστασης ξύπνησαν με μιας όμορφες μνήμες παλιών διακοπών. Η διαδικασία της αποβίβασης την ανάγκασαν να διακόψει κάθε αναπόληση για να κατέβει και να τραβήξει με τις λίγες αποσκευές της στο ξενοδοχείο με ένα ταξί.


Το ξενοδοχείο που θα έμενε ήταν στα "Βαπόρια" σε μια υπέροχη και ιστορική συνοικία της Ερμούπολης με φόντο τη θάλασσα και απέναντι την Τήνο και πιο πέρα τη Μύκονο. Μέσα στο ξενοδοχείο ήταν και ένας μικρός συνεδριακός χώρος που θα ήταν και η επαγγελματική τους λειτουργία στο σεμινάριο. Μίλησε με το χώρο υποδοχής του σεμιναρίου, έκανε τις πρώτες επαγγελματικές της επαφές, τις πρώτες γνωριμίες με τους υπεύθυνους συναδέλφους της, οργανωτές και συμμετέχοντες και αποσύρθηκε στο δωμάτιό της για να τακτοποιηθεί και οργανωθεί.

Το δωμάτιο ήταν όμορφο, απλό, λειτουργικό ντυμένο σε μια νησιώτικη και παραδοσιακή φρεσκάδα. Αφού τελείωσε με τα πράγματά της, μεσημέρι πια, άνοιξε την μπαλκονόπορτα του δωματίου της. Ο Φρέσκος πελαγίσιος αγέρας την έλουσε σαν χάδι στο πρόσωπο. Η Μέρα ήταν συννεφιασμένη αρκετά αλλά ο καιρός γλυκός. Ξεκούρασε το βλέμμα της πέρα στα πανέμορφα αρχοντικά της κλασικής και ιστορικής συνοικίας. Ομορφιά και παράδοση παντού. Χρώματα, λαϊκή αρχιτεκτονική, το λιμάνι κάτω στα πόδια της και στο βάθος η θάλασσα. Πήρε μια βαθιά ανάσα, ένιωσε να γαληνεύει το μυαλό της πραγματικά. Σκέφτηκε τα λόγια του διευθυντού της και χαμογέλασε αναγνωρίζοντας το δίκιο του σαν της έλεγε ότι θα είχε και την όμορφη πλευρά της η ιστορία αυτή. Ενημέρωσε τον άντρα της για την άφιξή της, μια τυπική τηλεφωνία μεταξύ τους, είχε ένα άγχος όπως πάντα σαν μια Γυναίκα του σπιτιού, για το πως θα τα περάσουν εκεί αλλά είχε απόλυτη εμπιστοσύνη στην νέα αναδυόμενη νοικοκυρούλα του σπιτιού, την κόρη της την Ηρώ.

Η Ώρα πρώτης επαγγελματικής συνάντησης του σεμιναρίου ήταν για τις πέντε το απόγευμα, πράγμα που έγινε. Γνωριμίες, συστάσεις, πολύ καλό το κλίμα, ζόρικο και το αντικείμενο, άψογη η ξενοδοχειακή υποστήριξη του σεμιναρίου ήταν παράγοντες που απάλυναν τις ώρες που κυλούσαν εκεί. Ο Χρόνος της μέρας μοιράστηκε σε δύο κομμάτια. Το πρωινό και το απογευματινό. Η Συνέχεια για το βράδυ ελεύθερη. Όλοι, συνάδελφοι και εκπαιδευτές είχαν κάνει ένα μικρό σμάρι, άλλοτε συνολικά άλλοτε σε μικρά πηγαδάκια. Η Λένα την πρώτη βραδιά ένιωσε την απουσία του σπιτιού της έντονα. Τα αγαπημένα της πρόσωπα, το χώρο της. Όπως εκεί μόνη ελεύθερη σε ένα κρεβάτι ένιωσε και κάποιες παράξενες διαθέσεις, σκέψεις, νοσταλγίες στιγμών ζωής που της θύμισαν έντονα ότι είναι Γυναίκα. Σαν το υφάδι ενός μόνου ρόλου στη ζωή της να έχανε την απολυτότητά του, και να έδινε τη θέση του σε στιγμές που τις φάνηκαν παράξενες. Κάποιες νυχτερινές στιγμές μετά το μπάνιο της, ελεύθερη από τα ρούχα της, τις τυπικές δεσμεύσεις του σπιτιού, τις υποχρεώσεις της ρουτίνας, πρόσεξε πολύ περισσότερο ότι το σώμα της δήλωνε "παρών" με πιο έντονο τρόπο στη διάθεσή της. Μπόρεσε να κυκλοφορήσει ελεύθερα γυμνή στο ζεστό και φιλικό δωμάτιό της, άρχισε να νιώθει τους παλμούς της καρδιάς της πιο δυνατά, σαν φτερούγισμα στις αισθήσεις της. Το υποδέχτηκε με ανάμικτα συναισθήματα. Απόρησε, χαμογέλασε, ταράχτηκε κάποιες στιγμές, αφέθηκε κάποιες άλλες, μέχρι που κάποια ερωτήματα στριφογύρισαν στο μυαλό της: "Τι έπαθα και νιώθω έτσι ;", "τι είναι αυτό που παιχνιδίζει μέσα μου σαρανταπέντε χρονών γυναίκα ; "

-Ουφ σήμερα ήταν πραγματικά κουραστικά...
Την προσοχή της διέκοψαν τα λόγια μιας συναδέλφου της δίπλα. Η ώρα ήταν 2:30 μεσημέρι, είχαν κλείσει το σεμινάριο και είχαν μαζευτεί σε κάποιο φουαγιέ του ξενοδοχείου για να ετοιμαστούν για το μεσημεριανό τους φαγητό.
-Καλησπέρα σου και από κοντά, είμαι η Ξένια Ροδανάκη, είπε με ένα γλυκό ύφος η νεαρότερή της συνάδελφος με το κοντό ξανθοκόκκινο μαλλί της απλώνοντας ευγενικά το χέρι στη Λένα.
-Καλησπέρα σου Ξένια μου, είμαι η Λένα η Κλεοβούλου, κάπου θα με πήρε το μάτι σου μέσα στην αίθουσα.
-Σε γνωρίζω όχι μόνο από σήμερα Λένα, μια φορά έχουμε μιλήσει στο τηλέφωνο υπηρεσιακά, σε πήρα κάτι σου είχα ζητήσει για μια υπόθεση.
-Από που ;
-Είμαι στην Περιφέρεια Κρήτης στο Ηράκλειο, ε η φήμη σου είναι γνωστή σε όλο το δίκτυο, μάλλον όχι μόνο η φήμη σου αλλά και η εξαίρετη συναδελφικότητά σου, πάντα έχεις ένα κάτι να μας στηρίξεις.
-Ευχαριστώ κορίτσι μου για τα λόγια σου, ειλικρινά χαίρομαι, αποκρίθηκε η Λένα σε μια κουβέντα που ξεκίναγε μεταξύ τους με αρκετή ζεστασιά απαλλαγμένη από υπηρεσιακά κλισέ και υποχρεώσεις.
-Ένα ακόμα πρωινό, αύριο Σάββατο και ...τέρμα είπε η Ξένια.
-Ναι, σήμερα ήταν κουραστικό, έχουμε και το βράδυ και όσο νάναι βαρύναμε.
-Θέλεις να φάμε παρέα ; ζήτησε διακριτικά και ευγενικά η Ξένια.
-Πολύ ευχαρίστως, πάμε να τα πούμε κιόλας και εγώ έχω ανάγκη μιας παρέας.

Σε λίγο είχαν τακτοποιηθεί σε ένα τραπέζι κοντά στο μεγάλο τζαμωτό του εστιατορίου του ξενοδοχείου και απολάμβαναν κουβεντούλα γνωριμίας, υπηρεσιακών αλλά και γενικά διαφόρων θεμάτων και ένα όμορφο Φθινοπωρινό μεσημέρι με θέα κάτω τα πολυτελή αρχοντικά στην Ερμούπολη. Η ζεστασιά της κουβέντας τους, το γλυκό χαμόγελο και η αμεσότητα που έβγαζε η Ξένια έδωσε στην κουβέντα τους έναν ελεύθερο αυθορμητισμό. Η Λένα είχε βρει μια παρέα και απολάμβανε το χρόνο μαζί της με τρόπο που την ξεκούραζε πραγματικά.
-Βρε Ξένια μου, ξέρεις πόσο καιρό είχα να χαλαρώσω έτσι μεσημέρι, με φαγητό και κουβεντούλα ; Ειλικρινά σε ευχαριστώ για την πρόσκληση.
-Είναι όμορφο πράγμα και σημαντικό Λένα να δίνουμε στιγμές στον εαυτό μας. Το δικαιούμαστε, δεν είναι εγωιστικό να πω το αξίζουμε. Και εγώ ειλικρινά το απόλαυσα.
Η Ώρα πέρασε αρκετά και γύρω στις 4 το κατάλαβαν. Σηκώθηκαν αλαφιασμένες. Η Ξένια είπε:
-Πωπωπωπω, στις 5:30 ξεκινάμε πάλι, να πάω λίγο στο δωμάτιό μου να ρίξω λίγο νερό επάνω μου και τα ξαναλέμε στην αίθουσα το απόγευμα.
-Ναι και εγώ, συμφώνησε η Λένα, άντε, άντε γιατί αφεθήκαμε, τα λέμε κάτω.
Η Ξένια της άπλωσε το χέρι ζεστά:
-Λένα, έκανε κοιτώντας την στα μάτια με εκείνο το γλυκό της χαμόγελο "η ώρα που περάσαμε για μένα ήταν πολύ όμορφη, σε ευχαριστώ".
Η Λένα ανταποκρίθηκε στον χαιρετισμό της. Ένιωσε το χέρι της ζεστό, ανθρώπινο. Την κοίταξε στα μάτια.
-Και εγώ ειλικρινά...!
-Λοιπόν, κερνάω καφέ έξω Ερμούπολη, μετά το βραδάκι, είσαι ; έριξε την πρόταση η Ξένια.
-Είμαι......πάμε λοιπόν.

Μετά την ολοκλήρωση και του απογευματινού κομματιού του σεμιναρίου, βρέθηκαν όπως συμφώνησαν έξω, Παρασκευή βράδυ για καφεδάκι σε ένα γραφικό ήσυχο art cafe στην παραλία της Ερμούπολης. Μίλησαν αρκετά, για πολλά. Μια ζεστή εξοικείωση τύλιξε την συνάντησή τους με κουβέντα πάνω σε πολλά και επαγγελματικά και άλλα θέματα. Το βράδυ γύρισαν στο ξενοδοχείο.
-Λοιπόν Λένα ; αύριο μετά το μεσημέρι το σεμινάριο τελειώνει, μας μένει ένα ολάκερο Σαββατόβραδο ελεύθερες πριν φύγουμε Κυριακή πρωί, έχω πρόταση. Είπε η Ξένια λίγο πριν χωρίσουν για τα δωμάτιά τους.
-Τι πρόταση ; για λεγε.
-Δικαιούμαστε ένα δικό μας βράδυ... ποιος ξέρει πότε θα βρεθούμε σε ανάλογη κατάσταση ; ένα βράδυ δικό μας σε ένα όμορφο Νησί. Προτείνω έξοδο....!
-Είσαι νέα γυναίκα Ξένια, τι με θες εμένα σε τέτοια ; βγες παιδί μου εσύ μονάχη σου.
-Έλα έλα πάψε....! άστα αυτά, αναστολές τέρμα, δεν είπα να ξεφύγουμε, μίλησα να βγούμε για ένα ποτό, έλαα...! τα γλυκά της μάτια διασταυρώθηκαν παρακλητικά με της Λένας. Αυτή η γυναίκα είχε έναν απλό μα τρυφερό τρόπο να σε σκλαβώνει.
-Εντάξει, ας ξημερώσουμε καλά, να τελειώσουμε και αύριο κανονίζουμε, πάμε τώρα.

Κίνησαν για τα δωμάτιά τους. Η Λένα μπήκε στο δικό της και ξεκίνησε να γδύνεται για ύπνο καθώς η ώρα είχε περάσει. Ένα ακόμα τηλέφωνο στο σπίτι της για επιβεβαιώσει ότι δεν έχουν εκεί κανένα πρόβλημα. Η Φωνή του αγοριού της ήταν καθησυχαστική
-Όλα καλά Μαμά, μην ανησυχείς, κανένα πρόβλημα, κοίτα να περνάς και εσύ καλά, ήχησε γλυκά η φωνή του γιου της στα αυτιά της.
-Ο Πατέρας σου είναι εκεί να του πω μια καληνύχτα ;
-Όχι Μαμά έχει βγει με κάτι συνεργάτες απ το γραφείο του και κάτι πελάτες μας είπε.
-Καλά, χαιρετίσματα να του πεις.
Η Λένα έκλεισε τη συνομιλία. Ο άντρας της είχε βγει. Κάπως της φάνηκε μέσα της. Στη σκέψη της κλωθογύρισε το κάλεσμά της να έρθει να τη βρει εδώ να γυρίσουν μαζί. Όμως... Είχε γδυθεί και ετοιμαστεί στο κρεβάτι της. Προσπάθησε να διώξει την προηγούμενη σκέψη και στο μυαλό της επέστρεψε η Ξένια. Το χαμόγελό της, η ζεστασιά της, η παρουσία της. Ένιωθε ένα κάποιο κενό μέσα της νάρχεται τούτη η Γυναίκα να το γεμίζει. Παρέα, πόσο ανάγκη έχει ένας άνθρωπος από μια παρέα κάποιες στιγμές. Με τις σκέψεις αυτές αφέθηκε στην αγκαλιά της νύχτας απλώνοντας γεμάτο αισθήσεις το κορμί της.


-Λοιπόν τι ώρα ; πες, γεμάτη προσμονή η Ξένια δίπλα της τακτοποιούσε τις λεπτομέρειες της βραδινής τους συνάντησης. Το Σεμινάριο είχε τελειώσει φουριόζικο. Ήταν όλοι κουρασμένοι καθώς και τα ζητήματα ήταν δύσκολα και απαιτούσαν καθολική συγκέντρωση. Έφαγαν όλοι μαζί σαν χαιρετισμό, μίλησαν σε ευχάριστο κλίμα, αντάλλαξαν προσωπικά στοιχεία, τακτοποίησαν επαγγελματικές εκκρεμότητες αναχώρησης και πλέον το Σάββατο του Νοέμβρη ξανοίγονταν λεύτερο στο χρόνο τους.
-Να πούμε στις εννέα ; αποκρίθηκε η Λένα.
-Εντάξει, στις εννέα εδώ κάτω στο σαλόνι. Καλό σου μεσημέρι.

Χώρισαν. Άφησε τον εαυτό της σε ένα χαλαρωτικό απογευματινό μπάνιο. Ξάπλωσε για να διώξει από πάνω της την κούραση της μέρας. Κατά τις επτά, ζήτησε έναν Γαλλικό καφέ από την reception και ξεκίνησε την προετοιμασία της για το βράδυ. Έξω είχε σκοτεινιάσει. Ο Καιρός ήταν βροχερός χωρίς πολύ κρύο. Η ζεστή υφή του καφέ απάλυνε τη γεύση της. Άρχισε να ετοιμάζει τα ρούχα της. Έξω το βλέμμα της έπεσε απ' το παράθυρο πέρα μακριά. 



Τα όμορφα αρχοντικά με το λιγοστό φως τους λιάζονταν στα νερά του λιμανιού. Πέρα στο βάθος ψηλά το φως του Σα-Τζώρτζη στην Άνω Σύρα έφεγγε σαν φανάρι μέσα στη νύχτα. Τα λαμπιόνια της Ερμούπολης έδιναν μια πρόωρη Χριστουγεννιάτικη μορφή στα μάτια της. Ίσια πέρα έβλεπε το καμπαναριό από τον Άγιο Νικόλαο των Πλουσίων, και πέρα απέναντι τα φώτα από τα Λαζαρέτα. Παλιές όμορφες εικόνες από μια πόλη που μπροστά της έμοιαζε σαν νυχτερινό κάρτ-ποστάλ.

Είχε καιρό να βγει έξω μόνη της εκτός οικογένειας και ένιωθε μια διάθεση νεότητας να την διαπερνάει. Στα σαράντα πέντε της χρόνια ήταν ελκυστική, είχε βέβαια αρκετές τις ...καμπύλες των χρόνων και τις ρυτίδες στο πρόσωπό της αλλά την έλεγες γλυκιά στην εμφάνιση. Φόρεσε ένα πορτοκαλοκόκκινο ολόσωμο φόρεμα, που ταίριαζε αρμονικά με τα καστανά της μαλλιά που έπεφταν στην αρχή των ώμων της. Ένα μεγάλο ντεκολτέ τόνιζε το στήθος της με τρόπο αξιοπρεπέστατα αισθησιακό. Η μαύρη ζώνη έδινε στο σχήμα των γοφών της την αρμόζουσα θηλυκότητα ενώ τα όμορφα ακόμα πόδια της είχαν ένα καλό τελείωμα στις μπορντώ γόβες της.



Πίνοντας τον καφέ της, ρίχνοντας σποραδικές ματιές στην ομορφιά που της έκλεβε την προσοχή απ το παράθυρο, συνέχισε το μακιγιάζ της. Τα χείλη της τονίστηκαν με ένα γλυκό κόκκινο του έρωτα και δύο όμορφα στρογγυλά ασημί σκουλαρίκια συμπλήρωσαν τα αξεσουάρ της. Όσο περνούσε η ώρα ένιωθε όλο και καλύτερα. Σαν μια γλυκιά προσμονή να την τύλιγε. Σαν να την περίμενε εκτονωτική αυτήν την έξοδο τελικά, σαν να αποφάσιζε να αφήσει τον εαυτό της να την χαρεί και να την απολαύσει σαν άνθρωπος.
Στις εννιά ήταν κάτω στο σαλόνι. Στο μπαρ την περίμενε ήδη η Ξένια. Ανοίγοντας το βήμα της προς τα εκεί ένα όμορφο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της ανταποκρινόμενο στο δικό της που την υποδέχτηκε ακόμα πιο εγκάρδια από πριν και αυτή τη φορά λιγότερο υπηρεσιακά.
-Κούκλα είσαι καλή μου...! έκανε η Λένα αντικρίζοντας μπροστά της την συνάδελφό της.
Ήταν πολύ όμορφη. Τα μεγάλα εκφραστικά της μάτια γεμάτα φρεσκάδα και ζωή τονίζονταν από το καστανό της eye-liner. Τα μαλλιά της καστανοκόκκινα κοντά σχημάτιζαν όμορφες ακανόνιστες απολήξεις πάνω στο πρόσωπό της. Στα χείλη της ένα σομόν ζεστό χρώμα έκλεινε ένα εκφραστικό πρόσωπο. Φορούσε ένα μαύρο εφαρμοστό παντελόνι που τόνιζε ιδιαίτερα τις καμπύλες του κορμιού της, με μια γκρενά μπλούζα ανοιχτή στο μπούστο. Ένα λευκό σακάκι έντυνε το σώμα της.

-Είμαστε έτοιμες ; όλα καλά ; απάντησε με χαμόγελο η Ξένια ;
-Όλα καλά...! έχεις κάτι συγκεκριμένο για να πάμε ;
-Εγώ όχι, άλλωστε δεν ξέρω καθόλου από τη Σύρο.
-Λοιπόν, εγώ ξέρω κάποια όμορφα μπαράκια εκτός Ερμούπολης αλλά είναι Νοέμβρης μήνας, κάτσε να μάθω αν είναι ανοιχτό κάποιο που γνωρίζω καλά κάτω στην παραλία.
Η Απάντηση ήταν θετική από την reception. Κάλεσαν ένα ταξί. Το μαγαζί που διάλεξε η Λένα, το ήξερε από παλιά, ήταν στην άλλη άκρη της Ερμούπολης κάτω στην παραλία. Το ταξί τους μετέφερε γρήγορα εκεί. Κατέβηκαν. Ο Καιρός φόρτωνε κατά τα Δυτικά και παρά τη νύχτα τα βαριά φορτωμένα σύννεφα ήταν διακριτά στον ουρανό. Μπήκαν στο μαγαζί ρουφώντας αμέσως τη ζεστασιά του. Ζεστός χώρος, ντυμένος στο ξύλο και στην θαλασσινή παράδοση. Όμορφα κάδρα γεμάτα τέχνη και παλιό κινηματογράφο. Αρκετός κόσμος είτε σε ζευγάρια, είτε μόνος, είτε σε παρέες. Έκατσαν, ένιωσαν άνετα, παράγγειλαν τα ποτά τους, τα πρώτα τους βήματα να περιεργαστούν, να σχολιάσουν το όμορφο στήσιμο του χώρο ολόγυρά τους. Φώτα γλυκά, φιλικά, δημιουργούσαν μια ατμόσφαιρα που έδινε άπλετο χώρο στις αισθήσεις.
Η Μουσική των "Nightwish" στα κλασικά τους αργά τραγούδια. Οι στιγμές πέρναγαν με κουβέντα, που τα ταξίδια της την πήγαν όπου μπορούσε να φανταστεί κανείς. Σε ένα κλίμα, που ώρα την ώρα γινόταν όλο και πιο ζεστό. Απέναντί τους οι τρεμόπαιζαν οι φλόγες από το τζάκι στο μαγαζί ενώ οι αναλαμπές του φώτιζαν τα ήδη ροδισμένα τους, από το ποτό, πρόσωπα.



-Είναι όμορφα, είναι πολύ όμορφα εδώ, πολύ καλή εκλογή, έκανε η Ξένια.
-Το θυμόμουνα το μαγαζί απ την τελευταία φορά που ήρθαμε διακοπες, απάντησε η Λένα.
-Βγαίνεις μόνη σου καθόλου Λένα ; θέλω να πω μοιράζεσαι στιγμές προσωπικές σου στιγμές με τον άντρα σου ; την ρώτησε με έκδηλο ενδιαφέρον η Ξένια. Η Λένα λογάριασε την απάντησή της και αποκρίθηκε
-Ξένια, έχεις οικογένεια ; είσαι παντρεμένη ;
-Όχι, την έκοψε η κοπέλα, "συζούσα με κάποιον για ένα διάστημα αλλά όλο αυτό έληξε άδοξα, θα έλεγα με τον χειρότερο τρόπο"
-Γιατί ;
Το βλέμμα της Ξένιας βάρυνε. Ήπιε μια γουλιά απ το ποτό της έντονα.
-Γιατί άμα σχέση βασίζεται στο αίσθημα της ιδιοκτησίας Λένα τότε εύκολα το λαμπερό του πρώτου έρωτα μπορεί να γίνει γκρίζο χωρίς να το καταλάβεις.
-Καταλαβαίνω... είπε η Λένα κάνοντας αμήχανα κύκλο στο στόμιο του ποτηριού της με το δάχτυλό της.
-Ένας έρωτας με αγάπες και λουλούδια κατέληξε σε βία...είχα άσχημες εμπειρίες που με σημάδεψαν.  
-Συγγνώμη κορίτσι μου δεν ήθελα να στις ξαναφέρω.
Η Ξένια άπλωσε το χέρι της, αναζήτησε και άγγιξε το χέρι της Λένας, τα δάχτυλά τους πλέχτηκαν εκφραστικά.
-Κάθε Γυναίκα, κάθε άνθρωπος σέρνει τα δικά του βιώματα μωρέ... εντάξει....αλλά ας μην το βαρύνουμε, σε ευχαριστώ.
-Εγώ σε ευχαριστώ που ανοίγεσαι στην κουβέντα μας, πρόσθεσε η Λένα.
-"Εσύ ; πως ζεις ; τι λες για σένα ; " άφησε το χέρι της και άναψε ένα τσιγάρο. Η Λένα ακολούθησε στην κίνηση. Η Μουσική και τα λόγια από το "While your lips are still red" των Nightwish σαν να άφησαν τη Λένα να βγάλει πράγματα.
-Ε, καταλαβαίνεις, πως είναι τώρα, παντρεμένη χρόνια, σπίτι, δουλειά, πίεση, άντρας με καριέρα, κενά, απουσίες, αναζητήσεις.
-Εκείνος ;
-Ξένια, όπως όλες οι έγγαμες σχέσεις ενός μεσοαστικού σπιτιού. Καθωσπρεπισμός, λίγες κοινές στιγμές, κυνήγι για το αύριο...
-Η Σχέση σας ;
Δεν ήξερε γιατί άφηνε ολοένα και περισσότερο τον εαυτό της σε τούτη τη μικρή αλληλοεξομολόγηση με την Ξένια. Συνήθως πάντα ήταν σφιγμένη, δεν το επέτρεπε στον εαυτό της, όμως απόψε όλα είχαν πάρει έναν τελείως διαφορετικό δρόμο. Ένα μονοπάτι που δεν είχε διαβεί ποτέ.
-Η Σχέση μας... συνυπάρχουμε Ξένια. Όπως συνυπάρχουν άπειροι άνθρωποι γύρω μας ντυμένοι στο φτιασιδωμένο χαμόγελο της επιτυχίας. Βουτηγμένοι στην αποστειρωμένη σιωπή. 
Η Ξένια την κοίταξε εκφραστικά ίσια στα μάτια.
-Οι δικές σας στιγμές ; οι ερωτικές σας στιγμές ;
Η Λένα χαμογέλασε, λίγο πειραχτικά, λίγο πικρά.
-Έλα βρε Ξένια, τι ψάχνεις, την μαντεύεις την απάντηση. Κάπου-κάπου, ίσως...
-Κάναμε μια μεγάλη στιγμή μεταξύ δύο συντρόφων είτε ενοχή, είτε φαντασίωση, είτε την εξορίσαμε στα αζήτητα, μονολόγησε η Ξένια.
-Κάπως έτσι...

Ο Ρυθμός της μουσικής στο bar έγινε πιο δυνατός, γεμάτος μελωδικά bit που έδινε έναν ιδιαίτερο αισθησιακό μοτίβο ολόγυρά τους. Αφέθηκαν στην ώρα και στο χρόνο χωρίς σκέψεις. Χαμογέλασαν, σχολίασαν, σιγοψιθύρισαν τον σκοπό του τραγουδιού που άκουγαν, τα ποτά τους συνόδευαν σε σημείο μιας γλυκιάς ζάλης να παίρνει τη σκέψη τους. Ήταν στιγμές που ένιωσαν σαν νεαρά κορίτσια, πέταξαν από πάνω τους τα κουμπωμένα "πρέπει" και τα "δεν κάνει" και έγιναν ένα όμορφο ανέμελο κουβάρι μέσα σε όλο το μαγαζί. Μια ανέμελη παρέα και εκείνες και τα διπλανά τους τραπέζια.

Ναι, εκείνη η νεαρή Γυναίκα, η Ξένια, κάπου στα 37-38 της, πήρε τη Λένα σε ένα ταξίδι όμορφων στιγμών, την τράβηξε από το ένδυμα της ρουτίνας σε κάτι που γινόταν ολοένα και πιο διαφορετικό.

-Ξένια... η ώρα πέρασε, κοντεύει τρεις...! και αν πρόσεξες έξω άρχισε να αστράφτει για τα καλά. Μήπως να φεύγαμε ;
-Αφού κατάφερες και είδες τι γίνεται έξω Λένα μου, μετά όλα τούτα τα ποτά, τότε είσαι μια χαρά. Δεν θέλω να φύγουμε αλλά εντάξει, θα ακούσω τη γνώμη σου, αποκρίθηκε η κοπέλα.
Πλήρωσαν, σηκώθηκαν, ένιωθαν μια γλυκιά ζαλάδα όχι να τις χαλάσει αλλά να τις κάνει ακόμα πιο εκδηλωτικές. Βγήκαν έξω στον καθαρό αγέρα. Ο Νοτιοδυτικός άνεμος κατέβαινε από τα υψώματα της Σύρου απειλητικός, ο ουρανός είχε την αγριάδα του, η βροχή απειλούσε να ξεσπάσει σε κάθε στιγμή. Μπήκαν σε ένα ταξί. Της άφησε στο Τελωνείο κάτω στο Λιμάνι. Άρχισαν να περπατούν ανασαίνοντας την υγρή ατμόσφαιρα και το απόμακρο βουητό των κεραυνών που ολοένα και ακούγονταν κοντύτερα.
-Να περπατήσουμε λιγάκι μέχρι το Ξενοδοχείο ; είπε η Ξένια απαλά
-Ναι...πάμε


Ξεκίνησαν ανηφορίζοντας τα στενά στα "Βαπόρια" πάντα με θέα το πέλαγος προς την Τήνο.
-Αύριο φεύγουμε Λένα, τελειώνει όλο αυτό, ψέλισε η Ξένια με μια διάθεση παράξενη, τρυφερή.
Η Λένα μάζευε σκέψεις στο μυαλό της ήταν φανερό αλλά σαν να μην τολμούσε να τις πει δυνατά. Το χέρι της Ξένιας, μέσα στην απόλυτη ηρεμία της νύχτας, απλώθηκε ζητώντας το δικό της. Στο άγγιγμά της η Λένα ρίγησε. Κάτι σαν να πέρασε μέσα της σαν αναστολή, σαν χτυποκάρδι. Αφέθηκε. Τα χέρια τους ενώθηκαν σε ένα πλέξιμο τρυφερό, που ακολουθούσε τα βήματά τους στα στενοσόκακα. Η Γλυκιά ζάλη ήταν σαν ένα μαγικό χαλί να τις ταξιδεύει στην νυχτερινή αύρα.

-Είναι στο χέρι μας να κρατήσουμε στιγμές και ανθρώπους στη ζωή μας Ξένια..
-Θα το ήθελα, θα το ήθελα πολύ, είπε εκείνη κομπιάζοντας, και συνέχισε
-Ξέρω....είναι μερικά πράγματα που είναι απέναντι από τη λογική, έχουν απέναντί τους τον κόσμο μας, αυτό που έχουμε χτίσει, αυτό που έχουμε οικοδομήσει. Είναι μερικές στιγμές που βγαίνουν σαν φωτιά από μέσα μας γυρεύοντας να εκφραστούν, να τις ζήσουμε. Είναι παράταιρες, διαφορετικές, αλλά.....
Κόμπιασε σαν να πνίγονταν. Η Λένα την άκουγε σιωπηρή. Καταλάβαινε αλλά δεν τολμούσε να ακολουθήσει ένα ειρμό σκέψης που την συνέπαιρνε συθέμελα σε άλλα ταξίδια, σε άλλες δραπετεύσεις. Ένιωθε μονάχα το χέρι της να την σφίγγει πιο σφιχτά, πιο τρυφερά, και ναι, δεν λάθεψε, το ένιωθε, ερωτικά.
-Σε τρομάζω ε ; τη ρώτησε η Ξένια χωρίς να την κοιτά. "Δεν θέλω να χαλάσω το παραμικρό απ τη ζωή σου Λένα, την θεωρώ άβατη, ιερή επιλογή σου, απλά, είναι στιγμές που..."
-Δεν με τρομάζεις εσύ Ξένια...! αλλά ο εαυτός μου...! αυτό το περίβλημα στο οποίο εγώ μπήκα και αφέθηκα, αποκρίθηκε η Λένα, κοιτάζοντάς την. Απλά φοβάμαι... φοβάμαι εμένα...φοβάμαι τα πάντα...
-Ωωωωω έπιασε βροχή και προλαβαίνουμε δεν προλαβαίνουμε, έκοψε τη στιγμή η Ξένια καθώς χοντρές σταγόνες βροχής έκαναν έντονη την παρουσία τους. Ξεκίνησαν να τρέχουν τη λίγη ακόμα απόσταση που έμενε για το Ξενοδοχείο τους αλλά η δυνατή καταιγίδα της είχε προλάβει. Η Ώρα ήταν κοντά τέσσερις, η Λένα κάπου λαχάνιασε, παραπάτησε. Πέρασαν το κατώφλι του Ξενοδοχείου ήδη μουσκεμένες.
-Έλα να σε πάω στο δωμάτιό σου, έκανε η Ξένια..
-Εμ γόβες και σαρανταπέντε χρονών και τρέξιμο είναι κάπως, είπε η Λένα με διάθεση να αυτοσαρκαστεί.
Μπήκαν στο δωμάτιο της Λένας. Έβγαλε το Σακάκι της λαχανιασμένη.
-Δεν βγάζεις το σακάκι σου να πάρεις μια ανάσα άντε, είπε και στην Ξένια.
Η Ξένια την πλησίασε.
-Είσαι καλά ; νιώθεις καλά ; την ρώτησε ακουμπώντας στον ώμο της ενώ το χέρι της έτρεξε στα μαλλιά της. Η Λένα ένιωθε μέσα της τη δική της καταιγίδα να καλπάζει χωρίς σταματημό σαν ηφαίστειο. Έξω οι κεραυνοί αυλάκωναν τον ουρανό στο πέλαγο φωτίζοντας τη θάλασσα και τα σπίτια. Σαν τη δύναμη της φύσης να ανασηκώνει αντάρα στις αισθήσεις έφερε τις δύο γυναίκες στο μέσο του δωματίου στο μικρό γραφείο να αγκαλιάζονται σφιχτά, λυτρωτικά. Τα χείλη τους ενώθηκαν σε ένα φιλί που έγινε ένα με τα υγρά από τη βροχή πρόσωπά τους.
Η Λένα δεν ήξερε αν έπρεπε να ουρλιάξει από τρόμο ή από ηδονή. Φουριόζες αμέτρητες ενοχές κατέβαιναν απειλητικά με ταχύτητα καταιγίδας στη σκέψη της καθώς ένιωθε τα ρούχα της να αφαιρούνται ένα το ένα και με δική της συμμετοχή. Οι συσπάσεις στο πρόσωπό της δεν ήξερες αν είναι από τρόμο σε αυτό που πρωτόγνωρα ζούσε ή από την απίστευτη ηδονή που βίωνε καθώς τα χέρια και τα χείλη της Ξένιας κινήθηκαν ήδη στο γυμνό της στήθος και ταξίδευαν στο υπόλοιπο κορμί της απειλητικοί κουρσάροι αισθησιασμού προς την κορύφωση.


Δεν κατάλαβαν πως βρέθηκαν στο κρεβάτι ολόγυμνες, παραδομένες, σε ένα ερωτικό τοπίο άναρχο, ανατρεπτικό, παράταιρο, με τη δίψα των κορμιών τους να γυρεύει την έκφραση και τις αισθήσεις σαν νάταν φυλακισμένες χρόνια σε κελάρια απαγορεύσεων και ενοχών.
Η Ξένια την είχε αγκαλιάσει παντού με τη φωτιά του κορμιού της, της χάριζε ανείπωτες στιγμές ηδονής σε χάδια που την τρόμαζαν, σε στιγμές που της φάνηκαν τόσο μα τόσο ξεχασμένες να τις ζει ξανά με την ιστορία να γράφεται αλλιώς, διαφορετικά. Οι αναστολές της λύγισαν μπροστά στη δύναμη της φύσης και των αισθήσεων. Ένιωσε το κορμί της να σπαράζει σαν τα χείλη και τα χέρια της Ξένιας κατέβηκαν χαμηλά σε κάθε εκατοστό από το σώμα της, ως τα πόδια της. Αφέθηκε, ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα, ακολούθησε άναρχα, άπειρα, άμορφα, όπως της έβγαινε. Δεν ήξερε αν η καταιγίδα που βίωνε μέσα της ήταν πιο δυνατή η ίδια με αυτή που έξω ανατάραζε τη νύχτα. Δεν πίστευε ότι το κορμί της θα πρόσφερε τέτοια ηδονή στην Ξένια την ώρα που τα βλέμματά τους ενώνονταν σε αυτό το ερωτικό σμίξιμο. Στριφογύρισαν ερωτικά, παθιασμένα, το τραγούδι των ηδονών. Στα μάτια της πηγαινοέρχονταν "οχι", "μη", "τι κάνεις", "δεν πρέπει", αλλά το γεμάτο φωτιά αλλά συνάμα και τρυφερό χάδι της ερωτικής αυτής κοπέλας εκείνες τις στιγμές τα γκρέμισαν όλα συθέμελα.

Οι οργασμοί τους, η κορύφωσή τους ήρθε με τρόπο που το κύμα της ταραγμένης θάλασσας σπάει στο σκληρό βράχο σηκώνοντας ορυμαγδό αφρού, ήχου και κυμάτων ολόγυρα. Οι συσπάσεις στα κορμιά τους, την ώρα της κορύφωσης δέθηκαν με το φως που γεννούσε η φύση στον ανάκατο ουρανό ενώ τα χέρια τους πλέχτηκαν σε ένα μοναδικό σφιχταγκάλιασμα σαν νάθελαν τη στιγμή εκείνη να φυλακίσουν τις στιγμές στα κελάρια της σκέψης...



Σε λίγο όλα είχαν γαληνέψει ανάμεσά τους. Τα γυμνά κορμιά τους κοίτονταν ασύμμετρα στο κρεβάτι που φιλοξένησε τον άκρατο πόθο της στιγμής.
-Σου έχει ξανασυμβεί αυτό ; έσπασε τη σιωπή η τρεμάμενη φωνή της Λένας. Έξω η καταιγίδα πέρναγε σταδιακά αλλά η βροχή συνέχιζε το τραγούδι της στα ρείθρα των παραθύρων και στα μεγάλα τους τζάμια.
-Έχει σημασία ; αποκρίθηκε η Ξένια με τα μάτια της να ατενίζουν ψηλά το κλασικό φωτιστικό στο ταβάνι.
-Δεν ξέρω, μου βγαίνει αυθόρμητα αυτή η ερώτηση.
-Μην ψάχνεις Λένα να βάλεις ετικέτες στην έκφραση της στιγμής. Μη θέλεις να δώσεις ορισμό σε αυτό που ένιωσες, μη θέλεις να το ταξινομήσεις, δεν είναι καθορισμένο, ήρθε μόνο του, ίσως να μην ήρθε τυχαία, ίσως να βρήκε πόρτες και στις δυό μας, αλλά μας επισκέφτηκε ακάλεστο, φουριόζικο.
Τα μάτια της Λένας πήραν μια υγρή υφή. Κάποιο δάκρυ γύρευε διέξοδο να βρει το δρόμο του στα αναψοκοκκινισμένα της μάγουλα.
-Τι σε ταράζει γλυκιά μου ; ακούστηκε απαλή η ερώτηση της Ξένιας τη στιγμή που το χέρι της γύρεψε και κράτησε απαλά το δικό της.
-Φοβάμαι, ντρέπομαι Ξένια...
Ο Τόνος της φωνής της Ξένιας ακούστηκε πιο επίμονος, ανασηκώθηκε βάζοντας ένα μαξιλάρι κάτω από τη πλάτη της, ανάβοντας ένα τσιγάρο, το ίδιο έκανε και η Λένα κάπως αμήχανα προσπαθώντας να καλύψει μέρος της απόλυτης γύμνιας της.
-Ντρέπεσαι ; τι ; ποια ύβρη έκανες για να ντραπείς ; τι μιαρό ένιωσες στις αισθήσεις σου ; τι ενοχικό στη συνείδησή σου για να σε ταράξει ; και τι φοβάσαι ; από τι κινδυνεύεις ; ποια απειλή ταράζει την υποτιθέμενη ευτυχία σου και αρμονία σου για να σε τρομάξει ;
-Δεν ξέρω Ξένια.... δεν ήταν και το πιο συνηθισμένο αυτό που συνέβη απόψε.
-Αυτό που συνέβη απόψε ήταν πανέμορφο...! λεύτερο, λυτρωτικό, δεν βασίστηκε σε όρους, σε ρόλους, σε στόχους, σε σχέδια, γεννήθηκε στη συγκυρία, φούντωσε στη στιγμή, πήρε σάρκα και οστά, τι άλλο λοιπόν ;
-Τρόμαξα Ξένια γιατί νιώθω να με γέμισε ομορφιά....σαν να έδιωξε από πάνω μου πράματα, σαν να ξανάφερε ξεχασμένες αισθήσεις...
-Τότε άστο....και ξέρεις κάτι ; πάψε να λογαριάζεις κάθε αίσθηση με τη λογική των ρόλων και των σχεδίων. Οι ερωτικές στιγμές δεν είναι πλάνα και νόμοι. Όποιος νομίζει ότι μπορεί να κυβερνήσει τη δύναμη των αισθήσεων μέσα του είναι γελασμένος. Πόσο καιρό έχεις να αφήσεις τη σκέψη σου να ακολουθήσει ελεύθερα αυτό που νιώθεις χωρίς να το οριοθετήσεις ; τι έχεις να φοβηθείς ; δεν υπάρχει κάτι ή κάποιος να σου ζητάει κάτι σαν αντάλλαγμα για αυτό.
Την κοίταξε γαλήνια μέσα στα μάτια.
-Λένα, μη βάζεις αυτό που ζήσαμε εδώ με ότι έχεις κάνει στην προσωπική σου ζωή. Είναι κάτι άλλο, εντελώς ξεχωριστό, ιδιαίτερο, δικό σου, δικό μας. Αν αυτό σε προβληματίζει από μένα δεν έχεις να φοβηθείς το παραμικρό.
-Τον εαυτό μου φοβάμαι Ξένια μου. Αυτό που ήρθε απόψε να το διαχειριστώ.
Η Ξένια αναστέναξε λίγο μελαγχολικά.
-Ας σταματήσουμε να προσπαθούμε να δώσουμε ταμπέλες και ερμηνείες με τη λογική σε πράματα που ζούμε με τις αισθήσεις. Είναι ασύμβατα. Δεν θα βρούμε άκρη.

Καταλάβαινε και έβρισκε μια παράξενη γαλήνη στα λόγια της. Όλα ήταν στους φόβους του μυαλού της, στις ενοχές που πλέκουμε γύρω μας προσπαθώντας να προφυλάξουμε ένα στητό δικό μας κόσμο. Το ξημέρωμα είχε πια προχωρήσει. Ένιωθαν και οι δυό μια γλυκιά ζεστασιά και κούραση στα σώματά τους και μια παράξενη γαλήνη στη διάθεσή τους. Η Ξένια έκανε να σηκωθεί.
-Μην φύγεις.....! έκανε γλυκά η Λένα "Μείνε"

Έμεινε, έμειναν εκεί, όπως τους άφησε η απρόσμενη ερωτική καταιγίδα που τους πρόφτασε αυτό το βράδυ του Νοέμβρη. Αφέθηκαν σιγά-σιγά να τους πάρει ο κόσμος της σιωπής και της νυχτερινής γαλήνης. Έξω η καταιγίδα είχε δώσει τη θέση της σε μια ήπια βροχή χωρίς ακρότητες.
Το φως της μέρας έγινε πια αισθητό μέσα στο όμορφο δωμάτιο. Πίσω κατά την Ανατολή ο ήλιος αγκομαχούσε με τα βαριά σύννεφα να κάνει αισθητή την παρουσία του. Η Βροχή είχε σταματήσει. Κομμάτια του γκριζογάλανου ουρανού έμπλεκαν σε χορό με τα γκρίζα σύννεφα που είχαν για τα καλά θρονιαστεί στον ορίζοντα.



Η Λένα άνοιξε τα μάτια της από το φως της μέρας. Ήταν ακόμα γυμνή αλλά σκεπασμένη από την κουβέρτα με προσοχή λες και κάποιος το έκανε με επιμέλεια. Ανασηκώθηκε και κοίταξε το ρολόι της. Κόντευε εννέα. Ήταν μόνη της στο δωμάτιο, η Ξένια είχε φύγει. Δεν την κατάλαβε πότε και πως, είχε κοιμηθεί βαριά. Ένιωθε μια παράξενη γαλήνη στο κορμί της. Σηκώθηκε από το κρεβάτι. Μέσα στη γύμνια της ένιωθε σαν ξαλαφρωμένη από χρόνια με μια αλλαγμένη αυτοπεποίθηση στη διάθεσή της. Χάθηκε στο μπάνιο και επέστρεψε με κάτι πρόχειρο επάνω της. Τράβηξε τις κουρτίνες από την μπαλκονόπορτα του δωματίου της. Το Φθινοπωρινό φως της μέρας ξεχύθηκε με μιας αχόρταγο στο εσωτερικό του δωματίου. Γαλήνεψε το βλέμμα της ως πέρα στο πέλαγος.



Η Θάλασσα ήταν ήρεμη και γκρίζα από την αντανάκλαση που έδιναν μερικά μεγάλα γκρίζα σύννεφα απομεινάρια της χθεσινοβραδινής καταιγίδας. Πήρε μια βαθιά ανάσα γαληνεμένη. Κάλεσε στην reception να της φέρουν ένα Γαλλικό καφέ και το πρωινό της. Είχε αρκετή ώρα μέχρι το μεσημέρι που θα έφευγε το πλοίο της επιστροφής για τον Πειραιά. Άφησε το βλέμμα της να συνεχίσει να συναντιέται με την ομορφιά της φύσης έξω. Στο βάθος έβλεπε την Τήνο και πιο πέρα αριστερά την τον σκούρο μικρότερο όγκο της Μυκόνου. Δεξιά μπροστά της τα μεγάλα αρχοντικά της Ερμούπολης την καλωσόριζαν στα "Βαπόρια". Έστεκαν εκεί πανέμορφα, επιβλητικά, γεμάτα νησιώτικη αρχοντιά. Το ταξίδι της ματιάς της διέκοψε η καμαριέρα. Ο καφές με το πρωινό είχαν φτάσει. Το άρωμά του ξεχύθηκε στο δωμάτιο με την Λένα να αρχίζει να περιποιείται τα μαλλιά της και να ετοιμάζει τα ρούχα της επιστροφής σιγά-σιγά μαζί με τις βαλίτσες της. Κυριακή πρωί, όμορφα, γαλήνια.
Κάλεσε σπίτι της, την υποδέχτηκε νυσταγμένη η φωνή της κόρης της. Μίλησε ζεστά μαζί της, ομολογουμένως ένιωθε λίγο την καρδιά της να χτυπάει πιο δυνατά αλλά η τρυφερότητα της συνομιλίας τους της έδωσε αμέσως την ηρεμία της.
-Γυρίζω το βραδάκι με το απογευματινό πλοίο, τελειώσαμε, κουραστικά αλλά καλά.
Ζήτησε τον άντρα της να συνεννοηθούν για να έρθει να την πάρει απ το λιμάνι.
-Δεν είναι εδώ Μαμά, βγήκε με την παρέα του, τους κάλεσε ο Διονύσης στο Χαλκούτσι στο εξοχικό, θα γυρίσει όμως μεσημέρι. Πες μου τι ώρα φτάνεις να του πω, απάντησε η Ηρώ.
Η Λένα δυσφόρησε χωρίς να το δείξει. Ρύθμισε την επιστροφή της, μίλησε λίγο ακόμα με την κόρη της και έκλεισαν δίνοντας ραντεβού στο σπίτι. Στο νου της ήρθε η πρότασή της για να έρθει και ο άντρας της εκεί να μείνουν ένα ΣαββατοΚύριακο παρέα και η απόρριψή του. Χαμογέλασε λίγο στενάχωρα.
Άφησε τις σκέψεις της να τρέξουν στη χθεσινή νύχτα. Ξεσκέπασε τις εικόνες και τις αισθήσεις της νιώθοντας μια γλυκιά ανατριχίλα. Είχε ανακτήσει την αυτοπεποιθησή της, τη βεβαιότητα και σιγουριά της. Σαν να ήξερε τα πατήματά της. Η ώρα πέρναγε απολαμβάνοντας τον καφέ της και το πλούσιο πρωινό της ενώ γύρω στις 11 ήταν πια έτοιμη. Είχε φτιαχτεί, είχε ντυθεί, είχε τακτοποιήσει τα πράγματά της, ήταν έτοιμη για το μεσημεριανό της.

Εκείνη τη στιγμή ο χαρακτηριστικός ήχος του μηνύματος στο κινητό της, την ώθησε να ανοίξει το μήνυμα διαβάζοντάς το:
"Σε ευχαριστώ για τις στιγμές που ζήσαμε χθες..! αν θέλεις κράτησέ τες σαν χάδι σε μια όμορφη απλή νύχτα της ζωής σου. Άφησε τον εαυτό σου να τις απολαμβάνει σαν δώρο στιγμής. Ξένια"

Χαμογέλασε... στο νου της έπαιζε μια σκέψη. Να αποθηκεύσει τον αριθμό του τηλεφώνου στις επαφές της ή να το διαγράψει. Δύο απλές κινήσεις. Διαγραφή-αποθήκευση. Τα δευτερόλεπτα της αναμονής της σκέψης της γέμισαν με τα καρέ της χθεσινής απρόσμενης μα αληθινής νύχτας. Πάτησε την επιλογή "αποθήκευση". Πήρε την καμπαρντίνα της, την τσάντα της και κίνησε με χάρη τα βήματά της προς το σαλόνι του ξενοδοχείου.

Τέλος







"Νυχτερινό Τηλεφώνημα"

(Δημοσιεύτηκε σε δύο Μέρη στις: 6/12/2015 και 10/12/2015 εδώ:








Ήταν προχωρημένες δέκα, όταν η πόρτα του γραφείου του Αστυνόμου Δεναξά χτύπησε. Ήταν σχεδόν έτοιμος να φύγει από το υπηρεσιακό του γραφείο μετά από μια εξοντωτική μέρα, όταν ο νεαρός Ανθυπαστυνόμος κοντοστάθηκε διακριτικά.
-Κύριε Αστυνόμε, σας ζητούν στο τηλέφωνο
-Τώρα ; τέτοια ώρα ; ποιος είναι ; αποκρίθηκε αποκαμωμένος.
-Δεν μου είπε, ένας Κύριος, σας θέλει προσωπικά.
-Δώσε μου τη γραμμή στο δικό μου Αργύρη.
-Μάλιστα Κύριε.
Ο Δεναξάς άφησε την τσάντα του στο γραφείο του και επέστρεψε με εμφανή τη διάθεση αποστροφής. Η Μέρα του σήμερα στην Υπηρεσία του, την Δ/νση Εγκληματολογικών Ερευνών ήταν εξουθενωτική. Το τηλέφωνο του γραφείου του χτύπησε από τη μεταφορά της γραμμής. Αυτά τα νυχτερινά τηλεφωνήματα πάντα είχαν κάτι να κρύψουν. Πάντα έκανα την καρδιά του να χτυπά γρηγορότερα ειδικά τώρα στα πενήντα πέντε του, που δεν ήταν πια νεαρό παληκαράκι.
-Παρακαλώ
-Κύριε Δεναξά καλησπέρα σας, ήχησε στα αυτιά του αργή, κουρασμένη η φωνή στην άλλη άκρη της γραμμής. Μια αντρική επιβλητική αλλά κουρασμένη φωνή.
-Καλησπέρα σας, ποιος είναι παρακαλώ ; 
-Είμαι ο Λυκούργος Λεοντιάδης, φαντάζομαι με θυμάστε.
Ο Αστυνόμος Δεναξάς οργάνωσε λίγο τη σκέψη του, μια σύσπαση ζωγραφίστηκε στο κουρασμένο του πρόσωπο.
-Ναι Κύριε Λεοντιάδη, φυσικά και σας θυμάμαι.
-Θα ήθελα να σας δω κ. Δεναξά.
-Ευχαρίστως, τι συμβαίνει ; πότε θέλετε ;
-Αφορά την υπόθεση Λυπιρίδη κ. Δεναξά.
Μια νέα σύσπαση ζωγραφίστηκε στο πρόσωπο του Αστυνόμου. Η υπόθεση Λυπιρίδη ήταν αυτή που έτρεχε τον τελευταίο καιρό στην ατζέντα του και μάλιστα είχε κορυφωθεί τις τελευταίες μέρες.
-Συμβαίνει κάτι κ. Λεοντιάδη ;
-κ. Δεναξά, θα ήθελα να έρθετε στο σπίτι μου, ναι, συμβαίνει κάτι σοβαρό, πρέπει να μιλήσουμε.
-Βεβαίως, πότε ;
-Απόψε κ. Δεναξά....! θα παρακαλούσα απόψε, κάντε μου τη χάρη, είναι σημαντικό.
Ο τόνος της φωνής του επιβλητικός και συνάμα ευγενικός σε συνδυασμό με την εξέλιξη της υπόθεσης ανάγκασαν τον Δεναξά να αποκριθεί θετικά.
-Εντάξει κ. Λεοντιάδη, είναι αργά βέβαια αλλά θα είμαι εκεί, δώστε μου σας παρακαλώ τη διεύθυνση πάλι.
Ο Λυκούργος Λεοντιάδης του θύμισε την ακριβή του διεύθυνση στην Γλυφάδα, κοντά στην παραλία. Το τηλέφωνο έκλεισε και ο Δεναξάς ανάσανε αγχωμένος. Τι νάναι τώρα αυτό το νυχτερινό τηλεφώνημα πάλι, σκέφτηκε την ώρα που σχημάτιζε τον αριθμό τηλεφώνου του σπιτιού του. Για μια ακόμα φορά οι εξελίξεις στη δουλειά του τον ανάγκαζαν να ενημερώσει για την επερχόμενη αργοπορία του, τη σύζυγό του. Ετοίμασε τη τσάντα του και άρχισε να κατεβαίνει τα σκαλιά τηλεφωνώντας στο κινητό του με τον συνεργάτη του, τον Υπαστυνόμο Καράλη.
-Κώστα, που είσαι ;
-Αστυνόμε είμαι με την Άννα έξω για ποτάκι, συμβαίνει κάτι ;
-Άκουσε...! με πήρε τηλέφωνο ο Λεοντιάδης, ναι, ο πατέρας της Μυρτώς, ζήτησε να με δει απόψε στο σπίτι του στη Γλυφάδα για κάτι σοβαρό για την υπόθεσή μας. Ναι, άκου, εγώ κατεβαίνω εκεί.
Ο Νεαρός Υπαστυνόμος τον ρώτησε αν θέλει να τον συνοδεύσουν
-Όχι δεν υπάρχει άμεσα λόγος, απλά στο λέω, να το ξέρεις, αν έχω κάτι σοβαρό θα σε πάρω, να έχετε το νου σας εντάξει ;
Έκλεισε τη συνομιλία τους έχοντας φτάσει ήδη στο parking των γραφείων. Πήρε το μαύρο Υπηρεσιακό Audi και ξεκίνησε τη διαδρομή του.

Η ώρα κόντευε δέκα και μισή, αυτό το βράδυ του προχωρημένου Νοέμβρη. Έξω ψιλόβρεχε με ακανόνιστη ρυθμό αλλά δεν είχε ψύχρα. Φορτωμένος με σκέψεις, πήρε την Ιερά Οδό με κατεύθυνση την Εθνική Οδό. Στο βάθος τα φώτα της Πόλης τρεμόπαιζαν σαν γιορτινά λαμπιόνια ενώ ο ουρανός έπαιζε σε γκριζόμαυρο φόντο καθώς τα σύννεφα ταξίδευαν από ΝοτιοΔυτικά.
Το αυτοκίνητο κατάπινε το δρόμο μπροστά του και σε λίγο χρόνο είχε βρεθεί στη διασταύρωση με την Εθνική Οδό στον Κηφισό. Έκοψε αριστερά και έπιασε τη μεγάλη ευθεία προς το Φάληρο.
Στο μυαλό του άρχιζε ήδη να ταξινομεί τις σκέψεις του φέρνοντας σε πρώτη ανάγνωση τα γεγονότα που τους βασάνιζαν εδώ και ενάμιση περίπου χρόνο.



Όλα είχαν ξεκινήσει εκείνον τον Ιούλη πέρυσι. Η 25χρονη Κάτια Παυλίδη, μια όμορφη κοπέλα γεμάτη από την ορμή της Νιότης της, είχε βρεθεί βιασμένη και στραγγαλισμένη σε μια παραλία της Μυκόνου ξημερώματα. Το εκεί τμήμα ανέλαβε άμεσα την Υπόθεση, που προκάλεσε έντονο σοκ στην τοπική κοινότητα και όχι μόνο. Σκοτεινή υπόθεση, λίγοι μάρτυρες, φυσικά στοιχεία έντονης πάλης, θύματος και δράστη, ευρήματα μηδέν πέραν από ίχνη αίματολογικά και ιστολογικά, τα οποία συλλέχτηκαν στις αντίστοιχες τράπεζες δεδομένων. Η Παρέα της τότε κατέθεσε ότι η κοπέλα τους άφησε μέσα στη γνωστή αντάρα των clubs της Μυκόνου πιθανά με κάποια συνοδεία από κάποιο νεαρό ή νεαρούς χωρίς να υπάρχουν σαφή στοιχεία. Η Κοπέλα βρέθηκε "καθαρή", χωρίς ουσίες και με κάποια ποσότητα οινοπνεύματος στο αίμα που όμως δεν της έδινε το χαρακτηριστικό της μέθης.



Το αυτοκίνητο ήδη κόντευε στο Δέλτα Φαλήρου, έξω η βροχή είχε δυναμώσει και οι σκέψεις του Δεναξά τώρα έτρεχαν σε ρυθμό έντονο. Tο αυτοκίνητό του πέρασε στην παραλιακή λεωφόρο Ποσειδώνος και ο Δεναξάς σκεφτόταν την ιλιγγιώδη εξέλιξη που είχαν πάρει τα γεγονότα.
Η Νύχτα προχωρούσε, η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει και έφτασε πλέον στο σπίτι του Λεοντιάδη. Σε λίγα λεπτά πέρναγε την εξωτερική βαριά πόρτα της αυλής και χτυπούσε το κουδούνι.



Στην κεντρική είσοδο σχηματίστηκε η φιγούρα του Λυκούργου Λεοντιάδη, επιβλητική. Ο Ώριμος άντρας, φορούσε ένα μαύρο παντελόνι με ένα μπορντό σακάκι, άσπρο πουκάμισο και γραβάτα. Υποδέχτηκε ζεστά αλλά κουρασμένα τον Δεναξά και πέρασαν στο εσωτερικό του σπιτιού.

-Περάστε Αστυνόμε, παρακαλώ, τον οδήγησε ο Λεοντιάδης στο σαλόνι.
Διέσχισαν το χωλ και έφτασαν στο σαλόνι. Ο Δεναξάς είχε γνωριστεί με τραγικό τρόπο με τον Λυκούργο Λεοντιάδη με αφορμή την τραγική δολοφονία της κόρης του Μυρτώς. Έκτοτε είχαν  συνεργαστεί πολλές φορές μαζί. Τον θυμάται τότε να υποφέρει με έντονο εσωτερικό πόνο τον τραγικό χαμό της μονάκριβης κόρης του. Τον θυμάται στις πολλές συναντήσεις τους να βαραίνει σταδιακά, να δυσκολεύεται να διαχειριστεί την απώλεια, η φωνή του έβγαινε σταδιακά όλο και πιο βαριά, το βλέμμα του ήταν υγρό και πολλές φορές απλανές πέρα στον ορίζοντα. Όμως ο Δεναξάς ήξερε, ένιωθε ότι ο αγέρωχος κάποτε αυτός άνθρωπος μέσα του ήταν ένα ηφαίστειο έτοιμο να εκραγεί.

Προχώρησαν στο μεγάλο σαλόνι. Ο Λεοντιάδης πρόσφερε στον Δεναξά να κάτσει στη μεγάλη κλασική πολυθρόνα που ήταν στα δεξιά του λιτού αλλά κλασικού του γραφείου. Πίσω από την πολυθρόνα ήταν ένα τεράστιο μεγάλο παράθυρο σχεδόν από τοίχο σε τοίχο με τραβηγμένες τις μεγάλες λευκές κουρτίνες. Το σπίτι ήταν στην παραλία της Γλυφάδας κοντά στο λιμανάκι. Έξω από το παράθυρο πέρα στο βάθος μπορούσες να δεις το σκούρο του ουρανού να δένει με εκείνο της θάλασσας. Στα τζάμια πολλές σταγόνες της βροχής είχαν σχηματίσει μικρούς υδάτινους κύκλους που το βάρος του νερού τους μετέτρεπε σε μικρά ρυάκια.



-Θα πιείτε κάτι Αστυνόμε ;
-Ένα κονιάκ, δεν θα έλεγα όχι.
Ο Λεοντιάδης, κινήθηκε αριστερά απ το γραφείο του στο μπαρ που υπήρχε κοντά του. Άρχισε να ετοιμάζει τα ακριβά ποτήρια με το ποτό.


Ο Δεναξάς ταξίδεψε με το βλέμμα του στην επιβλητική βιβλιοθήκη που έντυνε με την παρουσία της ολάκερο τον τοίχο σε όλον του το ύψος πίσω από το γραφείο. Δύο μεγάλα πορτραίτα  με κορνίζα στόλιζαν συμμετρικά τη Βιβλιοθήκη.



Ο Δεναξάς γνώρισε στα πορτραίτα την πανέμορφη 23χρονη Μυρτώ Λεοντιάδη. Η Μυρτώ βρέθηκε στραγγαλισμένη και αυτή τα ξημερώματα της 27ης Νοέμβρης στην παραλία του Φαλήρου. Ο Δεναξάς ένιωθε να σφίγγεται συναισθηματικά στις αναμνήσεις του περιστατικού, που πέρναγαν μπροστά του σαν κινηματογραφικά καρέ. Η Κοπέλα βρέθηκε με εμφανή ίχνη βιασμού. Τα στοιχεία που συγκέντρωσε το Εγκληματολογικό ιστολογικά, αιματολογικά έβαλαν φωτιά στην Αστυνομία καθώς ήταν απόλυτα τα ίδια με τα ευρήματα του εγκλήματος της Κάτιας Παυλίδη τον  Ιούλη στη Μύκονο.

Τις σκέψεις του Δεναξά διέκοψε η φωνή του Λεοντιάδη
-Το ποτό σας κ. Δεναξά, του είπε και προσέφερε το βαρύ ποτήρι με το κονιάκ στον επισκέπτη του.
-Ευχαριστώ πολύ.
Ο Δεναξάς ακούμπησε το ποτήρι με το κονιάκ στο τραπεζάκι δεξιά του, δίπλα σε ένα πανέμορφο κλασικό πορτατίφ με πράσινο σβησμένο χρώμα που με το γλυκό του φως έδινε και αυτό το δικό του τόνο στο επιβλητικό σαλόνι.
-Σας ενοχλεί ο καπνός μήπως ; ρώτησε με ευγένεια ο Λεοντιάδης.
-Μπορεί να μην καπνίζω αλλά όχι δεν έχω πρόβλημα, μπορείτε να καπνίσετε ελεύθερα.
Ο Λεοντιάδης πήρε πίσω από τη Βιβλιοθήκη την μπορντώ πίπα του, τη γέμισε με καπνό και έκανε τις προετοιμασίες να την ανάψει.
Ο μικρός αυτός χρόνος έδωσε στον Δεναξά να επαναφέρει στις αναμνήσεις του στην πρώτη υπόθεση που συνδέθηκε με το φόνο της Μυρτώς Λεοντιάδη. Τότε που ξαφνικά μέσα σε μια νύχτα φορτώθηκε με δύο υποθέσεις βιασμού μετά φόνου των δύο νεαρών κοριτσιών. Μια νύχτα που αναμενόταν πολύ μακριά, επώδυνη, δύσκολη και γεμάτη συναισθηματική φόρτιση καθώς τα γεγονότα δεν σταμάτησαν εκεί αλλά έμελλε να έχουν μια εκρηκτική και απρόσμενη εξέλιξη.
Ο Λεοντιάδης άναψε την πίπα του και έκατσε στο γραφείο του. Πήρε και αυτός ένα ποτήρι με ουίσκυ και τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά. Ένα βαρύ και όμορφο άρωμα cherry από τον καπνό της πίπας του απλώθηκε στο χώρο.
-Λοιπόν κ. Δεναξά σας κάλεσα εδώ για να κουβεντιάσουμε κάποια πράγματα πάνω στο γνωστό μας θέμα.
-Είμαι στη διάθεσή σας κ. Λεοντιάδη, το ξέρετε πάντα.
-θα ξέρετε, είπε με βαριά φωνή ο Λεοντιάδης, ότι παρακολουθώ την υπόθεση Λυπιρίδη από κοντά εδώ και καιρό.
-Το ξέρουμε κ. Λεοντιάδη ναι...άλλωστε το Δικηγορικό γραφείο στο οποίο έχετε αναθέσει την υπόθεση και ο Δικηγόρος σας είναι και διακριτικοί και ομολογώ δεν μας έχουν δημιουργήσει προβλήματα στις έρευνες.
-πως είναι η Μαρίνα Δελή κ. Δεναξά ; ρώτησε με αγωνία ο Λεοντιάδης.
Η Μαρίνα Δελή, μια 30χρονη νεαρή, ήταν το τρίτο θύμα επίθεσης απόπειρας βιασμού, αυτή τη φορά στην Κηφισιά. Δέχτηκε την επίθεση ενός νεαρού αλλά σώθηκε την τελευταία στιγμή τραυματισμένη καθώς είχε την τύχη οι φωνές της να τραβήξουν την προσοχή μιας παρέας εκεί κοντά, η οποία έτρεξε και τη γλύτωσε.
-Είναι καλά...! ευτυχώς είναι καλά....μάλιστα βγήκε από το Νοσοκομείο.
-Τουλάχιστον αυτή γλύτωσε.....! τον έκοψε ο Λεοντιάδης. Αυτό το κτήνος, το... Κόμπιασε απ την έκδηλη οργή του.
-Όμως βρήκε αυτό που του άξιζε....! είπε και κατέβασε έντονα μια γουλιά από το ποτό του με μάτι απλανές.
-Εννοείτε...
-Εννοώ κ. Δεναξά ότι αυτό το κάθαρμα, ο Γεράσιμος Λυπιρίδης είχε το τέλος που του άξιζε. Την τιμωρία που η ζωή όφειλε να αποδώσει σε ένα τέρας σαν αυτό, μούγκρισε προσπαθώντας να ελέγχει την παρόρμησή του.



-τον βρήκαμε νεκρό με τρεις σφαίρες στην πολυτελή του γκαρσονιέρα πριν 5 μέρες. Τον   ανακάλυψε η καθαρίστρια το πρωί που πήγε στο σπίτι στα Βριλίσσια, απάντησε ο Δεναξάς και συνέχισε
-Οφείλω να ομολογήσω ότι η εξέλιξη αυτή πρόλαβε τα πάντα. Ήταν απρόσμενη. Αλλά από την άλλη μεριά τυπικά επιβεβαίωσε και τις τελευταίες αναστολές μας για την απόδειξη της ενοχής του.
-Δηλαδή ....
-Οι αιματολογικές και ιστολογικές εξετάσεις ταυτίστηκαν με τα ευρήματα των τριών επιθέσεών του. Συνεπώς και τυπικά έχουμε την απόδειξη συν τα άλλα ότι ο Λυπιρίδης ήταν ο ένοχος.
-όμως κυκλοφορούσε ελεύθερος Αστυνόμε.
-πριν τη δολοφονία του, ήμασταν ένα κλικ από τη σύλληψή του κ. Λεοντιάδη, είχα ενημερώσει το δικηγόρο σας ότι είμαστε σε καλό δρόμο. Είχαμε δουλέψει καλά και μεθοδικά. Είχαμε συγκεντρώσει όλο το υλικό από τα τρία εγκλήματα, μαρτυρίες, ευρήματα ιστολογικά, ιατρικά. Τον κοινωνικό χώρο του δράστη, το αυτοκίνητό του, την κοκαίνη που χρησιμοποιούσε πριν τις επιθέσεις του, τον παρακολουθούσαμε...
-δεν τον συλλάβατε όμως κ. Δεναξά, έπρεπε να χαροπαλέψει και τρίτο θύμα του για να κινηθείτε ;
-κ. Λεοντιάδη, είπε σε απολογητικό τόνο ο Δεναξάς, πριν την επίθεση στην Μαρίνα Δελή δεν είχαμε ταυτοποίηση του προσώπου του δράστη. Ναι μεν είχαμε ένα κύκλο υπόπτων, ναι είχαμε ενδείξεις, αλλά η μαρτυρία πλέον της Δελή μας άνοιξε το δρόμο. Η περιγραφή της για το δράστη κούμπωσε σε όλα μας τα στοιχεία και πλέον έφτανε η νομική κατοχύρωση της απόδειξης. Τον παρακολουθήσαμε, αρχίσαμε να τον πιέζουμε, του στήναμε παγίδες, έπρεπε να τον οδηγήσουμε στο τελικό λάθος. Μέχρι που ...
-Μια παρέα πλούσιων αλητών....! είπε απότομα ο Λεοντιάδης και έσπρωξε τη βαριά πολυθρόνα του γραφείου του προς τα  πίσω. Μια παρέα καμένων περιφερόμενων παρασίτων πλουσίων και κοινωνικά υπεράνω υποψίας μπαμπάδων... μια δράκα σκουληκιών που έβγαιναν έξω, εντόπιζαν το δικό τους στόχο, το δικό τους άρρωστο φλερτ, φορτωμένα με τη δόση τους, τη σκονισμένη τους χαρακιά, περιφερόμενοι φτιαγμένοι γύπες Αστυνόμε σε εκλεκτά clubs και στέκια για να βγάλουν τον ανδρισμό τους στη βία και την κτηνωδία.....
Ο Δεναξάς τον έβλεπε να έχει αναψοκοκκινήσει, να βηματίζει πάνω κάτω πίσω απ το γραφείο του, τον πρόσεχε με όλη τη δύναμη της σκέψης του.
-και δεν έφτανε που ξόδευε πάνω στα κορμιά των κοριτσιών την ανίερη και σιχαμερή του ολοκλήρωση εκ του ασφαλούς, σφράγισε την επιβολή του με φόνο γιατί μπροστά του βρήκε αντίσταση, βρήκε άρνηση, κάτι που τον τρέλαινε. Βλέπετε αυτός...! ένας πλούσιος που έμαθε να μην του αντιστέκεται κανείς, δεν μπορούσε να ανεχτεί την πάλη των κοριτσιών, την απόρριψη. "Άντρες" κ. Δεναξά..... που νομίζουν ότι αυτό που κάνει την αντριοσύνη είναι αυτό το κρέας που κρέμεται ανάμεσα στα σκέλια τους περιφερόμενο φονικό όπλο ενός ιταμού ρόλου.
Σταμάτησε αποκαμωμένος, έπιασε το κεφάλι του με έμφαση πόνου, ξαναγύρισε στο γραφείο του και έκατσε ξανά.
-Δεν έχω να διαφωνήσω σε τίποτα με όσα λέτε κ. Λεοντιάδη. Προσωπικά μου προκαλούν εμετό οι πρακτικές αυτές και οι αντιλήψεις. Ίσως να μην το ξέρετε και είναι λογικό. Και για μένα αυτές οι υποθέσεις ήταν ζήτημα ζωής, δεν θα ησύχαζα σαν άνθρωπος πάνω απ όλα και όχι σαν  Αστυνομικός αν δεν έφτανα στη λύση, αλλά, κόμπιασε για μια στιγμή, κοίταξε τον Λεοντιάδη και είπε:
-Ομολογώ ότι με εντυπωσιάζει η πληροφόρησή σας κ. Λεοντιάδη.
-Γνωρίζω πολύ περισσότερα από ότι φαντάζεστε κ. Δεναξά, αποκρίθηκε με σιγουριά εκείνος. Τράβηξε το συρτάρι του γραφείου του και έβγαλε από μέσα δύο μεγάλους φακέλους.
-Εδώ είναι αρκετό υλικό που είχε μαζέψει ο δικηγόρος μου με τους συνεργάτες του. Είναι φωτογραφίες από το club της Μυκόνου εκείνο το μοιραίο βράδυ για την Παυλίδη. Είναι οι φωτογραφίες που έβγαλε η παρέα της μέσα και έξω απ το κέντρο. Εδώ είναι κάποιες άλλες φωτογραφίες που τραβήχτηκαν το βράδυ που η Μυρτώ ήταν στο πάρτυ με τις φίλες της στον Πειραιά. Σε κάποιες από αυτές θα δείτε ένα κοινό πρόσωπο στο βάθος, στη μπάρα με τη δική του παρέα. Και έξω απ τα μαγαζιά το ίδιο λευκό σπορ Audi. Είναι μερικά ενδεικτικά χαρτιά για τα στοιχεία που είχα μαζέψει που οδηγούσε κάποια στιγμή στον ίδιο άνθρωπο. Τώρα βέβαια μπορεί να σας είναι άχρηστες μιας και μου λέτε ότι έχετε και ιατρικά και τυπικά την ενοχή του.



Ο Δεναξάς σηκώθηκε από την πολυθρόνα που καθόταν, βάδισε λίγο στο μεγάλο παράθυρο αφήνοντας κάτω το ποτήρι του με το κονιακ.
-Τα έχουμε και εμείς αυτά τα στοιχεία κ. Λεοντιάδη, και πολλά άλλα ακόμα, και για να φτάσουμε εκεί είχαμε σηκώσει κάθε πέτρα και χορτάρι για να βρούμε το δρόμο που μας οδηγούσε στον Λυπιρίδη. Όμως ήταν, όπως είπατε, άτομο που θα είχε ψηλή νομική κάλυψη. Οι δικηγόροι του θα ήταν γνωστά ονόματα και θα ξετίναζαν κατηγορίες που δεν είχαν διασφαλιστεί απόλυτα. Δεν ήθελα να δώσω κ. Λεοντιάδη την παραμικρή ευκαιρία στους δικηγόρους του να καλύψουν αυτό το κάθαρμα ή έστω να πατήσουν σε ελαφρυντικά ή ασάφειες. Ήταν λοιπόν ζήτημα χρόνου, περιμέναμε την τελευταία διασταύρωση κάποιων στοιχείων, που θα ανέτρεπαν κάθε άρνησή του αλλά μας πρόλαβε ο δολοφόνος του. Αλλά όλα αυτά δεν έχουν σημασία τώρα πια.
Γύρισε προς το μέρος του Λεοντιάδη, που σηκώθηκε κι αυτός απ το γραφείο του και τον πλησίασε στο μεγάλο παράθυρο με αργά βήματα.
-Ξαναλέω βρήκε το τέλος που του άξιζε το κάθαρμα, διέκοψε ο Λεοντιάδης.
-Δεν ήθελα να γίνει έτσι κ. Λεοντιάδη, παρενέβη ο Αστυνόμος.
-Γιατί ;
-Γιατί δεν θεωρώ την αυτοδικία δικαιοσύνη κ. Λεοντιάδη με κάθε σεβασμό σε αυτό που περνάτε.
Ο Λεοντιάδης σηκώθηκε φουρκισμένος.
-Θα σας άρεσε δηλαδή να πάει σε δικάσιμο με ένα τσούρμο δικηγόρους υψηλής περιοπής να προσπαθούν να τον ελαφρύνουν. Θα θέλατε να διασυρθούν τα κορίτσια που δολοφόνησε, ακόμα και η τελευταία η Δελή μέσα στην αίθουσα του δικαστηρίου από τα κοράκια του. Να μιλάνε για την δήθεν προκλητική τους συμπεριφορά, ντύσιμο, στάση και όλα τούτα Αστυνόμε που με εμετικό τρόπο αποτελούν το τρισάθλιο οπλοστάσιο των βιαστών για την υπεράσπισή τους, έτσι ;
-Ξεχνάτε ότι ήταν και δολοφόνος, απάντησε ο Δεναξάς, δεν υπολογίζετε ότι τον είχαμε τυλιγμένο σε μια κόλλα χαρτί και να σας πω και κάτι ; Είμαι στο σώμα από νεαρό παιδί κ. Λεοντιάδη. Έχω φάει τη ζωή μου στο δρόμο και στα εγκλήματα. Όμως είμαι ένας απλός αστυνομικός που με πληρώνει ο πολίτης όχι για να δικάζω ή να αποδίδω εγώ δικαιοσύνη κατά την κρίση μου και να εκτελώ αποφάσεις αλλά για να τους παραδίνω στον Εισαγγελέα. Άλλωστε, να σας πω, ξέρετε πόσες φορές έχω φτάσει στο σημείο να πατήσω εγώ τη σκανδάλη του όπλου στα μούτρα πολλών τέτοιων καθαρμάτων σαν τον Λυπιρίδη αλλά δυστυχώς στη δουλειά μου αν μπλέξω το συναίσθημα με την αναζήτηση της αλήθειας θα παρασυρθώ στα σκοτάδια και θα πάρω κόσμο στο λαιμό μου. Σας ξαναλέω σαν άνθρωπος και πατέρας ναι ..... έχετε το δίκιο σας αλλά δεν μπορούμε να λειτουργήσουμε έτσι.
Ο Δεναξάς είχε κατά κάποιο τρόπο ξεσπάσει συγκρατημένα. Όχι γιατί πίστευε ότι είχε να χωρίσει τίποτα από τον τραγικό άνθρωπο που είχε απέναντί του αλλά για να μπορέσει να του εξηγήσει για να τον καταλάβει, να τον κατανοήσει. Ρούφηξε μια γουλιά ακόμα από το κονιάκ του, έκανε δύο-τρία βήματα στο δωμάτιο. Ο Λεοντιάδης σιώπησε για λίγο. Γέμισε δεύτερη φορά το ποτήρι του με ουίσκυ, και έκατσε πάλι στο γραφείο του. Η ένταση της προηγούμενης στιγμής άρχισε να δίνει τη θέση της σε μια μορφή πληγωμένη. Ακούστηκε ξανά βαθιά η φωνή του.

-Γιατί συλλάβατε τον Λάζαρο Γιαμαρέλη κ. Δεναξά ; ακούστηκε η φωνή του  Λεοντιάδη μέσα στην πρόσκαιρη ησυχία της νύχτας που πια είχε προχωρήσει για τα καλά.
Ο Δεναξάς ξαφνιάστηκε από την ερώτηση, δεν την περίμενε.
-Ο Γιαμαρέλης, ήταν το αγόρι της Μαρίνας Δελή. Το βράδυ που έγινε η δολοφονία του Λυπιρίδη ήταν στο σπίτι του.
-Πως το ξέρετε ; έλαμψε το βλέμμα του Λεοντιάδη.
-Τον είδαν από τον κήπο του απέναντι σπιτιού. Νύχτα γύρω στις 2 με 3. Κάποιοι γείτονες είχαν βγει στον κήπο και ετοιμάζονταν να βγάλουν το σκύλο τους έξω. Ο Γιαμαρέλης έβγαινε από το σπίτι του Λυπιρίδη και απομακρύνθηκε αναστατωμένος. Η περιγραφή που έδωσαν οι γείτονες, μας οδήγησε σε αυτόν.
-Πως έφτασε εκεί ; γιατί πήγε εκεί ; σας είπε τίποτα ; συγγνώμη που ρωτάω αλλά έχει σημασία.
-Μας είπε ότι το βράδυ που έγινε η επίθεση στο κορίτσι του, κάποιοι είχαν δει το Λυπιρίδη να κοιτάει παράξενα την Μαρίνα και ίσως ήξερε πράματα για το δράστη. Ήθελε να τον βρει να τον ρωτήσει αν ήξερε κάτι.
-Τέτοια ώρα ;
-Μας είπε ότι τον περίμενε να γυρίσει αργά. Ο Λυπιρίδης δεν ήταν από τους τύπους που γύρναγε νωρίς σπίτι του. Μας είπε ότι τον περίμενε έξω στο αυτοκίνητό του και μόλις έφτασε εκεί, μετά από λίγο του χτύπησε το κουδούνι.
-Και ;
-Του είπε ποιος ήταν, ο άλλος ταράχτηκε, τον είδε ταραγμένο, νευρικό, επιθετικό, του ζήτησε αν ξέρει κάτι για την υπόθεση της Μαρίνας, αν μπορούσε να τον βοηθήσει. Ο άλλος τον ρώτησε πως έφτασε σε εκείνον, στο τέλος ο Λυπιρίδης σχεδόν τον πέταξε έξω με την πρόκληση να μην τον ενοχλήσει ξανά. Μάλιστα μας είπε ότι λίγο έλειψε να πιαστούν στα χέρια από την ένταση.
Ο Λεοντιάδης αναστέναξε, ρούφηξε δυνατά την πίπα του και μια γουλιά απ το ποτό του. Ένας βαθύς βήχας τον ενόχλησε αλλά παρ' όλα αυτά βρήκε το ρυθμό να ρωτήσει.
-Τι σας κάνει να τον συλλάβετε και να τον θεωρείτε ύποπτο αστυνόμε ;
-Έχει το κίνητρο κ. Λεοντιάδη, μπορεί να κατέθεσε αυτά που σας είπα αλλά είχε κίνητρο να τον σκοτώσει. Επισκέφτηκε τον Λυπιρίδη σχεδόν την ώρα του φόνου του, υπάρχουν μάρτυρες που τον είδαν να βγαίνει, έχουμε αποτυπώματα δικά του στο χώρο ...
-Το όπλο  κ. Δεναξά ;
-Όχι απάντησε ο Αστυνόμος, όπλο δεν βρέθηκε. Κοιτάξτε, δεν έχω στείλει ακόμα τον Γιαμαρέλη στον Εισαγγελέα, προσωπικά αν με ρωτήσετε δεν τον θεωρώ δολοφόνο κ. Λεοντιάδη. Προσπαθώ, από τα πράγματα, να τον πιέσω λίγο μήπως βγάλω κάτι, απλά θα τον κρατήσω στα όρια του νόμιμου και θα τον αφήσω, υπάρχει πίεση και των μέσων ενημέρωσης. Το ότι τον είδαν είναι επιβαρυντικό και δεν σας το κρύβω, ειδικά σε σας, ότι υπάρχουν πιέσεις να βρούμε ένοχο στην υπόθεση αυτή που τραβάει καιρό. Είναι εύλογο όπως καταλαβαίνετε ότι οι άνθρωποι του Λυπιρίδη, η οικογένειά του, θέλουν, με ευκαιρία τη δολοφονία του, να ξεπλύνουν τις ενοχές του. Άλλωστε επίσημα ακόμα δεν έχουμε ανακοινώσει την ενοχή του στις άλλες υποθέσεις. Απλά αφήσαμε σοβαρές διαρροές και άμεσες πιθανότητες να είναι ο ένοχος, προετοιμάζοντας την κοινή γνώμη.
Ο Λεοντιάδης σηκώθηκε αργά βήχοντας βαθιά από την πολυθρόνα του. Άφησε την πίπα του δίπλα σε ένα μεγάλο κρυστάλλινο τασάκι με βάση από σομόν μάρμαρο, πήγε στο παράθυρο και το βλέμμα του απλώθηκε απλανές πέρα στη μαυρίλα της θάλασσας.

Μεσολάβησε μια σιωπή χαρακτηριστική. Μια σιωπή που λες και κράτησε χρόνο πολύ. Μια ακραία σιωπή που προετοίμαζε κάτι, λες και κυοφορούνταν κάτι μεγάλο. Έξω η βροχή είχε δυναμώσει, ουρανός και θάλασσα είχαν ενωθεί απέναντι στο ορίζοντα σε ένα συνεχές γκρίζο παχύ.
Την ηρεμία έσπασε η βροντερή φωνή του Λυκούργου Λεοντιάδη, που γύρισε στο πλάι το κορμί του έχοντας κοντά του τον Δεναξά και το παράθυρο από την άλλη πλευρά. Η φωνή του ακούστηκε σαν σήμαντρο μέσα στη νύχτα.
 -Ε γ ω  Σ κ ό τ ω σ α  τον Λυπιρίδη κ. Δεναξά...
 Ο Δεναξάς πάγωσε. Σηκώθηκε αργά προς το μέρος του. Δίπλα του η μορφή του Λεοντιάδη φάνταζε σαν κάτι απόκοσμα επιβλητικό.
 -Τι είπατε ; έκανε αποσβολωμένος ;
-Εγώ τον σκότωσα Αστυνόμε....! ο Γιαμαρέλης είναι αθώος.... αποκρίθηκε εκ νέου εκείνος, κατεβάζοντας με μιας όλο το ποτό του που είχε απομείνει στο ποτήρι του. Τα μάτια του γυάλιζαν κάτι από πίκρα, κάτι από έκφραση, κάτι απόκοσμο τραβηγμένο από τον παρόντα χρόνο.
-Πότε ;
-Λίγα λεπτά αφότου έφυγε ο Γιαμαρέλης από το σπίτι του. Τον περίμενα και εγώ στο σκοτάδι με ένα και μοναδικό σκοπό. Αυτόν που είχα σφραγισμένο στο μυαλό μου μετά την Μυρτώ μου... 
Ρίγησε, έβηξε και παραπάτησε, ο Δεναξάς πήγε κοντά του
-Ησυχάστε λίγο, ηρεμείστε, δεν νιώθετε καλά.
-Τι σημασία έχει πως είμαι εγώ Αστυνόμε. Σημασία έχει ότι το έκανα είπε με βλέμμα υγρό και θολό. Είδα τον Γιαμαρέλη που μπήκε στο σπίτι, αυτό πήγε να ματαιώσει την επίσκεψή μου. Περίμενα και είδα σε λίγο το παιδί να βγαίνει. Τον είδα να μπαίνει στο αυτοκίνητό του και να φεύγει μέσα στο σκοτάδι. Ήταν η σειρά μου...! Ο Λυπιρίδης άνοιξε έτοιμος να πετάξει έξω τον ...προηγούμενο επισκέπτη του αλλά η θέα ενός άγνωστου μπροστά του τον ξάφνιασε απόλυτα.
-Και ;
-Του είπα ότι θέλω να μιλήσουμε, δεν με ήξερε, του είπα ότι ξέρω ποιος έστειλε τον νεαρό πριν και ήθελα να τον βοηθούσα. Έτσι με άφησε να μπω. Του ζήτησα να βάλει ένα ποτό. Γυρίζοντας αντίκρισε μπρος του ένα πιστόλι να τον σημαδεύει.
O Λεοντιάδης ρίγησε και πάλι με έκδηλη πλέον την αγωνία.
-κ. Λεοντιάδη μήπως να τα σταματούσαμε ;
-Όχι Αστυνόμε....! απόψε θα τελειώσουν όλα...! για αυτό σας φώναξα, για να κλείσουμε την υπόθεση οριστικά.
-όπως νομίζετε.
O Λεοντιάδης βημάτιζε τώρα αργά βαριά στο δωμάτιο. Οι σκιές από τα φώτα των πορτατίφ και του δωματίου σχημάτιζαν στη μορφή του παράξενα σχήματα.



-Με ρώτησε ποιος είμαι, τι θέλω, έντρομος... ένιωσα κάτι σαν ηδονή σαν είδα τον τρόμο στα μάτια του. Κάτι με κυρίεψε, όλα γύρω μου χόρευαν, όλα....! η μορφή της Μυρτώς. Του είπα ποιος είμαι, "σου θυμίζει τίποτα κάθαρμα το όνομα Μυρτώ" ; του πέταξα στα μούτρα. Υποχώρησε παγιδευμένος, κάτι τραύλιζε. "Ήρθε η ώρα σου κτήνος», πήγε να κινηθεί προς το μέρος μου. Τρεις πυροβολισμοί...ένας, δύο, τρεις...σαν επιτάφιος για την Κάτια, τη Μυρτώ. Τα άλλα τα ξέρετε.
Πήγε αργά και σωριάστηκε στην πολυθρόνα του γραφείου γεμίζοντας μια ακόμα φορά το ποτήρι του με ουίσκυ.
Ο Δεναξάς κάθισε απέναντί του πάλι.
-Το όπλο θα σας το φέρω σε λίγο Αστυνόμε. Τα εργαστήριά σας θα ανακαλύψουν το πότε πυροβόλησε και το διαμέτρημα στις σφαίρες θα αποδείξει την αλήθεια των λόγων μου, είπε και μια ακόμα ποσότητα ποτού γέμισε το κορμί του.
-Δεν ξέρω τι να πω κ. Λεοντιάδη, ειλικρινά....ψέλλισε ο Δεναξάς. Νιώθω αμήχανα, σαν να κόλλησε το μυαλό μου.
Στην ατμόσφαιρα είχε απλωθεί μια απίστευτη παγωμάρα και αμηχανία. Λες και ένας αδιόρατος φόβος πάγωνε τις αντιδράσεις, ο Λεοντιάδης συνέχισε βηματίζοντας αργά
-Για μένα κ. Δεναξά η ζωή σταμάτησε το πρωί της 27ης Νοέμβρη είπε με τρεμάμενη φωνή. Όταν ο άνθρωπός σας ήρθε σπίτι και με ενημέρωσε ότι βρήκατε την Μυρτώ. Εκεί πάγωσε ο χρόνος, πάγωσαν οι δείκτες, έμειναν όλα μετέωρα.
Ο Δεναξάς τον άφησε να μιλήσει, ένιωθε ότι ο επιβλητικός και τραγικός αυτός πατέρας ήταν η στιγμή του να μιλήσει, να εκφραστεί, να τα βγάλει από μέσα του.
-Το μεσημέρι αργά κ. Δεναξά πήγα στο Νεκροτομείο για αναγνώριση. Ποιας ; της Μυρτώς μου ....! βρήκα το λουλούδι μου τυλιγμένο σε ένα πλαστικό σάκο, παγωμένη, με τη χλωμάδα του θανάτου και της βίας παντού στο κορμί της. Ποιας ; της Μυρτώς μου αστυνόμε ...! Αυτό το εύθραυστο λουλούδι, το γεμάτο χαμόγελο, καλοσύνη, γεμάτο όνειρα, να είναι εκεί μπροστά μου άψυχο, τρομαγμένο. 
Δάκρυα άρχισαν να κυλούν στα μάγουλά του. Αυτός ο αγέρωχος άνθρωπος έκλαιγε, βουβά, σιωπηρά, έσφιγγε τις γροθιές του σαν νάθελε να συνθλίψει τα πάντα μέσα του.
-Γιατί ; γιατί ; τι έκανε για να την βρω έτσι ; γιατί αυτό το πρόσωπο που με συνόδευε στη ζωή μου να κοίτεται έτσι σαν άγαλμα βουβό μπροστά μου ; εγώ τη μεγάλωσα μόνος σαν έφυγε η Μητέρα της στα 15 της χρόνια. Ήταν για μένα η συνέχεια εκείνης, η ζωή μας. Και τώρα, μπροστά, στη μαρμάρινη πλάκα του νεκροτομείου, βορά στις ορέξεις ενός κτήνους ...
Οι τελευταίες λέξεις τον κλόνισαν. Έκανε μια μικρή διακοπή γυρίζοντας κατά πρόσωπο στον Δεναξά στο εσωτερικό του μεγάλου σαλονιού χωρίς όμως να τον κοιτάζει. Έμοιαζε να ήταν αλλού, σε έναν δικό του κόσμο. Ο Δεναξάς είχε καιρό πολύ να νιώσει έτσι άσχημα, αυτός ο κόμπος στο λαιμό του είχε καιρό να τον συναντήσει.
-Από τότε για μένα κ. Δεναξά όλα έκλεισαν τον κύκλο τους. Τίποτα δεν είχε νόημα για τη συνέχεια. Ένα μονάχα φως υπήρχε στο σκοτάδι μου. Να βρω το δολοφόνο του παιδιού μου πριν από σας ...! Πριν προλάβει να συνεχίσει το ...έργο του. Οι μέρες μου προσαρμόστηκαν σε αυτήν την αποστολή, τίποτα άλλο. Όλα τα άλλα είχαν διαδικαστικό χαρακτήρα. Σκέφτηκα Αστυνόμε, ότι όσο δύσκολα, επίπονα, γεμάτη αγώνα, προσδοκίες, βάσανα γεννιέται μια ζωή άλλο τόσο πρόστυχα τελειώνει. Με ένα κλικ ...! Ένα κλικ που σβήνει με μιας σαν σφουγγάρι τα πάντα. Άδειασα ...! Δεν υπήρχα, την αναζητούσα κάθε μέρα στο σπίτι, έψαχνα να ακούσω τη φωνή της, γύρευα να αφουγκραστώ τα βήματά της, το γέλιο της, να μοιραστώ μαζί της τις χαρές και τις λύπες.
-κ. Λεοντιάδη, ψέλισε ο Δεναξάς, νιώθω ότι αν προσπαθήσω να πω κάτι θα προσβάλω αυτό που έχετε μέσα σας.
-Δεν έχω κάτι μαζί σας Αστυνόμε, να το ξέρετε, θέλω να το ξέρετε αυτό. Νιώθω ότι υπερβάλατε εαυτόν σε αυτές τις υποθέσεις και σας ευχαριστώ και εσάς και όλους σας. Όλα τα άλλα είναι δικά μου θέματα. Άλλωστε για αυτό σας κάλεσα εδώ απόψε. Να κλείσει ο κύκλος, να σας τα πω όλα, να απαλλαχτεί και το νεαρό παιδί από την ευθύνη. Εγώ έτσι κι αλλιώς ...
-κ. Λεοντιάδη, τι θέλετε να κάνουμε, ρώτησε με αγωνία ο Δεναξάς. "Θέλετε να φύγω να σας δώσω χρόνο, αύριο, θέλω να πω, να ηρεμήσετε, θέλετε να φωνάξω κάποιον ; θέλετε να μην σας αφήσω μόνο ; σας έχω απόλυτη εμπιστοσύνη, άλλωστε τα πράγματα θα πάρουν το δρόμο τους"
-Τα πράγματα έτσι ή αλλιώς έχουν πάρει το δρόμο τους αγαπητέ. Νιώθω κουρασμένος πολύ. Και ειλικρινά-με δυσκολία μίλαγε πλέον-ελπίζω, αν, αν λέω, μπορούν να νιώσουν κάποια δικαίωση τα κορίτσια εκεί ... αλλά απ' την άλλη είναι μάταιο.
Προσπάθησε να σταθεί σε μια λογική σκέψη. Μάζεψε όσες δυνάμεις είχε, όρθωσε το ανάστημά του, έβγαλε ένα άλλο μεγάλο φάκελο από το γραφείο του, τον έδωσε στον Δεναξά λέγοντας:
-Αυτές είναι κάποιες σημειώσεις μου, κάποια στοιχεία που σας τα παραδίδω για το αρχείο σας, θα σας διευκολύνουν σε πολλά πράγματα επίσης και ... να σας φέρω το όπλο κ. Δεναξά, είναι σημαντικό για να κλείσουμε την υπόθεση
-Ναι κ. Λεοντιάδη.
-Μισό λεπτό επιστρέφω.
είπε ο Λυκούργος Λεοντιάδης. Γύρισε το βλέμμα, έριξε μια ματιά στα δύο μεγάλα κάδρα με τις φωτογραφίες της Μυρτώς, σαν να ήθελε να τις αγγίξει. «Κορίτσι μου» ψέλισε στο βλέμμα της, γύρισε, έριξε μια ματιά στη φωτογραφία της Γυναίκας του στο γραφείο αριστερά και τάχυνε το βήμα του προς το δωμάτιο στο βάθος. Η Μεγάλη φιγούρα του τώρα πια δεν είχε εκείνο το ισορροπημένο βάδισμα των προηγούμενων λεπτών αλλά είχε πλέον χάσει την σταθερότητά του. Χάθηκε πίσω από τη μεγάλη βαριά ξύλινη σκαλιστή πόρτα που οδηγούσε στα άλλα δωμάτια του σπιτιού.
Μεσολάβησαν κάποια λεπτά από αυτά που λες ότι δεν υπάρχει χρόνος. Έξω η βροχή έπεφτε ασταμάτητα. Ο Δεναξάς κινήθηκε προς τις μεγάλες φωτογραφίες της Μυρτώς Λεοντιάδη αντίκρυ του προσπαθώντας να διαβάσει την έκφραση στο βλέμμα της νεαρής κοπέλας.
 Ο Ήχος του πυροβολισμού διαπέρασε το απόλυτο της σιωπής τόσο εκκωφαντικά που ο Δεναξάς έκανε με το ένστικτό του 2-3 βήματα πίσω με το πρόσωπο συσπασμένο. Εντελώς σπασμωδικά το χέρι του έκανε να κινηθεί στο εσωτερικό του σακακιού του για το όπλο του, κίνηση χρόνων χωρίς σκέψη αλλά στα δευτερόλεπτα κινήθηκε ορμώντας στο άλλο δωμάτιο ανοίγοντας την πόρτα, Βρέθηκε σε ένα διάδρομο με δύο αντικριστά δωμάτια στοιχειωδώς φωτισμένα. Όρμηξε σε εκείνο που είδε ανοιχτή τη πόρτα και βρέθηκε σε μια κρεβατοκάμαρα με λίγο φως. Στα πόδια του μπροστά κοίτονταν ακίνητο το σώμα του Λυκούργου Λεοντιάδη. Στο δεξί του χέρι κρατούσε ακόμα σφιχτά ένα πιστόλι ενώ κάτω από το κεφάλι του είχε ήδη σχηματιστεί ένα  κόκκινο ποταμάκι από αίμα. Παντού ολόγυρα υπήρχε αίμα. Ο Δεναξάς ένιωσε την ανάσα του να πνίγεται από τη συγκίνηση, οι παλμοί ανέβηκαν, κάποια βογγητά λέξεων έβγαιναν από το στόμα του, κάτι σαν "Όχι αυτό" έμοιαζε να βγαίνει από τα τρεμάμενα χείλη του. Ο Λεοντιάδης ήταν μπροστά του, στα πόδια του, ακίνητος, μάρτυρας της δικής του φυγής από το δρόμο που διάλεξε τον τελευταίο καιρό.
 Ο Δεναξάς κατάφερε να ελέγξει τα συναισθήματά του, η ανάσα του επανήλθε στον κανονικό της ρυθμό αλλά το σφίξιμο στο λαιμό του δεν έλεγε να φύγει. Βγήκε από το δωμάτιο και επέστρεψε στο γραφείο πίσω. Έβγαλε το τηλέφωνό του και κάλεσε τον συνεργάτη του τον νεαρό Υπαστυνόμο Καράλη.
-Έλα Κώστα, που είσαι, έκανε με μια φωνή που έτρεμε λίγο κάνοντας τον νεαρό του συνεργάτη να ανησυχήσει.
-Καλά είμαι, είμαι στο σπίτι του Λεοντιάδη, ναι, ακόμα, σε παρακαλώ κάλεσε ένα ασθενοφόρο, τον ιατροδικαστή, πάρε και 2-3 και ελάτε, σας περιμένω... ο Λεοντιάδης αυτοκτόνησε...! μπροστά στα μάτια μου σχεδόν, ελάτε θα στα πω.
 Η συνομιλία έκλεισε. Ο Δεναξάς κινήθηκε προς το παράθυρο. Είχε ζήσει πάρα πολλά όλα αυτά τα χρόνια στην υπηρεσία του. Πολλά, σκληρά και δύσκολα. Πολλές φορές απάνθρωπα. Αυτή όμως η ιστορία πέρασε από πάνω του σαν καταιγίδα. Προχώρησε προς το παράθυρο. Στο πέρασμά του μπροστά απ τη βιβλιοθήκη το βλέμμα του στάθηκε στο πορτραίτο της Μυρτώς Λεοντιάδη. Χωρίς να καταλάβει η σκέψη του πήγε στις κόρες του. Ένιωσε ένα ρίγος. Κοίταξε τη φωτογραφία ίσια στα μάτια, και στο παιχνίδι που έκανε το φως του πορτατίφ του γραφείου με τις σκιές του φάνηκε κάτι σαν δάκρυα στα μάτια της. 
Προσπάθησε να γαληνέψει το βλέμμα του πέρα στο μεγάλο παράθυρο μέχρι που η ματιά του απλώθηκε στο τέρμα του ορίζοντα. Δεν έβλεπες που τέλειωνε ο ουρανός και που ξεκίναγε η θάλασσα.
Η Υπόθεση είχε κλείσει.










0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου