Πέμπτη, 31 Ιανουαρίου 2019

"Ελουάζ" (Κεφάλαια 14-15)


Διαβάστε τα προηγούμενα:



Κεφάλαια 5-6

Κεφάλαια 7-8

Κεφάλαια 9-10-11

Κεφάλαια 12-13







Κεφάλαιο 14   Στα χέρια του Νόμου

Ο Ισίδωρος με την Ουρανία βημάτιζαν νευρικά σε κάποιον προθάλαμο της ιδιωτικής κλινικής του φίλου του Γρηγόρη Καραμάνου. Η Κατερίνα ήταν πλέον στα χέρια τα δικά του και των νοσηλευτών του. Δεν πέρασαν από κανονική εισαγωγή σεβόμενοι το απόρρητο που ζήτησε ο Ποινικολόγος.
Τα φώτα της Αθήνας σχημάτιζαν μια θάλασσα από λαμπιόνια στο άνοιγμα του παραθύρου όπου στεκόταν όρθιος ο Ισίδωρος. Η αγωνία τόσο η δική του όσο και της Ουρανίας ήταν φανερές. Σε λίγο πρόβαλε από την πόρτα μια νοσηλεύτρια.

“Έρχεστε σας παρακαλώ ;” τους κάλεσε, “Ο κ. Καραμάνος σας περιμένει”.
Πήγαν και οι δύο. Σε λίγο περίμεναν στο γραφείο του καθηγητή. Εμφανίστηκε σκεπτικός και προβληματισμένος.
“Λοιπόν η κοπέλα έφερε κακώσεις από χτυπήματα στο πρόσωπο ευτυχώς όχι σπουδαία αλλά και μια εμφανή απόπειρα στραγγαλισμού….”
Ο Διοφάντους διασταύρωσε το βλέμμα του με την Ουρανία δίπλα.
“Τι εννοείς Γρηγόρη ;” ρώτησε το φίλο του.
“Εννοώ Ισίδωρε ότι κάποιος προσπάθησε να την πνίξει...”
“Θεέ μου !” πετάχτηκε η Ουρανία.
“Το πως και τις συνθήκες δεν τις γνωρίζω” συνέχισε ο καθηγητής, “όμως τα σοβαρότερα είναι τα μετά”, τους είπε με βλέμμα βλοσυρό.
“Λέγε Γρηγόρη !” συμπλήρωσε ο Διοφάντους.
“Η Κοπέλα έχει κρίση νεφρικής ανεπάρκειας. Είδα ότι έχει ένα νεφρό. Και αυτό δεν είναι σε καλή κατάσταση. Η λειτουργία του έχει επιβαρυνθεί. Αν δεν μπούμε σε θεραπεία ίσως….” κόμπιασε.
“Ίσως τι γιατρέ μου ;” ρώτησε με αγωνία η θεία της.
“Η Πορεία της είναι προγραμμένη κυρία μου. Αν μείνει έτσι κάποια κρίση ίσως να είναι μοιραία”
“Μάλιστα….” ψέλλισε ο Διοφάντους.
“Και κάτι άλλο Ισίδωρε”, είπε ο καθηγητής κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
“Τι ;”
“Νομίζω πως πρέπει να ενημερώσεις την αστυνομία !” 
Ο Ποινικολόγος τον κοίταξε στα μάτια, ο Καραμάνος συνέχισε: “Δεν θέλω να το κάνω εγώ. Νομίζω είναι δική σου δουλειά. Το κορίτσι κινδύνεψε και θέλει μακροχρόνια νοσηλεία και θεραπεία. Αυτά δεν μπορούν να γίνουν ανώνυμα. Θεωρώ χρέος μου να στο πω”, του είπε.
“Τι θα κάνουμε απόψε ;” τον ρώτησε ο Διοφάντους.
“Πρέπει να την κρατήσω, ακόμα και πρόχειρα πρέπει να μείνει μία-δύο μέρες, καταλαβαίνεις...”
Ευχαρίστησαν τον καθηγητή και οι δύο. Πήγαν στο θάλαμο να την δουν.

Η κοπέλα ήταν στο κρεβάτι πιο ήρεμη αλλά πάντα χλωμή. Την κοίταξε στα μάτια με ένα γαλήνιο βλέμμα. Κατάλαβε ότι ήθελε από αυτόν μια εξήγηση.
“Ελουάζ...” της είπε με ένα τρυφερό χαμόγελο συνεχίζοντας “Βλέπεις ε   ; ακόμα κρατώ το όνομα που μου συστήθηκες”, της είπε τρυφερά, “Όλα είναι υπό έλεγχο. Όμως είναι σειρά σου να με εμπιστευθείς ! Απόψε δεν ξέρουμε πως γλίτωσες και δεν σε πιέζω αυτή τη στιγμή έτσι όπως είσαι να μου πεις τι συνέβη, όμως αυτό το κρυφτό πρέπει να σταματήσει..”

Έμεινε λίγο ακόμα κοντά της, άφησε στο πλάι της τη θεία της και θα ήταν κοντά μεσάνυχτα σαν έφυγε από την κλινική για το σπίτι του. Η αυριανή μέρα θα ήταν πολύ σημαντική και είχε ανάγκη λίγης ξεκούρασης για να σχεδιάσει τις κινήσεις του.


Ο Ανακριτής Μηνιάδης τον περίμενε κατά τις δέκα στο γραφείο του. Πιστός και έτοιμος για αυτό το ραντεβού ο Διοφάντους έκατσε απέναντί του. Ο Φίλος του, τον καλωσόρισε, ανέσυρε κάποια χαρτιά απ το γραφείο και μπήκε στην ουσία.
“Πήρα τα πρώτα στοιχεία για την δολοφονία του Αρμάγου”, του είπε.
“Σ’ ακούω Γεράσιμε...”
“Οι κάμερες ασφαλείας αλλά και το προσωπικό που ήταν εκεί στις εννέα το βράδυ δεν είδαν κανέναν να μπαίνει ή να βγαίνει...”
“Παράξενο...” σχολίασε ο Διοφάντους.
“Ναι, αυτό λέει και η Αστυνομία. Ο δράστης χτύπησε τον Αρμάγο με ένα μεγάλο μαχαίρι. Στο χώρο είχε προηγηθεί πάλη. Ευρήματα δεν βρέθηκαν από κάτι άλλο..”
“Το μαχαίρι ;”
“Άφαντο ! Και κανένα αποτύπωμα. Ο δράστης φρόντισε να τα εξαφανίσει”
“Ποιος τον βρήκε, τι ώρα ;”
“Τον βρήκε ένας από το νοσηλευτικό προσωπικό βάρδιας. Αργούσε να φύγει και πήγε στο γραφείο του να δει. Ήταν γύρω στις δέκα και μισή”
“Τι λέει η αστυνομία Γεράσιμε ;” ρώτησε όλο αγωνία ο Διοφάντους.
“Είναι επιφυλακτικοί προς το παρόν. Ψάχνουν την κλινική στο πως μπήκε και βγήκε ο δράστης”
“Άντρας ή γυναίκα ;” ρώτησε ο Ποινικολόγος νιώθοντας το βλέμμα του ανακριτή να μένει παγωμένο επάνω του.
“Εσύ τι λες Ισίδωρε ; έχεις νέα από την νεαρή πελάτισσά σου ;”
Ο ποινικολόγος τον κοίταξε ίσια στα μάτια. Ο Ανακριτής συνέχισε “Η Αστυνομία βρήκε την διεύθυνση της θείας της. Ουρανία Ρενέση. Πετρούπολη. Σου λέει τίποτα Ισίδωρε ;”
Εκείνος παρέμενε σκεπτικός και σιωπηρός. Ο Μηνιάδης είπε ξανά με ήρεμο αλλά αποφασιστικό τόνο.
“Είναι καλύτερα για όλους και κύρια για την κοπέλα να μιλήσουμε με ανοιχτά χαρτιά Ισίδωρε, σ’ ακούω”.

“Εντάξει Γεράσιμε. Η Κατερίνα Ιατροπούλου, νομίζω πλέον ξέρεις το όνομά της, βρίσκεται στο νοσοκομείο. Χθες την μετέφερα εγώ ο ίδιος με τη θεία της εκεί...”
“Έτσι εξηγείται λοιπόν ότι η αστυνομία δεν βρήκε κανέναν  στο σπίτι. Τι θέλει στο νοσοκομείο ;”
“Έχει κρίση νεφρικής ανεπάρκειας. Ο Εκλεκτός μακαρίτης, της έχει αφαιρέσει ένα νεφρό, εν αγνοία της, για να το πουλήσει. Όμως η κοπέλα, από την ανυπαρξία ιατρικής υποστήριξης, παρουσίασε πρόβλημα που έχει επιδεινωθεί επικίνδυνα. Είναι στη διάθεσή σας Γεράσιμε” του είπε ξεφυσώντας λες και έβγαλε ένα βάρος από μέσα του.
“Χαίρομαι Ισίδωρε. Πρέπει να την δούμε άμεσα. Είναι σε θέση να καταθέσει ;”
“Θα πάω από εκεί τώρα, να μιλήσω με το γιατρό και θα σε ενημερώσω”, του είπε και σηκώθηκε.
“Ισίδωρε !”
“Σ’ ακούω...”
“Θα με έφερνες σε πολύ δύσκολη θέση αν κατά κάποιο τρόπο εμπόδιζες να την δούμε..καταλαβαίνεις”
“Δεν θα το κάνω !” απάντησε κατηγορηματικά εκείνος και άφησε το γραφείο του με κατεύθυνση το νοσοκομείο.


Λίγες μέρες μετά…

“Σκεπτικό σας βλέπω κ. Διοφάντους”, σχολίασε η Έλενα μπαίνοντας στο γραφείο του το πρωινό εκείνης της μέρας.
“Ναι Έλενα, προσπαθώ να τακτοποιήσω τις σκέψεις μου και να δω που ακριβώς βρισκόμαστε και τι μας περιμένει από εδώ και μπρος...”
“Λέτε για την υπόθεση της νεαρής κοπέλας φυσικά”
“Ναι, δεν υπάρχει κάτι άλλο τώρα”
Η Νεαρή γραμματέας αφού του έδωσε ένα φάκελο έκατσε απέναντί του στην πολυθρόνα.
“Τι περιμένουμε τώρα ;”, τον ρώτησε με αγωνία.
“Όπως ξέρεις η Κατερίνα προσήχθη στην Ασφάλεια μετά την έξοδό της από την κλινική. Στην κατάθεσή της ανέλαβε την ευθύνη για το θάνατο του Δεβέλογλου την νύχτα που δραπέτευσε, κάτω από συνθήκες υπεράσπισης της ζωής της...”
“Φαντάζομαι είναι καλό ελαφρυντικό αυτό”
“Αν το δεχτεί ο Εισαγγελέας ναι”
“Για τα άλλα ;”
“Κατέθεσε για την δολοφονία της Δαμασκηνού. Το βράδυ του φόνου είδε τον Αρμάγο να βγαίνει από το σπίτι της και αμέσως μετά η ίδια την βρήκε νεκρή”
“Για αυτό το κάθαρμα τι είπε ;”
“Την αλήθεια Έλενα… ότι τον επισκέφτηκε, της επετέθη, πήγε να την πνίξει και από εκεί και πέρα για το μυστήριο της συνέχειας….”
“Αλήθεια κ. Διοφάντους τι πιστεύετε για αυτό ;”
“Προφανώς κάποιος ή κάποια άλλη Έλενα, την έσωσε εκείνο το βράδυ. Αλλά το πως σκοτώθηκε ο Αρμάγος δεν ξέρουμε τίποτα, κανένα ίχνος, κανένα στοιχείο. Σαν να υπάρχει κάποιος ή κάποια  που λειτούργησε στο σκοτάδι..”
“Τι περιμένουμε σήμερα ;”, τον ρώτησε με ιδιαίτερη προσοχή.
Ο Διοφάντους σηκώθηκε απ την πολυθρόνα του. Στάθηκε όρθιος σκεπτικός και είπε:
“Είναι στον Εισαγγελέα σήμερα και στον Ανακριτή Έλενα. Θα αποφασιστεί αν θα προφυλακιστεί ή όχι”
“Εντάξει πιστεύω ότι ο ανακριτής, ο Μηνιάδης δεν θα ζητήσει προφυλάκιση”
“Ένα πράγμα ξέρω Έλενα και είμαι σίγουρος για αυτό. Ο Μηνιάδης, στην απόφασή του, να είσαι σίγουρη ότι δεν θα λογαριάσει στο παραμικρό την γνωριμία μας και την εμπλοκή μου στην υπόθεση. Η ακεραιότητα του χαρακτήρα του δεν παζαρεύεται με γνωριμές”
“Πότε θα ξέρουμε...”
“Το μεσημέρι αργά. Φεύγω τώρα εγώ γιατί θα παρίσταμαι εκεί. Στείλε μου και τον Ζήση μόλις επιστρέψει”
“Εντάξει”, απάντησε η Έλενα και σηκώθηκε για να συνεχίσει και εκείνη τη δουλειά της.

Λίγα λεπτά αργότερα ο Διοφάντους ήταν καθ’ οδόν για την Ευελπίδων. Η ώρα για την κρίσιμη απόφαση ζύγωνε. Αναρωτιόταν αν η Κατερίνα θα μπορούσε να αντέξει μια προφυλάκιση. Ύστερα από όλη αυτήν την κόλαση που είχε ζήσει, του ήταν αδύνατον να πιστέψει ότι θα μπορούσε ψυχολογικά να την δεχτεί. 


Κεφάλαιο 15  Κάποιος άλλος στο κάδρο

Ο Διοφάντους οδηγούσε. Δίπλα του ο Ζήσης έριχνε κλεφτές ματιές στο πίσω μέρος του αυτοκινήτου. Η Κατερίνα ήταν εκεί. Δίπλα η θεία της, η Ουρανία. Κρατούσε τρυφερά το χέρι της νεαρής ανιψιάς της.
Ο Εισαγγελέας με τον ανακριτή την είχαν θεωρήσει ένοχη για την δολοφονία του Δεβέλογλου με το ελαφρυντικό της άμυνας προστασίας της ζωής της. Οι άλλες υποθέσεις παρέμεναν ανοιχτές καθώς η ανάκριση συνεχίζονταν και η δικογραφία ήταν ανοιχτή. Και οι δύο είχαν διατάξει να αφεθεί ελεύθερη με περιοριστικούς όρους καθώς και την καταβολή εγγύησης. Για αυτήν την τελευταία είχε ήδη φροντίσει ο Ισίδωρος Διοφάντους.

Η Ατμόσφαιρα στο αυτοκίνητο ήταν βουβή. Τα μάτια της Κατερίνας ήταν καρφωμένα έξω. Σε μια πρώτη ματιά φαινόταν ανέκφραστα. Όμως αν κάποιος μπορούσε να δει κάτω από αυτό το βλέμμα θα μπορούσε να αντικρίσει τις σκέψεις της ψυχής της.

“Ελεύθερη με περιοριστικούς όρους….”
Ηχούσε κάπως αντιφατικά ο όρος και η εξέλιξη στο νου της. Η Λογική της έλεγε να είναι ευχαριστημένη. Όμως η λογική, εδώ και καιρό, είχε εγκαταλείψει τις σκέψεις της Κατερίνας. Ο Κόσμος των παθιασμένων συναισθημάτων ήταν αυτός που κρατούσε τα σκήπτρα στον λογισμό της. Και τα συναισθήματά της, έπλαθαν εικόνες, αναζητούσαν απαντήσεις σε τεράστια ερωτήματα. Έψαχναν μεθοδικά μέσα της τους ενόχους.

Ο Φώτης Δεβέλογλου, ο δεσμοφύλακάς της και, κατ’ ουσίαν, βασανιστής της, είχε πληρώσει με το δικό της χέρι. Η Μπέτυ Δαμασκηνού πέθανε από το ίδιο το χέρι του αφεντικού της και εκείνος, το “πολιτισμένο” κτήνος, που μετέτρεψε το σώμα της σε αντικείμενο πειραμάτων, πλιάτσικου και ύστερα το πέταξε στα σκουπίδια, ήταν και αυτός νεκρός. Ένας θάνατος μυστήριο. Από συνθήκες που ήταν βουτηγμένες στο σκοτάδι. 
Αναστέναξε βαθιά…

Υπήρχε όμως και κάποιος άλλος. Ένα ακόμα πρόσωπο που το χέρι του ήταν αυτό που άνοιξε την πόρτα να την σπρώξει σε αυτόν τον εφιάλτη. Ο Ζωγράφος της. Ο Άντρας που αγάπησε, που του δόθηκε με ψυχή και σώμα απόλυτα χωρίς επιφυλάξεις και όρια. Αυτός που στα χέρια και την αγκαλιά του περίμενε ότι θα έδιωχνε από μέσα της τα σκοτάδια των παιδικών της τραυμάτων. Ο καλλιτέχνης που της έδωσε το όνομα του πίνακα, για τον οποίο ποζάρισε στην αρχή της παθιασμένης τους αγάπης. 
“Ελουάζ”
Και αυτός που την έσπρωξε βήμα-βήμα στον κατήφορο της εκπόρνευσης, των εξευτελισμών, της βαριάς κατάθλιψης, της μετατροπής της σε ένα παρακμιακό αντικείμενο ηδονής των άρρωστων πόθων του ευγενούς του κύκλου. Για να γίνουν αυτοί το σκαλί του στην κοινωνική του αναρρίχηση.
Τον έφερε στη μνήμη της καθώς οι εικόνες πέρναγαν γρήγορα καρέ απ το παράθυρο του αυτοκινήτου.
Που να βρίσκονταν άραγε ο Σέργιος Ζέριγκας ;


Ο Διοφάντους καθόταν απέναντι από τον Γεράσιμο Μηνιάδη. Μία ακόμα από τις πολλοστές φορές που μιλούσαν ή συνεργάζονταν για την συγκεκριμένη υπόθεση.
“Η Αστυνομία ερεύνησε τους εγκαταλειμμένους χώρους του εργοστασίου”, τον ενημέρωσε.
“Βρέθηκε κάποιο στοιχείο για τον άνθρωπο που σκότωσε τον Αρμάγο ;”
“Όχι ! Τίποτα που να μαρτυρά την παρουσία ή το πέρασμα κάποιου από εκεί. Θα μπορούσαν να είχαν μείνει ίχνη από βήματα, παπούτσια. Αλλά οι βροχές των τελευταίων ημερών και οι διαρροές εξαφάνισαν κάθε ίχνος”
“Λογικά ποιος θα ήθελε το θάνατό του Γεράσιμε ; κάποιος από αυτούς που μαρτύρησαν στα χέρια του”
“Αυτό λέει η λογική. Αλλά άντε να ψάξεις στοιχεία από ανθρώπινα ερείπια που μάζευε ο Αρμάγος. Άνθρωποι από τα αζήτητα της κοινωνίας. Που δεν τους εμφάνιζε πουθενά. Μια λίστα του τρόμου βουτηγμένη στην ανωνυμία”
“Δύσκολο”, του απάντησε ο Διοφάντους.
“Τι κάνει η πελάτισσά σου ;” τον ρώτησε ο ανακριτής.
“Προσπαθώ όσο μου επιτρέπει η θέση μου να έχω μια επίβλεψη” 
“Να την προσέχεις Ισίδωρε !” του είπε ο ανακριτής.
“Τι θέλεις να πεις ;”
“Κρύβει πολύ οργή μέσα της αυτό το πλάσμα” σχολίασε σκεπτικός ο Μηνιάδης.


“Η πελάτισσά σου...” 
Ακούστηκε κάπως αυτή η έκφραση στο μυαλό του Ισίδωρου. Από τα χρόνια που η κόρη του είχε φύγει για το μεταπτυχιακό της στο Παρίσι, έμενε μόνος του στο σπίτι τους στην Παλλήνη. Τα δέκα χρόνια που είχαν περάσει απ τη δολοφονία της γυναίκας του δεν ήταν αρκετά για να βυθίσουν στη λήθη εκείνη την τραγωδία. Η Αντιγόνη τότε. Η Κατερίνα σήμερα. 
“Ελουαζ”, σκέφτηκε φωναχτά, καθισμένος μπροστά στο αναμμένο τζάκι. Το ποτήρι με το ουίσκι ήταν δίπλα του ενώ ο αρωματικός καπνός από την πίπα του αρμένιζε ξέγνοιαστος στο ταβάνι.

Τι ήταν για αυτόν η Κατερίνα ; γιατί δέθηκε τόσο σ’ αυτήν την υπόθεση ; αναρωτιόταν κι αυτός. Ένα υποκατάστατο της γυναίκας του από εκείνα τα παλιά χρόνια ; τα μαρτύρια που σημάδεψαν τα νιάτα της και οι δολοφόνοι που ασέλγησαν πάνω της. Όπως τότε ! Με τη γυναίκα του.
Τι ήταν αυτό που ένιωθε σαν έβλεπε το βλέμμα αυτής της κοπέλας. Τι του θύμιζε ; τι του ξυπνούσε ; ποια κρυμμένα συναισθήματα τριγυρνούσαν μέσα του. Τι τον έκανε, μία ακόμα φορά, να σηκώσει το τηλέφωνο και να καλέσει την Ουρανία, να ρωτήσει, να μάθει.

Ζήτησε να μιλήσει μαζί της. Το άκουσμα της φωνής της έβαλε ξανά τα συναισθήματά του σε κίνηση.
“Σας ευχαριστώ που πήρατε. Έχετε κάνει για μένα πολλά”, του είπε εκείνη τη ζεστή σιγανή φωνή της.
“Κατερίνα… είδες ; δεν μπορώ να σε συνηθίσω με αυτό το όνομα”, της είπε με χαμόγελο.
“Είναι το πραγματικό μου όνομα”, απάντησε.
“Πως είσαι ; πως νιώθεις ; πάει καλά η θεραπεία ;”
“Στο κορμί ; ναι, ο κ. Καραμάνος είναι εξαίρετος άνθρωπος και γιατρός”
“Η Διάθεσή σου ; πως νιώθεις ;”
“Δεν ξέρω. Είναι στιγμές που… θέλω να ξεφύγω. Όμως νιώθω κάτι να έχει μείνει πίσω μου. Και αυτό το κάτι με κυνηγά. Ίσως να με κυνηγά για πάντα. Σαν να γυρεύει μια εξήγηση. Μια απάντηση”
“Κατερινα, είμαι εδώ πάντα σε ότι χρειάζεσαι”, της είπε με φόρτιση συνεχίζοντας: 
“Αν νιώθεις ότι θέλεις να μοιραστείς κάποια σου σκέψη θέλω να με θεωρείς δικό σου άνθρωπο. Δεν είμαι μόνο δικηγόρος σου… Θέλω να πω...”, κόμπιασε.
“Να είστε καλά...”
Έκλεισαν μετά από λίγο με κάποιες άλλες κουβέντες από εκείνον που αφορούσαν νομικά θέματα. 

Άδειασε το ουίσκι στο στόμα του και ένιωσε τη φωτιά να τον καίει.



Ήξερε που θα τον αναζητούσε. Τουλάχιστον ήξερε που ήταν τα παλιά του στέκια πριν την ρουφήξει η κόλαση της κλινικής.
Η Κατερίνα γνώριζε ότι ο Σέργιος Ζέριγκας, λίγο καιρό πριν πετάξει την ίδια, ένα ψυχολογικό σκουπίδι, στο δρόμο, είχε κάνει τις πρώτες του διασυνδέσεις με το Κολωνάκι και τον γνωστό κύκλο πέριξ της περιβόητης πλατείας του.
Ήταν μέρες τώρα που, μόνη της, χωρίς να λέει τίποτα σε κανέναν, γυρόφερνε μεθοδικά στην περιοχή. Σαν τα λαγωνικά που αναζητούν σε κάθε εκατοστό το θήραμά τους. Από το παλιό σπίτι, στο οποίο έμεναν μαζί, είχε φύγει. Η Παλιά του γκαλερί είχε κλείσει. Ρωτώντας όμως στα παλιά στέκια την παρέπεμψαν στα καινούργια του. Ο ζωγράφος “της” ήταν πλέον σημαίνον πρόσωπο στην καλλιτεχνική ζωή της ελίτ της Αθήνας. Έτσι της είπαν. Αυτές ήταν οι πληροφορίες που μάζεψε.

Άραγε πόσων ετών να ήταν τώρα. Ναι, ήταν στα σαράντα του. Οκτώ χρόνια μεγαλύτερος από εκείνη. Πως να ήταν άραγε ; οι τελευταίες εικόνες που έμειναν μέσα της ήταν ένα αποκρουστικό σκληρό πρόσωπο. Αλλαγμένο. Γλοιώδες στον κύκλο του και τυραννικό στην ίδια. Βίαιος, χυδαίος, είρωνας απέναντί της. Δουλικός απέναντι στους διαπλεκόμενους γνωστούς του. Καμία σχέση με τον τρυφερό άντρα που γνώρισε τότε στα εικοσιτρία της χρόνια και ακούμπησε την ψυχή και το κορμί της στα χέρια του.

Πήγε στην πλατεία στο Κολωνάκι, συστημένη πλέον από τις πληροφορίες που της είχαν δώσει διάφοροι. Ένιωθε αδύναμη σωματικά, πονούσε αλλά μέσα η ψυχή της ήταν δεμένη ένα ανέκφραστο ατσάλι.
Στην πλατεία σε ένα βιβλιοπωλείο είδε την Αφίσα:
“Σάββατο βράδυ στις 9 μμ, στην “Galerie Art Frame”, έκθεση ζωγραφικής του ζωγράφου Σέργιου Ζέριγκα”.
Ένα παράξενο συναίσθημα την κυρίεψε. Είδε στην αφίσα κάποια από τα έργα του. Τα μάτια της κράτησαν καλά την διεύθυνση της γκαλερί. Ήταν προς την Οδό Βουκουρεστίου στο πιο εμπορικό κομμάτι της περιοχής. Ένιωσε σαν να φτάνει στην κορυφή ενός βουνού. Σάββατο λοιπόν. Έκθεση ζωγραφικής. Πήρε το δρόμο της επιστροφής με τη σκέψη της να ταξιδεύει πίσω στο χρόνο.


“Κατερίνα μου, είσαι πολύ όμορφη κορίτσι μου !” φώναξε με μια έκπληξη χαράς που έβγαινε απ την καρδιά της η θεία της. Απέναντί της η νεαρή κοπέλα έστεκε μπροστά της, σαν να ήθελε να την δει. Ήταν ντυμένη απλά αλλά κομψά. Μια γκρίζα μπλούζα και μια σκούρα φούστα προς το μαύρο. Ήθελε και η ίδια να είναι περιποιημένη απόψε. Ήθελε να έχει μια περήφανη όψη. Ο προορισμός της απαιτούσε μια εμφάνιση γεμάτη αξιοπρέπεια, δύναμη και επιβολή. Για πρώτη φορά η Ουρανία είδε την ανιψιά της να έχει περιποιηθεί τον εαυτό της. Ένα “άλλο” πρόσωπο, κάπως απαλλαγμένο από την χλωμάδα και την ταλαιπωρία, την κοίταζε στα μάτια.

“Επιτέλους ! Πως το έπαθες και πήρες ένα ρούχο ! Κάτσε, κάτσε να σε καμαρώσω κόρη μου, Θεέ μου, πόσο καιρό έχω να σε δω έτσι ;” την ρώτησε η Ουρανία με την ελπίδα να φουντώνει μέσα της.
“Ευχαριστώ θεία της είπε….”
“Θα βγεις ;” την ρώτησε εκείνη.
“Ναι...” 
“Τι έχεις προγραμματίσει ; συγχώρα με κόρη μου, που ρωτάω. Δεν με συνερίζεσαι έτσι ; απόψε θα έχουμε πολύ άσχημο καιρό”.
“Λέω να πάω ένα σινεμά θεία, μην ανησυχείς, θα προσέχω” της απάντησε.
“Εντάξει Κατερίνα μου, να πας ! Και να διασκεδάσεις. Να ανοίξει λίγο η καρδιά σου”, της είπε γεμάτη χαρά.

Η Κατερίνα πήρε το παλτό και την τσάντα της, έριξε μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη και γύρισε προς τη θεία της.
“Σε ευχαριστώ πολύ για όλα θεία ! Και συγχώρεσέ με αν σε πίκρανα”.
Η ώριμη γυναίκα δεν άντεξε και ρίχτηκε στην αγκαλιά της.
“Τι είναι αυτά που λες παλιοκόριτσο ; σε παρακαλώ !” της είπε.
Έγιναν για λίγο ένα, εκεί στο κέντρο του σαλονιού. Ύστερα άνοιξε την πόρτα και βγήκε. 

Έξω η νύχτα του χειμώνα ήταν απόψε βαριά και άγρια. Μια δυνατή βροχή συνόδευε έναν Βοριά που οι ριπές του λυσσομανούσαν. Η Κατερίνα κοντοστάθηκε στην άκρη του δρόμου. Άνοιξε την ομπρέλα της και τα μάτια της έψαξαν για ταξί. Άρχισε να περπατά στο πεζοδρόμιο στην ευθεία του δρόμου προς τα κάτω.
Λίγα μέτρα πιο πίσω μια σκιά την ακολουθούσε διακριτικά αλλά προσεκτικά. Καλά κρυμμένη στο σκοτάδι της νύχτας αλλά και τη δύναμη της βροχής. Γλιστρούσε πίσω της αθέατη από την ίδια. Αν κάποιος διαβάτης κοίταζε από απόσταση, όπως ήταν ο καιρός και η δύναμη της βροχής, δύσκολα θα ξεχώριζε αν ήταν άντρας ή γυναίκα.
Αρκετά πιο κάτω η Κατερίνα κατάφερε να βρει ένα ταξί. Μπήκε μέσα βιαστικά. Ο Οδηγός την ρώτησε για τον προορισμό τους.

“Στην Οδό Βουκουρεστίου, στην Gallerie Art Frame παρακαλώ”, του είπε και βούλιαξε το κορμί της στο πίσω κάθισμα βυθισμένη στις σκέψεις της.







Την Νουβέλα, συνολικά και ενιαία, μπορείτε, όπως πάντα να την έχετε εδώ:

Μπορείτε να κάνετε log-in στην πλατφόρμα χρησιμοποιώντας τον google account ή τον facebook account σας, ως αναγνώστες.


Κυριακή, 27 Ιανουαρίου 2019

"Ελουάζ" (Κεφάλαια 12-13)





Κεφάλαια 5-6

Κεφάλαια 7-8

Κεφάλαια 9-10-11







Κεφάλαιο 12  Συνάντηση με την Θεία.

”Κατερίνα Ιατροπούλου κύριε Διοφάντους !”, ήχησε η φωνή του Ζήση με ένα τόνο θριάμβου στη χροιά της. Το πρόσωπό του πρόβαλε στην πόρτα του γραφείου του διευθυντή του. Ο Ισίδωρος τον κοίταξε ίσια στα μάτια.
“Το επιβεβαίωσες βρε θηρίο ;”
“Ναι, συνεργάστηκα με την Αργυροπούλου στην Οργάνωση. Από τα στοιχεία που μου έδωσε για την μητέρα της, έψαξα και έφτασα στην κόρη. Μία και μονάκριβη την έχει..” είπε ο Ζήσης και πέρασε στο γραφείο.
“Μπράβο βρε Ζήση ! Και ;”
“Κατερίνα Ιατροπούλου, γεννημένη το 1986”
“Που μπορούμε να την βρούμε άραγε, το σπίτι της, οι γονείς της ;”
“Με την Μητέρα της ζούσε τα τελευταία χρόνια αλλά έχει πεθάνει κύριε Διοφάντους από το 2014, ένα χρόνο μετά που μας είπαν από την οργάνωση..”
“Κρίμα”, είπε προβληματισμένος ο Ποινικολόγος.
Το χαμόγελο του νεαρού συνεργάτη του, τον έκανε να αλλάξει διάθεση
“Μην μου πεις”
“Έψαξα κύριε Διοφάντους για πλησιέστερους συγγενείς. Πιο κοντινή της οικογένειας η αδελφή της μητέρας της, Ουρανία Ρενέκου”
“Ζήση δεν είσαι συνεργάτης, πραγματικός ντέτεκτιβ είσαι παλικάρι μου ! Που μπορούμε να την βρούμε την κυρία αυτή ;”
“Μένει στην Πετρούπολη, εδώ σας έχω και την ακριβή της διεύθυνση”, είπε με ένα πλατύ χαμόγελο ο νεαρός, αφήνοντας τα στοιχεία μπροστά στον διευθυντή του.
“Τέλεια ! Πρέπει να κανονίσουμε να επισκεφτούμε το συντομότερο αυτήν την κυρία Ζήση !”, του είπε και αμέσως μετά το βλέμμα του βάρυνε.
“Τι σας απασχολεί κύριε Διοφάντους ;”
Εκείνος σηκώθηκε απ την πολυθρόνα και έκανε μερικά βήματα σκεπτικός.
“Η Αστυνομία Ζήση !  Δεν είναι δυνατόν να έχουμε εμείς αυτά τα στοιχεία και να μην τα έχουν εκείνοι...” σχολίασε για να πάρει την απάντηση
“Λογική σκέψη και ίσως έτσι να είναι. Αλλά σκεφτείτε κάτι...”
“Τι ;”
“Έχει πρόσβαση η αστυνομία στην οργάνωση που επισκεφτήκαμε εμείς ; θέλω να πω, λόγω χώρου και ιδεών, πόσο μπορεί να αντλήσει στοιχεία από εκεί ;”
Ο Ισίδωρος έξυσε το πηγούνι του σκεφτικός.
“Μπορεί να έχει και άλλη δίοδο σε πληροφορίες Ζήση μου, που εμείς είτε αγνοούμε είτε αδυνατούμε να έχουμε… τέλος πάντων, αυτό δεν είναι σημαντικό τώρα. Αυτό που προέχει είναι να μιλήσουμε στην κυρία Ουρανία Ρενέκου. Και για ιδιαίτερους λόγους καλύτερα να πάω μόνος εκεί.



Ήταν βράδυ όταν ο Ισίδωρος Διοφάντους χτύπησε το κουδούνι στο διαμέρισμα της Ουρανίας Ρενέκου. Η Φωνή της ακούστηκε στο θυροτηλέφωνο.
“Ποιος είναι ;”
“Ποινικολόγος Διοφάντους κυρία Ρενέκου, είναι μεγάλη ανάγκη να σας μιλήσω”, της είπε με ύφος ήρεμο. Η Ώριμη γυναίκα αμφιταλαντεύτηκε. Η ανιψιά της την είχε ενημερώσει στην περιγραφή των γεγονότων για τον άνθρωπο εκείνης της νύχτας που την βρήκε και την φιλοξένησε σπίτι του. Πάλεψε για λίγα δευτερόλεπτα μέσα της και στο τέλος απάντησε:
“Περάστε” 
Η Πόρτα άνοιξε και σε λίγο η φιγούρα του Διοφάντους έστεκε στην πόρτα της. Τον υποδέχτηκε με ήρεμο βλέμμα.
“Σας ευχαριστώ που με δεχτήκατε κυρία Ρενέκου”, της είπε με την ζεστή του γνώριμη διάθεση.
Τον πέρασε στο μικρό της σαλόνι όπου και έκατσαν. Ο Ποινικολόγος έριξε μια ματιά στο χώρο. Μικρός, ταπεινός αλλά όμορφος και φιλικός.
“Ας μιλήσουμε καθαρά και ειλικρινά. Η επίσκεψή μου αφορά την Κατερίνα, δεν είναι εδώ ;” την ρώτησε.
“Όχι, δεν είναι εδώ αυτή τη στιγμή”, του απάντησε.
“Ξέρετε αν θα επιστρέψει σύντομα ; μπορώ να την περιμένω λίγο αν δεν σας ενοχλώ” αντέτεινε το ερώτημά του.
“Όχι, δεν μου είπε τίποτα, που έχει πάει, απλά ότι βγήκε έξω...”
Ο Ισίδωρος έμεινε για λίγο σκεπτικός. Η Ουρανία αποφάσισε ότι ήρθε η στιγμή να ρωτήσει:
“Κύριε Διοφάντους, μου είπε ότι είστε ο άνθρωπος που την βρήκατε στο δρόμο και ότι της προσφέρατε την φιλοξενία σας...”
“Έκανα κάτι απλό και αυθόρμητα ανθρώπινο κυρία Ουρανία...”
“Σας ευγνωμονεί για αυτό να το ξέρετε. Ξέρει τι της προσφέρατε. Αλλά πρέπει να καταλάβετε ότι δεν μπορούσε να μείνει στο σπίτι σας...”
“Το καταλαβαίνω και το κατανοώ απλά ανησύχησα, καταλαβαίνετε...”
Η Γυναίκα έμεινε για λίγο σκεφτική σαν να την βασάνιζαν ερωτήματα. Κάποια στιγμή το πήρε απόφαση και ρώτησε.
“Ναι, πρέπει να μιλήσουμε ανοιχτά. Η Κατερίνα έζησε ένα εφιάλτη απ΄ όσα μου είπε. Όμως κάποια απ τα λόγια της είναι ακατάληπτα, θέλω να πω δείχνει να είναι φορτωμένη με οργή και απόγνωση. Σαν να κρύβεται. Τι συμβαίνει μπορείτε να μου πείτε ; φοβάμαι πολύ για εκείνην. Την είδα ότι δεν ένιωθε κάποια στιγμή καλά. Της είπα να πάμε σε ένα νοσοκομείο. Αντέδρασε έντονα με ένα τρόπο που...”

Την κοίταξε με εύλογο ενδιαφέρον και της μίλησε για την ιστορία στην οποία την φέρουν να εμπλέκεται. Για τα γεγονότα στην Κλινική, για το φόνο του Δεβέλογλου και της Δαμασκηνού και την αναζήτησή της από την αστυνομία. Η Γυναίκα άκουγε όλα αυτά σαν να κατέβαινε σε ένα γκρεμό.
“Θεέ μου ! Τι θα κάνουμε ; η Κατερίνα...”
“Είμαι εδώ για να σας πω ότι έχω δηλώσει ότι την εκπροσωπώ νομικά, σε κάθε της βήμα, σε κάθε της πρόβλημα. Και αυτό ήθελα να το πω και στην ίδια. Δεν είναι μόνη ! Αυτό πρέπει να της το πείτε !”
“Είναι τρομαγμένη κύριε Διοφάντους, όλες αυτές τις λίγες μέρες που είναι εδώ, βλέπω μια Κατερίνα που δεν φανταζόμουνα. Και το πιο άσχημο. Είναι στιγμές που ένα δηλητηριώδες μίσος την βασανίζει, μια οργή...”
“Αν ξέρατε τι πέρασε ! Είναι αδιανόητο. Και φαντάζει λογική μετά από όλα αυτά η αντίδρασή της. Αλλά πρέπει να την πείσετε να βρεθούμε. Να μην κάνει κάτι που μπορεί να δώσει αφορμές να της φορτώσουν διάφορα. Θέλω να της το πείτε αυτό”, της είπε με τρόπο κατηγορηματικό και φορτισμένο.
“Όσα τράβηξε εκεί μέσα θα μείνουν ατιμώρητα κύριε ;” τον ρώτησε με μια κρυμμένη οργή που παραμόνευε να εκφραστεί. Συνέχισε:
“Όλα αυτά τα χρόνια του μαρτυρίου, ποιος ξέρει ; και εκείνη και ποιος ξέρει ποιοι άλλοι ; θα πληρώσουν αυτά τα καθάρματα ; θα μπορέσουμε να τους σύρουμε στα δικαστήρια ;”
“Δύο από αυτά τα καθάρματα πλήρωσαν ήδη” της είπε. Ξάφνου κατάλαβε ότι τα συναισθήματά του τον παρέσυραν σε δρόμο που δεν έπρεπε. Το μάζεψε λίγο:
“Μα για αυτό θέλω να την βρω. Να οργανώσουμε αυτόν μας τον αγώνα”
Η Γυναίκα τον ευχαρίστησε θερμά. Κράτησε τα στοιχεία του για να μιλήσουν ξανά. Κάποια στιγμή τον ρώτησε:
“Πως με βρήκατε ;”
“Κυρία Ουρανία. Είχα υποσχεθεί στον εαυτό μου ότι θα κινούσα γη και ουρανό για να βρω την ...Ελουάζ”, το τελευταίο το είπε με μια ζεστή έκφραση στο πρόσωπο. Η Ουρανία τον κοίταξε παράξενα.
“Ελουάζ ; τι είναι αυτό ;”
Ο Διοφάντους χαμογέλασε λίγο μελαγχολικά.
“Εγώ έτσι την γνώρισα κυρία Ουρανία ! Εκείνο το βράδυ...με αυτό το όνομα”
Η Γυναίκα έμεινε με μια έκφραση απορίας στο πρόσωπό της. Εκείνος ρώτησε:
“Σας επισκέφτηκε καθόλου η Αστυνομία ;”
Τον κοίταξε ταραγμένη.
“Ακούστε, το θεωρώ σίγουρο να φτάσουν και εκείνοι εδώ. Να ψάξουν την Κατερίνα. Μην πανικοβάλλεστε. Δεν έχουν να την προσάψουν κάτι. Απλά φερθείτε φυσιολογικά ανθρώπινα αλλά παρακαλώ να με ειδοποιήσετε αμέσως ότι ώρα και να είναι”.
“Θα κάνω ότι μου είπατε”, του είπε η Γυναίκα προβληματισμένη.
“Και κάτι άλλο. Μην της πείτε τίποτα για αστυνομίες και τέτοια. Υπάρχει ένας κίνδυνος σοβαρός να τρομάξει και στην κατάσταση που είναι μπορεί να έχουμε πολύ χειρότερα, εντάξει ;”
Απάντησε θετικά. Την αποχαιρέτισε μένοντας με την εντύπωση μιας γλυκύτατης γυναίκας γεμάτης πόνο και ανησυχία. Τον συνόδευσε στην πόρτα. Την χαιρέτισε εγκάρδια και έφυγε φορτωμένος με χίλιες δυό σκέψεις στο μυαλό του.

Κεφάλαιο 13: Η Νύχτα που άλλαξαν όλα

Τις βραδινές ώρες στην Ψυχιατρική κλινική επικρατούσε πάντα μια αλλόκοτη ησυχία. Κάτι σαν αυτή του νεκροταφείου. Τα φώτα ήταν λιγοστά στις πτέρυγες και ελάχιστη κίνηση μπορούσε να εντοπίσει κάποιος στους διαδρόμους ή στα δωμάτια.

Ο Καθηγητής Δημοσθένης Αρμάγος δύο φορές τη βδομάδα έμενε κάπως αργότερα στο γραφείο του. Πάντα είχε κάτι ξεχωριστό να διεκπεραιώσει. Ήταν μόνος στην πτέρυγα. Στην κλινική παρέμενε μόνο ο φύλακας εισόδου στην αυλή και δύο ακόμα άτομα υπηρεσίας από το νοσηλευτικό προσωπικό. Μετά την πυρκαγιά στο “αποστειρωμένο” εκείνο τμήμα του ιδρύματος κάποια πράγματα δεν είχαν ακόμα τακτοποιηθεί.

Ο “ευυπόληπτος” καθηγητής τον τελευταίο καιρό ήταν ανήσυχος. Ειδικά όσα ακολούθησαν το φόνο του Δεβέλογλου και της Δαμασκηνού. Ο Αρμάγος ήταν ο μόνος πια που ήξερε ότι εκείνο το βράδυ της φωτιάς η Κατερίνα Ιατροπούλου είχε δραπετεύσει. Από τότε ήταν σε μια διαρκή έξαψη και εκνευρισμό.

Έριξε μια ματιά στο ρολόι του. Είχε περάσει εννέα και μισή όταν άρχισε να μαζεύει τα προσωπικά του αντικείμενα για να φύγει.
Τα βήματα που άκουσε στο διάδρομο, έξω ακριβώς από την κλειστή πόρτα του γραφείου του ζύγωσαν σε ελάχιστο χρόνο και πριν προλάβει να σκεφτεί η πόρτα άνοιξε διάπλατα.

Το πρόσωπο που μπήκε μέσα κλείδωσε την πόρτα πίσω του. Στα μάτια του καθηγητή ζωγραφίστηκε ένας ανείπωτος τρόμος και έκπληξη.

“Εσύ ; πως διάβολο βρέθηκες εδώ ;” κατάφερε να μιλήσει καθώς ένας κόμπος τον έπνιξε στο λαιμό.
“Κύριε καθηγητά…. Ξεχνάτε κάτι βασικό !” του είπε η Κατερίνα με φωνή απόμακρη και ειρωνική.
“Μα…. Πως πέρασες μέσα ;” την ρώτησε προσπαθώντας να ανακτήσει τον αυτοέλεγχό του.
Στεκόταν όρθια μπροστά του. Με την πλάτη της στην πόρτα. 
“Εμείς που μαρτυρήσαμε στο ευαγές ίδρυμά σας, όλα αυτά τα χρόνια, αναγκαστικά μάθαμε τα μυστικά του χώρου...”
“Τι θες να πεις ;” την ρώτησε 
“Η Κλινική σας είναι χτισμένη πάνω στα ερείπια ενός παλιού εργοστασίου. Οι κερδοσκόποι εργολάβοι θεώρησαν χάσιμο κέρδους να γκρεμίσουν όλα τα υπόγεια. Έτσι, κάποια από αυτά παρέμειναν στο πέρασμα των καιρών προσφέροντας ένα μυστικό πέρασμα σε στοές και αίθουσες που οδηγούν στα υπόγεια της κλινικής. Βλέπετε κύριε Καθηγητά… ο μοναδικός τρόπος να επιβιώσουν ορισμένοι από εδώ μέσα ήταν να βρουν τρόπο να ξεφύγουν...” του πέταξε σφυριχτά στα μούτρα.
“Τι θες από μένα ;” της είπε αυστηρά ενώ τα χέρια του έψαχναν προσεκτικά στο γραφείο του.
“Δυό λόγια κύριε καθηγητά...” είπε η Κατερίνα, “Έχουμε κάποιους ανοιχτούς λογαριασμούς δεν νομίζετε ; ειδικά από το βράδυ που με τους συνεργάτες σας, την Δαμασκηνού και τον Δεβέλογλου, αποφασίσατε να με βγάλετε απ τη μέση γιατί ήμουν για σας ένα επικίνδυνο απόβλητο, σωστά ;”
“Εκείνος ο ηλίθιος φταίει που δεν πρόλαβε να σε ξεκάνει….” της είπε με δολερό μίσος.
“Με εκείνον τον ηλίθιο ξεμπερδέψαμε κύριε Καθηγητά. Ταξίδεψε στο σκοτάδι που ανήκε εδώ και χρόνια. Η άλλη, η εκλεκτή σας συνεργάτιδα η κυρία Δαμασκηνού ; τι έγινε κύριε καθηγητά ;” 
“Τι θες να πεις ;” τη ρώτησε με μάτια που γυάλιζαν.
“Με ...προλάβατε κύριε Καθηγητά !” του πέταξε στα μούτρα. “Με προλάβατε λίγα λεπτά. Βλέπετε…. Φτάσατε λίγο νωρίτερα από μένα στο σπίτι της. Μόλις έμπαινα στην αυλή της ήσασταν ήδη στην πόρτα της εκείνο το βράδυ. Το σκοτάδι, μου προσέφερε καλή κάλυψη να μείνω στην αυλή. Περίμενα να φύγετε για να δώσω το επισκεπτήριό μου στην κυρία Δαμασκηνού. Παραξενεύτηκα σαν είδα την πόρτα ανοιχτή. Και φυσικά την ίδια, νεκρή στο πάτωμα. Απ το χέρι σας κύριε καθηγητά ! Προφανώς η εκλεκτή σας φιλενάδα κάπου έκανε νερά και ανησυχήσατε. Έτσι της κλείσατε το στόμα !”
“Λες αηδίες, την βρήκα νεκρή, ταράχτηκα και έφυγα να ειδοποιήσω την αστυνομία”, της είπε..
“Και η κυρία Δαμασκηνού ...αναστήθηκε, σας άνοιξε την πόρτα και στη συνέχεια ...επέστρεψε στον κόσμο των νεκρών ! Κάπου χάνει το σενάριο...”
Ο Αρμάγος σηκώθηκε όρθιος απειλητικός.
“Το στόμα της άρχισε να κελαϊδάει και ταξίδεψε όπως έπρεπε να κάνεις και εσύ, αλλά ποτέ δεν είναι αργά...” της είπε.

Όρμησε προς το μέρος της με όλη του την ορμή. Η Κατερίνα ίσα που πρόλαβε να τραβήξει το μεγάλο μαχαίρι απ την τσάντα της. Όμως το χτύπημα που της κατάφερε ο καθηγητής ήταν αποφασιστικό για να πέσει απ το χέρι της. Η Πάλη τους ήταν σκληρή. Η Κατερίνα πάλευε λυσσασμένα αλλά τα χέρια του Αρμάγου τυλίχτηκαν στο λαιμό της σαν φίδια που έσφιγγαν. Προσπάθησε με όλες της τις δυνάμεις να απαλλαγεί από το θανάσιμο αυτό σφίξιμο. Όμως οι δυνάμεις της την εγκατέλειπαν σταδιακά. Στα μάτια της αποτυπώθηκαν  τα γεμάτα αίμα και θάνατο μάτια του Αρμάγου που δυνάμωνε τη λαβή του. Ένιωθε σταδιακά να παραλύει. Δεν ένιωθε στην αρχή τα πόδια της. Δεν έβγαινε η ανάσα της και όλα γύρω της άρχισαν να σκοτεινιάζουν απότομα μέχρι που τα πάντα τυλίχτηκαν στο απόλυτο ξέπνοο μαύρο. Σε ένα σκοτάδι που την τύλιξε σύγκορμη στο θυμικό και στο κορμί της.


Η Φωνή του Ανακριτή Μηνιάδη ήχησε στα αυτιά του Ίσίδωρου με μια χροιά απόλυτη, κατηγορηματική.
“Ισίδωρε… βρήκαμε τα στοιχεία της”
Ο Διοφάντους ένιωσε ένα παράξενο σφίξιμο αγωνίας στο λαιμό του. Κράτησε το τηλέφωνο καλύτερα και ρώτησε:
“Της κοπέλας ;” τον ρώτησε λες και δεν ήξερε.
“Ναι, η αστυνομία βρήκε τα στοιχεία της”
“Και ;”
“Κατερίνα Ιατροπούλου, ετών τριανταδύο. Ασθενής στην κλινική”
“Και πως δεν εμφανιζόταν εκεί στα στοιχεία τους ;”
“Αυτό το ερευνούμε Ισίδωρε, είναι η επόμενη κατεύθυνση που θα πάρουμε”
“Τι έχετε κατά νου Γεράσιμε ;” τον ρώτησε με αγωνία.
“Την αναζητούμε Ισίδωρε. Ψάχνουμε οικεία της πρόσωπα. Θεώρησα σωστό να σε ενημερώσω. Θεωρείς τον εαυτόν σου σαν δικηγόρο της”
“Έχει βγει ένταλμα ;” τον ρώτησε ο Ισίδωρος.
“Όχι φυσικά. Απλά την αναζητούμε για να μας δώσει κάποιες εξηγήσεις...”

Ο Διοφάντους ένιωσε κάποια μικρή ενοχή να τον κυριεύει γιατί είχε κρύψει πράγματα από τον φίλο του, ενώ εκείνος τον ενημέρωσε άμεσα. Αλλά αυτά χάθηκαν πίσω από την κρισιμότητα των στιγμών.
“Σε ευχαριστώ Γεράσιμε...”
“Λοιπόν θα σε κρατώ ενήμερο όταν τη βρούμε. Στο μεταξύ θα επισκεφτούμε και την κλινική”
“Έχει γίνει κάτι για την δολοφονία της Δαμασκηνού ;”
“Όλα στο σκοτάδι ακόμα...”
“Εντάξει…. Γεράσιμε !” κόμπιασε μια στιγμή, “Σ’ ευχαριστώ”, του είπε.

Έκλεισαν το τηλέφωνο. Ο Διοφάντους παρέμεινε σκεπτικός. Αυτό που περίμενε έγινε. Η Αστυνομία είχε ανακαλύψει την Κατερίνα. Και ήταν θέμα χρόνου να φτάσει και στη θεία της. Τα πράγματα έμπλεκαν με πολλούς παίκτες αλλά ήταν κάτι που θα γινόταν έτσι κι αλλιώς. Τώρα έπρεπε να συντονίσει τις κινήσεις του με την Κατερίνα.


Όταν άνοιξε τα μάτια της όλα γύριζαν ολόγυρά της. Και ο λαιμός της πονούσε έντονα. Προσπαθούσε να καταλάβει που βρισκόταν. Γύρω της σκοτάδι κάλυπτε τα πάντα με κάποιες αχνές αχτίδες φωτός να διαπερνούν το χώρο. Ένιωσε την πλάτη της να ακουμπάει σε ένα τοίχο και την ίδια καθιστή. Ψηλάφισε το χώρο δίπλα της αγγίζοντας σκόνη, απομεινάρια από τούβλα, σοβάδες και άλλα υλικά. Άρχισε να συνέρχεται αλλά ο πόνος στο λαιμό και στο κορμί της ήταν οξύς και διαπεραστικός. Θυμήθηκε. 
Πως βρέθηκε εκεί ; το τελευταίο πράγμα που έφερε στο νου της ήταν τα δολοφονικά μάτια του Αρμάγου και τα χέρια του να την πνίγουν. Τι έγινε μετά ; ποιος την μετέφερε εκεί ; σηκώθηκε με προσοχή καθώς δεν πατούσε καλά. Κατάλαβε ότι βρισκόταν στο ερειπωμένο εργοστάσιο κάτω και δίπλα απ την κλινική. Από το βάθος μιας μεγάλης αίθουσας έμπαινε λίγο φως. Η Φεγγαράδα κατάφερνε να στέλνει τις αντανακλάσεις της ως εκεί κάτω. Κρύωνε. Έριξε μια ματιά στα ρούχα της, ψηλάφισε το πρόσωπό της, τα χέρια της. Δεν ένιωθε κάποια πληγή. Με μιας διαπίστωσε γεμάτη φόβο ότι το ρολόι έλειπε από το χέρι της. Απομεινάρι της πάλης της με τον επίδοξο δολοφόνο της. Όμως ψαχουλεύοντας στην συνέχεια ένιωσε το ρολόι στην τσέπη του μπουφάν. Δεν καταλάβαινε τίποτα. Θυμήθηκε το μαχαίρι που κουβαλούσε στην τσάντα της. Πουθενά ! Ένιωθε να θέλει να κάνει εμετό. Δεν μπορούσε να τα εξηγήσει όλα αυτά. Ποιος ήταν ο άνθρωπος που την μετέφερε εκεί ; 

Μέσα στην παραζάλη της αποφάσισε ότι δεν μπορούσε να μείνει άλλο στο χώρο. Άραγε τι είχε συμβεί επάνω στο γραφείο του Αρμάγου. Βασανιστικά ερωτήματα που γυρόφερναν στο μυαλό της. Άρχισε να κινείται προς την έξοδο. Προς το φως. Μετά από λίγο κατάφερε να φτάσει. Έριξε μια ματιά ολόγυρά της γεμάτη αγωνία. Έτσι κι αλλιώς η κλινική ήταν σε τοποθεσία έξω από τις ζώνες της πόλης. Και τέτοια ώρα μες στο χειμώνα όλα ήταν ήρεμα. Είχε να περπατήσει αρκετά στο δρόμο της επιστροφής και άπειρα ερωτήματα να απαντήσει.


“Κάτερίνα !” αναφώνησε η Θεία της μόλις την είδε έτσι να στέκει στην είσοδο του σπιτιού.
“Τι έπαθες παιδί μου ; που ήσουνα ;”
Η Κατερίνα μπήκε μορφάζοντας από την αίσθηση της ναυτίας. Η Ουρανία την πήρε και την έβαλε να κάτσει στο σαλόνι.
“Θα σου πω θεία μου… αλλά… δεν νιώθω καλά, ανακατεύομαι...”
“Κορίτσι μου είσαι χλωμή και μέσα στον παγωμένο ιδρώτα, τρέμεις, πρέπει να πάμε στο νοσοκομείο...”
Η κοπέλα αντέδρασε αρνητικά έντονα.
“Όχι Θεία ! Με τίποτα”
“Κορίτσι μου είσαι με τα καλά σου ; έχεις τέτοια χάλια και μου λες δεν θες να πας ; τι σου συνέβη ;”  έριξε μια ματιά στο λαιμό της.
“Τι σημάδια είναι αυτά Θεέ μου στο λαιμό σου ; τα χείλη σου πρησμένα. Πες μου τι συνέβη ;” φώναξε ταραγμένη η Ουρανία.
“Δεν είναι ώρα τώρα Θεία μου”, της είπε εκείνη.
Η Ουρανία σηκώθηκε αποφασισμένη. 
“Τότε θα κάνω κάτι άλλο και μην διανοηθείς να με σταματήσεις !” της είπε αποφασιστικά.
“Τι κάνεις Θεία μου, που τηλεφωνείς ;”
“Στον δικηγόρο σου ! Στον άνθρωπο που σε βρήκε...”
Η Ανιψιά της την κοίταξε με ένα τεράστιο ερωτηματικό στο πρόσωπό της. Εκείνη κατάλαβε τι σκέφτηκε.
“Ήρθε εδώ ! Ναι, ήταν εδώ πριν δύο ώρες. Μιλήσαμε. Μου είπε ότι θα είναι δίπλα σου, ότι χρειαστούμε να τον ενημερώσουμε...”
Η Κατερίνα προσπάθησε να μιλήσει αλλά η ναυτία την εμπόδιζε. Έκανε μια κίνηση άρνησης. Η Ουρανία με το τηλέφωνο στο χέρι φώναξε.
“Πρέπει να τον εμπιστευτείς κόρη μου ! Ο άνθρωπος αν ήθελε να σου κάνει κακό είχε κάθε ευκαιρία ήδη να το κάνει, δεν ακούω λέξη...”

Η Κατερίνα κατέρρευσε, η φωνή της Ουρανίας ακούστηκε στα αυτιά της
“Κύριε Διοφάντους εσείς ;….    σας παρακαλώ είναι ανάγκη να έρθετε ή να κάνετε κάτι….  Η Κατερίνα είναι εδώ σε άθλια κατάσταση…. Δεν θέλει να πάει σε νοσοκομείο…. Σας ικετεύω βοηθείστε μας”

Έκλεισε το τηλέφωνο. Στα μάτια της ζωγραφίστηκε μια δόση ελπίδας. Η ανταπόκριση που πήρε από τον ποινικολόγο στο κάλεσμά της ήταν τέτοια που την γέμισε με μια πρόσκαιρη ηρεμία. Δεν είχαν παρά να περιμένουν.


“Γρηγόρη ; που σε βρίσκω ;” 
“Στην κλινική είμαι Ισίδωρε, τι συμβαίνει ; σε ακούω ταραγμένο”
“Άκου Γρηγόρη συμβαίνει κάτι σοβαρό, θέλω δύο πράγματα”
Ο Καθηγητής Παθολογίας Γρηγόρης Καραμάνος, ιδιοκτήτης ιατρικής κλινικής και στενός φίλος του Ισίδωρου κατάλαβε ότι κάτι σημαντικό συνέβαινε και συγκέντρωσε την προσοχή του. Με τον Ισίδωρο Διοφάντους, τον συνέδεε μακροχρόνια φιλία.
“Σ’ ακούω πες μου”
“Θέλω την ιατρική σου βοήθεια για μια ασθενή και την απόλυτη εχεμύθειά σου”
“Πες μου να καταλάβω”
“Σου φέρνω σε λίγο μια κοπέλα, δεν μπορώ να σου πω πράγματα τώρα, είναι πελάτισσά μου αλλά θέλω να μείνει η νοσηλεία της κρυφή”
“Φέρε την κοπέλα εδώ βρε Ισίδωρε, προέχει η υγεία της...”

Έκλεισε το τηλέφωνο βιαστικά. Σε λίγα λεπτά ήταν στο αυτοκίνητό του στο δρόμο για την Πετρούπολη με προορισμό το σπίτι της Ουρανίας. Μέσα του ένιωθε παράξενα. Ανησυχία για την νεαρή κοπέλα και αγωνία που θα την έβλεπε ξανά.

Δεν άργησε να φτάσει. Η Ουρανία του άνοιξε. Μπήκε στο σπίτι. Τα μάτια του σταμάτησαν πάνω στα μάτια της. Η … “Ελουάζ”, όπως την γνώρισε εκείνο το βράδυ ήταν μπροστά του χλωμή ξαπλωμένη στον καναπέ, αδύναμη. Η εικόνα της ήταν πολύ χειρότερη από εκείνο το βράδυ που την βρήκε στο δρόμο. Είδε το πρόσωπό της, τις μελανιές στο λαιμό της, τα αίματα. Η κοπέλα προσπάθησε κάτι να πει, εκείνος μίλησε στη θεία της.

“Τι συμβαίνει ;”
“Κάνει συνέχεια εμετούς, είναι χλωμή, λουσμένη στον ιδρώτα, τρέμει...” του είπε φοβισμένη.
“Πάμε”, ακούστηκε η φωνή του !
“Όχι !” βγήκε πνιχτά η κραυγή από την Κατερίνα με μάτια γεμάτα φόβο.
“Μην ανησυχείς Κατερίνα. Πάμε στην κλινική ενός δικού μου ανθρώπου. Όλα θα μείνουν κρυφά, πάμε”

Προσπέρασαν αποφασιστικά τις επίμονες αρνήσεις της και σε λίγο ήταν στο αυτοκίνητο καθ’ οδόν προς την κλινική. Στο πίσω κάθισμα η Κατερίνα με την θεία της. Η Νύχτα είχε πέσει για τα καλά στην πόλη. Ο Ισίδωρος που και που έριχνε κάποιο βλέμμα απ τον καθρέφτη πίσω να την βλέπει. Είχε γύρει στην αγκαλιά της Ουρανίας σαν ένα τριαντάφυλλο χτυπημένο απ το ξεροβόρι. Στη σκέψη του Διοφάντους γυρόφερναν οι φριχτές σκηνές που είχε δει στο βίντεο.

Η Κλήση από το κινητό του τηλέφωνο διέκοψε τις σκέψεις του. Η Φωνή του Ανακριτή Μηνιάδη τον επανέφερε σκληρά στην πραγματικότητα.
“Ισίδωρε σ’ ανησυχώ ;”
“Όχι Γεράσιμε πες μου, τι συμβαίνει ;”
…………….
Ο Διοφάντους άκουγε τον συνομιλητή του και ένιωθε κρύο νερό να τρέχει στην πλάτη του. Το πρόσωπό του πήρε μια έκφραση σύσπασης που τον παραμόρφωνε ολόκληρο.
“Πότε ;” είπε.
“Απόψε το βράδυ”
Ο Ισίδωρος προσπαθούσε με δυσκολία να μείνει ψύχραιμος και να συγκεντρωθεί.
“Τι στοιχεία έχετε ; πως ;”
Άκουγε τον Μηνιάδη στην άλλη άκρη της γραμμής και κρατούσε σκέψεις και εικασίες.
“Εντάξει Γεράσιμε, σ’ ευχαριστώ, θα μιλήσουμε οπωσδήποτε”

Έκλεισε το κινητό. Έμεινε βουβός να κοιτάζει το δρόμο. Κάποια στιγμή το βλέμμα του διασταυρώθηκε με αυτό της Κατερίνας στον καθρέφτη. Εκείνη τον κοίταζε λες και περίμενε.
“Κατερίνα….” ακούστηκε με τα μάτια του στο δρόμο.
Εκείνη καρτερούσε σιωπηρή. Κρεμόταν από τα λόγια του.

“Ο Αρμάγος βρέθηκε νεκρός πριν δύο ώρες στην κλινική του ! Κάποιος τον σκότωσε ! Με μαχαίρι !”

Η Κατερίνα άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Πήρε εκείνο το παράξενο σχήμα που παίρνει η όψη ενός ανθρώπου σαν του συμβαίνουν δύο εντελώς αντιφατικά γεγονότα. Από τη μία δέος που μπλέκεται σε μια δύσκολη κατάσταση με ένα μυστήριο να τυλίγει τα πάντα και από την άλλη με εκείνη την άγρια αίσθηση της δικαίωσης και της εκδίκησης απέναντι σε ένα ανθρωπόμορφο τέρας που σακάτεψε τη ζωή της.

(Συνεχίζεται...)







Την Νουβέλα, συνολικά και ενιαία, μπορείτε, όπως πάντα να την έχετε εδώ:

Μπορείτε να κάνετε log-in στην πλατφόρμα χρησιμοποιώντας τον google account ή τον facebook account σας, ως αναγνώστες.

Τετάρτη, 23 Ιανουαρίου 2019

"Ελουάζ" (Κεφάλαια 9, 10 & 11)


Θυμηθείτε:



Κεφάλαια 5-6

Κεφάλαια 7-8




Περίληψη

Ένα ψυχιατρείο με εξαίρετη φήμη. Μια αποθήκη ψυχών κάτω από το πολυτελές περιτύλιγμα. Εκείνη. Μια νεαρή γυναίκα, φορτωμένη με τους εφιάλτες της εφηβείας και την ψυχολογική κατάρρευση στη νιότη της. Το όνομα ενός πορτραίτου:  "Ελουάζ". Με το χέρι εκείνου που λάτρεψε αλλά και μίσησε απόλυτα. 
Για τον διαπλεκόμενο διευθυντή της κλινικής και τους συνεργάτες του δεν είναι παρά ένα σκουπίδι που πρέπει να ξεφορτωθούν άμεσα. Και εκείνη βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα του θανάτου. 
Όλα θα ξεκινήσουν εκείνη τη σκοτεινή χειμωνιάτικη νύχτα. Την νύχτα της φωτιάς.







Κεφάλαιο 9 Στοιχεία για το παρόν, μνήμες από το παρελθόν

Βρήκε τον Μηνιάδη σκεπτικό στο γραφείο του.
Πως έγινε ;” τον ρώτησε ο Διοφάντους χωρίς να χάσει χρόνο. Έκατσε στην πολυθρόνα μπροστά στο γραφείο.
Χθες βράδυ, στο σπίτι της, ο γιατρός λέει μεταξύ εννέα με δέκα”.
Ποιος, πως ;”
Άγνωστο. Δεν πρόκειται για ληστεία”
Πως ;”
Το όπλο δεν βρέθηκε, πρέπει να ήταν κάποιο αμβλύ όργανο”
Μαχαίρι ;”
Όχι, το τραύμα λέει ο γιατρός από κάποιο άλλο αιχμηρό όργανο”
Καλά δεν πήρε χαμπάρι κανένας ;”
Έμενε σε μονοκατοικία Ισίδωρε. Κανείς γείτονας δεν ανέφερε κάτι από φασαρία ή φωνές, μόνο...” σταμάτησε και τον κοίταξε.
Μόνο τι ;” τον ρώτησε με αγωνία ο Ποινικολόγος.
Ένα γείτονας που επέστρεφε σπίτι του πρόλαβε τη φιγούρα μιας νεαρής γυναίκας να φεύγει σαν κυνηγημένη στο δρόμο λίγα μέτρα απ την είσοδό της”
Τι ώρα έγινε αυτό ;”
Περίπου την ώρα θανάτου, περίπου λέω...”
Την περιέγραψε ;”
Όχι δεν μπορεί να δώσει περιγραφή, στο σκοτάδι την είδε”
Και πως μπήκε στο διαμέρισμά της ; υπάρχουν ίχνη διάρρηξης ;”
Όχι, η πόρτα άνοιξε κανονικά”
Άρα αυτός ο κάποιος ήταν γνωστός της, αλλιώς….”
Μάλλον, βέβαια περιμένω και την έκθεση της αστυνομίας”
Που καταλήγεις ;” τον ρώτησε με αγωνία ο ποινικολόγος.
Ο Ανακριτής τον κοίταξε ίσια στα μάτια.
Ισίδωρε, πολύ φοβάμαι ότι η νεαρή την έχει άσχημα ! Σε κάθε της παρουσία και ένα πτώμα. Πρώτα στην κλινική, τώρα εδώ”
Ο Διοφάντους έδειξε να προσπαθεί να απομακρύνει αυτήν την πιθανότητα.
Και πως ξέρεις ότι είναι η ίδια γυναίκα Γεράσιμε ; Άσε να δεις πρώτα και τι θα πει ο ιατροδικαστής”
Δεν ξέρω τι σε κάνει να την υπερασπίζεσαι τόσο. Θα σε παρακαλέσω να αφήσεις τα συναισθήματά σου έξω απ αυτήν την υπόθεση”
Ο Διοφάντους έδειξε να ενοχλείται.
Τι θέλεις να πεις ;” ρώτησε κατηγορηματικά.
Ο Ανακριτής τον κοίταξε με νόημα.
Ξέρεις καλά τι θέλω να πω Ισίδωρε. Τα προσωπικά σου βιώματα μην τα βάζεις σ΄ αυτήν την υπόθεση. Είμαστε επαγγελματίες”

Ο Διοφάντους αντέδρασε έντονα.
Σε παρακαλώ να αφήσεις τα προσωπικά μου απ’ έξω. Ξέρεις πολύ καλά ότι τα τελευταία χρόνια μόνο εγώ ξέρω τι μάχη έδωσα για να μην τα μπλέκω στις υποθέσεις μου”, του απάντησε καθώς είχε ήδη σηκωθεί.
Δεν ήθελα να σε πληγώσω Ισίδωρε, με συγχωρείς. Ξέρω τι άνθρωπος είσαι. Αλλά είδα ότι με μια ιδιαίτερη επιθυμία μπήκες σ’ αυτήν την υπόθεση...”
Δεν μπήκα εγώ στην υπόθεση. Ακριβώς το αντίθετο έγινε στα πόδια μου εκείνο το βράδυ”, του είπε και συνέχισε διακόπτοντας αυτή την κουβέντα.
Εικασίες κάνεις Γεράσιμε. Δεν έχεις τίποτα χειροπιαστό στα χέρια σου. Ενδείξεις έχεις. Και στην κλινική με τον Δεβέλογλου και τώρα με την Δαμασκηνού. Θέλω, αν γίνεται, αντίγραφο της ιατροδικαστικής εξέτασης της Δαμασκηνού ”
Τι να το κάνεις ;”
Για το φάκελο της πελάτισσας μου. Ήδη βλέπω μια πορεία ενοχοποίησής της”
Θα το έχεις μόλις το πάρω”, του είπε.

Χαιρετήθηκαν προσπαθώντας να βγάλει ο καθένας την ένταση που τους κυρίευσε. Ο Διοφάντους ένιωσε το βλέμμα του ανακριτή να βαραίνει στην πλάτη του καθώς διάβαινε την πόρτα της εξόδου απ το γραφείο του.


Το χοντρό μαύρο ντοσιέ έστεκε ανοιχτό στο μεγάλο γραφείο καρυδιάς του Ισίδωρου Διοφάντους στο σπίτι του. Ο Καπνός απ την ξύλινη πίπα του, γέμιζε το χώρο με άρωμα κερασιάς κάνοντας διάφορα σχήματα. Το πρόσωπό του έστεκε σκυφτό στο γραφείο. Το φως από το μεγάλο πορτατίφ στα αριστερά φώτιζε μια σειρά απλωμένα έγγραφα στην επιφάνεια του γραφείου.
Δύο-τρεις εφημερίδες με ημερομηνία Νοέμβρη του 2008. Οι πρωτοσέλιδες αναφορές τους:

Άγριο έγκλημα. Η νεαρή καθηγήτρια Φιλολογίας Αντιγόνη Καραμάνου, ετών τριάντα επτά, σύζυγος του γνωστού Ποινικολόγου Ισίδωρου Διοφάντους, βρέθηκε νεκρή λίγα μέτρα έξω από το αυτοκίνητό της. Οι δράστες την είχαν βιάσει πριν την στραγγαλίσουν για να την ληστέψουν. Η Αστυνομία έχει ήδη εξαπολύσει ανθρωποκυνηγητό για τον εντοπισμό τους...”

Ρούφηξε μια δυνατή γουλιά απ το ουίσκι του και συνέχισε να ξεφυλλίζει διάφορα έγγραφα και φωτογραφίες από το ανοιχτό ντοσιέ. Δίπλα του ένας άλλος φάκελλος κλειστός. Έβαλε τα διάφορα έγγραφα του ντοσιέ στη θέση τους ευλαβικά με μεγάλη προσοχή και τάξη. Πήρε το στυλό του, τράβηξε τον άλλο φάκελο μπροστά του και άρχισε να γράφει στην εξωτερική ετικέτα:
Φάκελος Ελουάζ. (Αγνώστου ταυτότητας)”.


Το ταξί που πήρε η Κατερίνα απ το κέντρο της Αθήνας την έφερε στο Περιστέρι. Διάλεξε να έχει πέσει το σκοτάδι καθώς ήθελε να αποφύγει κάθε ξένο βλέμμα επάνω της. Στην παλιά γειτονιά της. Είχε να αντικρίσει το πατρικό της σπίτι εδώ και οκτώ ολάκερα χρόνια. Το 2008 είχε τελειώσει τη σχολή της. Ένα χρόνο μετά, το 2009, γνώρισε τον Σέργιο. Τον άνθρωπο που σημάδεψε τη ζωή της. Οκτώ χρόνια μεγαλύτερός της. Η Σκέψη της σκλήρυνε αφάνταστα.

Στάθηκε απέναντι από το πατρικό της σπίτι εκεί στην παλιά γειτονιά στο Περιστέρι. Η Πρώτη εικόνα που αντίκρισε την σοκάρισε. Η παλιά μικρή μονοκατοικία έστεκε εκεί σαν φάντασμα ολομόναχη, εγκαταλειμμένη στην απόλυτη μοναξιά της. Είχε φύγει από εκεί το 2009, ένα χρόνο μετά που τελείωσε τη σχολή της. Πλησίασε την μικρή σιδερένια πόρτα της αυλής. γερμένη, σκουριασμένη απ το χρόνο. Ο Χώρος πίσω της είχε καλυφθεί από άγρια χόρτα και αγριολούλουδα. Που ήταν η Μητέρα της ! Η καρδιά της χτυπούσε δυνατά. Έσπρωξε με τα χέρια της την πόρτα στην είσοδο, η οποία άνοιξε με δυσκολία και με έναν ανατριχιαστικό θόρυβο σκουριάς. Ένα μικρό δάκρυ ήρθε να υγράνει τα μάτια της. Περιεργάστηκε με το βλέμμα τον μικρό κήπο. “Είδε” τον εαυτό της παιδούλα να πεταρίζει ανάμεσα στις τριανταφυλλιές και στα γεράνια που η μητέρα της με περισσή αγάπη φρόντιζε. Είδε τη μεγάλη καρυδιά να σκεπάζει τώρα το σπίτι και θυμήθηκε τις εποχές που σκαρφάλωνε στα κλαδιά της για να μαζέψει τους καρπούς. Πλησίασε στην πόρτα του σπιτιού. Ερμητικά κλειστή όπως και τα παράθυρα. Σαν να ήθελαν να κρύψουν το εσωτερικό και τα μεγάλα μυστικά του. Άγγιξε με τα χέρια της τα παράθυρα, την πόρτα. Η Σκέψη της ήταν γεμάτη μνήμες. Η ζωή εκεί έδειχνε να είχε σταματήσει πριν πολλά χρόνια. Που ήταν όμως η μητέρα της αναρωτήθηκε ξανά. Πόσο ήθελε να ξαναγυρίσει εκεί. Όμως μέσα της ήξερε ότι αυτό ήταν ένα απρόσιτο όνειρο που χάθηκε στις άρρωστες νύχτες που πέρασε με τον άνθρωπο που αγάπησε και άνοιξε για αυτήν τις πόρτες της κόλασης. Αλλά και στις παγωμένες ατέλειωτες ώρες της κλινικής. Εκεί που άφησε για τελευταία φορά την αθωότητα της ψυχής της σφάγιο στις επιλογές εκείνων.

Ένιωσε να πονάει. Από τότε που ο “ευυπόληπτος” καθηγητής Αρμάγος αφαίρεσε, χωρίς τη θέλησή της, το νεφρό της, για να το πουλήσει στη μαύρη αγορά οργάνων σώματος απ την οποία είχε θησαυρίσει και αυτός και οι συνεργάτες του, η υγεία της δεν πήγαινε καλά. Το ένιωθε, το καταλάβαινε.

Έριξε μια τελευταία ματιά στο σπίτι που μεγάλωσε. Φυλάκισε όσο μπορούσε περισσότερο την εικόνα του στην καρδιά της. Λίγο πριν κλείσει πίσω της την ξεχαρβαλωμένη πόρτα πρόλαβε να κόψει λίγα φύλλα από κάποια αγριόφυτα που είχαν φουντώσει εκεί. Τα έσφιξε στην τρεμάμενη φούχτα της και έσυρε τα βήματά της στο δρόμο της επιστροφής.
Στη σκέψη της πήγε το αμέσως επόμενο μέρος που θα μπορούσε να μάθει για τη μητέρα της και να βρει έστω ένα πρόσκαιρο άσυλο να μαζέψει το μυαλό της.
Στα μάτια της δύο φιγούρες κυριαρχούσαν. Ο Σέργιος και ο Δημοσθένης Αρμάγος. Και τους δύο έβαλε σκοπό της να τους βρει. Ήξερε άλλωστε τα μονοπάτια τους. Ήθελε να είναι εκείνη που θα πει την τελευταία λέξη.


Σου έχω έτοιμο αντίγραφο της ιατροδικαστικής έκθεσης που ζήτησες, μπορείς να έρθεις να την πάρεις”, ακούστηκε η φωνή του Ανακριτή Μηνιάδη στο τηλέφωνο του Ισίδωρου.
Θα περάσω Γεράσιμε, σε ευχαριστώ..”, του είπε.
Μετά από λίγες ώρες ήταν στο γραφείο του και πάλι. Τον καλωσόρισε εγκάρδια. Το τελευταίο πράγμα που θα ήθελε ήταν να μείνουν σκιές στην ψυχολογία του προσωπικού του φίλου από την τελευταία τους κουβέντα. Κάτι που με χαρά διαπίστωσε ότι δεν υπήρχε.
Λοιπόν τι προέκυψε ;” τον ρώτησε ο Διοφάντους.
Ο Μηνιάδης του παρέδωσε ένα φάκελλο και του απάντησε
Όπως ήταν η πρώτη εκτίμηση, η Δαμασκηνού δολοφονήθηκε με ένα αμβλύ όργανο σιδερένιο, που δεν βρέθηκε πουθενά. Ο Δολοφόνος το πήρε μαζί του. Αποτυπώματα δεν βρέθηκαν. Σημάδι ότι ο δράστης πήγε οργανωμένος με πρόθεση. Ξέρουμε ήδη ότι άνοιξε την πόρτα γεγονός που φανερώνει ότι ήταν γνωστός της αφού δεν θεωρείται πιθανή η εξήγηση να ήταν τόσο αφελής να άνοιξε σε κάποιον άγνωστο επισκέπτη μέσα στη νύχτα”.
Μα δεν αντιστάθηκε δεν βρέθηκαν ίχνη ;”
Λίγες εκδορές που φανερώνουν ελάχιστη και σύντομη αντίσταση. Έχουμε όμως και κάτι άλλο..”
Τι ;” ρώτησε με ενδιαφέρον ο Ποινικολόγος.
Αναισθητικό ! Ο δράστης χρησιμοποίησε χλωροφόρμιο. Ξάφνιασε το θύμα και το αναισθητοποίησε πριν την σκοτώσει”
Ο Διοφάντους έκανε έναν μορφασμό αποτροπιασμού.
Ψυχρός εκτελεστής !” έκανε. Ο Ανακριτής τον κοίταξε στα μάτια. Εκείνος συνέχισε:
Και ύστερα μου λες ότι αυτό μπορεί να το έκανε αυτό το πλάσμα”
Ισίδωρε”, του είπε ο ανακριτής συνεχίζοντας: “Αυτό το πλάσμα εκεί μέσα έγινε πειραματόζωο ! Δεν ξέρουμε πόσο καιρό την βασάνιζαν. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι μέσα στην ψυχή της δεν είχε φωλιάσει το πάθος της εκδίκησης ; με τη μορφή παράνοιας κιόλας ; κίνητρο υπάρχει και για τους δύο φόνους”
Ο Ποινικολόγος τον κοίταξε:
Και που θα το βρει βρε Γεράσιμε το χλωροφόρμιο μια φυγάδα ; και άντε και το βρήκε, λες να την είδε η Δαμασκηνού, να την αναγνώρισε και να της άνοιξε να την υποδεχθεί με ανοιχτές αγκάλες τη στιγμή που ξέρει ότι έχει ξεφύγει από τα νύχια τους ; βλέπεις πως καταρρέει αυτή η θεωρία ; τέλος πάντων, έχεις τίποτα άλλο ;”

Ο Μηνιάδης σιώπησε για λίγο. Τα επιχειρήματα του φίλου του ήταν συντριπτικά για να τα αντικρούσει. Του είπε:
Ψάχνει το εγκληματολογικό να βρει ίχνη DNA από τις εκδορές στο σώμα της. Στο μεταξύ η Αστυνομία έκανε το σκίτσο της κοπέλας. Ήδη την αναζητούν. Αν έρθεις σε επαφή μαζί της σε παρακαλώ προσωπικά να την προλάβεις μην κάνει τίποτα άσχημο. Μου το υπόσχεσαι ;”
Σε αυτό συμφωνούμε”, του είπε. Πήρε τα έγγραφα, τον αποχαιρέτισε και έφυγε.


Επιστρέφοντας στο γραφείο του αργά μεσημέρι, ο Ζήσης τον περίμενε εναγωνίως.
Κύριε Ισίδωρε, σας έχω νέα !” άκουσε τη φωνή του νεαρού συνεργάτη του γεμάτη ενθουσιασμό μόλις μπήκε.

Κεφάλαιο 10:  Μια "ταυτότητα" για την Ελουάζ

Λέγε Ζήση ! Μην με κρατάς σε αγωνία”, ήταν η απάντηση του Διοφάντους. Στο γραφείο μπήκε και η Έλενα. Ο Ζήσης άρχισε να τους ενημερώνει για τις κινήσεις του. Κάποια στιγμή εστίασε σε αυτό που ήθελαν να ακούσουν.
Μία από τις οργανώσεις που κατήγγειλε τα γενόμενα στην ψυχιατρική κλινική του Αρμάγου ήταν η “Δράση Πολιτών Δυτικής Αθήνας”.
Νομίζω κάπου έχω ακούσει για αυτήν” είπε ο Διοφάντους.
Είχαν καταγγελίες ότι οι άνθρωποι του Αρμάγου έβγαιναν στη γύρα παγανιά να βρουν απόκληρους σε διάφορα στέκια. Έκαναν τις επιλογές τους και τους έπαιρναν στην κλινική για τα περαιτέρω..”
Τι εννοείς περαιτέρω ;” ρώτησε η Έλενα που παρακολουθούσε με προσοχή.
Έχουν μια βιτρίνα δήθεν για ψυχολογική υποστήριξη περιθωριακών ατόμων, για την οποία επιδοτούνται αδρά. Αυτό είναι το επίσημο προφίλ τους το οποίο και διαφημίζεται. Έπρεπε λοιπόν να έχουν φιλοξενούμενους εκεί. Από κάτω όμως υπάρχουν άνθρωποι που εξαφανίστηκαν μυστηριωδώς. Η οργάνωση και όχι μόνο αυτή, μιλάει για εμπόριο οργάνων σώματος από μια συγκεκριμένη ομάδα εκεί μέσα που διευθύνει ο περιβόητος Αρμάγος”.

Μπουμπούκια λοιπόν...” πρόσθεσε ο Διοφάντους. Ο Ζήσης συνέχισε:
Πριν πολλά χρόνια, γύρω στο 2013, μια ηλικιωμένη γυναίκα ήρθε και τους κατήγγειλε ότι η κόρη της βρέθηκε σ’ αυτήν την κλινική σε κακή ψυχολογική κατάσταση. Ήταν απόφοιτη της σχολής καλών τεχνών και είχε ένα παράξενο καλλιτεχνικό όνομα”.
Ελουάζ !” πετάχτηκε ο Διοφάντους.
Ναι !”
Ζήση, κλείσε ένα ραντεβού άμεσα μαζί τους να πάμε να μιλήσουμε. Όσο πιο σύντομα γίνεται” είπε με αγωνία ο Διοφάντους καθώς το βλέμμα του έλαμπε από μια ολοφάνερη ελπίδα. Συνέχισε:
Στο μεταξύ η Αστυνομία δημοσιοποίησε το θέμα έτσι ;”
Ναι”, απάντησε η Έλενα, “είπαν ότι αναζητείται μια νεαρή γυναίκα αγνώστων στοιχείων, που φέρεται να εμπλέκεται στα γεγονότα της νύχτας της πυρκαγιάς στην κλινική”
Τι θα κάνουμε κύριε Διοφάντους ;” ρώτησε με αγωνία ο Ζήσης
Πρώτα κλείνεις ραντεβού με την οργάνωση το συντομότερο. Μετά, θα δούμε, ίσως βγούμε και μιλήσουμε δημόσια”.


Το ραντεβού με την “Δράση πολιτών Δυτικής Αθήνας” κλείστηκε άμεσα. Στην συνάντηση πήγαν ο Διοφάντους με τον συνεργάτη του τον Ζήση. Οι άνθρωποι εκεί τους δέχτηκαν καλοπροαίρετα.
Εγώ και οι συνεργάτες μου είμαστε ενήμεροι των καταγγελιών σας για το τι ακριβώς γινόταν στην κλινική του Αρμάγου”, είπε μπαίνοντας στην ουσία της κουβέντας ο ποινικολόγος.
Μία επιβλητική ώριμη γυναίκα, η Ρούλα Αργυροπούλου, από τα βασικά στελέχη της οργάνωσης απάντησε:
Ποιες είναι οι προθέσεις σας κύριε Διοφάντους”
Ακούστε. Αναζητώ μια γυναίκα. Τα στοιχεία της νομίζω τα δώσατε στον Ζήση στην πρώτη σας κουβέντα. Θέλω να πιστεύω ότι η γυναίκα αυτή βρίσκεται σε σοβαρό κίνδυνο και λειτουργώ ως νόμιμος εκπρόσωπός της. Προσπαθώ να την βρω. Πρέπει να την βρω. Θα ήθελα από εσάς ότι στοιχεία έχετε για αυτήν”, απάντησε με ύφος ήρεμο που έγινε αμέσως πειστικό στους συνομιλητές του.
Επιτρέψτε μας κ. Διοφάντους να τηρούμε τις επιφυλάξεις μας έτσι ; μιας και μιλάμε ειλικρινά”, του απάντησε.
Τις σέβομαι απόλυτα κυρία Αργυροπούλου. Πρέπει να σας πω ότι βρήκα αυτή τη γυναίκα σε άθλια κατάσταση στο δρόμο. Μου παρουσιάστηκε με ένα παράξενο όνομα που προφανώς πρέπει να είναι υποκορισιτικό της..”
Ελουάζ” προσέθεσε η συνομιλήτριά του απέναντι.
Ναι ! Την περιμάζεψα στο σπίτι μου. Έχω λόγους να πιστεύω ότι συμβαίνει κάτι άσχημο με την γυναίκα αυτή και την κλινική”.

Η Αργυροπούλου αντάλλαξε βλέμμα συνεννόησης με έναν άντρα δίπλα της. Έδειξε να προσπαθεί να νιώσει πιο άνετα και λιγότερο καχύποπτα.
Πως ξέρουμε κ. Διοφάντους ότι δεν λειτουργείτε για τα συμφέροντα της κλινικής και των ανθρώπων της” τον ρώτησε αφοπλιστικά.
Αν ήταν έτσι, το επόμενο πρωινό θα είχα καταδώσει την νεαρή αυτή γυναίκα στην αστυνομία. Ακούστε με σας παρακαλώ ! Η κοπέλα, εκτός από νομική κάλυψη, έχει απόλυτη ανάγκη ιατρικής βοήθειας. Πρέπει να την βρούμε. Δεν γνωρίζει κανείς που βρίσκεται. Αν θέλετε πρέπει να φτάσουμε σ’ αυτήν πριν την Αστυνομία”

Η Αργυροπούλου πήρε μια βαθιά ανάσα. Άρχισε να μιλάει:
Οφείλω να σας πω κ. Διοφάντους ότι έχουμε ακουστά τη νομική σας δράση αλλά και τις γενικότερες δημόσιες θέσεις σας πάνω σε κοινωνικά θέματα. Αυτό μας κάνει πιο ανοιχτούς απέναντί σας”
Με τιμούν τα λόγια σας, άρα μπορούμε να συνεργαστούμε”, της είπε περιμένοντας να ξεκινήσει, πράγμα που το έκανε.
Το 2013 μια γυναίκα ήρθε και μας βρήκε στο Περιστέρι στα γραφεία μας. Μας συστήθηκε με το όνομα Κωνσταντίνα Ιατροπούλου. Ήταν σε άσχημη κατάσταση τόσο ψυχολογικά όσο και σωματικά...”
Ο Ζήσης δίπλα άρχισε να κρατάει σημειώσεις στο μπλοκάκι του. Η γυναίκα συνέχισε. Ο Διοφάντους κρεμόταν απ τα χείλη της.
Μας είπε ότι για καιρό αναζητούσε την κόρη της, η οποία είχε φύγει απ το σπίτι και στο τέλος είχε χάσει τα ίχνη της...”
Πως την έλεγαν ;” ρώτησε ο Διοφάντους.
Κατερίνα Ιατροπούλου αλλά η μητέρα της μας ανέφερε και ένα καλλιτεχνικό της όνομα, το οποίο της το είχε δώσει ένα ζωγράφος όταν ποζάρισε για εκείνον...”
Ελουάζ !” πετάχτηκε ο Διοφάντους.
Ναι ! Η μητέρα της μας είπε ότι αυτός ο ζωγράφος ήταν η αιτία που την οδήγησε στην καταστροφή και σε μια σειρά ψυχολογικά προβλήματα. Είχε σχέση μαζί του χρόνια. Όμως εκείνος την οδήγησε στην καταστροφή. Μάλλον την ξεπούλαγε στην ακριβή του πελατεία. Το κορίτσι της το περιμάζεψαν από το Δήμο μια κοινωνική υπηρεσία. Κάποιοι γείτονες την ενημέρωσαν σχετικά. Στο τέλος η κοπέλα μπήκε στην κλινική του Αρμάγου. Πήγε εκεί, ρώτησε, της είπαν ότι την φιλοξένησαν για ένα διάστημα αλλά μετά αποχώρησε. Η Γυναίκα, κ. Διοφάντους, πίστευε ότι η κόρη της ήταν εκεί. Είχε ακούσει φήμες για τον διάσημο Αρμάγο και τα έργα του και ζήτησε από εμάς να παρέμβουμε..”
Σας έδωσε κάποια χαρακτηριστικά της ; κάποια φωτογραφία ; κάτι άλλο ;” ρώτησε ο Ισίδωρος.
Μια φωτογραφία της όταν ήταν νεαρή..”
Την έχετε ;” ρώτησε με αγωνία ο ποινικολόγος.
Όχι δυστυχώς...”
Έχω ένα υπηρεσιακό σκίτσο της Αστυνομίας. Αναγνωρίζετε τα χαρακτηριστικά της ;” ρώτησε ο Ζήσης, βγάζοντας από το φάκελό του το σκίτσο της.
Η Αργυροπούλου το πήρε στα χέρια της. Το κοίταξε προσεκτικά με τον άλλο άντρα δίπλα της.
Δεν μπορείς να βγάλεις άκρη κ. Διοφάντους εύκολα”
Κάνατε κάποια ενέργεια κ. Αργυροπούλου για το θέμα ;”
Κάναμε έναν αγώνα αλλά, όπως καταλαβαίνετε, ο Αρμάγος με την κλινική του θεωρείται ταμπού καθώς έχει χτίσει όλα αυτά τα χρόνια το προφίλ του, υπεράνω κάθε υποψίας, ...ευεργέτη”
Ο Διοφάντους κούνησε με νόημα το κεφάλι του.
Την μητέρα της μπορούμε να την βρούμε ;” ρώτησε
Δυστυχώς πέθανε από λευχαιμία έναν χρόνο μετά από τότε”
Η κουβέντα τους τελείωσε κάπου εκεί. Σηκώθηκαν, ευχαρίστησαν, αντάλλαξαν στοιχεία για περαιτέρω συνεργασία και επικοινωνία και έφυγαν.



Τουλάχιστον τώρα ξέρουμε Ζήση τα στοιχεία της γυναίκας που ψάχνουμε”
Ο Ζήσης, οδηγώντας το αυτοκίνητο στην επιστροφή τους, κούνησε το κεφάλι του δεκτικά. Ο Διοφάντους συνέχισε:
Η Ελουάζ απέκτησε ταυτότητα ! Εκείνο που πρέπει να μάθουμε τώρα είναι όσα στοιχεία περισσότερα μπορούμε για την Κατερίνα Ιατροπούλου. Και να προλάβουμε Ζήση...”
Τι ακριβώς ;” ρώτησε εκείνος.
Φοβάμαι ! Δεν ξέρω ποιος σκότωσε την Δαμασκηνού”
“Πιστεύετε ότι αυτή ;…...”
Η Καρδιά μου λέει όχι. Μαζί με το ένστικτό μου. Πότε πρόλαβε να βρει το θύμα της ; να οργανωθεί. Δεν στέκει λογικό”.
Τότε τι φοβάστε ;”
Η Ελουάζ είναι ένα πλάσμα σε απόγνωση Ζήση. Μια ψυχή φορτωμένη με τρόμο. Ένα σώμα γεμάτο προβλήματα. Και μια τέτοια ύπαρξη δεν ξέρω τι μπορεί να απογίνει, ως που μπορεί να φτάσει ή αν θέλεις, πόσα μπορούν να τις φορτώσουν”.
Ο Ζήσης δεν απάντησε. Μόνο έριξε μια ματιά στο πρόσωπο του Διοφάντους. Ένα πρόσωπο γεμάτο αγωνία και περισυλλογή.


Κεφάλαιο 11: Το απάγκιο μιας ανοιχτής αγκαλιάς

Η Ουρανία Ρενέκου, ζούσε πια μόνη της στο μικρό διαμέρισμα στην Πετρούπολη. Τώρα πια, της φαίνονταν και μεγάλο. Στα εξηνταπέντε της, έχοντας χηρέψει εδώ και τρία χρόνια, τούτο εδώ της φαινόταν πλέον μια χαρά να φιλοξενήσει την μοναξιά της. Το σαλόνι, στολισμένο με την προσωπική της φροντίδα και αγάπη, έμοιαζε σαν το δικό της βασίλειο σε ένα κόσμο με αναμνήσεις. Άκληρη στην προσωπική της ζωή. Ο πρόωρος χαμός του άντρα της την άφησε να διαχειρίζεται τη ζωή της.

Στην παλιά σερβάντα που είχε με προσοχή διατηρήσει μέσα στα χρόνια, έστεκαν μια σειρά μικρές και μεγάλες κορνίζες. Προσωπικές στιγμές των παλιών όμορφων ημερών με τον άντρα της και πιο δίπλα η φωτογραφία μιας άλλης γυναίκας. Η αδελφή της, η Κωνσταντίνα δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό το παζλ των ανθρώπων της.

Εκείνο το χειμωνιάτικο απόγευμα που το ξεροβόρι έδερνε τα ψηλά της Πετρούπολης, την βρήκε ήρεμη με τον απογευματινό της καφέ στο φλιτζάνι της καθισμένη αναπαυτικά αντίκρυ απ την μοναδική τακτική της συντροφιά, την τηλεόραση.

Το κουδούνι του διαμερίσματος διέκοψε την προσήλωσή της. Παραξενεύτηκε γιατί δεν περίμενε κανέναν. Μετά θυμήθηκε κάτι αλισβερίσια που είχε με τον διαχειριστή για το πετρέλαιο και έτσι άνοιξε την πόρτα για να του τα ψάλλει ένα χεράκι. Έμεινε με ορθάνοιχτα τα μάτια να κοιτάζει την νεαρή γυναίκα που έστεκε ακίνητη σαν άγαλμα έξω απ την πόρτα της. Ταλαντεύτηκε για λίγα δευτερόλεπτα. Το μυαλό της και οι αισθήσεις της έκαναν ταξίδι πίσω στο χρόνο. Τα μάτια της άνοιξαν διάπλατα και τα χείλη της τρεμάμενα άφησαν τις λέξεις ξεψυχισμένα

Κατερίνα ! Παιδί μου !”
Εγώ θεία !” ανταποκρίθηκε σβησμένα και με πολλές αναστολές το στόμα της νεαρής ανιψιάς της που έστεκε εκεί σαν φάντασμα από το παρελθόν.
Η Κυρία Ουρανία άπλωσε τρεμάμενα τα χέρια της και αγκάλιασε την κόρη της αδελφής της με έκδηλη συγκίνηση και άπειρα συναισθήματα. Οι δύο γυναίκες για λίγες στιγμές έγιναν μια αγκαλιά εκεί στην είσοδο της πόρτας ως τη στιγμή που την τράβηξε μέσα στο διαμέρισμά της κλείνοντας την πόρτα.
Παιδί μου, Κατερίνα μου !” είπε πιο δυνατά αυτή τη φορά η ώριμη γυναίκα.
Εγώ είμαι θεία...”
Η Μονάκριβη ανιψιά της. Η Ψυχοκόρη της για την ακρίβεια. Το παιδί που δεν της έδωσε η ζωή ήταν για εκείνη μια μοναδική της αγάπη. Την τράβηξε να καθίσει στον καναπέ κοντά της. Πρόσεξε τον φόβο στα μάτια της και την ανησυχία της καθώς παρατηρούσε εξεταστικά στο σπίτι.
Μόνη είμαι παιδί μου”, απάντησε η Ουρανία, σαν να αφουγκράστηκε με το ένστικτο το φόβο της ανιψιάς της, “Έρημη και μόνη..”
Ο Θείος ;”
Δεν ξέρεις ; ο Θείος σου πέθανε πριν τρία χρόνια”.

Η Κατερίνα έμεινε σιωπηρή και λυπημένη.
Η Ουρανία πήγε πιο κοντά της, άπλωσε τα χέρια της τρυφερά στο πρόσωπό της. Χάιδεψε τα χλωμά μάγουλά της, πρόσεξε τα εξασθενημένα της μαλλιά, τα απομεινάρια από κάποιες πληγές στο πρόσωπό της.
Παιδί μου, επιτέλους μετά από τόσο καιρό, πόσα χρόνια έχω να σε δω ; θυμάσαι ;”
Η Κατερίνα την κοίταξε λίγο σαν χαμένη.
Θεία, θα στα πω, όμως… πες μου, πήγα στο πατρικό μου, ήταν όλα εγκαταλειμμένα. Που είναι η Μάνα μου Θεία ;” ρώτησε με έκδηλη αγωνία.

Η Ώριμη γυναίκα την κοίταξε με μια έκφραση αγωνίας αλλά και έκδηλης ανησυχίας λες και η ερώτηση που άκουγε φάνταζε στη λογική της σαν τρέλα.
Κατερίνα ! Τι λες ! Δεν ξέρεις ; που ήσουνα όλα αυτά τα χρόνια. Με την μητέρα σου την τελευταία φορά που μιλήσαμε μου είπε ότι ….”
Τι εννοείς την τελευταία φορά που μιλήσατε ;” την κοίταξε στα μάτια.
Η Κυρά Ουρανία ένιωσε πάλι την ίδια εντύπωση. Σαν η ανιψιά της να βγήκε φυλακισμένη απ’ τη λήθη του χρόνου. Κοντοστάθηκε.
Θεία πες μου !”
Κατερίνα η μητέρα σου έχει πεθάνει εδώ και τέσσερα χρόνια καρδιά μου. Αλλά εσύ, είχες ρίξει μαύρη πέτρα πίσω σου. Να σε βρω, να σε ειδοποιήσω αλλά που ; που ήσουν ;”
Η Κοπέλα ένιωσε να φεύγει το έδαφος απ τα πόδια της.
Τι είπες Θεία ; πέθανε ;” βγήκε το ερώτημα απ τα χείλη της σαν να ξεψυχούσε.
Η Μάνα σου παιδί μου αρρώστησε το 2013. Λευχαιμία ! Έζησε το μαρτύριό της αναζητώντας σε παντού...”

Η Κατερίνα έπεσε στην αγκαλιά της σε ένα βουβό αναφιλητό.
Από την εποχή που χάθηκες με εκείνο τον ζωγράφο σε χάσαμε παιδί μου. Κανένα ίχνος πίσω σου Κατερίνα ! Θάταν στα 2011 ; δεν θυμάμαι. Σε ψάχναμε παντού κορίτσι μου. Η μάνα σου έφτασε ακόμα και σε εκείνον.. Ναι… στον άνθρωπο που αγάπησες και μετά από δύο χρόνια ξαφνικά παράτησες τα πάντα παιδί μου για αυτόν. Με χίλια ζόρια καταφέραμε να μας πει ότι είχε προβλήματα μαζί σου, άφησε κάποια υπονοούμενα για την υγεία σου. Μας είπε ότι πήγες σε ένα ίδρυμα, κάτι τέτοιο τέλος πάντων. Από εδώ και εκεί μάθαμε που είναι και ήρθαμε να σε γυρέψουμε. Εκείνη δηλαδή...”
Και ; τι σας είπαν ;” ρώτησε με μάτια που έλαμψαν.
Θα ήταν το 2013. Ότι σε μάζεψαν χάλια ψυχολογικά από μια κοινότητα του Δήμου. Έμεινες εκεί για θεραπεία αλλά μετά έφυγες και δεν είχαν την παραμικρή πληροφορία για το που είσαι… Τους πιέσαμε να μας δώσουν ότι πληροφορίες είχαν. Αν είχες αφήσει κάποια διεύθυνση, κάποιο τηλέφωνο...Η Μάνα σου πήρε την κάτω βόλτα, ένα χρόνο μετά πέθανε με την πίκρα μέσα της. Ακόμα και στις τελευταίες στιγμές της μίλαγε για σένα. Ξαναπήγα εκεί. Ρώτησα πάλι. Αν είχανε κάποιον να σε ξέρει. Τίποτα. ”
Τα κτήνη….!” της ξέφυγε με λάμψη στο βλέμμα.
Δεν είσαι καλά κορίτσι μου ! Τι έγινε εκεί μέσα ; Τι σου συμβαίνει ; εσύ δείχνεις...” κόμπιασε, δεν ήθελε να το πει.
Γερασμένη θεία ε ; σαν να βγήκα από τα σκοτάδια του χρόνου...”
Που ήσουνα καρδιά μου όλα αυτά τα χρόνια ;” την ρώτησε με αγωνία.
Στην κόλαση Θεία !” αποκρίθηκε εκείνη και έγειρε στην αγκαλιά της. Σαν να ήθελε ένα απάγκιο να ξαποστάσει. Να αφεθεί ελεύθερη να κλάψει.
Τι θες να πεις ;” την κοίταξε με αγωνία η Ουρανία.
Σε μια μαύρη κόλαση ! Εκεί που δεν υπάρχεις. Εκεί που γίνεσαι ένα τσουβάλι κρέας για να το εμπορευτούν οι επιτήδειοι..” είπε και άρχισε να τρέμει.
Κατερίνα !”
Την ένιωσε να σπαράζει στην αγκαλιά της σαν ένα μικρό τρομαγμένο πουλί. Άρχισε να λέει λόγια ακατάληπτα που διακόπτονταν από τους λυγμούς της. Η ώριμη γυναίκα τρόμαξε. Την κρατούσε στην αγκαλιά της.
Μίλα παιδί μου να ξαλαφρώσεις !” της είπε, “Μίλα...”



Η Κατερίνα άρχισε να περιγράφει. Σαν να ζούσε ξανά τον εφιάλτη. Με τα όρια της λογικής να πηγαινοέρχονται άτακτα στον ειρμό του λόγου της. Της είπε όλα εκείνα σε γενικές γραμμές που σημάδεψαν την πορεία της στο άντρο της “θεραπείας” της. Αυτά τα πέντε μαρτυρικά τελευταία χρόνια. Η Θεία της κάποιες στιγμές έδειχνε να μην μπορεί να βαστάξει το βάρος της αλήθειας.
Κορίτσι μου”, τη ρώτησε, “ποια κτήνη μόλεψαν το κορμί σου με τέτοια θηριωδία...”
“Θεία θα έμενα στο πατρικό αλλά είναι ρημαγμένο. Δώσε μου σε παρακαλώ λίγο χρόνο, δεν θα μείνω για πολύ άλλωστε, στο υπόσχομαι...” της είπε παρακλητικά.
Κατερίνα μου το ρωτάς ; κόρη μου ! Πάντα τόξερες ότι σε ένιωθα σαν παιδί μου. Σαν την κόρη που μας στέρησε η ζωή σε μένα και στο Θειό σου. Εδώ, εδώ θα μείνεις δίπλα μου, κοντά μου, για πάντα. Τώρα που σε βρήκα δεν σ’ αφήνω να κάνεις βήμα” , της απάντησε συγκινημένη.
Θεία πρέπει να σου πω ! Δεν πρέπει να μείνω πολύ, θα σε βάλω σε μπελάδες, δεν ξέρεις...”
Ησύχασε...έχεις όλον τον καιρό να μου μιλήσεις” την διαβεβαίωσε στοργικά και ήρεμα. Η Νύχτα τους βρήκε εκεί στο μικρό σαλονάκι να σμίγουν πάλι όπως τότε, πριν πολλά χρόνια, που την κρατούσε μικρό παιδί στα χέρια της και άκουγε τα όμορφα όνειρά της για τη ζωή.

Και μέσα στην αγκαλιά της εκείνη τη νύχτα η Ουρανία άκουγε σιωπηρή. Μόνο άκουγε. Και κάθε φράση της ανιψιάς της ήταν μια ξεχωριστή μαχαιριά στην καρδιά της. Ένιωθε σαν τον Ιερέα που εξομολογούσε εκείνον που του ξάνοιγε τα βαθιά μυστικά της ζωής του. Μονάχα προσπαθούσε να κρύψει τα δάκρυά της, να μην τα βλέπει η μονάκριβη ανιψιά της καθώς, μέρα τη μέρα, μήνα το μήνα, χρόνο το χρόνο περιέγραφε την Δαντική κόλαση που πέρασε στον τόπο του μαρτυρίου της.
Και δεν ήξερε αν το πλάσμα που ήταν πεσμένο στην αγκαλιά της βγάζοντας τη φωτιά που έκαιγε μέσα της, απέμενε στα σπλάχνα και στην καρδιά της κάτι ζωντανό, που να μην το είχε κάψει ο εφιάλτης στο διάβα του.

(Συνεχίζεται...)




Την Νουβέλα συνολικά και ενιαία, μπορείτε, όπως πάντα να την έχετε εδώ:

Μπορείτε να κάνετε log-in στην πλατφόρμα χρησιμοποιώντας τον google account ή τον facebook account σας, ως αναγνώστες.