Κατέβηκε
τα ξύλινα σκαλιά αργά, αργά. Το επίπεδο
του δρόμου υψωνόταν πίσω του
με τον ίδιο σταθερό ρυθμό,
έτσι που ερχόταν να βουλιάζει σε άλλο
επίπεδο, σε άλλο χώρο. Πίσω του ο
κόσμος, η πόλη, οι δρόμοι, τα φώτα, οι
άνθρωποι, οι ψίθυροι, οι ενοχές κι οι απογοητεύσεις.
Ένα ένα τα
ξύλινα σκαλιά. Με τον νου αλλού, με τη
σκέψη φευγάτη, με τη διάθεση της αναχώρησης
να τον κυριεύει
μεθοδικά Πίσω του
έσβηναν τα φώτα, μπροστά
του η λησμονιά διαγράφονταν αργά,
νωχελικά, στο μεγάλο κόλπο με τα βράχια
και την αμμουδιά κάπου ανάμεσα.
Στο βάθος η θάλασσα, πιο έξω το πέλαγος
και εκεί πέρα μακριά, στο σκοτάδι, η
γραμμή, ναι η γραμμή. Εκείνη η αδιόρατη
γραμμή των οριζόντων όπου ο νυχτερινός
ουρανός ντυμένος στα μαύρα
σύννεφα
αγκάλιαζε ερωτικά τη θάλασσα.
Ένα προς
ένα τα βήματα στα σκαλιά. Ένα προς ένα
αφημένα πίσω όλα. Τα σχέδια, τα όνειρα,
οι πόθοι, τα βιώματα, τα πρόσωπα.
Ήθελε
τόσο πολύ να σμίξει με
αυτό το μεγάλο που συντελούνταν μπροστά στα εμβρόντητα μάτια του, στην
παραζάλη του μυαλού του, στην αστάθεια
της λογικής, στην ανατροπή της ισορροπίας,
στην καταιγίδα των ασυνείδητων και των
μακρινών. Απέραντη η ακροθαλασσιά εμπρός
του, έστεκε εκεί
σπονδή στην αγκαλιά του. Και πέρα στο
βάθος η αντάρα,
τα απαστράπτοντα απειλητικά φίδια που
χαράκωναν τον ουρανό με τον βροντώδη
χαιρετισμό τους στον κόσμο των ανθρώπων.
Και ο αγέρας,
αχ αυτός ο
αγέρας του πελάγου!
Αυτή η Όστρια που σάρωνε τα πάντα και
την ένιωθε στο πρόσωπό του χαστούκι,
έπλεκε ολόγυρά του
ένα σμάρι, σαν να ήθελε να τον σηκώσει
ψηλά στον ουρανό.
Αυτό το
μαύρο, το σκούρο του στερεώματος έφερνε
εκείνο τον αχό στα βάθη του πελάγους.
Το
θεριό ήταν
εκεί, ανήμερο και
ταραγμένο, βρηχόταν με τα στήθια
του φουσκωμένα και ξέπνοα σε
μια προσπάθεια να
ξεσπάσει επί δικαίων και αδίκων.
Με
το βλέμμα του αγκάλιασε
την εικόνα. Άρχισε να
ταξιδεύει
άναρχα και λεύτερα χωρίς προορισμό.
Γύρευε να χαθεί, να
γίνει μια μικρή κουκκίδα ύλης
και μετά ένα απέραντο
μηδέν στο τίποτα και σε όλα, με τα άυλα
κομμάτια του να ταξιδέψουν σε ολάκερο
το διάστημα να
αγκαλιάσουν και να
χαϊδέψουν
το κάθε τι αντικριστά του.
Τα
σκαλιά γίνονταν όλο και λιγότερα στα
πόδια του μέχρι το σημείο που αποφάσισε
να σταθεί. Να σταθεί έτσι ακίνητος,
σαν άγαλμα στα μέσα της διαδρομής, με τον δυνατό
άνεμο να του μαστιγώνει το πρόσωπο και
να γεμίζει τις ανάσες του.
Ο Χρόνος
είχε χάσει το νόημά του όπως και ο προορισμός.
Το μόνο που ένιωθε ήταν να γεμίζει
δύναμη. Μια απόλυτη, απίστευτη δύναμη
σαν αυτή που ποτέ του δεν είχε,
σαν αυτή που πάντα αναζητούσε και έψαχνε.
Εκείνη
την δύναμη που ο ίδιος στέρησε απ τον
εαυτό του. Τη δύναμη που του έδινε η
αγριάδα της φύσης και
η Θάλασσα. Ναι η
Θάλασσα. Εκείνη η πλανεύτρα ερωμένη,
που είχε ανοίξει την αγκαλιά της με όλα
τα καλούδια, τα μυρωδικά της, τη σαγήνη
και τη λαγνεία της. Απέραντη, ερωτική,
ηδονική, δυνατή και ατίθαση. Τότε...
μόνο τότε, άρχισε να
απλώνει τα χέρια του αργά στο πλάι και
ψηλά στ' αστέρια. Άρχισε
να μεταμορφώνεται σε ένα
παράξενο σκιάχτρο που φάνταζε ξωτικό
μέσα στην νύχτα.
Αργά
αλλά σταθερά τα μαλλιά,
τα ρούχα, τα πάντα πάνω του άρχισαν
να γίνονται κομμάτια,
να γεμίζει με εκείνη την απόλυτη έκσταση
της δύναμης και της λύτρωσης.
Εκεί
στο ύψωμα αντίκρυ στην ακτή έγινε
ένα με τους κεραυνούς και το βρόντο της
καταιγίδας που ξέσπαγε πάνω και ολόγυρά
του, παρασέρνοντας στην μετατροπή
του... σε μια άλλη διάσταση ζωής .
Ύψωσε
τα χέρια του ολάνοιχτα
στον ουρανό. Άρχισε
να φωνάζει, να κραυγάζει, να λυσσομανά.
Κραυγή μεγάλη ίσαμε
τα αστέρια που χλωμά και φοβισμένα
κρύβονταν στον συννεφιασμένο ουρανό.
Η Κραυγή
του, αυτή η κραυγή του λες και άργησε
χρόνια ολάκερα να βγει απ τα σπλάχνα
του απλώθηκε στον αγέρα και κατακυρίευσε
τα πάντα .
Έμεινε εκεί,
να φεύγει, να
ταξιδεύει μέσα στη
δίνη της καταιγίδας για άγνωστους
τόπους, χώρους, διαστάσεις και ζωές,
αντάμα με τα ανείπωτα όνειρά του και
τις προσδοκίες του σε μια αυγή λησμονημένη
και μακρινή.