Σάββατο, 19 Ιανουαρίου 2019

"Στη Λάθος Στιγμή" (Φωτογραφική Πρόσκληση 24)








Η Λάθος στιγμή

“Μα εγώ Άρη μου σε βλέπω σαν φίλο !”
ακούστηκαν τα λόγια της μαχαιριά. Ένιωσε τις ρίζες της καρδιάς του να κομματιάζονται σε χίλια δυό κομμάτια.
“Σε βλέπω σαν Φίλο !...”. Είπε τη φράση μόνος του δυνατά, μία ακόμα φορά. Να την ακούσει πάλι. Να την συνειδητοποιήσει. Έστεκε εκεί απέναντι από το Νεοκλασικό σπίτι της, ίσκιος μονάχος και παράξενος. Αντίκρυ του έστεκε η θάλασσα. Σκοτεινή, ανταριασμένη. Μέσα στην καρδιά εκείνης της νύχτας του χειμώνα. Συντροφιά με τις αναμνήσεις που επέστρεφαν σαν την καταιγίδα που παραφύλαγε στο πέλαγος απέναντι.

Έριξε μια ακόμα ματιά στο σπίτι της. Έστεκε εκεί απέναντι από τη λάμπα του δρόμου, μια όμορφη επιβλητική βίλα. Είχε αφήσει τη μοτοσυκλέτα του δίπλα στο φανάρι για να περπατήσει προς τα εκεί. Το βλέμμα του χαίδεψε τα παραθυρόφυλλά της, τις γλάστρες στο μπαλκόνι, την μεγάλη πόρτα φτιαγμένη από ξύλο. Εκείνη την πόρτα που διάβηκε εκείνη την άγρια νύχτα. Μια νύχτα σαν την αποψινή, άγρια, χειμωνιάτικη. Με τον ουρανό βαρύ, σαν την καρδιά του. Και τα αισθήματά του να βράζουν μέσα του καυτά και να τον λιώνουν όπως η υψικάμινος τα σκληρά μέταλλα.

Πριν εικοσιδύο χρόνια ! Πόσος καιρός ! Πόσοι χειμώνες κύλησαν από εκείνη τη νύχτα που άλλαξε η ζωή του συθέμελα. Που ο κόσμος έγινε μια κινούμενη άμμος απειλώντας να τον τραβήξει σε μια άγνωστη κάθοδο. Την νύχτα εκείνη που όλα στη ζωή του γράφονταν ξανά. Απ την αρχή ! Λες και δεν έζησε τίποτα πριν. Κι όμως εκείνη τη νύχτα ήταν που το παζλ απέκτησε το τελικό του σχήμα και μορφή. Μόνο που δεν ήξερε που θα το οδηγούσε η ζωγραφική της ζωής.

Η Εριέττα. Μια γλυκιά όμορφη νεαρή γυναίκα, ψηλόγλινη, με μαλλιά σκούρα μαύρα που έκαναν άπειρες μικρές-μικρές τόσα δα μπούκλες. Με τα εκφραστικά της μάτια και το χαμόγελο στα χείλη. Όλα ξεκίνησαν νωρίς το βράδυ. Σαν να το ζούσε μπροστά του. Ένα ημερολόγιο πίσω στο χρόνο.

“Εριέττα ! Τι έκπληξη είναι αυτή γλυκιά μου !”
“Θα με αφήσεις να περάσω κύριε Άρη ή θα με παρατήσεις εδώ έξω, δεν βλέπεις ; πω πω σήμερα, πάγωσα”
“Έλα πέρασε...”, την οδήγησε στο εσωτερικό του σπιτιού.
“Δεν πιστεύω να ενοχλώ ;”, τον ρώτησε καθώς κάθισε στον καναπέ τακτοποιώντας τα πράγματά της.
“Να ενοχλείς ; εσύ ; ε όχι δα !”
Ο Ουρανός είναι γεμάτος σύννεφα. Να δεις που θα το γυρίσει σε χιόνι !”
“Τόσο πολύ ;”
“Σίγουρα. Ήδη ρίχνει ψιλές νιφάδες”
“Τι να σου φέρω να σε ζεστάνω ;”
“Ένα κονιάκ θα μου έκανε καλό”
“Έφτασε”
Πήγε στο μπαρ απέναντι να ετοιμάσει τα ποτά. Η Εριέττα άπλωσε το βλέμμα της ολόγυρα σε μια απαλή βελούδινη ματιά. Πήρε στα χέρια της το μικρό ξύλινο καρουζέλ που έστεκε όμορφο επάνω στην βιβλιοθήκη. Κοίταξε  έξω στον κήπο και είπε:
“Αυτές σου οι τριανταφυλλιές ! Μέσα στην καρδιά του χειμώνα σαν νύφες ντυμένες στο λευκό και στο ροζ !”
“Α είναι οι λατρείες μου και το ξέρεις”, της απάντησε καθώς έφτασε κοντά της με τα ποτά.
Είδα και το ποδήλατό σου έξω ! Πες μου ότι το χρησιμοποιείς ακόμα ;”
“Καλά το λες ! Αχώριστος φίλος μου, πάντα”.
“Στην υγειά μας Άρη ! Καλώς σε βρήκα !”
“Καλώς όρισες Εριέττα !”
Η Κοπέλα άφησε το ποτήρι της στο τραπέζι, άνοιξε την τσάντα της και έβγαλε ένα μικρό κουτάκι όμορφα στολισμένο.
“Αυτό για σένα !”
“Τι κάνεις ; είσαι με τα καλά σου ; μα γιατί ;”
Τον κοίταξε στα μάτια, όμορφα εκφραστικά.
“Έτσι. Το είδα, μου άρεσε, το πήρα, ξέρω ότι σου αρέσουν αυτά τα καλλιτεχνικά όμορφα πράγματα”
“Τι είναι ;”
Άνοιξε να δεις. Ένα διακοσμητικό κουτί. Δια χειρός μιας εξαίρετης φίλης μου που κάνει τέτοια”
Το άνοιξε, με τα μάτια να λάμπουν, το απόλαυσε.
“Είναι τέλειο, σε ευχαριστώ γλυκιά μου”
Την πλησίασε, έσκυψε και τη φίλησε απαλά στο μάγουλο.

Στάθηκαν ο ένας απέναντι στον άλλο. Με ζεστασιά στην καρδιά. Γνώριμοι από την εφηβεία τους. Βουτηγμένοι στις αναζητήσεις της νιότης, στα μικρά και μεγάλα δράματα που χάραξαν αργότερα τη ζωή τους. Ανοιχτές αγκαλιές ο ένας για τον άλλον στα προβλήματά τους.

Εμείς παιδί μου δεν κάνουμε ο ένας έξω απ τον άλλο. Θα ήμασταν σαν τα ...ψάρια έξω απ το νερό”, του έλεγε πολλές φορές όταν συνειδητοποιούσαν το δέσιμό τους.
Μίλησαν για κείνους, για τις ζωές τους, τι τους βάραινε, τι τους σημάδευε.
“Κάτι μου είπες στο τηλέφωνο Άρη ! Για κάτι που σε βασανίζει, σε απασχολεί...”, τον ρώτησε.
“Ναι Εριέττα. Κάποτε ο πατέρας, μου μίλησε για κάποιο μεγάλο μυστικό. Ότι σαν ωρίμαζε ο χρόνος θα μου το έλεγε…
“Λοιπόν ;”
“Δεν πρόλαβε, άλλωστε θα στο είχα πει...”
“Τι φαντάζεσαι ότι μπορεί να είναι ;”
“Δεν ξέρω, εκείνο όμως που ξέρω είναι ότι μου έχει γίνει έμμονη ιδέα να μάθω….”
“Η Μητέρα σου ;”
“Δεν μου είχε πει τίποτα πριν πεθάνει. Βλέπεις όλα έγιναν τόσο γρήγορα...”
προσπάθησε να τον ηρεμήσει. Ησύχασε, όλα θα γίνουν.
“Εσύ πως είσαι τι κάνεις ;” την ρώτησε σαν να ήθελε να καταχωνιάσει την έγνοια του.
Το πρόσωπο της κοπέλας βάρυνε.
“Τι συμβαίνει ; Εριέττα μίλα μου !”
Είχε το νου του στο βλέμμα της, στα χείλη της. Η σχέση τους ήταν παράξενη. Μια ακροβασία ανάμεσα στον έρωτα και τη φιλία. Του άρεσε να την κοιτάζει στα μάτια, τόσο πολύ.
Του μίλησε, του άνοιξε την καρδιά της:
“Οι σχέσεις μου… τα αδιέξοδά μου… κάτι δεν κάνω καλά Άρη ! Δεν γίνεται, δεν μπορεί όλοι να έχουν άδικο και εγώ στον κόσμο μου… η μοναξιά. Δεν την αντέχω τη μοναξιά. Και αυτό με οδηγεί σε επώδυνους ...συμβιβασμούς...”
“Ησύχασε ! Άκου...”

Της μίλησε, άνοιξαν την καρδιά τους. Την ηρέμησε. Την έκανε να νιώσει διαφορετικά, ώριμα, σίγουρα. Έτσι που σαν ήρθε η ώρα να φύγει η διάθεσή της ήταν εντελώς διαφορετική.
“Φεύγεις ;”
Το ...Ωρολόγιον είναι αμείλικτο”, του είπε χαριτολογώντας.
Την αποχαιρέτισε κοιτώντας την να ξεμακραίνει έξω στο δρόμο τυλιγμένη στο παλτό της μέσα στο κρύο. Ένα κρύο που, χωρίς να ξέρει, απειλούσε και τις δικές του ώρες.
Γιατί εκείνη η νύχτα έμελε να είναι η μεγάλη νύχτα των αποκαλύψεων. Γιατί οι απαντήσεις που ζητούσε έφτασαν μπροστά του με ένα τρόπο τόσο απλό αλλά συνάμα και τόσο βίαιο.

Μια εφημερίδα ! Μια παλιά κιτρινισμένη εφημερίδα καταχωνιασμένη, διπλωμένη στο βάθος του συρταριού του γραφείου του. Οδηγημένο το χέρι του εκεί, άγνωστο από ποια μοίρα. Για να τον οδηγήσει στην αλήθεια.
Η φωτογραφία μιας γυναίκας στην κάτω σελίδα. Η είδηση για ένα τροχαίο θανατηφόρο ατύχημα που οδήγησε στο θάνατο εκείνη την όμορφη γυναίκα. Τα μάτια του πάγωσαν μπροστά στην εικόνα της. Κάπου αλλού είχε δει αυτήν την εικόνα ! Πολλές ναι, πολλές φορές ! Μα να ! Εκεί στο βάθος, στην ασημένια κορνίζα της βιβλιοθήκης. Έντρομος σηκώθηκε προς τα εκεί. Πήρε την κορνίζα μπροστά του. Κοίταζε τις δύο φωτογραφίες και όλο και περισσότερο έβλεπε μπροστά του την ίδια όμορφη γυναίκα. Και ύστερα ! Το όνομά της ! Ματίνα Αγραφιώτου ! Και ο συνοδηγός ! Το όνομα του συνοδηγού, ο Πατέρας του ! Σώος με σοβαρά τραύματα. Μαζί τους και ένα μικρό αγόρι. Το χέρι του έτρεμε. Το αγόρι σώθηκε. Το όνομά του …. Άρης ! 18 μηνών !
Όλα έγιναν γύρω του ένα χάος. Μια άναρχη εικόνα. Διάβασε, σκέφτηκε, σύγκρινε, αντιστοίχησε πράγματα και καταστάσεις και η αλήθεια ήρθε απρόσκλητη μπροστά του όπως δεν την είχε ποτέ φανταστεί.

Και τότε, ναι τότε… τίποτα δεν τον χωρούσε στο σπίτι. Όλα έγιναν εκεί μια φυλακή που τον έπνιγε. Ντύθηκε και βγήκε σχεδόν τρέχοντας στον χιονισμένο δρόμο. Η Χιονοθύελλα που είχε ξεσπάσει έπλεκε μπροστά του ένα κατάλευκο πέπλο. Μπήκε στο αυτοκίνητό του. Χωρίς να ξέρει το γιατί, βρέθηκε πίσω από τη μεγάλη ξύλινη αυτή πόρτα του σπιτιού της Εριέττας. Χτύπησε δυνατά.
Μια ανείπωτη αγωνία ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της καθώς τον είδε αλλόφρονα μπροστά της.
“Άρη ! Τι συμβαίνει ; τι έπαθες ;”
“Να περάσω μέσα ! Σε ικετεύω άφησέ με να περάσω μέσα !”
Δεν υπήρχε περίπτωση να του αρνηθεί. Το έκανε.
Βρέθηκαν στο σαλόνι του μεγάλου σπιτιού.
“Τι συμβαίνει ; πες μου ; είσαι σε άθλια κατάσταση ; τι έγινε μετά που έφυγα ;” του φώναξε παρακλητικά.
“Εριέττα ! Τα ανακάλυψα όλα ! Τα πάντα, αυτά που δεν ήξερα… όλα”
“Πες μου”
“Η Μητέρα μου…. Εριέττα… η πραγματική μου μητέρα… είναι άλλη...”
Η Κοπέλα έμενε ολόρθη εμβρόντητη ανίκανη να πει λέξη. Μόνο τον άκουγε και τον κοίταγε.
“Η Πραγματική μου μητέρα είναι ….. εκείνη η γυναίκα… η φωτογραφία…”
Της τα είπε όλα !
“Ω Θεέ μου !” συνέλαβε τον εαυτό της να ψιθυρίζει, την ίδια στιγμή που συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να τον βοηθήσει να το διαχειριστεί.
“Κάτσε”, του είπε. Την ακολούθησε. Εκείνη συνέχισε:
“Καταλαβαίνω πως νιώθεις….”
“Ποιος είμαι Εριέττα ; από που έρχομαι ; ποια ήταν η γυναίκα που ήξερα όλα αυτά τα χρόνια σαν μητέρα μου ; ποια ήταν η Γυναίκα στο αυτοκίνητο εκείνο το βράδυ ; καταλαβαίνεις ;”
“Ναι”, του είπε αποφασιστικά και πρέπει να μαζέψεις τα συναισθήματά σου. Ότι κάνεις από εδώ και πέρα οφείλεις να το κάνεις μεθοδικά.
“Εριέττα !” είπε κοιτώντας την ίσια τα μάτια σχεδόν μέσα στην αγκαλιά της.
“Τι ;”
“Σ’ Αγαπώ Εριέττα ! Ναι ! Πάντα σ΄αγαπούσα !”
Η Γυναίκα έδειξε να ξαφνιάζεται, ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό της. Δεν ήξερε πως να το διαχειριστεί όλο αυτό.
“Άρη σε παρακαλώ !”
“Εριέττα ! Σ’ αγαπώ ! Πάντα σ’ αγαπούσα ! Χρόνια τώρα ! Δεν σου λέω ψέμματα”, της φώναξε γεμάτος αγωνία.
“Δεν είπα γλυκέ μου ότι λες ψέμματα… απλά… να… άκου Άρη ! Εγώ… όλα αυτά τα χρόνια.. για μένα είσαι κάτι άλλο !”
“Τι Εριέττα ;”
“Για μένα είσαι κάτι μεγάλο, μια άλλη παρουσία στη ζωή μου, ένας Φίλος, ένας δικός μου άνθρωπος, έτσι σε βλέπω Άρη… και εγώ σ’ αγαπώ αλλά… “
Σηκώθηκε όρθιος. Έδειξε σαν να έχει πέσει παγωμένο νερό στο κορμί του.
“Μ’ Αγαπάς αλλά… πως γίνεται αυτό πες μου !” την άρπαξε απ τους ώμους.
“Άρη ! Τι είναι αυτό που σε κάνει να το λες αυτό τώρα ! Γιατί τώρα ; γιατί αυτή τη στιγμή ;” του φώναξε και αυτή με τη σειρά της “Ποτέ σου δεν αποφάσιζες να διεκδικήσεις ή να κάνεις κάτι την ώρα που έπρεπε Άρη ! Πάντα αναβλητικός, πάντα διστακτικός, πάντα με το φόβο και την ανασφάλεια. Πάρε επιτέλους μια πρωτοβουλία Άρη ! Πάλεψέ την !” φώναζε πλέον εκείνη.
..................................
Τα εκτυφλωτικά φώτα και η κόρνα ενός αυτοκινήτου τον επανέφεραν στην σημερινή πραγματικότητα, εικοσιδύο χρόνια μετά από εκείνη τη νύχτα.
Επανήλθε ταραγμένος στο σήμερα. Τραβήχτηκε στην άκρη του δρόμου. Οι αναμνήσεις διακόπηκαν βίαια όπως βίαια άλλαξε και η ζωή του εκείνη τη νύχτα.

Σήκωσε πάλι τα μάτια του. Το μεγάλο παράθυρο του νεοκλασικού σπιτιού ήταν φωτισμένο. Πίσω απ τις κουρτίνες είδε δύο ίσκιους. Μιας γυναίκας και ενός άντρα που ενώθηκαν σε μια αγκαλιά. Πάγωσε λίγο το βλέμμα του επάνω τους.

“Ελπίζω να είσαι ευτυχισμένη Εριέττα ! Γιατί η καρδιά σου το αξίζει ψυχούλα μου ! Καληνύχτα...”

Έριξε μια τελευταία ματιά στο παράθυρο. Ύστερα γύρισε απότομα την πλάτη του και κίνησε με γοργά βήματα στην μοτοσυκλέτα του. Ο Ήχος των στροφών της μεγάλης μηχανής συναγωνίζονταν τον θόρυβο του λυσσασμένου Βοριά εκείνης της νύχτας.


Το Διήγημά μου αυτό είναι η προσωπική μου συμμετοχή στο όμορφο Δικτυακό Δρώμενο που διοργανώνει η εξαίρετη φίλη μας, το "Δελφινάκι" μας στο blog του εδώ:


Το Δρώμενο αφορά το παλιότερο αντίστοιχο Φωτογραφικό Αλφάβητο στο οποίο είχαν επιλεγεί 24 λέξεις, μία για κάθε γράμμα του αλφάβητου. Πάνω σε αυτές τις λέξεις δημιουργήθηκε το παραπάνω διήγημα και αυτές ήταν:

Άρης, Βίλα, Γλάστρες, Δια χειρός, Εφημερίδα, Ζωγραφική, Ημερολόγιο, Θάλασσα, Ίσκιος, Καρουζέλ, Λάμπα, Μοτοσυκλέτα, Νεοκλασικό, Ξύλο, Ουρανός, Ποδήλατο, Ρίζες, Σύννεφα, Τριανταφυλλιά, Υψικάμινος, Φανάρι, Χιόνι, Ψάρια, Ωρολόγιον

Να ευχαριστήσω το Δελφινάκι για την όμορφη αυτή έμπνευσή του που μας έδωσε την ευκαιρία, μία ακόμα φορά να εκφράσουμε κάποια μας δημιουργία.




Και μην ξεχνιόμαστε αγαπητές Φίλες και Φίλοι. Εντός των ημερών, μας περιμένει η Συνέχεια της "ΕΛΟΥΑΖ".



Τρίτη, 15 Ιανουαρίου 2019

"Ελουάζ" (Κεφάλαια 7 & 8)



Θυμηθείτε:





Περίληψη

Ένα ψυχιατρείο με εξαίρετη φήμη. Μια αποθήκη ψυχών κάτω από το πολυτελές περιτύλιγμα. Εκείνη. Μια νεαρή γυναίκα, φορτωμένη με τους εφιάλτες της εφηβείας και την ψυχολογική κατάρρευση στη νιότη της. Το όνομα ενός πορτραίτου:  "Ελουάζ". Με το χέρι εκείνου που λάτρεψε αλλά και μίσησε απόλυτα. 
Για τον διαπλεκόμενο διευθυντή της κλινικής και τους συνεργάτες του δεν είναι παρά ένα σκουπίδι που πρέπει να ξεφορτωθούν άμεσα. Και εκείνη βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα του θανάτου. 
Όλα θα ξεκινήσουν εκείνη τη σκοτεινή χειμωνιάτικη νύχτα. Την νύχτα της φωτιάς.




Κεφάλαιο 7: Τα σκοτεινά μυστικά μιας Κλινικής

Ο Δημοσθένης Αρμάγος δεν ήταν από τους ανθρώπους εκείνους που θα επέτρεπε στο συναίσθημα του φόβου να τον δοκιμάσει. Ένας ψυχρός τύπος, στα Εξήντα δύο του χρόνια, με προσεγμένη πλαστική εμφάνιση. Κοντά μαλλιά και γένια με έντονο γκριζόλευκο χρώμα. Άκαμπτο πρόσωπο, ανύπαρκτο χαμόγελο που για ένα προφανή λόγο συνόδευε την σπάνια εμφάνισή του με κάποια δόλια και ανείπωτη σκέψη του. Μια άδεια παγωμένη ψυχή φορτωμένη στην διεστραμμένη συνύπαρξη της μισανθρωπιάς αλλά και της υστερικής λατρείας στο χρήμα και στον πλούτο.
Σε αντίθεση με αυτόν η Μπέτυ Δαμασκηνού, ήταν ένα τυπικό δείγμα σαρανταοκτάχρονης “μέγαιρας” τυφλά υποταγμένης στον εκάστοτε ισχυρό. Μοναδικό αισθητήριο στην ξινή της ύπαρξη, να φροντίζει επιμελώς την επιβίωσή της παίρνοντας πάντα, εντελώς τυχαία, το μέρος του δυνατού. Άσχετα αν αυτός ήταν βουτηγμένος στην πιο ελεεινή μεθοδολογία ζωής.
Του το είπα ! Του το είχα πει του ηλίθιου !” ακούστηκε οργισμένη η φωνή του Αρμάγου. Χειρονομούσε ταραγμένος μέσα στο προσωπικό του γραφείο στην Κλινική. Απέναντί του καθισμένη σκεπτική προσπαθούσε να κρύψει το φόβο της η Δαμασκηνού. Έδειχνε τρομαγμένη, ανήσυχη και κρεμασμένη στα λόγια του.
Αν είναι δυνατόν ! Να του ξεφύγει μέσα από τα χέρια του ! Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό ;” γύρισε κατακόκκινος στο μέρος της.
Είναι νεκρός κύριε Καθηγητά !” κάποια στιγμή ψέλλισε.
Και λοιπόν ; δεκάρα δεν δίνω αν τον ξέκανε αυτόν τον ηλίθιο ! Δεν καταλαβαίνεις που είναι ο κίνδυνος Μπέτυ ; για βάλε το μυαλό σου να δουλέψει !”
Τι θέλετε να πείτε ;” απάντησε με συνεχώς εντεινόμενη ανησυχία.
Αυτό το αγρίμι κυκλοφορεί έξω ! Ελεύθερη ! Σε όποια κατάσταση και να είναι ξέρει τα πάντα. Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα σιωπήσει ; τον Δεβέλογλου δεν δίστασε να τον σκοτώσει για να φύγει. Νομίζεις ότι είσαι ασφαλής ;” της φώναξε μες στα μούτρα.
Εκείνη ταράχτηκε σύγκορμη.
Δηλαδή ;….”
Δεν ξέρω τι σκοπούς έχει ! ύστερα από τόση καλοπέραση στα χέρια μας. Η Γεύση του αίματος δεν ξεχνιέται αγαπητή μου συνεργάτιδα”
Θέλετε να πείτε κινδυνεύουμε ;”
Εκείνο που ξέρω είναι ότι πρέπει να επαγρυπνούμε ! Τα μάτια μας δεκατέσσερα. Άλλωστε είναι και κάτι άλλο. Κανείς δεν ήξερε απ τις αρχές ότι υπήρχε άτομο σε εκείνο το μέρος της κλινικής. Πρέπει να βρούμε τρόπο να δικαιολογήσουμε την ύπαρξή της...”
Και που θα βρουν ότι υπήρχε άλλος εκεί ;” τον ρώτησε εκείνη.
Μην υποτιμάς την Αστυνομία Μπέττυ”, απάντησε βάζοντας ένα ποτήρι ουίσκι προσφέροντας αντίστοιχα και σε εκείνη. Το κράτησε στα χέρια της. Η τρεμούλα της ήταν εμφανής.
Θα βρουν την αιτία θανάτου του Δεβέλογλου, θα αναζητήσουν κάποιο πρόσωπο. Τι θα απαντήσουμε ; πρέπει να βρούμε κάτι. Και αυτό το κάτι αυτόματα να κάνει δύο πράγματα !”
Τι ακριβώς ;”
Αφενός να δικαιολογήσει εμάς στην ύπαρξη ενός τρίτου προσώπου εκεί και αφετέρου να ενοχοποιήσει αυτήν εκεί μέσα”.
Τι έχετε κατά νου κύριε καθηγητά ;”
Από την κοινή μας απόλυτη στάση εξαρτάται η επιτυχία και το να βγούμε καθαροί. Πρέπει να προσπαθήσουμε να φροντίσουμε ώστε η Αστυνομία να φτάσει πρώτα σ’ αυτήν από το να φτάσει αυτή σε μας...”
Φοβάμαι ! Φοβάμαι πολύ ! Και πως θα γίνει αυτό ;”
Άκου με προσεκτικά” , της είπε και έκατσε βαθιά πάλι στην πολυθρόνα του γραφείου του.

Την μεθεπόμενη ημέρα...
Δεν άργησα !” είπε ο Ισίδωρος Διοφάντους κλείνοντας πίσω του την πόρτα από το μεγάλο γραφείο του ανακριτή Μηνιάδη. Εκείνος καθόταν με το γκρίζο του κοστούμι, την σομόν γραβάτα και το λευκό πουκάμισο. Όμορφη κορμοστασιά, ψηλός, κοντοκουρεμένος με καστανά μαλλιά και λίγα γένια.
Καλώς τον !”, τον υποδέχτηκε και τον προέτρεψε να καθίσει. Ο Ποινικολόγος έκατσε στην πολυθρόνα από την εξωτερική πλευρά του γραφείου.
Για να με καλέσεις πρέπει να έχεις νέα !”, τον ρώτησε με ενδιαφέρον.
Ναι, το κουβάρι αρχίζει και ξετυλίγεται λίγο”
Τι έχουμε ;”
Πήρα καταθέσεις από τον διευθυντή της κλινικής και την επικεφαλής νοσηλεύτρια εκεί, αυτήν την Δαμασκηνού”
“Τι είπαν ;”
Κάτι καινούργιο στην υπόθεσή μας”
Δηλαδή”
Μια δική τους εκδοχή για τη βραδιά του φόνου και της φωτιάς”
Ενδιαφέρον”, αποκρίθηκε ο Διοφάντους.
Λένε ότι αυτόν τον Δεβέλογλου τον είχαν πιάσει σε βάρδια στην κλινική με ιερόδουλες ραντεβού”
Ο Διοφάντους έκανε έναν έντονο μορφασμό, ο Μηνιάδης συνέχισε:
Πιθανά εκείνο το βράδυ να είχε συμβεί το ίδιο καθώς στο μέρος εκείνο της κλινικής δεν υπήρχε ασθενής”
Και θέλουν να μας πουν ότι ενώ ο μακαρίτης καλοπέρναγε ξαφνικά εκείνο το βράδυ η ...εκλεκτή του προσκαλεσμένη τον καθάρισε και έβαλε και φωτιά !” σχολίασε ο Διοφάντους με εμφανή ειρωνεία.
Άκου ο ...μακαρίτης, καθώς λες, δεν ήταν παιδάκι του κατηχητικού. Έχεις διάθεση να δεις κάτι ;” του είπε.
Να δω τι ;”
Κάτι που ανοίγει μια πόρτα στα πράγματα αλλά και μας οδηγεί και σε ενδιαφέρουσες διαπιστώσεις” του είπε και άνοιξε το συρτάρι του. Έβγαλε από το γραφείο ένα στικάκι και το έβαλε στον υπολογιστή του.
Τι είναι αυτό ;” τον ρώτησε ο Διοφάντους.
Κάναμε έλεγχο στον Υπολογιστή του Δεβέλογλου...”
Και ;”
Βρήκαμε κάποια πολύ ενδιαφέροντα πράγματα Ισίδωρε..”
Θα με κρατάς πολύ σε αγωνία ;”
Ο Μηνιάδης τον κοίταξε προσεκτικά.
Άκου. Αυτό που θα δεις είναι σκληρό. Απάνθρωπα σκληρό. Είσαι σίγουρος ότι μπορείς ;”
Με έχεις για πρωτάρη Γεράσιμε ;”
Ο Ανακριτής άρχισε να τρέχει το στικ. Στάθηκε σε ένα συγκεκριμένο αρχείο. Το επέλεξε. Σε λίγο ένα βίντεο άρχισε να παίζει στην οθόνη του Υπολογιστή απέναντί τους.
Η εικόνα στην οθόνη ήταν σκοτεινή. Σιγά σιγά άρχισε να καθαρίζει με λήψη από μια κάμερα τοποθετημένη σε ένα σταθερό σημείο. Η εικόνα ενός δωματίου που δεν είχε σχέση με σπίτι άνοιξε μπροστά τους. Στο μοναδικό σιδερένιο κρεβάτι σφάδαζε το σώμα μια νεαρής κοπέλας. Τα χέρια της ήταν δεμένα πίσω στο σιδερένιο κεφαλάρι όπως και τα πόδια της αντίστοιχα στο κάτω μέρος. Ήταν ολόγυμνη. Στο στόμα της είχε τοποθετηθεί ταινία. Η Φιγούρα ενός άντρα εμφανίστηκε απέναντί της. Τα μάτια του ήταν θολά από μια άρρωστη λαγνεία. Από την κοπέλα ακούγονταν πνιχτά βογγητά ενώ το σώμα της σπάραζε με κινήσεις προσπαθώντας να απαλλαγεί από το βάρος του κτηνώδους άντρα.
Ακούστηκαν βρωμερά τα λόγια του λες και έβγαιναν από τα βάθη της κόλασης
Βρισιές, απειλές, προπηλακισμοί απέναντι σε ένα ζευγάρι μάτια ντυμένα με ανείπωτο τρόμο και πόνο.
Το βίντεο συνέχιζε αμείλικτο να γράφει έναν χυδαίο κτηνώδη βιασμό στην δεμένη γυναίκα. Έναν βιασμό που δεν έμενε μόνο στην πράξη που τον προσδιορίζει αλλά συνοδεύονταν από απάνθρωπες ύβρεις και εξευτελισμούς.
Ο Διοφάντους είχε δει πολλά στην καριέρα του. Αλλά τούτο εδώ τον έκανε να ανατριχιάσει. Τα μάτια του εστίασαν μέσα στο ημίφως στο σώμα της νεαρής γυναίκας που σφάδαζε στο ανίερο αυτό κρεβάτι. Μια έντονη ταραχή άρχισε να θεριεύει μέσα του. Τα μάτια του προχώρησαν περισσότερο αγωνιζόμενα να εντοπίσουν τα γεμάτα τρόμο μάτια της γυναίκας που μαρτυρούσε στα χέρια του θηρίου. Και ναι ! Τα αναγνώρισε ! Ήταν τα μάτια της ! Τα μάτια της Ελουάζ ! Γεμάτα τρόμο να βιώνουν το μαρτύριό της.
Δεν άντεξε τη συνέχεια και έκλεισε τα μάτια του και σηκώθηκε. Ο Ανακριτής πάτησε “παυση” στο βίντεο.
Τι συμβαίνει Ισίδωρε ; να σταματήσω ;”
Ναι σε παρακαλώ ! Αρκετά ! “
Ο Μηνιάδης έβγαλε το στικάκι από τον Υπολογιστή. Κοίταξε με προβληματισμό τον Ισίδωρο δίπλα του που έκατσε ξανά προσπαθώντας να συνέλθει.
Σε προειδοποίησα”, του είπε “Κατάφερα και είδα τρία-τέσσερα από αυτά. Είναι κι άλλα. Αυτό που είδες ήταν το πιο ...ελαφρύ. Τα άλλα μου προκάλεσαν εμετό. Ο Τύπος κινηματογραφούσε τον εαυτό του στα όργιά του. Αυτό δείχνει να είναι δωμάτιο προφανώς της κλινικής. Η ίδια γυναίκα Ισίδωρε ! Η ίδια γυναίκα η πρωταγωνίστρια αυτού του τρόμου”
Θεέ μου !… τι πέρασε στα χέρια του” έκανε ο Ισίδωρος.
Ακριβώς ! Τώρα έχουμε κάποια άκρη. Έχουμε πρόσωπο. Έχουμε χώρο. Η κλινική. Έχουμε τα βασανιστήρια. Έχουμε έναν φόνο και μια απουσία. Τι να ήταν αυτή η γυναίκα εκεί ; τώρα έρχονται οι καταθέσεις των άλλων της κλινικής. Για την ιερόδουλη που καλούσε αυτό το κτήνος...”
Ο Ισίδωρος συνήλθε μετά από λίγο. Ξαφνικά ένας συλλογισμός βγήκε από τα χείλη του.
Μισό λεπτό Γεράσιμε ! Έχουμε την ίδια γυναίκα που μαρτυρά στα χέρια αυτού του κτήνους που κάποιος τον σκότωσε. Η Γυναίκα αυτή δεν υπάρχει πουθενά στην κλινική. Απ την άλλη έχουμε τις καταθέσεις τους ότι ο Δεβέλογλου μάζευε εκεί μέσα διάφορες ιερόδουλες για να εξασκεί τα βίτσια του, σωστά ;”
Σωστά”, αποκρίθηκε ο Μηνιάδης.
Ο Ισίδωρος τον κοίταξε.
Μα εδώ έχουμε κάτι που.. δεν κολλάει”
Τι θες να πεις ;”
Τα βίντεο που έχεις, με την ίδια γυναίκα, σε διαφορετικούς χρόνους. Δεν κολλάει με την κατάθεσή τους. Είναι δυνατόν να έρχεται η ίδια ιερόδουλη ; και να υπομένει ακριβώς αυτά ; πόσο να το ανεχτεί ;”
Ο Ανακριτής χαμογέλασε με νόημα χωρίς να μιλήσει. Κοιτάχτηκαν για λίγο σιωπηρά. Ο Ισίδωρος μίλησε:
Άρα οι καταθέσεις τους είναι ψέμματα Γεράσιμε. Λένε ψέμματα !”
Το πιθανότερο” απάντησε ο Ανακριτής.
Μα…. Τότε, γιατί λένε ψέμματα ; για να καλύψουν την ύπαρξη αυτής της δυστυχισμένης ύπαρξης εκεί Γεράσιμε, για αυτό ! Να γιατί εμφάνισαν αυτά τα ραντεβού με τις ιερόδουλες”
Απλά δεν ήξεραν για τα βίντεο του Δεβέλογλου”, προσέθεσε με έναν ενθουσιασμό ο ανακριτής. Αυτά τα βίντεο τους χαλάνε την εκδοχή τους.
Τι γινόταν εκεί μέσα Γεράσιμε ; τι ακριβώς συνέβαινε σε εκείνο το μέρος της κλινικής ; ποια εγκλήματα και όργια ;”
Ο Γεράσιμος κούνησε το κεφάλι του με νόημα. Ο Ισίδωρος συνέχισε με έξαψη.
Τι θα κάνεις ; Δεν μπορούν να μείνουν έτσι αυτά τα κτήνη” πετάχτηκε με ένα παράξενο πάθος και ένταση.
Βιάζεσαι Ισίδωρε ! Πρέπει να δούμε συγκροτημένα το λόγο που είπαν ψέμματα και να ανακαλύψουμε την αλήθεια...”
“Είναι προφανές τι συνέβαινε εκεί μέσα Γεράσιμε” φώναξε πάλι.
Ο Ανακριτής τον κοίταξε κατά πρόσωπο. Έβλεπε τον έμπειρο ποινικολόγο και φίλο του να αντιδρά έντονα συναισθηματικά. Κάτι που δεν το συνήθιζε. Έσκυψε μπροστά στην πολυθρόνα του γραφείου του και τον ρώτησε με ύφος κατηγορηματικό:
Τι συμβαίνει Ισίδωρε ; γιατί παθιάζεσαι με αυτήν την υπόθεση τόσο ; ποιος είναι ο λόγος που την έχεις πάρει με τέτοια ένταση ; είναι κάτι που πρέπει να μου πεις ;” του είπε και κρέμασε το βλέμμα του στα μάτια του. Ο Ισίδωρος μαζεύτηκε. Έγειρε πίσω στην πολυθρόνα. Πήρε μια βαθειά αναπνοή και απάντησε:
Εντάξει ! Εντάξει Γεράσιμε. Δεν νιώθω καλά απέναντί σου να σωπαίνω. Θα μιλήσω. Άκου λοιπόν...”
Του εξιστόρησε όλα τα γεγονότα από τη στιγμή που βρήκε την νεαρή γυναίκα στο δρόμο, την φιλοξενία της στο σπίτι του και τέλος τη φυγή της. Ο Ανακριτής άκουγε με έντονο ενδιαφέρον και ανθρώπινα συναισθήματα.
Καταλαβαίνεις τώρα καλά Γεράσιμε την εμπειρία μου να ζήσω ένα μέρος από τους εφιάλτες αυτής της κοπέλας στις λίγες ώρες που έμεινε δίπλα μου. Να ήξερες πως ήταν , πως έδειχνε. Ένα τρομαγμένο, ταλαιπωρημένο αλλά και κλειστοφοβικό ζώο που έφευγε από το κλουβί και δεν ήξερε τι να κάνει”.
Ο Ανακριτής τον κοίταξε ίσια στα μάτια.
Δεν πρέπει να παρασυρθείς Ισίδωρε απ τα αισθήματά σου. Η Γυναίκα αυτή, καθώς λες, είναι το κλειδί στην υπόθεσή μας. Και αντιλαμβάνεσαι ότι είναι σχεδόν βέβαιο ότι είναι ο δράστης. Όλα αυτό δείχνουν. Πρέπει να την βρούμε .”
Γεράσιμε. Θα αναλάβω την νομική της εκπροσώπηση. Και το λέω επίσημα”, του είπε με κατηγορηματικό τρόπο.
Δεν έχω αντίρρηση Ισίδωρε. Βέβαια θέλουμε και τη δική της συναίνεση σε αυτό αλλά δεν είναι της παρούσας. Πρέπει να δώσεις μια περιγραφή και επίσημη κατάθεση”
Θα γίνει δηλαδή το μαύρο πρόβατο ; θα πληρώσει εκείνη μόνο ; αν είναι βέβαια ένοχη ; οι άλλοι θα την βγάλουν καθαρή ;”
Ξέρεις ότι η ανάκριση δεν θα μείνει μόνο στην ...Ελουάζ, δεν ξέρουμε κάν το πραγματικό της όνομα. Με ξέρεις τόσα χρόνια άλλωστε...”
Με τους άλλους τι θα κάνεις ;”
Θα τους καλέσω ξανά. Μόλις συγκεντρώσω περισσότερα στοιχεία, θα τους καλέσω. Η πρώτη τους κατάθεση τους ενοχοποιεί. Θα προσπαθήσω να στοιχειοθετήσω κατηγορίες σε βάρος τους. Αλλά πριν απ όλα τα άλλα πρέπει να βρεθεί η κοπέλα. Και για δική της προστασία”.
Ο Διοφάντους τον κοίταξε προσεκτικά με ένα πρόσωπο γεμάτο σκέψεις και ερωτήματα.
Θα ψάξω και εγώ ! Είναι κάτι που το έχω υποσχεθεί και στον εαυτό μου. Σε αυτό το αγρίμι αξίζει ένα ασφαλές καταφύγιο. Πριν είναι πολύ αργά”.
Τα τελευταία αυτά λόγια τα είπε αφήνοντας το βλέμμα του να πλανηθεί έτσι αόριστα ενώ τα μάτια του ανακριτή προσπαθούσαν να μπουν στα βάθη της ψυχής του.


Κεφάλαιο 8 Οι ανησυχίες της κυρίας Δαμασκηνού

Ο Καθηγητής Δημοσθένης Αρμάγος μιλούσε με την γραμματέα του στο γραφείο του στην κλινική. Η νεαρή γυναίκα, η Έλσα, ήταν από εκείνες που θεωρούσαν βασικό εργαλείο στη δουλειά τους την παραχώρηση εκδούλευσης στον άμεσο διευθυντή τους.
Συνεργάστηκαν μαζί εκείνο το πρωινό αρκετή ώρα. Άλλο που δεν ήθελε η νεαρή και φιλόδοξη γυναίκα για να είναι όσο και περισσότερο κοντά στον διευθυντή της, μιας και μόνιμα στο πίσω μέρος του μυαλού της φλερτάριζε η ιδέα της νομής μιας τέτοιας έμμεσης εξουσίας.
Εντάξει Έλσα, τελειώσαμε, μπορείς να πηγαίνεις” της είπε ο Αρμάγος επιστρέφοντας υπογεγραμμένα τα έγγραφα που του είχε κοινοποιήσει.
Εντάξει κ. Καθηγητά”, απάντησε με το γνώριμο πεταχτό της στυλ. Μαζεύτηκε και ετοιμάστηκε να αποχωρήσει. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή γύρισε προς τον Αρμάγο
Κύριε Διευθυντά, συγγνώμη”, δίστασε…. “συμβαίνει κάτι με την κυρία Δαμασκηνού ;”
Στο άκουσμα της ερώτησης ο Αρμάγος άφησε τους φακέλους μπροστά του, σήκωσε το κεφάλι του και κάρφωσε απαιτητικά τα μάτια του στην Έλσα
Τι θέλεις να πεις Έλσα ; τι συμβαίνει με την κ. Δαμασκηνού ;”
Να…. Τελευταία την βλέπω πολύ φοβισμένη ! Σαν κάτι να φοβάται, σαν να την βασανίζει..”
Και από που βγάζεις αυτό το συμπέρασμα ;”
Η Έλσα είχε ….επιστρέψει για τα καλά. Το έντονο ενδιαφέρον του διευθυντού της, της έδινε την εικόνα ότι μπορούσε κάτι πολύ χρήσιμο θα προσέφερε σ’ αυτόν. Απάντησε λοιπόν.
Είχαμε μια κουβέντα πριν λίγες μέρες. Ήταν ανήσυχη..”
Δηλαδή ;”
Να, έλεγε ότι κάτι την βασανίζει. Ειδικά μετά τα τελευταία γεγονότα στην κλινική, νιώθει ένα βάρος. Σαν να κουβαλάει κάτι και να μην μπορεί να το διαχειριστεί...”
Ο Αρμάγος έδειχνε μεγάλη προσοχή στην συζήτηση:
Σου είπε τι είναι αυτό το βάρος ;”
Όχι ! Την πίεσα αλλά όχι. Μόνο μισόλογα. Ότι δεν αντέχει, ότι θέλει να τα πει κάπου να ξεσπάσει”
Ίσως αυτή η ιστορία με τον θάνατο του Δεβέλογλου να την έχει ταράξει”
Αυτό φοβάμαι και εγώ”, απάντησε η νεαρή γυναίκα. Σε λίγο είχε φύγει. Ο Αρμάγος με ένα παγωμένο σκληρά ανέκφραστο πρόσωπο έμεινε πίσω στο γραφείο γεμάτος σκέψεις και προβληματισμούς.
Αφήνοντας η Ελουάζ το σημείωμά της στον Ποινικολόγο Ισίδωρο Διοφάντους, τη στιγμή που έκλεινε τη φιλόξενη πόρτα του πίσω της, ήξερε πολύ καλά ότι έμπαινε πάλι σε μια ταραγμένη θάλασσα στη πορεία της ζωής της χωρίς να ξέρει που θα την οδηγήσει.
Περπάτησε αρκετά μέχρι να βγει στον περιφερειακό δρόμο με κατεύθυνση την Αθήνα. Στο σπίτι του Διοφάντους δεν μπορούσε να μείνει περισσότερο. Η Σκέψη της πήγε στο πατρικό της σπίτι. Έπρεπε με κάθε τρόπο να φτάσει εκεί. Δεν ήξερε βέβαια τι θα συναντήσει αλλά δεν είχε άλλη επιλογή. Το Περιστέρι όμως ήταν μακριά και τώρα έπρεπε να βρει κάπου να περάσει τη νύχτα της.
Τα επόμενα λεπτά την έφεραν συνεπιβάτιδα σε ένα μεσαίο φορτηγό. Έκανε auto-stop και εκείνος ο οδηγός σταμάτησε να την πάρει στον γυρισμό του στο κέντρο της Αθήνας. Ήταν τυχερή καθώς ο ώριμος άντρας ήταν αξιοπρεπής και σεβάστηκε απόλυτα την παρουσία της δίπλα του. Έπρεπε τώρα να βρει έναν τρόπο να φτάσει στο πατρικό της σπίτι. Έριξε μια ματιά στα χρήματα που άρπαξε από τον Δεβέλογλου. Ήταν υπεραρκετά για το ταξί.
Δώσατε κατάθεση κύριε Διοφάντους ;”, τον ρώτησε ο Ζήσης καθώς έφερε στο γραφείο του κάποια έγγραφα.
Ναι”, απάντησε εκείνος
Φαντάζομαι δεν γινόταν αλλιώς”, ρώτησε ο νεαρός του συνεργάτης.
Δεν υπήρχε άλλη επιλογή Ζήση. Τώρα αρχίζουν τα δύσκολα με αυτήν την υπόθεση.
Τι θέλετε να πείτε ;” πετάχτηκε η Έλενα, η εικοσιπεντάχρονη νεαρή γραμματέας στο γραφείο.
Αποφάσισα να αναλάβω την νομική κάλυψη της νεαρής αυτής κοπέλας Έλενα. Σε λίγο η αστυνομία φαντάζομαι θα την αναζητήσει”.
Μα έχει στοιχεία ;” ρώτησε η Έλενα.
Έχει το βίντεο. Βέβαια αυτό δεν αποδεικνύει τίποτα αλλά στο πρόσωπο αυτής της γυναίκας εστιάζονται όλα”
Μα πως τη λένε έχουμε μάθει ;” παρενέβη ο Ζήσης.
Επίσημα όχι. Είναι μια γυναίκα χωρίς ταυτότητα. Το μόνο που ξέρω είναι το όνομα που εκείνη έδωσε σε μένα, Ελουάζ”.
Τα παιδιά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με απορία, ο Ισίδωρος σχολίασε:
Ναι, έτσι αντέδρασα και εγώ. Ποιος ξέρει ; κάποιο καλλιτεχνικό ; ψευδώνυμο ; αλλά αυτό δεν είναι το κυρίαρχο τώρα. Αυτό που έχουμε μπροστά μας είναι να προσπαθήσουμε να βρούμε στοιχεία γι αυτήν αρχικά και μετά να ψάξουμε να την εντοπίσουμε”.
Η Αστυνομία θα την δώσει ως ύποπτη για φόνο ;” μπήκε στη κουβέντα ο Ζήσης.
Δεν νομίζω. Σαν αγνοούμενη θα την δώσουν, εμπλεκόμενη στα γεγονότα. Μέχρι εκεί”
Τι σκέφτεστε να κάνουμε ; κύριε Ισίδωρε ;” συνέχισε ο Ζήσης.
Ζήση, άκου. Απ την κλινική δεν θα μας δώσουν εμάς τίποτα. Θα απευθυνθούμε στις οργανώσεις που έκαναν καταγγελίες για τα γενόμενα εκεί μέσα. Ψάξε βρες ποιες είναι αυτές από ανακοινώσεις και αναφορές στο διαδίκτυο και να έρθουμε σε επαφή μαζί τους μήπως μάθουμε τίποτα.”
Τα παιδιά στο γραφείο κινήθηκαν συγκαταβατικά και ύστερα από λίγο ο καθένας τράβαγε στην ιδιαίτερη εργασία του σε μια αγωνιώδη προσπάθεια που μόλις ξεκίναγε.
Η Μπέτυ Δαμασκηνού έριξε μια ρόμπα επάνω της καθώς κοίταξε έξω απ την μπαλκονόπορτα του σπιτιού της. Ήταν ήδη αργά και η νύχτα ήταν πολύ κρύα. Ήταν κι αυτός ο Βοριάς που λυσσομανούσε έξω. Λίγο πριν είχε μαζέψει τις τέντες της βεράντας και προσπαθούσε να ζεσταθεί.
Στα σαρανταοκτώ της χρόνια, χωρισμένη ήδη από τα τριανταπέντε της ζούσε μόνη. Χωρίς παιδιά ή κάποιον άλλο κοντά της. Λες και η ίδια η ζωή είχε προνοήσει να γλυτώσει την οποιαδήποτε ζωντανή ψυχή από το να συμβιώνει μαζί της.
Το κουδούνι της πόρτας την ξάφνιασε εντελώς. Έριξε μια ματιά στην κάμερα από το θυροτηλέφωνο. Παραξενεύτηκε.
Τι να συμβαίνει νυχτιάτικα ;” αναρωτήθηκε ανοίγοντας την πόρτα.
Με το άνοιγμα της πόρτας ο αιφνιδιασμός της ήταν απόλυτος. Το χέρι έκλεισε το στόμα της. Το σώμα του απρόσμενου επισκέπτη την έσπρωξε βίαια προς το εσωτερικό κλείνοντας πίσω την πόρτα. Λεπτή καθώς ήταν δεν είχε καμία τύχη στο να αντισταθεί. Μάταια προσπαθούσε να ξεφύγει.
Γιατί εγώ ;” ξέφυγε κάποια στιγμή απ το στόμα της, ενώ ένιωσε το σώμα της να παραλύει ανήμπορο.
Δεν φταίω εγώ...δεν έκανα εγώ τίποτα...ο άλλος φταίει” ήταν τα τελευταία λόγια που κατάφερε να πει μέσα στην θανάσιμη αγωνία της. Το φως άρχισε να αργοσβήνει απ τα μάτια της, οι δυνάμεις της την εγκατέλειψαν, τα πόδια της λύγισαν και ένα απέραντο απόλυτο σκοτάδι φυλάκισε την ύπαρξή της.
Θα ήταν μόλις οκτώμιση το πρωί όταν το κινητό τηλέφωνο του Ισίδωρου Διοφάντους χτύπησε. Ήταν στο γραφείο του και δεν είχε καλά-καλά ακόμα βάλει στο στόμα του μήτε τον πρωινό του καφέ. Το όνομα του Ανακριτή στην εισερχόμενη κλήση τον έβαλε αμέσως σε συναγερμό. Η σκέψη του πήγε αμέσως στην Ελουάζ. Κάπου θα την είχε εντοπίσει η αστυνομία.
Η Φωνή του ανακριτή ήταν κατηγορηματική.
Ισίδωρε έχουμε κάτι απρόοπτο”, του είπε.
Τι συμβαίνει ;” κρεμάστηκε στο τηλέφωνο εκείνος.
Χθες αργά το βράδυ σκότωσαν την Δαμασκηνού !”
Ο Ισίδωρος έμεινε μετέωρος. Σαν ένας κουβάς κρύο νερό ρίχτηκε στη γυμνή του πλάτη.
Που, ποιος ;” κατάφερε να ρωτήσει.
Στο σπίτι της μέσα”
Ο Διοφάντους κατάφερε να μαζέψει την αυτοσυγκέντρωσή του:
Είσαι στο γραφείο ; μπορώ να σε δω ;” τον ρώτησε προσμένοντας με αγωνία την απάντησή του.
Στο γραφείο είμαι αλλά δεν θα έρθεις τώρα. Σε περιμένω στις δέκα” του είπε.
Το τηλέφωνο έκλεισε. Ο Ισίδωρος σηκώθηκε όρθιος στο μέσο του γραφείου του.
Αυτό δεν το περίμενε. Ένας απόλυτος αιφνιδιασμός. Πρώτα ο Δεβέλογλου, τώρα η Δαμασκηνού. Η Υπόθεση άρχισε πλέον να βαραίνει με τρόπο εφιαλτικό. Η Σκέψη του πήγε αμέσως στην νεαρή κοπέλα. Στο γεμάτο εφιαλτικό τρόμο πρόσωπό της δεμένη στο κρεβάτι της κλινικής με αυτό το κτήνος να βυσσοδομεί στο κορμί της αλλά και σε εκείνα τα ταραγμένα και φοβισμένα μάτια της στο σπίτι του όταν την είχε συμμαζέψει απ το δρόμο.
Ελουάζ” ψιθύρισε με έντονη αγωνία.

(Συνεχίζεται...)





Την Νουβέλα συνολικά και ενιαία, μπορείτε, όπως πάντα να την έχετε εδώ:

Μπορείτε να κάνετε log-in στην πλατφόρμα χρησιμοποιώντας τον google account ή τον facebook account σας, ως αναγνώστες.

Παρασκευή, 11 Ιανουαρίου 2019

"Ελουάζ" (Κεφάλαια 5 & 6 )


Θυμηθείτε:



Περίληψη

Ένα ψυχιατρείο με εξαίρετη φήμη. Μια αποθήκη ψυχών κάτω από το πολυτελές περιτύλιγμα. Εκείνη. Μια νεαρή γυναίκα, φορτωμένη με τους εφιάλτες της εφηβείας και την ψυχολογική κατάρρευση στη νιότη της. Το όνομα ενός πορτραίτου:  "Ελουάζ". Με το χέρι εκείνου που λάτρεψε αλλά και μίσησε απόλυτα. 
Για τον διαπλεκόμενο διευθυντή της κλινικής και τους συνεργάτες του δεν είναι παρά ένα σκουπίδι που πρέπει να ξεφορτωθούν άμεσα. Και εκείνη βρίσκεται αντιμέτωπη με το φάσμα του θανάτου. 
Όλα θα ξεκινήσουν εκείνη τη σκοτεινή χειμωνιάτικη νύχτα. Την νύχτα της φωτιάς.




5. Οι Έρευνες ξεκινούν και οι Μνήμες επιστρέφουν….

Ζήση σε θέλω λίγο”. Ο Ποινικολόγος κάλεσε έναν από τους στενούς του συνεργάτες. Ο τριαντάχρονος Ζήσης Ανδρεαδάκης μπήκε στο γραφείο του.
Άκου Ζήση ! Θέλω να μου βρεις επειγόντως ότι στοιχεία έχεις για αυτήν την Ψυχιατρική Πειραματική Κλινική.
Εκεί που πήρε φωτιά λέτε ;”
Ναι, εκεί. Σε παρακαλώ μάθε οτιδήποτε σχετικό και ενημέρωσέ με”, του είπε. Ο Ισίδωρος ήξερε ότι ο νεαρός θα έκανε την καλύτερη δουλειά. Δεν είχε παρά να περιμένει. Σε λίγο ήταν με το τηλέφωνο στο χέρι.
Τον κύριο Γεράσιμο Μηνιάδη παρακαλώ !”
……………..
Ποινικολόγος Ισίδωρος Διοφάντους”
…………….
Γεράσιμε ; ναι, τι κάνεις ; ενοχλώ ;”
Η Συνομιλία του με τον γνωστό και φίλο του Ανακριτή Γεράσιμο Μηνιάδη ήταν ήρεμη. Συνεργάτες σε πολλές υποθέσεις.
Γεράσιμε, θέλω να σε δω...” ήταν το αίτημα του Ισίδωρου.
Έκλεισαν ραντεβού για νωρίς το απόγευμα της ίδιας μέρας. Ένιωθε ευχαριστημένος. Είχε ήδη βάλει σε μια σειρά τις άμεσες κινήσεις που ήθελε να κάνει στην υπόθεση που τόσο ξαφνικά και αναπάντεχα άνοιξε μπροστά του. Το μυαλό του έτρεχε πίσω στο σπίτι στην Κερατέα. Με φανερή την αγωνία στους συλλογισμούς του.
Η “Ελουάζ” είχε ξυπνήσει από έναν ύπνο βαθύ. Δεν θυμόταν κι αυτή ύστερα από πόσο καιρό είχε να νιώσει αυτό το συναίσθημα του ανθρώπινου ύπνου. Μέχρι να καταλάβει που βρίσκεται πέρασαν αρκετά λεπτά. Ένιωσε λίγο παράξενα μόνη μέσα σε ένα ξένο χώρο. Με το που ανασηκώθηκε είδε στον καναπέ δίπλα της το σημείωμα που είχε αφήσει ο Ισίδωρος. Ήταν η πρώτη ένδειξη ότι κάποιος άνθρωπος νοιάστηκε για εκείνη μετά από τόσο καιρό.
Πέρασε ώρα για να κάνει την πρώτη της επαφή με το εσωτερικό του σπιτιού. Η μοναξιά και η απόλυτη σιωπή δεν την εμπόδιζαν να έχει μια αίσθηση σιγουριάς και ασφάλειας.
Τα μάτια της στάθηκαν στις φωτογραφίες πάνω στην μικρή βιβλιοθήκη πίσω απ την ξυλόσομπα. Πήγε κοντά τους. Ήταν δύο φωτογραφίες σε ασημένια κορνίζα. Στην μία ήταν ένα ώριμο ζευγάρι. Αναγνώρισε τον άνθρωπο που την φιλοξενούσε. Δίπλα του αγκαλιά μια γυναίκα με όμορφα χαρακτηριστικά. Η Διπλανή φωτογραφία ήταν τα προηγούμενα πρόσωπα με ακόμα μια ψηλόκορμη αδύνατη κοπέλα με χαλκόχρωμα μαλλιά ανάμεσά τους. Και οι δύο φωτογραφίες ξεχείλιζαν από αγάπη και τρυφερότητα.
Μια αίσθηση νοσταλγίας την πλημμύρισε. Χωρίς να το θέλει άπλωσε το χέρι της και τα δάχτυλά της άγγιξαν τα πρόσωπα στις φωτογραφίες ένα προς ένα.
Το μυαλό της πήγε οκτώ ολάκερα χρόνια πίσω και οι εικόνες ζωντάνεψαν μπροστά της…

Έχω όνειρα για μας”, άκουσε μακρινή τη φωνή του Σέργιου, του νεαρού ζωγράφου, καθώς την κρατούσε στην αγκαλιά του σε εκείνον τον βράχο στην ακρογιαλιά. Είχε αφεθεί εντελώς σε εκείνο το ταξίδι που ζούσε μαζί του.
Η “Ελουάζ” του ! Τον “άκουσε” να μονολογεί:
Σε λίγο καιρό θα κάνω μια έκθεση, θα παρουσιάσουμε τα έργα στον κόσμο...”
Δεν θυμόταν τις λεπτομέρειες. Μόνο το ότι έγερνε στην αγκαλιά του και νόμιζε ότι στα χέρια του ήταν ολάκερος ο κόσμος της. Έκανε μερικά βήματα πιο κοντά στις φωτογραφίες. Ξαφνικά η διάθεσή της έγινε βαριά. Μελαγχολικά σύννεφα σκέπασαν τα ταλαιπωρημένα μάτια της και τα χέρια της άρχισαν φανερά να τρέμουν. Το μυαλό της ξεκίνησε ένα δεύτερο ταξίδι, αυτή τη φορά κάπου στα 2011. Τα χείλη της άρχισαν να τρέμουν. “Έβλεπε” πάλι εκείνον. Τον ζωγράφο της. Μόνο που τώρα δεν ήταν ο καλλιτέχνης που της έδωσε ζωή στο πορτραίτο της μήτε ο άντρας που την κρατούσε τρυφερά στην αγκαλιά του. Αυτή τη φορά ήταν ένας αδίστακτος τυχοδιώκτης που πουλούσε το μοντέλο του σε επώνυμους Κυρίους που έσβηναν την λαίμαργη λαγνεία τους στο κορμί της.
Δεν μπορεί να συνεχιστεί άλλο αυτό, δεν αντέχω !” άκουσε πάλι μετά από χρόνια την απελπισμένη κραυγή της στον ζωγράφο.
Πάψε να κάνεις τη δύσκολη και κατάλαβέ το ! Τα πράγματα είναι ζόρικα. Έχουμε ανάγκη από λεφτά...”
Θέλεις να γίνομαι το παιχνίδι του κάθε λάγνου να απολαμβάνει το μοντέλο σου ; Δεν αντέχω το ξεπούλημα και τη βρώμα που βγάζουν στο κορμί μου !”
Είδε πάλι τον εαυτό της να ουρλιάζει μπροστά του και εκείνος να ωρύεται. Ένιωσε πάλι το χέρι του να την χαστουκίζει και τις γροθιές του να ματώνουν το πρόσωπό της στον εξαναγκασμό του να εξακολουθεί να γίνεται το πολύτιμο “εμπόρευμα” στην εκπόρνευσή της στον κύκλο του.
Που είναι τα όνειρά μας Σέργιε ;” του φώναξε με δάκρυα, “ο κόσμος μας. Όσα ονειρευτήκαμε...”
Άσε τα μελό και κοίτα να κάνεις τη δουλειά σου. Γιατί πληρώνουν και έχουν απαιτήσεις απ το μοντέλο ακούς ;”, τον άκουσε ξανά αποκρουστικά την ίδια στιγμή που ο κόσμος κάτω απ τα πόδια της ξεκίναγε να γίνεται μια κινούμενη άμμος που την ρουφούσε χρόνο με το χρόνο.
Η “Ελουάζ”…. Το υπέροχο πορτραίτο που το μοντέλο του έγινε πόρνη πολυτελείας για επώνυμους κοσμικούς. Ένας βάλτος που την οδήγησε στις πρώτες κρίσεις πανικού. Στον πρώτο της τρόμο. Και στο ξύλο ! Ο Ζωγράφος και αγαπημένος της έγινε βασανιστής και προαγωγός της. Για δεύτερη φορά στη ζωή της βίωνε τον βιασμό και την ευτέλεια. Μετά τον Πατέρα ο εραστής ! Και ο φόβος επέστρεψε στην ψυχή της. Φώλιασε εκεί πάλι ζοφερός να την παγώνει. Να την υποτάσσει στις ορέξεις τους. Οι κρίσεις πανικού και το ψυχολογικό σοκ την έκαναν παθητική, άβουλη. Ένιωθε καθημερινά να βουλιάζει ανήμπορη λες και κάθε της διάθεση αφυδατώθηκε. Το ακριβό μοντέλο “έπρεπε” να υπομένει τα πάντα για να αποδίδει τα δέοντα έσοδα στον ζωγράφο της….
Το ξύλινο διακοσμητικό έπεσε από τη βιβλιοθήκη στο πάτωμα με μια νευρική κίνηση του χεριού της. Επανήλθε στο σήμερα απότομα έτσι όπως έφυγε από αυτό.
Ο Γεράσιμος Μηνιάδης ήταν ένας έμπειρος Ανακριτής. Στα σαρανταοκτώ του χρόνια είχε πλούσια θητεία και ένα σοβαρό αρχείο στις υποθέσεις του.
Λοιπόν δεν μου είπες τι με θες ;” ρώτησε το φίλο του τον Ισίδωρο ενώ τελείωνε μια καλή γουλιά κρασί αφήνοντας το ποτήρι του στο τραπέζι που έτρωγαν.
Θέλω να σε ρωτήσω για την υπόθεση της Ψυχιατρικής Κλινικής, ξέρω την πήρες εσύ”
Ο Ανακριτής τον κοίταξε.
Τι συμβαίνει ; ποιον ανέλαβες ;”
Κανέναν… απλά θέλω να μάθω κάποια πράγματα, υπάρχει ένας ενδιαφερόμενος...”
Δεν κάνει να μάθω ;” τον ρώτησε ο Μηνιάδης.
Έλα μην σε πιάνει το ανακριτικό σου. Επαγγελματική περιέργεια πες το”
Ο φίλος του τον κοίταξε λίγο καχύποπτα. Τον ήξερε όμως ότι ήθελε να είναι μέσα σε όλες τις μεγάλες υποθέσεις και συνέχισε.
Τι μυρίστηκες πάλι ;” τον ρώτησε. Ο Ισίδωρος χαμογέλασε ελαφρά αλλά σοβαρεύτηκε.
Ακόμα τίποτα...”
Λοιπόν…. Η Πυροσβεστική λέει ότι η φωτιά είναι εμπρησμός. Ξεκίνησε από κάποιο θάλαμο. Εκεί που βρέθηκε και το θύμα, κάποιος Δεβέλογλου”
Τι ήταν αυτός ;”
Ήταν δηλωμένος στο Νοσηλευτικό προσωπικό”
Και που καταλήγεις ;” ρώτησε ο Ισίδωρος
Βιάζεσαι ! Δεν έχω ακόμα ιατροδικαστική έκθεση. Το θύμα βρέθηκε απανθρακωμένο. Επίσημη αναγνώριση δεν έχω. Μόνο μαρτυρίες”
Έγκλημα ;”
Κάποιος έβαλε φωτιά. Ποιος όμως ; τι ήθελε να κρύψει ; αν δεν μάθουμε τα ακριβή αίτια θανάτου είμαστε στον αέρα”
Ας πούμε ότι κάποιος τον σκότωσε. Ποιος ; κάποιος ασθενής ;” τον διέκοψε με αγωνία ο Ισίδωρος.
Δεν υπήρχε κανείς ασθενής δηλωμένος εκεί. Σε άλλη πτέρυγα ναι αλλά σε άλλο κτίριο”
Τι πήγε να κάνει το θύμα εκεί ;”
Ακριβή εικόνα δεν έχουμε. Η Διεύθυνση του ιδρύματος μας είπε ότι στη βάρδια τους οι νοσηλευτές πάνε παντού”
Ποιος διευθύνει την κλινική ;”
Ο Ανακριτής μούδιασε λίγο.
Ένας Δημοσθένης Αρμάγος, μεγαλογιατρός, τον ξέρεις ;”
Όχι”
Ο Μηνιάδης αναστέναξε. Ο Ισίδωρος διαισθάνθηκε ότι ο φίλος του έφερνε κάποια έγνοια γι αυτό, τον άκουσε να συνεχίζει:
Από τους επώνυμους μεγαλογιατρούς. Ψηλές σχέσεις με τον πολιτικό κόσμο. Διευθύνων σύμβουλος στην κλινική. Επιδοτούμενο ίδρυμα, Μη Κυβερνητικές οργανώσεις, τέτοια….”
Τι λέει η πιάτσα γι αυτόν ;”
Όχι τα καλύτερα” απάντησε ο ανακριτής.
Όπως ;”
Οι κακές γλώσσες λένε πολλά, ξέπλυμα χρήματος αλλά και διάφορα...”
Τι διάφορα ;”
Μέχρι εμπορία οργάνων σώματος”
Στα μάτια του Ισίδωρου Διοφάντους ήρθε η εικόνα της βαθιάς και κτηνώδους ουλής στην “Ελουάζ”.Ταράχτηκε..
Τι έπαθες ;” τον διέκοψε ο ανακριτής.
Τίποτα….” απάντησε και τον ρώτησε ξανά “Θα μου πεις σε παρακαλώ αν μάθεις το αποτέλεσμα της ιατροδικαστικής έκθεσης ;”
Αν μου πεις τι την θέλεις ;”
Ακόμα δεν έχω κάτι έτοιμο...”
Κάτι ετοιμάζεις εσύ…. Τέλος πάντων εντάξει, έχεις χάρη”, του είπε ο Μηνιάδης κλείνοντας το κομμάτι αυτό της κουβέντας τους.
Εκείνη συνέχιζε να περιέρχεται στο χώρο του σπιτιού του Ισίδωρου. Τι ήθελε αυτός ο άνθρωπος από εκείνη ; γιατί πήρε την ευθύνη να την κρατήσει σπίτι του ; δεν είχε συνηθίσει σε τέτοια αντιμετώπιση και όλο αυτό της φαινόταν παράξενο. Αλλά και ύποπτο. Γιατί κάπως έτσι ξεκινήσε ο εφιάλτης πριν κάποια χρόνια. Αλλά αυτή τη φορά, κάτι που δεν μπορούσε να εξηγήσει, την έκαναν να απορρίπτει την καχυποψία από μέσα της. Συνέχισε να κοιτάζει ένα προς ένα κάποια από τα βιβλία της βιβλιοθήκης του Ποινικολόγου. Στη μνήμη της άρχισαν πάλι να ταξιδεύουν μπερδεμένες οι παραστάσεις και η ζωή της στην Ψυχιατρική Κλινική. Η ζωή της ! Γέλασε πικρά σαν το σκέφτηκε. Αν λέγονταν ζωή αυτό το πράγμα. Στα εικοσιεπτά της χρόνια ένα ζωντανό ερείπιο. Βαριά κατάθλιψη, υποταγή. Ένα ψυχολογικό ράκος που κατέρεε μέρα τη μέρα.
Ξαφνικά τα μάτια της άστραψαν ! Εκείνη η νύχτα ! Εκείνη η κολασμένη νύχτα στη Βίλα του Εφοπλιστή στην Εκάλη. Εκεί που ο “καλός” της, την περιέφερε, επίδοξο τρόπαιο στις άρρωστες ορέξεις των ευγενών πελατών του. Το τελευταίο της σκαλοπάτι. Άρχισε πάλι να τρέμει. “Είδε” τον εαυτό της να μετατρέπεται σε σεξουαλικό αντικείμενο. Και μετά το ανόσιο όργιό τους πάνω στο κορμί της να καταρρέει σιωπηλή. Ένα ανθρώπινο φυτό. Χωρίς φωνή και κανένα αντανακλαστικό. Ένα θλιμμένο όμορφο πρόσωπο που δεν αντιδρούσε σε τίποτα.
Τρομοκρατημένοι οι επώνυμοι ηθικοί άρχοντες την ξεφορτώθηκαν με ένα αυτοκίνητό τους σε ένα άθλιο στενό. Όπου εκεί την περιμάζεψαν κάποιοι περαστικοί. Δεν είχε να δώσει απαντήσεις στα ερωτήματά τους. Δεν θυμόταν ή δεν ήθελε να θυμηθεί. Τα πρώτα βράδια περιφερόταν άστεγη εδώ και εκεί. Ο Δήμος την περιμάζεψε σε ένα κοινωνικό στέκι αστέγων. Εκεί ξεκίνησε η εποχή του Δημοσθένη Αρμάγου ! Τακτικός επισκέπτης ο γυαλιστερός καθηγητής στο στέκι. Στην πρώτη γνωριμία μαζί του είδε μια ζεστασιά και ένα ενδιαφέρον. Έτσι πλησίαζε τα υποψήφια θύματά του ο καθώς πρέπει καθηγητής. Διάλεγε τα πιο “χρήσιμα” κατά την κρίση του και τα έπαιρνε στην Ψυχιατρική Κλινική με δηλωμένο σκοπό την ψυχολογική υποστήριξη και αποκατάσταση.
Εκεί άνοιξε η μεγαλύτερη πόρτα της κόλασης για την “Ελουάζ” στην μέχρι τότε ζωή της.
Σ’ αυτόν τον ψυχολογικό παροξυσμό την βρήκε ο Ισίδωρος Διοφάντους μπαίνοντας στο σπίτι το απόγευμα. Την βρήκε σε ένα βαθύ τρομώδες κλάμα.
Ελουάζ !” φώναξε και πήγε κοντά της.
Τι έχεις ; τι συνέβη ;” την ρώτησε, ταραγμένος από την εμφάνισή της. Εκείνη δεν απαντούσε παρά μονάχα τον κοιτούσε έντονα στα μάτια. Με ένα βλέμμα που προκαλούσε φόβο και ανατριχίλα.
Τρόμαξε πάλι να την συνεφέρει. Κάποια στιγμή που ήταν ήρεμη στον καναπέ θεώρησε ότι έπρεπε να της μιλήσει:
Θα μου πεις το πραγματικό σου όνομα ;” ξεκίνησε ήρεμα την κουβέντα του.
Γύρισε τα πονεμένα της μάτια στα δικά του.
Με λένε Ελουάζ”, αποκρίθηκε με φωνή σιγανή.
Εντάξει ! Άκου σε παρακαλώ. Πρέπει να με εμπιστευθείς ! Είσαι σε μια κατάσταση που χρειάζεσαι βοήθεια. Δεν θέλω τίποτα από σένα. Μονάχα να βοηθήσω..”
Και οι άλλοι έτσι έλεγαν...” τον έκοψε καχύποπτα.
Ποιοι είναι οι άλλοι ; που είναι το σπίτι σου ; οι δικοί σου άνθρωποι. Δεν έχεις ταυτότητα ; κάτι. Πρέπει να μου μιλήσεις”
Σπίτι μου ;” τον ρώτησε με ένα βλέμμα απλανές, “δεν έχω σπίτι”.
Ελουάζ, να, ορίστε, σε ικετεύω, πρέπει να μάθω για σένα, αλλιώς ;”
Να μάθετε ; γιατί ; τι είμαι εγώ για σας ; μόνο πρόβλημα..”, του απάντησε σβηστά. Διέκρινε κάτι λίγο πιο ζεστό μέσα της. Το πλάσμα αυτό απέναντί του ήταν ένα τρομαγμένο αγρίμι. Και κάθε τρομαγμένο αγρίμι είναι συνάμα και επιθετικό. Ήθελε μεγάλο κόπο και τρόπο να την γαληνέψει.
Πρέπει να δούμε τι θα κάνουμε. Δεν είσαι για μένα πρόβλημα. Αν ήσουνα δεν θα είχα λόγο να σε μαζέψω εδώ, θα σε άφηνα και θα έφευγα...”
Και οι άλλοι με μάζεψαν και ύστερα ήρθε εκείνος...”, τα μάτια της αγρίεψαν πάλι.
Ησύχασε ! Τώρα είμαστε οι δυό μας και είσαι ασφαλής. Ποιος είναι αυτός ;”
Δεν ξέρετε ! Δεν μπορείτε να ξέρετε !”
Τι σχέση έχεις Ελουάζ μ’ αυτήν την κλινική που πήρε φωτιά ;”
Πετάχτηκε ανήσυχη, έκανε να σηκωθεί. Πήγε κοντά της. Της κράτησε τα χέρια αποφασιστικά αλλά όχι βίαια. Έπεσε ξανά στον καναπέ.
Δεν ξέρω καμιά κλινική !” του είπε κατηγορηματικά..
Τι σου έκαναν εκεί Ελουάζ ; πρέπει να μου πεις ; για σένα, εγώ δεν έχω καμία ανάγκη”
Δεν ξέρω για ποιο πράγμα μου μιλάτε. Αφήστε με να φύγω”, του είπε με εσωτερικό θυμό. Την άφησε. Πήγε και κάθισε απέναντί της.
Εντάξει, συγγνώμη αν σε πίεσα. Θέλω να καταλάβεις ότι νοιάζομαι για σένα. Σαν άνθρωπος. Τίποτα άλλο. Αν φύγεις που θα πας ; έχεις κάπου ;”
Αυτό είναι δικό μου θέμα”, του είπε.
Τώρα είναι και δικό μου ! Σε μάζεψα, έχω ευθύνη για σένα. Πρέπει να το καταλάβεις. Επιτέλους δεν είναι όλοι θηρία σε μια κοινωνία. Πρέπει να αρχίσεις να εμπιστεύεσαι τους ανθρώπους και πάλι Ελουάζ. Είναι δύσκολο αλλά πρέπει”.
Τον κοίταξε εκφραστικά.
Τι ξέρετε εσείς από θηρία ;”
Πες μου ! Είμαι εδώ, κοντά σου, να μου πεις. Μίλα μου, ότι θέλεις”
Δεν υπάρχω, πουθενά ! Μήτε στα χαρτιά, μήτε πουθενά, ήμουνα ένα αναλώσιμο αντικείμενο. Στα αζήτητα. Και με ημερομηνία λήξης...”
Την άφησε να μιλάει έτσι σκόρπια. Από όσα του έλεγε προσπαθούσε να συρράψει μια λογική εικόνα αλλά ήταν δύσκολο. Η κοπέλα που είχε μπροστά του πρέπει να έκρυβε πολύ πόνο στο σώμα και την ψυχή της. Τα λεγόμενά της παρέπεμπαν σε εγκλεισμό. Αν τα συνέδεε με την αντίδρασή της όταν άκουσε τις ειδήσεις όλα έδειχναν ότι ήταν τρόφιμος του ιδρύματος. Όμως ο Ανακριτής του είπε ότι δεν υπήρχε κανείς στον τομέα αυτό. Αλλά πάλι… οι φήμες για τον Αρμάγο. Ο Θάνατος του Δεβέλογλου ; κάτι γίνονταν σε αυτήν την κλινική. Κάτι συνέβη εκείνη την κολασμένη πύρινη νύχτα.
Την είδε να ηρεμεί και πάλι, να κλείνει τα μάτια της και να παραδίνεται σε έναν ύπνο που έδειχνε τόσο να έχει ανάγκη.
Έμεινε να την κοιτά λίγη ώρα. Ήταν όμορφη στο βάθος του πληγωμένου της κορμιού. Ύστερα πήγε στο γραφείο δίπλα. Η μέρα που ερχόταν είχε πολύ δουλειά.

Κεφάλαιο 6: Τα πρώτα στοιχεία

Η Επόμενη μέρα για τον Ισίδωρο Διοφάντους θα ήταν γεμάτη ειδήσεις και εκπλήξεις. Ο Ζήσης είχε κάνει εξαίρετη δουλειά και τον περίμενε με αγωνία για να τον ενημερώσει για το τι είχε ανακαλύψει.
Ζήση σε βλέπω σε αναμμένα κάρβουνα”, του σχολίασε καθώς ο νεαρός συνεργάτης του στεκόταν μπροστά του όρθιος, “Κάθισε και λέγε”, του είπε.
Ο νεαρός αποκρίθηκε αμέσως. Έβαλε μπροστά του έναν φάκελο με στοιχεία και ξεκίνησε:
Λοιπόν, η Πειραματική Κλινική νομικά φέρει τη μορφή της μη κυβερνητικής οργάνωσης. Λειτουργεί σαν χώρος φιλοξενίας, στήριξης και αποκατάστασης ατόμων με βαριά ψυχολογικά προβλήματα. Επιδοτείται αφειδώς από το Δημόσιο και καταθέτει τους φακέλους του προϋπολογισμού της στους σχετικούς φορείς για έγκριση. Έχει τραπεζικούς λογαριασμούς, στους οποίους πιστώνονται οι επιδοτήσεις. Διευθύνεται από Διοικητικό Συμβούλιο, στο οποίο Πρόεδρος είναι ο καθηγητής Δημοσθένης Αρμάγος, 62 ετών. Η Κλινική συνεργάζεται με διάφορα κοινωνικά στέκια και χώρους από τους οποίους και αντλεί τους ασθενείς της τρόπον τινά”.
Μάλιστα”, διέκοψε ο Διοφάντους γεμάτος σκέψεις. Ο Ζήσης συνέχισε:
Θεωρείται ένα από τα πιο διαφημισμένα και προβαλλόμενα ιδρύματα της Κυβέρνησης και προωθείται παντού από τους αρμόδιους δημόσιους φορείς”.
Αυτός ο Αρμάγος τι μέρος του λόγου είναι ;”
Εξαίρετο μέλος της ευυπόληπτης κοινωνίας μας. Αυτή είναι η λαμπερή του όψη. Υπάρχει όμως και ο αντίλογος...”
Ποιος αντίλογος ;”
Έχουν ακουστεί κατά καιρούς καταγγελίες για άσχημες συνθήκες των ασθενών-φιλοξενουμένων”
Ποιος τις εκφράζει αυτές ;”
Κάποιες οργανώσεις αλληλεγγύης...”
Οι οποίες ;”
Οι οποίες, όπως καταλαβαίνετε ανήκουν στον αντισυστημικό χώρο κοινωνικής δράσης, αν είμαι σαφής...”
Περισσότερο δεν γίνεται Ζήση”, συμπλήρωσε ο Διοφάντους.
Υπάρχει και κάτι άλλο αλλά...” δίστασε ο νεαρός.
Τι άλλο ;”
Στις καταγγελίες αυτές υπήρξαν αναφορές για εμπόριο οργάνων ανθρωπίνου σώματος”. Ο Ποινικολόγος τον κοίταξε έντονα.
Και πως στοιχειοθετήθηκαν αυτές ;”
Κάποια άτομα, φιλοξενούμενοι, άνθρωποι στην κυριολεξία στα αζήτητα της κοινωνίας, χωρίς περιβάλλον και δικούς τους, πολλοί τους αναζητούν επί ματαίω. Στην κλινική δεν υπήρξαν στοιχεία ότι βρέθηκαν εκεί… Αόριστα πράγματα χωρίς να μπορούν να συγκροτήσουν βάσιμη καταγγελία”
Κατάλαβα, μάθαμε τίποτα για αυτόν τον ….δεν θυμάμαι, αυτόν που βρέθηκε νεκρός ;”
Λέτε τον Φώτη Δεβέλογλου, 43 ετών. Φέρεται στα στοιχεία του προσωπικού. Νοσηλευτής. ”
Ο Διοφάντους σηκώθηκε απ την πολυθρόνα του.
Ζήση σε ευχαριστώ πολύ, έκανες εξαίρετη δουλειά. Αν έχεις οτιδήποτε άλλο το ψάχνουμε”.
Σας αφήνω το φάκελο με τα στοιχεία κ. Διοφάντους”.
Ο Νεαρός έφευγε από το γραφείο όταν το τηλέφωνο χτύπησε. Ήταν ο Ανακριτής Μηνιάδης. Είχε νέα και ζήτησε να συναντηθούν.
Ο Διοφάντους άφησε το ποτήρι με το ουίσκι του στην μεγάλη δρύινη ξύλινη μπάρα στο όμορφο μπιστρό που συναντήθηκε με τον φίλο του τον Ανακριτή. Όλος του ο εαυτός ήταν σε μεγάλη αγωνία.
Έχω να σε ενημερώσω για την ιατροδικαστική έκθεση”, ξεκίνησε το θέμα εκείνος και συνέχισε:
Το πτώμα του Δεβέλογλου βρέθηκε καμμένο σε μεγάλο βαθμό. Όχι όμως σε τέτοιο που να μην έβγαλε ο ιατροδικαστής τις αναλύσεις του. Το θύμα έφερε εμφανή ίχνη στραγγαλισμού με αλυσίδα μεταλλική. Ήταν δική του, στην άκρη της κατέληγε σε κάτι σαν μπρελοκ, δεν βρέθηκαν κλειδιά. Καταγράφηκε σαν όπλο εγκλήματος. Όπως επίσης και πληγές από αιχμηρό όργανο”
Ο Διοφάντους άρχισε να σφίγγεται μέσα του καθώς άκουγε τον ανακριτή να συνεχίζει:
Πρέπει να έγινε πάλη με τον δολοφόνο. Επίσης κοντά του βρέθηκε και κομμάτι σιδερένιο από τον σκελετό του παραθύρου...”
Μπορεί να ήταν απ τη φωτιά….”
Στο σημείο που βρέθηκε δεν δικαιολογείται. Φέρεται να έχει αφαιρεθεί από το παράθυρο. Παρά τη φωτιά φέρει ίχνη αίματος. Κάποιος πιθανά να το χρησιμοποίησε σαν μαχαίρι. ”
Ο Ποινικολόγος ρώτησε γεμάτος αγωνία:
Η Κλινική τι λέει για αυτό ;”
Εδώ είναι το παράδοξο ! Η κλινική δηλώνει άγνοια. Κατέθεσε υπεύθυνα ότι δεν υπήρχε ασθενής σε εκείνο το χώρο. Προσωπικά αντικείμενα εκεί δεν βρέθηκαν”
Και που αποδίδουν το περιστατικό ;”
Πιθανά να κάλεσε ο Δεβέλογλου κάποιο πρόσωπο απ έξω. Κάποια ιερόδουλη ίσως για τις προσωπικές του ώρες. Να άσκησε πάνω της κάποια ιδιαίτερη πίεση και να τον σκότωσε σε πάλη...”
Ο Διοφάντους ρώτησε προβληματισμένος:
Και αυτό τώρα είναι εξήγηση ; Το πιστεύεις ; έχει η αστυνομία δηλωμένη ανάλογη εξαφάνιση ;”
Αυτό που ρωτάς θα αργήσει πολύ Διονύση, το ξέρεις. Όσο για τον αν τους πιστεύω… έχω επιφυλάξεις… ο πρώτος έλεγχος των ασθενών με τις λίστες διασταυρώθηκε. Ο Φύλακας καταθέτει ότι κανείς δεν μπήκε ή βγήκε απ την κλινική πριν και μετά τη φωτιά”
Καταλαβαίνω...” είπε ο Διοφάντους σκεπτικά.
Είμαστε σε αδιέξοδο προς το παρόν. Απομένουν οι καταθέσεις των άλλων ανθρώπων της κλινικής”
Ξεφύσηξαν και οι δύο. Μετά από λίγο χώρισαν ο καθένας για τις δουλειές του. Ο Διοφάντους ήταν έντονα προβληματισμένος. Εκτός αυτού το μυαλό του ήταν συνέχεια στο εξοχικό σπίτι στο Δασκαλειό. Κάτι τον έκανε να ανησυχεί.
Επέστρεψε όσο πιο γρήγορα μπορούσε πίσω.
Άνοιξε την πόρτα του σπιτιού και μπήκε μέσα. Αυτό που αντίκρισε επιβεβαίωσε τις έντονες ανησυχίες του. Το σαλόνι ήταν άδειο.
Ελουάζ !” φώναξε αναστατωμένος. Η απόλυτη σιωπή επιβεβαίωσε τους φόβους του. Φώναξε ξανά αλλά απάντηση δεν πήρε ! Έψαξε όλο το σπίτι. Η νεαρή κοπέλα ήταν άφαντη. Έπεσε βαθιά ανήσυχος και θλιμμένος στην πολυθρόνα του σαλονιού όταν τα μάτια του είδαν το σημείωμα να στέκει στο τραπέζι.
Σας ευχαριστώ για ότι κάνατε για μένα. Δεν θα το ξεχάσω ποτέ ! Ένιωσα πάλι άνθρωπος. Επιστρέφω στον κόσμο που ανήκω. Μην με αναζητήσετε σε παρακαλώ. Συγγνώμη για τα ρούχα της κόρης σας, που πήρα φεύγοντας.
Ελουάζ”
Ο Διονύσης Διοφάντους παρά τα χρόνια του και την μεγάλη του πείρα δεν μπορούσε να κρύψει τη συγκίνησή του. Για έναν παράξενο λόγο κράτησε με έντονα συναισθήματα αυτό το σημείωμα με τα δυό του χέρια στην αγκαλιά του. Ένας δυνατός κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του.
“Όχι Ελουάζ ! Δεν θα στην κάνω αυτή τη χάρη ! Θα σε αναζητήσω παντού ! Έστω κι αν χρειαστεί να ψάξω κάτω από κάθε σκοτεινό κομμάτι αυτής της πόλης”



Την Νουβέλα συνολικά και ενιαία, μπορείτε, όπως πάντα να την έχετε εδώ:

Μπορείτε να κάνετε log-in στην πλατφόρμα χρησιμοποιώντας τον google account ή τον facebook account σας, ως αναγνώστες.