Τετάρτη, 20 Φεβρουαρίου 2019

"Ελουάζ" Ο Επίλογος-το παρασκήνιο


Αγαπημένοι μου φίλοι και φίλες,
Η Δημοσίευση της Νουβέλας "Ελουάζ", όπως έχουμε δει, ολοκληρώθηκε. Οφείλω να σας εξομολογηθώ, ότι νιώθω ιδιαίτερα συγκινημένος που ένα δικό μου δημιούργημα έφτασε ως εδώ αλλά το πιο σπουδαίο, για τον τρόπο που το στηρίξατε, το αγκαλιάσατε και το παρακολουθήσατε, Αλλά για τα συναισθήματά μου αυτά καλύτερα να τοποθετηθώ στο τέλος.

Σας είχα υποσχεθεί να ανεβάσω ένα θέμα που θα έχει τη μορφή του "ΕΠΙΛΟΓΟΥ" στην όλη αυτή διαδικασία που ζήσαμε εδώ παρέα. Και ιδού λοιπόν η εκπλήρωση της υπόσχεσης. Μέσα σ' αυτόν τον επίλογο θα προσπαθήσω να σας δώσω ανάγλυφα το "Παρασκήνιο" (ας μου επιτραπεί ο όρος) της γένεσης, του πρωτοπλάσματος και της δημιουργίας της Νουβέλας αυτής.
Σημαντικό κομμάτι του επιλόγου αυτού είναι, έχοντας συνοψίσει και σχηματοποιήσει τις σκέψεις, παρατηρήσεις, απόψεις σας για την πλοκή, να κάνω ένα συνολικό μάζεμα-απολογισμό.

Ξεκινάμε λοιπόν:

"Ελουάζ"-Το όνομα

Όταν διάβαζα το Αστυνομικό μυθιστόρημα του μεγάλου Ντάσιελ Χάμεττ  "Το Γυάλινο Κλειδί", στην πλοκή του "συνάντησα" έναν δευτερεύοντα εντελώς χαρακτήρα. Την γυναίκα ενός εκδότη εφημερίδας. Το όνομά της ήταν "Ελουάζ". Από το Γαλλικό "Heloise"
Ήταν μια χυμώδης προκλητική γυναίκα, με αρνητικό χαρακτήρα, που ο "ρόλος" της στην πλοκή ήταν εντελώς δευτερεύων. Όμως για μένα το όνομα αυτό, για άγνωστο λόγο, αποτέλεσε μια πηγή πάνω στην οποία όχι απλά "κόλλησα" αλλά στην κυριολεξία έγινε μέσα μου μια εμμονή, μια "παρουσία" που γύρευε να πάρει σάρκα και οστά.

Η Γένεση-το αρχέτυπο:



Στο πανέμορφο δρώμενο της αγαπημένης μας MaryPertax και με "δωρεά" την εικόνα από τη Φίλη μας την Mia (Craftartista), την περιβόητη "Κραυγή" επεξεργασμένη από την ίδια, γεννήθηκε η "Ελουάζ" ως κύριος χαρακτήρας στο μικρό μου αφήγημα.  Και εκεί με ένα προδιαγραμμένο τέλος.
Ένα αφήγημα που με συγκίνησε πραγματικά και το αγαπήσατε επίσης. Πάντα στο βάθος της σκέψης μου ήταν η "Ελουάζ" να "μεγαλώσει", να αναβαθμιστεί, να γίνει μια πλήρης Νουβέλα, όπως της "άξιζε" μέσα στην καρδιά μου, με την εμμονή που πλέον άρχισε να παίρνει σάρκα και οστά.

Η "Ελουάζ" ως Νουβέλα πια:

Έτσι λοιπόν, στο νου μου, άρχισε να αναπτύσσεται η μορφή της καινούργιας "Ελουάζ", που θα αποτελούσε και την κύρια ηρωίδα της Νουβέλας. Το είδος που επέλεξα δεν θα μπορούσε να είναι διαφορετικό από το πρόπλασμα της πρώτης δημιουργίας. Ένα δραματικό θρίλερ. Με όλα εκείνα τα κλασικά του χαρακτηριστικά. Την noir ατμόσφαιρα. Το μυστήριο. Τις σκιές του θανάτου. Την κορύφωση, ανατροπή και τη λύση.

Τα προβλήματα στην πλοκή:

Ο τόπος και χώρος δράσης:

Στο πρώτο αφήγημα της "Ελουάζ" ο χώρος δράσης ήταν εκτός Ελλάδας με ονόματα χαρακτήρων ξενόγλωσσα. Κεντρικός χώρος δράσης, ένα ψυχιατρείο. Άρα το πρώτο ζήτημα ήταν να βρεθεί λύση στο θέμα του Ονόματος. Αφού επέλεξα ως τόπο δράσης την Ελλάδα στην σύγχρονη εποχή της έπρεπε να βρεθεί τρόπος να φτάσουμε στο όνομα "Ελουάζ". 

Το όνομα:

Έτσι επινοήθηκε ο ζωγράφος ! η σχέση του με την νεαρή ηρωίδα μας, η δημιουργία του πορτραίτου και η ονοματοδοσία του. Με αυτό μπόρεσε και βρήκε πεδίο ύπαρξης η "Ελουάζ".

Η Πλοκή-το είδος:

Το Αστυνομικό δράμα με τη μορφή του noir δημιουργήματος έχει αρκετές εκφάνσεις. Υπάρχει η πιο σκοτεινή του μορφή, αυτή του Hard boiled αστυνομικού μυθιστορήματος, με θιασώτες του την κλασική θρυλική Αμερικάνικη σχολή των Χάμεττ, Τσάντλερ, Κέιν. Στο είδος αυτό έχουμε την απόλυτη κατάρρευση κάθε αξίας και ελπίδας. Οι ήρωές, που στην ουσία είναι αντι-ήρωες, δρουν σε ένα απόλυτα παρακμιακό και διεφθαρμένο περιβάλλον. Εκεί όπου η λέξη ελπίδα, δικαίωση, όνειρο, προσδοκία είναι χίμμαιρες. Υπάρχουν όμως και άλλες σχολές στο νουαρ μυθιστόρημα όπου υπάρχουν σημεία αναφοράς με αξίες στις οποίες μπορούν οι ήρωες να κρατηθούν και να χτίσουν τη δικαίωσή τους.

Οι Χαρακτήρες:

Κεντρική ηρωίδα μου στην Νουβέλα δεν θα μπορούσε να είναι άλλη από την Ελουάζ. Που την παρακολουθούμε σε πολλαπλά επίπεδα της ζωής της. Με τα ανάλογα flash back για να μπορέσουμε να αποκτήσουμε μια καλή εικόνα για εκείνη, τον κόσμο της, τα πάθη της. 
Η Ελουάζ-Κατερίνα είναι μια τραγική φιγούρα, μια νεαρή γυναίκα που η ζωή της κουβαλά τη σφραγίδα ενός εφιάλτη. Η Εφηβική της ζωή, ο βιασμός απ τον πατέρα της, η νεανική της ζωή με τη σφραγίδα ενός μεγάλου έρωτα στον οποίο μετατράπηκε σε "εμπόρευμα", η ψυχική της κατάρρευση και ο εγκλεισμός της στην ψυχιατρική κλινική, στην οποία το προσωπικό της δράμα κορυφώνεται.

Στην Νουβέλα δρουν δύο κόσμοι. Ο Κόσμος της παρακμής, της διαφθοράς, που δεν διστάζει να προχωρήσει είτε κρυφά είτε ανοιχτά στο ειδεχθές έγκλημα. Με εκφραστές του, "επώνυμους" της σύγχρονης κοινωνικής ελίτ μαζί με τα στηρίγματά τους.
Από την άλλη όφειλα να αντιτάξω στον κόσμο αυτό και την άλλη όψη. Τη θετική, την καθαρή. Αυτή που θα λειτουργεί ως σημείο αναφοράς και ελπίδας.

Αυτός ο κόσμος ανήκει στον Πρώτο Αντρικό ρόλο, που δεν είναι άλλος από τον Ποινικολόγο Ισίδωρο Διοφάντους. Η παρουσία του είναι καθοριστική αφού αυτός θα σηκώσει το βάρος της έρευνας της υπόθεσης, της υπεράσπισης της Κατερίνας-Ελουάζ. Μεταξύ τους αναπτύσσεται μια ιδιαίτερη σχέση. Εκείνος κουβαλά βασανιστικό το παρελθόν του τραγικού θανάτου της γυναίκας του. Κάτι που τον σημαδεύει συναισθηματικά και αποτελεί σφραγίδα στη ζωή του. Έτσι η συνάντησή του με την νεαρή ηρωίδα, η επίγνωση της θέσης της, η επαφή με ότι τραγικό έχει υποφέρει, φέρνει στην επιφάνεια τα χαμένα του αισθήματα.
Θα μπορούσε κάποιος να αναρωτηθεί για το είδος των αισθημάτων του Ποινικολόγου για αυτήν. Θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για λανθάνοντα ερωτικά συναισθήματα. Για "υποψία" ύπαρξής τους. Είναι καίρια η ερώτηση της κόρης του στην τελευταία σκηνή της Νουβέλας. "Πατέρα, τι ήταν για σένα η Ελουάζ". Εκεί ο Ποινικολόγος διστάζει. Η Ανάμνηση της γυναίκας του ανασύρεται από το παρελθόν, ταυτίζεται  με την Ελουάζ και στο τέλος βγαίνει από μέσα του "Μια Κραυγή".

Υποστηρικτικός στο ρόλο του Ποινικολόγου έρχεται να είναι αυτός του Ανακριτή Γεράσιμου Μηνιάδη. Ένας υποδειγματικός κρατικός λειτουργός. Αδέκαστος, άνθρωπος, στέκεται στο πλευρό της δικαιοσύνης και της αλήθειας χωρίς να διστάζει να ακροβατεί σε δύσκολες επαγγελματικές υπερβάσεις.

Η Επιλογή του τέλους

Με την πολύτιμη παρουσία σας στα σχόλια ανοίχτηκε μια γόνιμη συζήτηση που αφορούσε το τέλος της Νουβέλας και πιο συγκεκριμένα στο τέλος της κεντρικής ηρωίδας.
Δυνητικά αυτό που επέλεξα δεν ήταν και το μοναδικό δυνατό. Θα μπορούσα να είχα επιλέξει ένα happy end με την έννοια της ζωής της Κατερίνας-Ελουάζ και της δικαίωσής της.
Κατ' αντιδιαστολή θα μπορούσα να είχα επιλέξει μια απόλυτα αρνητική εκδοχή. Ο Θάνατος και η ηθική της καταδίκη ταυτόχρονα. Μια εκδοχή που θα ταίριαζε στην κλασική noir εκδοχή.
Να ξέρετε ότι πολλές φορές, η γραφή μας σε ένα πόνημά μας, ακολουθεί αυθόρμητα τις επιλογές του θυμικού μας. Με λίγα λόγια το φινάλε προκύπτει αβίαστα μόνο του μαζί με τα συναισθήματά μας.
Διάλεξα το συγκεκριμένο τέλος για τον εξής λόγο. Ένα δραματικό θρίλερ, ένα νουάρ μυθιστόρημα "επιτάσσει" ένα κόστος. Μια απώλεια. Τραγική μεν, συναισθηματικά φορτισμένη δε. Από την άλλη το μήνυμα της δικαιοσύνης όφειλε να αποδοθεί. Ο αναγνώστης να βγει φορτωμένος με την ελπίδα, τη δικαίωση, το θρίαμβο πάνω στο σάπιο και στο εγκληματικό. Έστω και αν αυτός ο αγώνας περνούσε μέσα από μια τραγική απώλεια της κορυφαίας ηρωίδας μας.
Έτσι η Κατερίνα-Ελουάζ έγινε "ο αίρων τις αμαρτίες του κόσμου". Όπως πολλοί παρατηρήσατε, ένα περισσότερο "λογοτεχνικό" παρά "αστυνομικό" τέλος.

Ο "Από μηχανής Θεός". Ο δράστης

Από τη στιγμή που η Κατερίνα-Ελουάζ δεν ήταν τελικά ο δράστης κάποιων φόνων έπρεπε να βρεθεί και να παρουσιαστεί ένας τέτοιος στην πλοκή. Τα περιθώρια ήταν στενά. Η προσωπική μου έμπνευση, "γέννησε" τον συγκρατούμενο της ηρωίδας μας. Ένας άνθρωπος που ήξερε και τον χώρο και τα πρόσωπα και τα γεγονότα της ζωής της. Και φυσικά η συναισθηματική ταύτιση μαζί της ήταν απόλυτη αναλαμβάνοντας το ρόλο του "άγγελου-εκδικητή". Εκείνο στο οποίο θα συμφωνήσω με κάποιες παρατηρήσεις σας είναι ότι έπρεπε να πάρει περισσότερο χρόνο δράσης στην πλοκή. Ακόμα και αθέατος ίσως να ήταν καλύτερο να είχε μεγαλύτερη παρουσία. Το ομολογώ. Πιστεύω ότι τον αδίκησα ως χαρακτήρα και ως δράση στην Νουβέλα. 

Η Τελική στάση του Ποινικολόγου

Είδαμε στην τελευταία σκηνή τον δράστη να έρχεται αυθόρμητα στον Ισίδωρο Διοφάντους να ομολογήσει το έργο του. Ανώνυμος, θέτει εαυτόν στη διάθεσή του. Πολλοί θα μπορούσαν να πουν ότι η τελική επιλογή του Ποινικολόγου να μην τον καταδώσει στην Αστυνομία, αποτελεί συνειδητή επιλογή "συγκάλυψης ένοχου εγκλήματος".
Η Συνειδητή αυτή απόφαση του Διοφάντους εξηγείται με σαφήνεια στην τελευταία σκηνή του διαλόγου με την κόρη του. Η Απόδοση της δικαιοσύνης από τις συνθήκες που δημιούργησε η ίδια η αναγκαιότητα της ζωής στέκεται πάνω από την νομική κανονικότητα. Η δικαιοσύνη μπορεί να μην αποδίδεται στις νομικές αίθουσες αλλά ο κύκλος των γεγονότων βρίσκει την κάθαρση των νόμων της ζωής.

Θερμές Ευχαριστίες

  • Ένα μεγάλο ιδιαίτερο ευχαριστώ σε μια αγαπημένη Φίλη που στάθηκε δίπλα μου στο γράψιμο της Νουβέλας και στην πρώτη της επιμέλεια. Η προσφορά του χρόνου και της διάθεσής της καθοριστική.
  • Σε όλους σας όσους με τα σχόλια και την συμμετοχή σας ζήσατε την "Ελουάζ" με έναν ιδιαίτερο τρόπο:
    • Άννα Φλο, Διονύσης Μάνεσης, Μαρίνα Τσαρδακλή, Άιναφετς, "Δραστήρια"(Ειρήνη), Βασίλειος Διακοβασίλης, DIMI, Μαρία Γ., "Χάρτινο το φεγγαράκι", Μαρία Κανελλάκη, Γιώργος Δερβεντλής, MeMaria, Μάνια, Κική Κωνσταντίνου, Άρης Άλμπης, Τάσος Κάβουρας, Μαρία Πλατάκη, Μεταξία Νικολοπούλου, Στέλλα, Ελένη Πανταζή, Ρένα Χριστοδούλου, Mary Pertax, Πέτρα, Νικόλ, Αρτίστα του Βωβού, Ελένη Φλογερά, Όλγα, Μία, Σμαραγδάκι-Ρούλα, Makis Del, Γεωργία Μανασή, Μαρία-Έλενα, Butterfly's Χριστίνα, Σταυρούλα Δεκούλου, Woman-Αλεξάνδρα, Δελφινάκι.
  • Ιδιαίτερες ευχαριστίες στην Σταυρούλα Δεκούλου-Παπαδημητρίου για το μικρό ποίημά της αφιέρωμα στην κεντρική ηρωίδα της Νουβέλας, την "Ελουάζ". Με τους στίχους της έδωσε ένα ιδιαίτερο άρωμα στον επίλογο αυτό.
Το "εξώφυλλο"

Από τις φωτογραφίες στο PIXABAY σε ελεύθερη διάθεση με τη δική μου ψηφιακή επεξεργασία.

Κλείνοντας αυτόν τον επίλογο παραθέτω τους στίχους αφιέρωμα της αγαπημένης μας φίλης, την οποία ευχαριστώ ολόψυχα για την αφιέρωσή της.










Εδώ όλες οι αναρτήσεις των κεφαλαίων:



Κεφάλαια 5-6

Κεφάλαια 7-8


Κεφάλαια 9-10-11


Κεφάλαια 12-13


Κεφάλαια 14-15


Κεφάλαιο 16


Κεφάλαια 17-18-19



Την Νουβέλα, συνολικά και ενιαία, μπορείτε, όπως πάντα να την έχετε και εδώ:

Μπορείτε να κάνετε log-in στην πλατφόρμα χρησιμοποιώντας τον google account ή τον facebook account σας, ως αναγνώστες.

Ένα μεγάλο "Ευχαριστώ" σε όλους εσάς,
σχολιαστέςς, απλούς αναγνώστες, φίλους και φίλες.
Όλους εσάς, που με τον πολύτιμο χρόνο σας δώσατε πνοή στα ταξίδια αυτής της Νουβέλας.



Σάββατο, 16 Φεβρουαρίου 2019

"Η παραγγελία παραδόθηκε" (Διήγημα flash fiction)



Η Παραγγελία παραδόθηκε

“Με τα πόδια πήγες ;”, του φώναξε άγρια.
“Βρέχει κύρ-Στέλιο, ο δρόμος γλιστράει”
“Ο Πελάτης φωνάζει !” γάβγισε ο Κώστας, γιος του αφεντικού. 
Ο Άλκης τον κοίταξε βουβός.
“Σούζα τους έχεις μωρό μου !” γλύφτηκε η γυαλιστερή συνοδός του. Με λαίμαργα μάτια στον Άλκη και προκλητικά τραβηγμένη την κοντή φούστα της. 
Λεβεντόκορμος, στα εικοσιτρία του χρόνια. Πτυχιούχος μεταφραστικού.
“Κοίτα κακομοίρη μου πιο σβέλτος την άλλη φορά !”, μούγκρισε πάλι ο κυρ-Στέλιος, ιδιοκτήτης του ψητοπωλείου.
“Πάρε καμιά νιτσεράδα, λιώνουμε στη βροχή !”
“Να φέρεις δική σου !”
“Υποχρέωσή σου είναι η προστασία μας !” του είπε αγέρωχα. Πήρε την παραγγελία και βγήκε.
“Α δεν έχουμε σωτηρία μ’ αυτόν !  Θα το φάει το κεφάλι του” ψέλλισε εμβρόντητος.
“Στα είπα πατέρα ! Σηκώνει κεφάλι ο σπουδαγμένος...”

Η βροχή δυνάμωνε.
“Πρόσεχε, σε έχει στο μάτι !” του είπε ένας νεαρός συνάδελφος.
“Αστζουτ ντεν μιλάει, τέλει ντουλειά..” πρόσθεσε ο Πακιστανός.
Ο Άλκης ήπιε λίγο ζεστό καφέ απ το θερμός.
“Οι εργάτες δεν ξεχωρίζουν ξένοι ή δικοί. Όλοι μαζί ! Καταλάβατε ;”
φώναξε φεύγονας. Πίσω κάποιοι κουνούσαν τα κεφάλια.

“Λοιπόν κυρ-Στέλιο ! Θέλουμε αδιάβροχα, τις μέρες με κακοκαιρία να κλείνεις νωρίτερα και στολές προστασίας για τις μηχανές” είπε ο Άλκης εκείνο το βράδυ μετά τη δουλειά μαζί με 2-3 άλλους που μάτια δεν σήκωναν.
“Άκου μικρέ ! Μαζέψου ! Γιατί ο δρόμος γλιστράει ! κατάλαβες ; ”, ήταν η απάντηση.
Στο γυρισμό, του την έπεσαν. Έφαγε πολλές.
“Στο είπα ! Είναι αδίστακτοι ! Παράτα τα !” του είπε με αγωνία η Μαρίνα, καθώς σκούπιζε το αίμα στα χείλη του. 
Ο Άλκης εκεί ! Με το γαλήνιο χαμόγελό του.
“Περιμένω να απαντήσουν στα βιογραφικά, έχουμε ανάγκες” της είπε αγκαλιάζοντάς την.
“Που βρίσκεις την πηγή της δύναμης σου μου λες ;”, του απάντησε με φιλί.

Την επόμενη μέρα το ψητοπωλείο αποκλείστηκε από δεκάδες αλληλέγγυους. Προκηρύξεις και συνθήματα. Ο Κυρ-Στέλιος με τον γιο του μπροστά στα αγριωπά πρόσωπα με τις κόκκινες σημαίες λούφαξαν.

“Τι πήγες και έκανες ; θα σε τσακίσουν”, του σφύριξε φοβισμένα ένας συνάδελφός.
“Πας στοίχημα ότι τώρα δεν με αγγίζει κανείς ;”, του απάντησε με το χαμόγελό ο Άλκης.
“Ακούστε για να τελειώνουμε ! Άμα παλέψεις κάτι συλλογικά ελπίζεις ! Μας φοβούνται έτσι ! Μόνοι είμαστε χαμένοι ! Καταλάβατε ; οργανωθείτε ρε ! Η δουλειά θέλει αξιοπρέπεια”

Έτσι και έγινε. Και τα αδιάβροχα ήρθαν με  2-3 στολές ασφαλείας και κάτι άλλαξε καλύτερα. Και ο Άλκης χαμογελούσε και περίμενε. Την απάντηση στα βιογραφικά. 
Ένα τέτοιο βράδυ πήρε θετικό το mail μιας μεγάλης εκδοτικής εταιρείας. Το τύπωσε και το έβαλε στην τσέπη.
“Μαρίνα το βράδυ κερνάω κρασάκι”.

Χιόνιζε. Ο Δρόμος λευκό σεντόνι.  Η παραγγελιά παραδόθηκε. Ο Άλκης επέστρεφε. Το τζιπ παραβίασε το STOP. Η Μηχανή διαλύθηκε. 
Η Μαρίνα κράτησε στην αγκαλιά της ακόμα ζεστό το άψυχο κορμί του. Εκείνο το κόκκινο, σαν τις σημαίες των συντρόφων του,  αυλάκι στο στόμα δεν έσβησε το γαλήνιο χαμόγελό του. Το χέρι της στην τσέπη του, έσφιξε το mail που του έδινε τη δουλειά που ονειρευόταν. Το έσφιξε στην αγκαλιά της αφήνοντας τα δάκρυά της παγωμένα διαμαντάκια στο πρόσωπό του.



Αγαπητές Φίλες και Φίλοι. " Η Παραγγελία παραδόθηκε" ήταν η δεύτερη συμμετοχή μου, στο αγαπημένο λογοτεχνικό δρώμενο "Παίζοντας με τις Λέξεις-18ο Παιχνίδι", που διοργανώνει υπέροχα η αγαπημένη Φίλη MeMaria στο προσωπικό της ιστολόγιο εδώ:
Τα αποτελέσματα του διαγωνισμού όπως επίσης και πρόσβαση στις 30 ξεχωριστές συμμετοχές μπορείτε να τα δείτε εδώ:
Αξίζει πραγματικά τον κόπο να τις διαβάσετε όλες μία προς μία καθώς πρόκειται για εξαιρετικές δημιουργίες. Να δώσω, μια ακόμα φορά τα συγχαρητήριά μου στην Μαριάνα όπου πρώτευσε με την υπέροχη δημιουργία της εδώ:  "Μαμά" (Blog "Ονειρόκοσμος")



Λίγα λόγια για το "Η Παραγγελία παραδόθηκε"

Η Πηγή της έμπνευσης για τη γραφή αυτού του μικρού διηγήματος ανήκει στον καθημερινό βιοποριστικό αγώνα που δίνουν χιλιάδες άνθρωποι, κάθε ηλικίας, στο δρόμο, εργαζόμενοι ως "delivery". Κάτω από ιδιαίτερα σκληρές έως απάνθρωπες συνθήκες δουλειάς και εργοδοτικής τρομοκρατίας.
Μάλιστα τον τελευταίο καιρό πληρώνοντας βαρύ φόρο αίματος στην άσφαλτο κάτω απ την ασφυκτική πίεση να ανταποκριθούν σε δυσβάχταχτες συνθήκες εργασίας.
Ας τους σκεφτόμαστε λοιπόν στην κάθε φορά που θα δώσουμε τη δική μας παραγγελία.

Ευχαριστώ όλες και όλους τους φίλους που στάθηκαν σε αυτό το διήγημα από καρδιάς.


Σάββατο, 9 Φεβρουαρίου 2019

"Ελουάζ" (Κεφάλαια:17-18-19 Τελευταία)




Διαβάστε τα προηγούμενα:



Κεφάλαια 5-6

Κεφάλαια 7-8

Κεφάλαια 9-10-11

Κεφάλαια 12-13

Κεφάλαια 14-15

Κεφάλαιο 16ο








Κεφάλαιο 17   Ακολουθώντας τα βήματά της

Η Κατερίνα άρχισε να περπατάει προς το Σύνταγμα. Δεν ένιωθε καλά. Ο Πόνος στο πλευρό της ήταν οξύς και της δυσκόλευε την αναπνοή. Άρχισε να ζαλίζεται. Σκέφτηκε να πάρει ένα ταξί αλλά οι μικρές σταλαματιές από το αίμα που άφηνε πίσω της ματαίωσαν κάθε σκέψη της. Η Ανάσα της δυσκόλευε λεπτό προς λεπτό. Με κόπο αλλά και με όλο εκείνο το αδάμαστο πείσμα που ήταν φυλακισμένο στην καρδιά της περπατούσε. Κατάλαβε ! Ένιωσε ότι αυτά τα βήματα απόψε είναι τα τελευταία. Ένιωσε έναν κόμπο να πνίγει το λαιμό της. Μια έντονη θλίψη απλώθηκε στη σκέψη της. Τα φανάρια τα πέρναγε με δυσκολία προσπαθώντας να στέκει όρθια με αξιοπρέπεια. Τότε σκέφτηκε τα ζώα ! Ναι ! Όπως εκείνα, αναζητούν μια απόμερη γωνιά να αποθέσουν το σώμα τους, τη στιγμή που νιώθουν τον θάνατο να τα πλησιάζει, έτσι και εκείνη. Αυτό ακριβώς αναζητούσε. Μια γωνιά. Να μην πέσει έτσι στο δρόμο άψυχο κουφάρι έκθετη στα αδηφάγα μάτια των περαστικών. Ακόμα και στον ύστατο περίπατό της ήθελε να είναι αξιοπρεπής. Πέρασε μπροστά απ τη Βουλή με κατεύθυνση τον Εθνικό Κήπο. Εκεί ! Θα μπορούσε να βρει ένα δικό της μέρος για το τέλος. Μόνη ! Όπως ήταν πάντα τα τελευταία χρόνια. 


Ο Διοφάντους έφτασε όσο πιο γρήγορα μπορούσε στο μέγαρο της ΓΑΔΑ στην Λεωφόρο Αλεξάνδρας. Κάλεσε στο κινητό τον Ανακριτή για να μπορέσει να περάσει. Σε λίγο ήταν στο γραφείο του αστυνόμου που είχε χρεωθεί την υπόθεση. Εκεί βρήκε τον Μηνιάδη με έναν νεαρό ανθυπαστυνόμο και δύο άλλους με πολιτικά.
“Τι συνέβη ;” τους ρώτησε μετά από τις ελάχιστες τυπικές κουβέντες.
“Πάμε !” του είπε ο ανακριτής.
“Που ;”
“Στην γκαλερί, εκεί που έγινε, ο αστυνόμος είναι ήδη εκεί”
Έφυγαν. Πήραν το αυτοκίνητο του ανακριτή. Στον δρόμο ο Μηνιάδης τον ρώτησε:
“Τι ξέρεις για αυτόν τον Ζέριγκα ; τον ζωγράφο ;”
“Ότι μου έχει πει η Θεία της. Είχε μαζί της δεσμό πριν πολλά χρόνια. Την έβγαλε στο κλαρί. Την πάσαρε σε δικούς του. Ήταν ο άνθρωπος που την οδήγησε στην καταστροφή και στην κατάρρευση”, συνέχισε να του λέει όσα ακόμα ήξερε.
“Έτσι εξηγείται η αποψινή επίθεση εναντίον του” είπε σκεφτικός ο ανακριτής. Αναστέναξε και συνέχισε: “Ότι χειρότερο μπορούσε να συμβεί Ισίδωρε ! Το καταλαβαίνεις αυτό έτσι ;” είπε και έριξε μια ματιά δίπλα του στον βλοσυρό Ποινικολόγο.

Σε λίγο ήταν στο γραφείο του ζωγράφου, στην γκαλερί στο Κολωνάκι. Ο κόσμος φυσικά είχε αποχωρήσει. Ηρεμία επικρατούσε παντού. Η Αστυνομία είχε αποκλείσει την είσοδο και είχε ξεκινήσει μεθοδικά τις έρευνες. Στο χώρο του γραφείου βρέθηκε ο κάλυκας από το πιστόλι του Ζέριγκα. Στο πάτωμα η αστυνομία μελετούσε τις κηλίδες με το αίμα και η σήμανση είχε ήδη πάρει αποτυπώματα. 
Ο Μηνιάδης είχε μια πρώτη σύσκεψη με τον αστυνόμο επικεφαλής και την πρώτη σοβαρή ενημέρωση. Βγήκε απ το γραφείο και πλησίασε τον φίλο του.
“Ο Ζέριγκας κατέθεσε ότι την βρήκε στο γραφείο του, την αναγνώρισε, την κατήγγειλε επώνυμα. Πάντα κατά την άποψή του, του επιτέθηκε να τον σκοτώσει με ένα στιλέτο, εκείνος λέει αμύνθηκε...”
“Βρέθηκε το στιλέτο ;” τον διέκοψε ο Διοφάντους.
“Ναι ! Το πήρε η αστυνομία για αποτυπώματα”
“Και ;”
“Του κατάφερε ένα επιπόλαιο χτύπημα στον ώμο. Έγινε συμπλοκή. Τράβηξε το όπλο του από το συρτάρι του γραφείου του...”
Ο Διοφάντους ένιωσε τα πόδια του να τρέμουν, κατάφερε να ψελλίσει.
“Παρακάτω...”
“Ισχυρίζεται ότι το όπλο εκπυρσοκρότησε ! Η Ιατροπούλου έφυγε από την έξοδο κινδύνου. Υπάρχουν ίχνη αίματος στα σκαλιά της εξόδου… είναι … τραυματισμένη Ισίδωρε”
“Το κτήνος ! Όχι Θεέ μου !” ψέλλισε ο Διοφάντους, “που είναι ; την βρήκαν ;”
“Όχι την αναζητούν...”
Ο Ποινικολόγος έπιασε το κεφάλι του με τα χέρια του. Προσπαθούσε να χειριστεί την αγωνία του αλλά δυστυχώς εκείνη θέριευε μέσα του χωρίς όρια.
“Αυτός είναι επάνω ;”
“Ο ζωγράφος ;”
“Ναι”
“Όχι, έδωσε κατάθεσή εδώ και ώρα, του έδωσαν άδεια να φύγει, προς το παρόν δεν έχει να προσφέρει κάτι παραπάνω”

Ο Ισίδωρος έκανε μερικά βήματα κουβαλώντας μια διάθεση απόγνωσης. Κινήθηκε προς το σημείο της εξόδου απ όπου έφυγε η Κατερίνα. Στο τελευταίο σκαλί λίγο πριν το πεζοδρόμιο τα μάτια του έπεσαν σε μια κηλίδα από αίμα. Η σκέψη του πήγε σε εκείνη τη νύχτα, που την βρήκε στο δρόμο του.
“Ελουαζ”


Ο Σέργιος Ζέριγκας έφτασε αργά στο σπίτι του. Ακόμα δεν μπορούσε να συνέλθει από το αναπάντεχο του γεγονότος. Δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι αυτή, θα ξαναγύριζε σαν άμεση απειλή στη ζωή του.
Πήγε στο σαλόνι, άναψε ένα μικρότερο φως για να νιώσει πιο ήρεμα. Δεν ήθελε κόσμο εκεί. Ήθελε να ηρεμήσει, να συνειδητοποιήσει τι ακριβώς είχε συμβεί. Πήγε στο μπαρ, έβαλε ένα ποτό και έκατσε στον μεγάλο καναπέ απλώνοντας το κορμί του.

Τότε το άκουσε ! Ένα μικρό τρίξιμο κάπου εκεί. Ύστερα ένα δεύτερο. Και μετά μια παράξενη αίσθηση ότι κάτι ήταν στο σπίτι. Ένιωσε έναν αδυσώπητο τρόμο να του σηκώνει την τρίχα. Πάγωσε ολάκερος. Δεν είχε τη δύναμη μήτε να σηκωθεί. Λες και κάτι παράξενο τον κρατούσε μαγνητισμένο.
Νόμιζε πως άκουσε βήματα εκεί κοντά του. Άρχισε να κοιτά πανικόβλητος ολόγυρα. Μια απειλή να κλείνει γύρω σαν θανάσιμη τανάλια.
Και τότε εκεί, στο βάθος του σαλονιού, το είδε ! Ένας σκούρος όγκος, να πλησιάζει ανελέητα στο μέρος του.
“Ποιος είναι εκεί ;” φώναξε, μάταια !
Τα μάτια του άνοιξαν σαν φωτισμένες τρύπες μέσα στη νύχτα.
“Τι είσαι εσύ ; τι θέλεις ;” 
“Για εκείνην !” άκουσε μια απαίσια φωνή πνιγμένη, αλλόκοτη, παραμορφωμένη.
Ήταν και οι τελευταίες λέξεις που άκουσε πριν η κάμα του μαχαιριού καρφωθεί στο στήθος του. Και μια δεύτερη ακόμα πιο αποφασιστική. Γεμίζοντας σκοτάδι και θάνατο το βλέμμα του, έμεινε για πάντα ανεξίτηλη τελευταία εικόνα της ζωής του ο όγκος της επιβλητικής σκιάς.
Έπεσε νεκρός στο πάτωμα, μέσα σε μια λίμνη αίματος, παρασέρνοντας στην πτώση του κάποια γυάλινα αντικείμενα από το μεγάλο τραπέζι.
Ο Σκούρος ανθρώπινος όγκος στάθηκε για μια στιγμή από πάνω του ακίνητος. Ένα ζευγάρι μάτια παρατήρησαν τα δικά του που ήδη είχαν γίνει γυάλινα. Και έτσι μέσα στο σκοτάδι γλίστρησε αθόρυβα προς την έξοδο.


“Αστυνόμε !” ακούστηκε έντονα η φωνή στο ασύρματο υπηρεσιακό του επικεφαλής.
“Λαμβάνω, τι έχεις ;”
“Η γυναίκα εντοπίστηκε !”
Όλων τα μάτια καρφώθηκαν σε αυτά του αστυνόμου εκεί στο ισόγειο της γκαλερί. 
“Σ’ ακούω που είναι ;”
“Στον Εθνικό κήπο ! Κάποιος διαβάτης είδε μια νεαρή γυναίκα να περπατά με δυσκολία εκεί στην είσοδο από την Αμαλίας”, ακούστηκε η φωνή στο τηλέφωνο.
“Μείνετε εκεί στην είσοδο, πες στους άλλους να αποκλείσουν τις εξόδους, ερχόμαστε” απάντησε ο αστυνόμος.
“Αστυνόμε !” ακούστηκε έντονα η φωνή του Διοφάντους πιάνοντάς τον απ τον ώμο. Εκείνος του έριξε μια ματιά ενοχλημένος.
“Είναι τραυματισμένη ! Αιμορραγεί !” του υπενθύμισε ο Ισίδωρος.
Ο Αστυνόμος τράβηξε τον ώμο του κινούμενος στο αυτοκίνητο.
“Πάμε !” είπε χωρίς δεύτερη κουβέντα.
“Ας ειδοποιήσει κάποιος ένα ασθενοφόρο” φώναξε ο Διοφάντους σε αυτούς που έμειναν πίσω. Ο Μηνιάδης τον τράβηξε απ το μανίκι και τον κατεύθυνε στο αυτοκίνητό του. Σε λίγα λεπτά τα δύο αυτοκίνητα έσπευδαν με ταχύτητα στην λεωφόρο Αμαλίας.


Η Κατερίνα διάβηκε την είσοδο του Εθνικού κήπου σχεδόν τρεκλίζοντας. Ο πόνος είχε φύγει σχεδόν αλλά ένα παγερό ρίγος είχε ήδη αρχίσει να κυριαρχεί σε όλο της το σώμα. Ένας κρύος ιδρώτας κρυστάλλιζε στο πρόσωπό της. Κοντοστάθηκε μια στιγμή στην ερημιά του χώρου. Μάζεψε όλες τις δυνάμεις που ένιωθε να της είχαν απομείνει και τράβηξε σε ένα μικρό δρομάκι στο βάθος. Ύστερα από κάποια μέτρα κατάλαβε ότι δεν μπορούσε πια να περπατήσει. Ένα ξύλινο παγκάκι εκεί στο βάθος, στο μισοσκόταδο ήταν το ύστατο καταφύγιό της. Σχεδόν σωριάστηκε εκεί με την πλάτη της ακουμπισμένη στο ξύλο. 
Μακριά της έβλεπε φώτα από φακούς και κινητά να λαμπυρίζουν. Χόρευαν μπρος στα μάτια της εκεί στο βάθος δέσμες φωτός που έστηναν τρελό χορό. Και άρχισε να ακούει τις πρώτες φωνές. Εκείνα τα φώτα, που όλο και πλησίαζαν άρχισαν να μοιάζουν ολοένα και περισσότερο με τους εφιάλτες που είχε σαν παραληρούσε μετά τα ηλεκτροσόκ στην κλινική. 

“Όχι Θεέ μου πάλι !” κατάφερε να πει. Το βλέμμα της έγινε φοβισμένο προς στιγμή. Λες και γυρνούσαν όλα πίσω ! Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της. Μάζεψε το κορμί της αμυντικά κουλουριασμένη σαν τη γάτα που μυρίζει τον κίνδυνο, έτοιμη να βγάλει τα νύχια της.
“Δεν θα ξαναγυρίσω εκεί !” είπε πνιχτά μέσα της. Και στο θολωμένο της βλέμμα πλέον οι αναλαμπές του φωτός που έκαναν οι δέσμες από τους φακούς των αστυνομικών έχασαν τη λογική τους στο μυαλό της.

“Εδώ είναι στο παγκάκι απέναντι !” άκουσε μια μεταλλική στεγνή φωνή, ενώ οι δέσμες από τους φακούς εμφανίστηκαν και από άλλες μεριές μπροστά της. Και μετά μια φωνή:
“Μείνε ακίνητη !” 
Δεν κατάλαβε ! Το μόνο που έβλεπε ήταν ένα έντονο φως που την τύφλωνε. Μαζεύτηκε πιο πολύ γέρνοντας το κορμί της στο παγκάκι ενώ πια τα χέρια της είχαν γεμίσει με αίμα. Και τότε τον άκουσε:
“Κατερίνα ! Ελουάζ !” 
Προσπάθησε να ανοίξει τα μάτια της να δει.
“Για όνομα του Θεού σταθείτε ! Πάρτε το φως από πάνω της ! Είναι χτυπημένη δεν βλέπετε ;” ακούστηκε η φωνή του Ισίδωρου Διοφάντους, όπου έτρεχε προς το μέρος της. Λίγα μέτρα πίσω του στάθηκαν σαν μαγνητισμένοι λες τόσο ο ανακριτής όσο και ο αστυνόμος. 
“Κατερίνα !” ακούστηκε, ικετευτικά, η φωνή του Διοφάντους καθώς έφτανε στο παγκάκι. Γονάτισε δίπλα της. Τα χέρια του την άγγιξαν στο πρόσωπο, είχε μουσκέψει στον παγωμένο ιδρώτα. Άνοιξε τα μάτια της. Ένα ήρεμο χαμόγελο ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της.
“Εσείς ;” ακούστηκε απ τα βάθη της ψυχής της. Ο Διοφάντους έσκυψε στο πρόσωπό της.
“Εγώ Κατερινα ! Γιατί ; γιατί κορίτσι μου ; γιατί το έκανες αυτό ; όλα θα τα καταφέρουμε ! Γιατί ;
Τα μάτια της τον κοίταξαν γαλήνια.
“Πάλι εσείς ; όπως τότε, εκείνο το βράδυ….”
“Ναι Ελουάζ… όπως εκείνο το βράδυ, όπως κάθε βράδυ από εδώ και πέρα”
“Με λέτε μ’ αυτό το όνομα...” του είπε με τη φωνή της να σβήνει συνεχώς και να γίνεται σταδιακά όλο και πιο ασυνάρτητη, ασύνδετη.
“Έρχεται ασθενοφόρο ! Όλα θα πάνε καλά !” της είπε.
“Είναι αργά πια  ! Δεν χρειάζεται ! Τα φώτα σβήνουν, μια ακόμα νύχτα έρχεται. Δεν το βλέπετε ;”
“Πάψε !” της είπε προσπαθώντας να ελέγξει την πνιγερή του συγκίνηση.
“Δεν έχει νόημα πια, κουράστηκα, η ζωή μου σταμάτησε μέσα σε εκείνο το κολαστήριο…  τι νόημα έχει… ποιος θα με πιστέψει...”
“Τι είναι αυτά που λες ; εμείς….σε πιστεύουμε, θα τα καταφέρουμε Κατερίνα !”
“Θέλω μια χάρη… μια τελευταία χάρη από σας” του είπε ξεψυχισμένα.
Την κοίταξε στα μάτια ενώ οι άλλοι δίπλα και ολόγυρά του έπλεκαν ένα ντεκόρ νουάρ.
“Τι θέλεις πες μου !” της είπε.
“Θέλω….  Τον πίνακα…. Την Ελουάζ…” κόμπιασε, “θέλω να τον πάρετε από εκεί… απ ‘ αυτόν… θέλω…. Να… είναι… δικός σας… υποσχεθείτε μου...”
“Κατερίνα !” φώναξε με έντονη συγκίνηση, “Ναι…. Μαζί μου….”
Στο πρόσωπό της ζωγραφίστηκε ένα χαμόγελο ανακούφισης. Τα μάτια της έμειναν στα δικά του. Το χέρι της κινήθηκε προς το δικό του ασυναίσθητα σαν μια προσπάθεια να εκφράσει το δικό της ευχαριστώ. Έγυρε το κεφάλι της στα χέρια του, τα χέρια της κρέμασαν στο κορμί της τα μάτια της έμειναν εκεί, ακίνητα, να κοιτούν ίσια ψηλά στον ουρανό την ψυχή της να ταξιδεύει στο μεγάλο ταξίδι….

“Ελουάζ !” ακούστηκε η φωνή του, κραυγή μέσα στην παγωμένη υγρή νύχτα. Την ίδια στιγμή που τα δάκρυά του έγιναν σπονδή στο μάγουλό της.
Το χέρι του Ανακριτή Μηνιάδη σφίχτηκε στον ώμο του προστατευτικά και ανθρώπινα. Τον τράβηξε με τρόπο γεμάτο σεβασμό. 
Ο Διοφάντους σηκώθηκε. Στα υγρά του μάτια που έκαιγαν φωτιές κρατούσε για πάντα την εικόνα της νεαρής εκείνης γυναίκας. Και με τις σκιές να κινούνται ολόγυρά τους, άπλωσε τρυφερά τα χέρια του κλείνοντας τα μάτια της με τα χείλη της να του χαρίζουν το ύστατο χαμόγελό της ακίνητα και παγωμένα. 

Ο Μηνιάδης τον τράβηξε αποφασιστικά προς τα πίσω, οι αστυνομικοί συνέχισαν να επιβλέπουν το χώρο, ενώ η σειρήνα του ασθενοφόρου που πλησίαζε ακούγονταν όλο και πιο δυνατά.



Κεφάλαιο 18  Μια Σκιά αποκτά ταυτότητα

Το κρύο ήταν τσουχτερό εκείνη την ημέρα που η γη αγκάλιασε το άψυχο κορμί της Κατερίνας. Λίγος κόσμος. Η Ουρανία, η θεία της, το μοναδικό της πρόσωπο από κοντά, τραγική φιγούρα. Λίγοι γνωστοί και φίλοι, μετρημένοι στα δάχτυλα.
Ο Ισίδωρος Διοφάντους με τον Ζήση και την Ελένη είχαν αφήσει τα λουλούδια τους κοντά της και βάδιζαν σιωπηροί προς το δρομάκι της εξόδου στο Κοιμητήριο. 

“Αφήστε με λίγο μόνο να περπατήσω”, γύρισε και είπε στους συνεργάτες του. Με σεβασμό τον άφησαν.
Άρχισε να περπατά σκεπτικός στο μακρύ δρόμο δίπλα στα ψηλά κυπαρίσσια. Πόσα και πόσα τριγύριζαν στο μυαλό του. Πόσες σκέψεις.

Ο Σέργιος Ζέριγκας την επόμενη το πρωί της απόπειρας εναντίον του, βρέθηκε νεκρός στο σπίτι του. Ο Δολοφόνος μπήκε στο σπίτι με τρόπο επαγγελματικό εκτίμησε η αστυνομία καθώς δεν βρέθηκαν ίχνη παραβίασης στην πόρτα και έτσι επίσης εξαφανίστηκε. Ο Κύκλος των ανθρώπων που σημάδεψαν τη ζωή της Κατερίνας έκλεισε με βίαιο τρόπο. Όμως ποιος και γιατί ; με ποιο κίνητρο ;

Η Τελευταία εικόνα της Κατερίνας ήταν ανεξίτηλη στη σκέψη του. Και εκεί που όλα αυτά τάραζαν την ψυχή του, εκεί, στο απέναντι κυπαρίσσι, τον είδε ! Πρόβαλε ξαφνικά μπροστά του. 

Ένας άντρας, ψηλός, ώριμος γύρω στα εξηνταπέντε, σωματώδης, με σκληρά και πολύ κουρασμένα χαρακτηριστικά στο πρόσωπό του. Το ντύσιμο και το παρουσιαστικό του έδειχναν άνθρωπο φτωχό αλλά αξιοπρεπή.  Στάθηκε ίσια απέναντί του κόβοντας το δρόμο του. Ο Διοφάντους σταμάτησε το βήμα του και τον κοίταξε με εμφανή απορία.

“Έχεις πολλά ερωτήματα Δικηγόρε για τα οποία γυρεύεις απάντηση !” του είπε.
“Ποιος είσαι ;” τον ρώτησε ο Διοφάντους.
Ο άλλος εξακολουθούσε να τον κοιτάζει έντονα αλλά με ένα αίσθημα εσωτερικής γαλήνης και συγκέντρωσης που σε καθήλωνε.
“Ήρθα για δύο λόγους”, του είπε “Ο ένας για να την αποχαιρετίσω...”, ο λόγος του βγήκε με έντονη συγκίνηση. Ο ξαφνιασμός του Διοφάντους μεγάλωνε συνεχώς.
“Την ήξερες ;”
Σήκωσε το κεφάλι του στον ουρανό σαν να ήθελε να κρύψει τη συγκίνησή του και συνέχισε.
“Ο άλλος λόγος είναι για να σου δώσω τις απαντήσεις που γυρεύεις...”
Ο Διοφάντους έμενε έκπληκτος.

Ο ώριμος άντρας γύρισε δίπλα του και άρχισε να περπατά αργά κατά μήκος του δρόμου. Ο Ποινικολόγος τον ακολούθησε και από μακριά φαίνονταν να είναι μια αργή πορεία στον περίβολο.
“Ποιος είσαι ; Που την ήξερες ;” τον ρώτησε με αγωνία. Εκείνος με το βλέμμα του ίσια πέρα μακριά και τα χέρια του στις τσέπες του σακακιού του, απάντησε.
“Τέσσερα ολάκερα χρόνια ήμουνα δίπλα της”
“Που ;” τον ρώτησε με έκδηλη περιέργεια ο Διοφάντους.
“Στο κολαστήριο… στον τόπο μαρτυρίου”
“Εσύ εκεί ; πως ;”
Έκανε μια θλιβερή γκριμάτσα στο πρόσωπό του.
“Όπως και εκείνη. Περίπου με τον ίδιο τρόπο. Τα λαγωνικά του Αρμάγου με μάζεψαν από ένα εγκαταλειμμένο σπίτι. Σ’ αυτό το ερείπιο ζούσα μετά τη φυλακή...”
“Φυλακή ;”
“Ναι, μπουκαδόρος, διαρρήκτης...”
“Στην κλινική πως βρέθηκες ;”
“Όπως όλοι, για να βρω ψυχολογική υποστήριξη και επανένταξη σύμφωνα με τις ...αρχές του ιδρύματος”, εκεί γέλασε πικρά.
“Η Κατερίνα ;”
“Την βρήκα εκεί. Γνωριστήκαμε σιγά-σιγά. Την έβλεπα κάθε μέρα. Το δικό μου δωμάτιο ήταν δίπλα στο δικό της. Εκεί μέσα ανταλλάξαμε τις πρώτες ματιές. Τις πρώτες δειλές κουβέντες. Κρυφά στην αρχή, φοβισμένα. Μα μετά σιγά-σιγά πιο θαρρετά, πιο ελεύθερα”
Ο Διοφάντους άκουγε με μεγάλη προσοχή.
 “Εκεί μάθαμε ο ένας για τον άλλον Δικηγόρε. Για τη ζωή μας, για το παρελθόν που μας κυνήγαγε ζοφερό. Αλλά και για τον παρόν που ζούσαμε σαν εφιάλτη.”
“Σου είπε πράγματα για τη ζωή της ;”
“Λογικό δεν ήταν ; μέσα σε εκείνη την απομόνωση γυρεύεις μια σανίδα να πιαστείς. Να μιλήσεις, σε κάποιον να φορτωθείς, να ακουμπήσεις, να εμπιστευθείς. Ανοίξαμε τις καρδιές μας  ο ένας στον άλλον, μοιράσαμε τις ζωές μας ανοιχτά βιβλία”.
“Δηλαδή θες να πεις ήξερες ;”
“Ήξερα ναι ! Όλα εκείνα για τη ζωή της. Για όσα κουβαλούσε μέσα της ακόμα από τα νιάτα της στο σπίτι της”
Ο Δικηγόρος σταμάτησε και τον κοίταξε.
“Τι θες να πεις στο σπίτι της”, τον ρώτησε με αγωνία. Ο Άγνωστος άντρας ξεφύσηξε. Το βλέμμα του άγγιξε εκείνο του Διοφάντους.
“Προφανώς δεν τα ξέρεις όλα...”
“Να ξέρω τι...”
“Η Κατερίνα ζούσε το βιασμό απ τον πατέρα της στα εφηβικά της χρόνια. Αυτή ήταν η πρώτη της γνωριμία με τη νιότη Δικηγόρε, ύστερα ήρθε ο ζωγράφος να πάρει τη σκυτάλη”
Ο Διοφάντους έμεινε αποσβολωμένος.
“Δεν τα ήξερες αυτά ε ; δεν πρόλαβε να στα πει. Λογικό. Η Κατερίνα ζούσε τα μαρτύριά της με μια αξιοπρέπεια που σε καθήλωνε” και συνέχισε:
“Την έβλεπα να λιώνει στην κλινική, μέρα τη μέρα εκεί μέσα. Έβλεπα τα μάτια της να μαυρίζουν, το πρόσωπό της να μελανιάζει...”, η φωνή του έγινε κόμπος απ τη συγκίνηση, καθώς προχωρούσε:
“Την άκουγα να ουρλιάζει τις νύχτες απ το ξύλο του βασανιστή της...”
“του Δεβέλογλου λες ;”
“Αυτό το κτήνος….”, είπε και το μάτι του κοκκίνισε σαν αίμα, “Άκουγα να παρακαλάει, να τον ικετεύει να σταματήσει να την βιάζει. Αλλά εκείνος εκεί…. Άκουγα τα γέλια του σαν κρωξίματα της κόλασης… μπήκα στην ψυχή της… έγινα ένα με την καρδιά της… τα πρωινά την έβλεπα πολλές φορές χαπακωμένη ή σε καταστολή να περιφέρεται σαν ζωντανό ράκος….”
“Γιατί δεν κάνατε κάτι να αντιδράσετε, να μιλήσετε σε κάποιον έξω ;”
“Να κάνουμε κάτι… ρώτα πρώτα αν μπορούσαμε να σταθούμε στα πόδια μας εύκολα. Ρώτα αν μας επέτρεπαν να επικοινωνούμε έξω”, σταμάτησε με μιας και γύρισε, τον κοίταξε στα μάτια:
“Ξέρεις τι είναι δικηγόρε να βλέπεις μια ψυχή να πεθαίνει ; εγώ… εγώ, ήμουνα ένα χαμένο κορμί, ένα κλεφτρόνι του δρόμου.  Στο περιθώριο μεγάλωσα, με δουλειέςς του ποδαριού. Εκείνη ! Εκείνη όμως ήταν ένα λουλούδι που κάθε μέρα του ξερίζωναν με τρόπο μαρτυρικό κάθε του φύλλο...” είπε και το πρόσωπό του γέμισε με μια χαρακτηριστική γαλήνη.
“Πως γλύτωσες από εκεί μέσα ;” τον ρώτησε ο Διοφάντους.
“Τη νύχτα με τη φωτιά, μέσα στη φασαρία, βρήκα τη στιγμή και έφυγα. Ξέραμε και οι δυο μας για τα παλιά υπόγεια του εργοστασίου. Παρατημένα στα θεμέλια του ιδρύματος. Την είδα που έφυγε. Δεν ξέρεις πόσο χάρηκα. Μα την έχασα έξω”
“Την ξαναβρήκες καθόλου ;”
“Πολλές φορές ! Όμως δεν μπήκα ποτέ στη ζωή της ξανά. Ήθελα να την δω να βρίσκει το δρόμο της. Εμένα τι να με κάνει. Βαρίδι θα της ήμουνα. Πολλές φορές την παρακολουθούσα σαν κατάλαβα τι είχε στο νου της. Τότε είδα με φόβο ότι δεν θα μπορούσε να απαλλαγεί απ το παρελθόν της. Από τους εφιάλτες της. Και θα γύρευε εκδίκηση. Δεν έχεις εύκολα γλυτωμό από τέτοιες μνήμες. Τότε έγινα σκιά της. Έπρεπε να την προλάβω Δικηγόρε !”
“Να προλάβεις τι ;”
“Είδα ότι γύρευε την Δαμασκηνού, έμαθα για το θάνατό της και κατάλαβα. Ήξερα ότι είχε σειρά αυτό το κτήνος ο Αρμάγος. Την είδα που πήγε στο εργοστάσιο, στα ερείπια, την ακολούθησα...” η αφήγησή του πήρε μια έκφραση γεμάτη φόρτιση. Ο Διοφάντους άρχισε να γεμίζει με μια απέραντη συναισθηματική φόρτιση. Ο άλλος συνέχισε:
“Την είδα που μπήκε στο γραφείο του. Παραφύλαξα. Άκουσα ότι κάτι γινόταν. Μπήκα μέσα την κατάλληλη στιγμή. Αν αργούσα λίγο θα την είχε πνίξει. Τον σκότωσα χωρίς δεύτερη σκέψη ! Χωρίς τον παραμικρό δισταγμό !” , στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε ένα βλέμμα όλο μίσος, ο Διοφάντους τον κοίταζε προσπαθώντας να αντέξει όσα μάθαινε.
“Του άξιζε του παλιοτόμαρου ! Ένας διεστραμμένος άρρωστος στη ψυχή κακούργος”, κοντοστάθηκε για μια στιγμή και συνέχισε “έτσι η κεντρική τριάδα βρήκε αυτό που της άξιζε…..αλλά… μετά την είδα δεν ηρέμησε…. Έψαχνε… δεν άργησα να καταλάβω τι...”
“Εννοείς τον ζωγράφο ;”
“Ναι, μου είχε πει για αυτόν. Μόλις την είδα να τριγυρνά σαν αγρίμι στο Κολωνάκι κατάλαβα… το βράδυ που έφυγε για εκεί την είδα… έπρεπε να προλάβω δικηγόρε !”
“Να προλάβεις τι ;” τον ρώτησε όλο αγωνία ο Διοφάντους.
Ο Άλλος βάρυνε τη φωνή του και τα μάτια του έπεσαν στη γη. Ένας κόμπος ανέβηκε στο λαιμό του.
“Να προλάβω αυτό που έγινε…. Το κακό…. Να την τραβήξω από εκεί...” η φωνή του πνίγηκε στο στόμα του, “όμως….δεν πρόλαβα...”, άρχισε να λυγίζει.
“Κατάλαβες δικηγόρε ! Δεν πρόλαβα που να με πάρει ο διάβολος !” γύρισε και τον έπιασε από τους ώμους.
“Άκουσα τον πυροβολισμό, την είδα να απομακρύνεται, δεν ήξερα τι να κάνω, που να πάω, δεν κατάλαβα ότι ήταν χτυπημένη. Έτσι παρακολούθησα αυτό το τομάρι που έφυγε για το σπίτι του. Για μένα ήταν παιχνιδάκι να μπω μέσα χωρίς ίχνη. Και εκεί να κάνω αυτό που έπρεπε...”
“Εσύ τον σκότωσες ;”
“Έπρεπε νάβλεπες τον τρόμο στα μάτια του…. Να τον πάρει μαζί με τις ανομίες και τις βρωμιές του”, είπε με μια αγριάδα στο λόγο του και συνέχισε με άλλο ύφος:
“Μετά…. Μετά έμαθα… για εκείνη…. Αν είχα δει ότι ήταν χτυπημένη θα έμενα κοντά της, θα την έτρεχα για βοήθεια, ίσως να προλάβαινα, ίσως να προλάβαινα πανάθεμά με...”
Τα μάτια του γέμισαν με δάκρυα και αναφιλητά. Ακολούθησαν στιγμές απόλυτης σιωπής. Κανείς τους δεν έλεγε λέξη. Σαν να περίμενε ο ένας τον άλλο. Ο άντρας σκούπισε τα μάτια του, γύρισε προς το μέρος του Διοφάντους και είπε:
“Άκου Δικηγόρε ! Για σένα είχα μάθει τι άνθρωπος είσαι. Έτσι για να ξέρω σε τι χέρια ήταν εκείνη. Μπορεί να ζω στο πεζοδρόμιο, να μην έχω θέση ανάμεσά σας αλλά να ξέρεις εμείς έχουμε το ένστικτο που μας δίνει ο δρόμος. Τώρα τα έμαθες όλα ! Θεώρησα χρέος μου να στα πω ! Εγώ είμαι αυτός που είμαι…. Η φυλακή με ξέρει και την ξέρω… δεν με νοιάζει, κατάλαβες ; κάνε ότι θέλεις ! Δική σου η απόφαση. Και να με δόσεις μήτε το λόγο μήτε κακία θα σου ζητήσω… μονάχα… να… κρατήσω τη μνήμη της ζωντανή….”
Πάλι η σιωπή επέστρεψε ανάμεσά τους. Στέκονταν εκεί ακίνητοι. Κάποια στιγμή εκείνος τον ρώτησε.
“Αν θελήσεις να με βρεις….” ο Διοφάντους έκανε αυθόρμητα μια κίνηση με το χέρι του σαν να του έλεγε “Όχι”. Ο άντρας του έριξε μια ματιά με ένα σφιγμένο χαμόγελο γεμάτο συναισθήματα. Άλλαξε κατεύθυνση. Πήρε το άλλο δρομάκι που οδηγούσε στην άλλη έξοδο του κοιμητηρίου. Βάδιζε ορθός, αποφασιστικός χωρίς να κοιτάξει πίσω του. Ο Διοφάντους έμεινε στήλη άλατος με κάθε του αίσθηση σφιγμένη κόμπο όπως η ανάσα του. Τον έβλεπε μονάχα να ξεμακραίνει ολοένα και περισσότερο και να γίνεται μικρή φιγούρα πέρα μακριά του.Την ίδια στιγμή άκουσε μια φωνή πίσω του.

“Ποιος ήταν αυτός κύριε Διοφάντους ;”, ήταν η φωνή του Ζήση, που μαζί με την Ελένη ήρθαν να τον αναζητήσουν. Για μια στιγμή κοντοστάθηκε, έριξε μια τελευταία ματιά στον άντρα που είχε πια ξεμακρύνει για τα καλά. Προσπάθησε να κρύψει τη συγκίνησή του.
“Τίποτα Ζήση ! Κάποιος παλιός γνωστός της Κατερίνας, ήθελε να μάθει κάποια πράγματα….”
“Είστε καλά ;” τον ρώτησε η Ελένη.
“Ναι παιδί μου...”, της απάντησε.
“Πάμε ; σε λίγο θα πιάσει βροχή” συνέχισε εκείνη.
“Ναι, πάμε”, τους είπε και γύρισε προς το μέρος τους παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής. Οι πρώτες χοντρές στάλες τους πρόλαβαν στην έξοδο.



Κεφάλαιο 19:  Έξι μήνες μετά...

Κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Ο ήλιος του Ιούλη έπεφτε καυτός πάνω του. Φόρεσε τα μαύρα κοκάλινα γυαλιά του και έριξε μια ματιά μπροστά. Η Νεαρή κοπέλα βγήκε και αυτή, κλείδωσε το αυτοκίνητο και ήρθε δίπλα του.
“Πάμε ;” του είπε
“Να πάρουμε λίγα λουλούδια...” της απάντησε.
Προχώρησαν στην είσοδο του κοιμητηρίου. Πήραν λίγα κόκκινα τριαντάφυλλα και μπήκαν στο χώρο.
“Νιώθεις να δικαιώθηκες τώρα πατέρα ;” τον ρώτησε.
Ο Ισίδωρος Διοφάντους έσπασε στα χείλη του ένα μικρό διακριτικό χαμόγελο.
“Πάνω σε ποιο πράγμα ;”
“Απ την υπόθεση της κλινικής του Αρμάγου. Τα γεγονότα ήρθαν στη Βουλή. Η Πίεση των αποκαλύψεων που έκανες μαζί με τις άλλες οργανώσεις δεν ήταν και λίγη….”.
Την άκουγε σιωπηρός, εκείνη συνέχισε: “η εξεταστική επιτροπή τα έβγαλε όλα στο φως… ένοχοι θα μου πεις δεν υπήρχαν πια για να κάτσουν στο σκαμνί...”
“Πράγματι….”, της απάντησε.
“Τι έγινε με τον άνθρωπο που μου είπες Πατέρα ;”
“Εννοείς…..”
“Ναι….”
“Τιποτα ! Κανείς δεν ξέρει για αυτόν… έμεινε μια σκιά, που ήθελε να γίνει άγγελος αλλά και τιμωρός...”
Η Κοπέλα τον κοίταξε στα μάτια.
“Πατέρα ; όμως η δικαιοσύνη ;”
Γύρισε και την κοίταξε βαθιά στα όμορφα μάτια της. 
“Κορίτσι μου, εκτός από τη δικαιοσύνη των ανθρώπων, του νόμου του γραπτού, υπάρχει και το δίκιο της ζωής, που το ορίζει η ίδια...”
“Αυτοδικία πατέρα ;”
“Όχι δεν πιστεύω σ’ αυτήν. Αλλά κάποιες φορές η νομοτέλεια της ζωής προλαβαίνει το γράμμα των νόμων”
Η νεαρή γυναίκα άλλαξε θέμα.
“Αυτό το κολαστήριο έκλεισε για πάντα. Και τώρα έμαθες ;”
“Τι ;”
“Θα κατεδαφιστεί, μαζί με τα απομεινάρια του ερειπωμένου εργοστασίου από κάτω του”.
“Και θα πάρει μαζί του όλα τα βογγητά και τις κραυγές...” είπε εκείνος, σαν να μονολογούσε, “αν δεν ήταν εκείνη, όλα θα ήταν στο σκοτάδι. Άφησε την καρδιά της και την ψυχή της εκεί. Τα όνειρά της. Πορεύτηκε με τον τρόμο και την απόγνωση. Ντύθηκε την οργή και το μίσος. Ποιος να την κατηγορήσει και γιατί ; έγινε ο καταλύτης για να αποκαλυφθεί η αλήθεια. Η Δική της καταστροφή οδήγησε στην κάθαρση”
“Μπαμπά !”
“Έλα παιδί μου….”
“Έμαθα πολλά μαζί σου αλλά αυτό…. Αυτή η υπόθεση… με έκανε πιο συγκροτημένη...”
“Μια μεγάλη δικηγορίνα γεννιέται”, της είπε ζεστά, πιάνοντάς την απ το χέρι.

Έφτασαν σε έναν απλό τάφο. 
“Κατερίνα Ιατροπούλου” η πρώτη επιγραφή. Και από κάτω με καλλιτεχνικά γράμματα “Ελουάζ”, ετών τριανταδύο. 

“Όμορφη είναι, ακριβώς όπως το πορτραίτο που έχεις στο σπίτι”, σχολίασε η κόρη του.

Τακτοποίησαν τα τριαντάφυλλα στην πλάκα. Τον είδε να κοιτάζει εκφραστικά τα  πανέμορφα μάτια της φωτογραφίας σε αλλοτινές εποχές. 
Πήραν το μονοπάτι της εξόδου με βήματα σταθερά.

“Μπαμπά...” τον κοίταξε στα μάτια.
“Ναι...”

“Τι ήταν για σένα η Ελουάζ ;”

Ένα ανεπαίσθητο τικ εμφανίστηκε στο πρόσωπό του. Ένα γλυκό μελαγχολικό χαμόγελο μετά. Πήρε μια βαθιά ανάσα.
“Δεν…. Δεν ξέρω….η μνήμη της μητέρας σου... Ίσως… μια Κραυγή…. Ναι μια κραυγή”.

Άπλωσε το χέρι της και τον αγκάλιασε. Αφέθηκε στο άγγιγμά της, να περπατά μαζί του με τον ήλιο του μεσημεριού να καίει τα πρόσωπά τους.


ΤΕΛΟΣ







Την Νουβέλα, συνολικά και ενιαία, μπορείτε, όπως πάντα να την έχετε εδώ:

Μπορείτε να κάνετε log-in στην πλατφόρμα χρησιμοποιώντας τον google account ή τον facebook account σας, ως αναγνώστες.

Λίγα λόγια μετά το τέλος:

Φτάσαμε λοιπόν ως εδώ. Στο τέλος. Νιώθω την ανάγκη να πω κάποια πράγματα για την "Ελουάζ", ως Νουβέλα. Θα το κάνω άμεσα σε επόμενη ανάρτηση, αφού περιλάβω και τα τελευταία σας σχόλια, παρατηρήσεις, σκέψεις. Σε έναν Επίλογο που θα πούμε και θα συζητήσουμε μαζί.

Ευχαριστώ...

Δευτέρα, 4 Φεβρουαρίου 2019

"Ελουάζ" (Κεφάλαιο 16)



Διαβάστε τα προηγούμενα:



Κεφάλαια 5-6

Κεφάλαια 7-8

Κεφάλαια 9-10-11

Κεφάλαια 12-13

Κεφάλαια 14-15






Κεφάλαιο 16:  Το παρόν συναντά το παρελθόν

Σε όλη τη διαδρομή με το ταξί για το κέντρο της Αθήνας ήταν σιωπηρή. Τα μάτια της ήταν καρφωμένα στο παράθυρο του αυτοκινήτου. Οι εικόνες της φωτισμένης πόλης έπαιζαν στο ακίνητο βλέμμα της σαν γρήγορη ταινία. Ο οδηγός προσπάθησε λίγο να πιάσει κουβέντα μαζί της αλλά μάταια. Που και που της έριχνε μια ματιά απ τον καθρέφτη του. Τον τρόμαζε λίγο η σκληρή και παγωμένη έκφραση που έβλεπε μέσα στα φώτα της πόλης.

Η Κατερίνα άνοιξε διακριτικά την τσάντα της. Το χέρι της βυθίστηκε στο εσωτερικό της αργά. Σαν ένιωσε την παγωμένη μεταλλική λαβή του στιλέτου στο δέρμα των δαχτύλων της, ένιωσε πιο σίγουρη. Τράβηξε το χέρι της έξω από την τσάντα, την έκλεισε και σταύρωσε πάλι τα χέρια της.

“Φτάσαμε Κυρία”, την διέκοψε η φωνή του οδηγού. Σταμάτησαν στη γωνία του δρόμου. Πλήρωσε το ταξί και βγήκε. Εκείνος της έριξε μια τελευταία ματιά με μια γκριμάτσα που φανέρωνε το αίσθημα του παράξενου και χάθηκε στο δρόμο.

Η Κατερίνα κοίταξε το ρολόι της. Ήταν εννέα ακριβώς. Η βροχή δεν έλεγε να σταματήσει μαζί με τον άνεμο. Άνοιξε την ομπρέλα της και έγινε ένα με τους διαβάτες της κεντρικής οδού. Σάββατο βράδυ και η περιοχή ξεκίναγε τη δική της ζωή με το κοσμοπολίτικο στυλ της. Σε λίγο βρισκόταν στην Οδό Βουκουρεστίου. Η Γκαλερί ήταν περίπου στο μέσο προς την πλατεία στο Κολωνάκι. Είδε τα φώτα από μακριά αλλά και κόσμο να στέκει στην είσοδο. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά, άναρχα.
Πόσα χρόνια είχε να τον δει. Πως θα ήταν ; η απόσταση από την είσοδο μειώνονταν συνεχώς και τα συναισθήματά της άρχισαν να στήνουν μέσα της έναν έντονο χορό. Μαζί με τις εικόνες. Παρά τη βροχή αρκετός κόσμος συνωστίζονταν στην είσοδο για να μπει. Καλοντυμένοι ώριμοι “κύριοι” με τα κοστούμια και τα παλτά τους. Με χαμόγελα ψεύτικα, πλαστικά. Τα ήξερε καλά αυτά τα χαμόγελα. Τα είχε βιώσει αυτά τα πέτρινα πρόσωπα. Όταν βυσσοδομούσαν στο γυμνό νεανικό της κορμί πριν χρόνια. Όταν την χρησιμοποιούσαν σαν “πράμα” για να ικανοποιήσουν τις άρρωστες ορμές τους. Δίπλα τους, απαστράπτουσες κυρίες του καλού κόσμου, μαζί με τους επιφανείς συζύγους τους. Και κάποιες φιγούρες με καλλιτεχνική εμφάνιση, προφανώς συνάδελφοι του φτασμένου ζωγράφου κυρίου Σέργιου Ζέριγκα.

Έφτασε μπροστά στην πόρτα. Ήρεμη εξωτερικά μα βουλιαγμένη στην τρικυμία από μέσα της ετοιμάστηκε να μπει στο εσωτερικό. Κάποια ζευγάρια μάτια ήδη ένιωθε να την διαπερνούν με το βλέμμα τους. Δεν ήξερε αν αυτός ο πόνος που ένιωθε ψυχολογικά ήταν δημιούργημα του μυαλού της από τα βλέμματά τους ή έτσι ήταν πραγματικά.
Χωρίς πολλές διατυπώσεις μπήκε στην γκαλερί. Ένα εξαίρετο νεοκλασικό κτίριο της παλιάς Αθήνας. Ένας διάδρομος με σκαλιά, ντυμένος με ένα κόκκινο χαλί οδηγούσε στο ισόγειο, στη μεγάλη σάλα. Τον ανέβαινε αργά-αργά, βήμα το βήμα. Δεξιά και αριστερά της οι αναμμένες απλίκες έλαμπαν στο χώρο υποβλητικά. Ο νους της πήγε πολλά χρόνια πίσω. “Είδε” τον εαυτό της στην αγκαλιά του, ευτυχισμένη, με ένα ερωτικό φως στα μάτια της. Τον “είδε” να την κοιτά έντονα και διερευνητικά την στιγμή που το πινέλο του έδινε χρώμα στο πορτραίτο της. Η “Ελουάζ”…

“Παρακαλώ από εδώ !….”
Την διέκοψε απότομα η φωνή μιας νεαρής κοπέλας. Την κοίταξε σαν χαμένη.
“Από εδώ Κυρία, εδώ στην κεντρική σάλα, περάστε...” της είπε η κοπέλα και η Κατερίνα συμμορφώθηκε. Στην κεντρική σάλα του ισογείου, πολύς κόσμος. Ένα μελίσσι από επισκέπτες, μουσική διακριτική και ολόγυρα παντού οι πίνακές του. Θαλασσογραφίες, νεκρή φύση, γυμνά, αστικά τοπία, καλλιτεχνικές δημιουργίες. Γυρόφερνε τα βήματά της και έψαχνε. Έψαχνε παντού. Εκείνον. Τα σχόλια από τους επισκέπτες για τους πίνακες, τα επιφωνήματα θαυμασμού, οι κριτικές, έφταναν στα αυτιά της σαν απόκοσμο βουητό από κάπου μακριά.

Προχώρησε προς το πίσω μέρος της μεγάλης σάλας. Και τότε εκεί, λίγο πιο μπροστά από το μεγάλο παράθυρο το είδε. 

Η καρδιά της μάζεψε απότομα όπως με τα ηλεκτροσόκ του Αρμάγου που έκαιγαν το κορμί της. Ο μεγάλος πίνακας έστεκε εκεί, μέσα σε μια βαρύτιμη χρυσή κορνίζα. Τα μάτια της περιεργάστηκαν το πορτραίτο σε κάθε του εκατοστό. Έκατσε αντίκρυ του ακίνητη, παγωμένη, σαν άγαλμα.
Τα μάτια της έπεσαν στην μεταλλική χρυσή ετικέτα κάτω στο τρίποδο. 
“Ελουάζ” 

Ένιωσε κάποια ζευγάρια μάτια ολόγυρά της να μένουν στο πρόσωπό της αλλά και σε αυτό του μεγάλου Πίνακα με απορία και θαυμασμό. Αμήχανα έβγαλε από την τσάντα της ένα ζευγάρι σκούρα γυαλιά και τα φόρεσε αταίριαστα μέσα στον φωτεινό χώρο. Ήθελε να κρύψει τη συγκίνηση που άρχισε να την πλημμυρίζει καθώς και τα ίχνη από το δάκρυ που προσπαθούσε να βγει.
Η Ελουάζ ! Μπροστά της, ολοζώντανη, αναλλοίωτη μέσα στα χρόνια. Άπλωσε λίγο το χέρι της αργά, άγγιξε την κορνίζα και το ταμπλό. Σαν να γύρευε πάνω στον καμβά τα ίχνη της ζωής της. Σαν όλη της η νιότη να φυλακίστηκε για πάντα σε αυτό το πορτραίτο και να αφυδάτωσε κάθε ίχνος από το κορμί της.
Άκουσε πίσω της ένα σούσουρο και δυνατές ομιλίες.

“Ο Ζωγράφος έρχεται….”,    “Ο Ζέριγκας κατεβαίνει….”
Σαν να την χτύπησε ένα ηλεκτρικό ρεύμα αποτραβήχτηκε σε μια γωνιά της αίθουσας προσπαθώντας να κρυφτεί όσο γίνονταν πιο καλά ανάμεσα στους επισκέπτες. Δυνατά χειροκροτήματα γέμισαν τη μεγάλη σάλα. Όλων τα μάτια έμειναν στην μεγάλη μαρμάρινη σκάλα που κατέβαινε από τον πάνω όροφο. Πολλά φλας από κινητά τηλέφωνα και κάμερες δημοσιογράφων έκαναν τη σάλα να μοιάζει με ουρανό σε καταιγίδα.
Και τότε ήταν που τον είδε !

Επιβλητικός, στα σαράντα του πλέον, με ένα ύφος πλούσιου εμπόρου της τέχνης να κατεβαίνει κομπάζοντας προς τη μεγάλη σάλα. Οι παλμοί της καρδιάς της την έκαναν να ζαλιστεί. Το πρόσωπο που αντίκριζε στα μάτια του Σέργιου Ζέριγκα, την βεβαίωσε ότι ήταν απείρως χειρότερο σε ύφος από αυτό των τελευταίων χρόνων μαζί του. Άρχισε να μοιράζει ψεύτικα πλαστικά χαμόγελα δεξιά και αριστερά, να κάνει δηλώσεις, να σχολιάζει. 

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Με το χέρι της τακτοποίησε λίγο τα μαλλιά της. Κρύφτηκε διακριτικά σε μια γωνία πίσω από τις πλάτες πολλών επισκεπτών.
Κατάφερε να μείνει στην αφάνεια περνώντας από πίσω του σε χώρο που δεν μπορούσε να την φτάσει με το βλέμμα του.

Κινήθηκε προς τις σκάλες ανεβαίνοντας στον επάνω όροφο. Τα φώτα εκεί ήταν πολύ πιο διακριτικά. Το κόκκινο χαλί στις σκάλες σταμάτησε και ένας διάδρομος ξεκινούσε προς το βάθος. Ένας νεαρός την ρώτησε:
“Παρακαλώ που πηγαίνετε ;”
“Θα ήθελα παρακαλώ να δω προσωπικά τον κύριο Ζέριγκα”, του είπε ήρεμα.
“Σας περιμένει ;” την ρώτησε ο νεαρός.
“Όχι, θα ήθελα να του κάνω μια μικρή έκπληξη”, απάντησε.
 Ο Νεαρός της έκανε νόημα να προχωρήσει συνοδεύοντάς την σε μια μεγάλη πόρτα στο τέλος του διαδρόμου. Στη διαδρομή πρόσεξε την φωτεινή επιγραφή με τη σήμανση “Έξοδος κινδύνου”.
“Περάστε και περιμένετε παρακαλώ”


Έριξε μια ματιά στο εντυπωσιακά διακοσμημένο και πλούσιο εσωτερικό του γραφείου. Πίνακες δικοί του κοσμούσαν το χώρο, προσεκτικός φωτισμός και ξύλινα έπιπλα έδεναν σε ένα αρμονικό σύνολο με το ξύλινο πάτωμα και το χαλί. Πλούτος ! Η σκέψη της πήγε πάλι σε εκείνα τα νεανικά της χρόνια. Τότε στο πρώτο του φτωχικό στούντιο στο παλιό σπίτι. Εκεί που η αγάπη τους, ζέσταινε τον λιτό χώρο και το κρύο το χειμώνα. Σταμάτησε να παλινδρομεί με τις αναμνήσεις της. Άνοιξε την τσάντα της. Με χέρι αποφασισμένο τράβηξε από μέσα το μικρό κοφτερό στιλέτο και το  έκρυψε στην πλαϊνή τσέπη του παλτού της. Κάθισε προσεκτικά στην μεγάλη πολυθρόνα. 
Ύστερα από λίγα λεπτά άκουσε κουβέντες στο διάδρομο, όλο της το είναι μπήκε σε συναγερμό.
“Κύριε Ζέριγκα, μια Κυρία σας περιμένει”, ήταν η φωνή προφανώς του νεαρού που την συνόδεψε πριν. Ακούστηκε η φωνή του καθώς πλησίαζε:
“Κυρία ; άφησε όνομα ;”
“Όχι, είπε σας ήθελε προσωπικά”.
“Εντάξει Νίκο, πήγαινε, ας δούμε λοιπόν ποια είναι αυτή η έκπληξη” είπε ακριβώς τη στιγμή που άνοιξε την πόρτα του γραφείου του. 

Μπήκε, είδε την Κατερίνα στην πολυθρόνα με τα μαύρα γυαλιά. Ένα αίσθημα απορίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό του.
“Καλησπέρα, με ζητήσατε ;” είπε καθώς στάθηκε λίγα μέτρα απέναντί της.
Η Κατερίνα σηκώθηκε αργά. Έβγαλε αργά τα μαύρα γυαλιά της και τα έβαλε στην τσέπη του παλτού της. Για μια στιγμή τον κοίταξε ίσια στα μάτια.

“Καλησπέρα σας κύριε Σέργιε Ζέριγκα !” ακούστηκε.
Εκείνος έμεινε σιωπηρός. Τα μάτια του έψαχναν αδηφάγα στο πρόσωπο και στη μορφή της γυναίκας που έστεκε απέναντί του. Κάποια στιγμή άρχισε να συσπάται έντονα.
“Μία έκπληξη λοιπόν αγαπητέ κύριε”, του είπε.
Ο Ζωγράφος απέναντί της δυσκολεύτηκε…
“Μα….”
“Τι συμβαίνει κύριε Ζέριγκα ; τι ακριβώς είναι αυτό που σας προκαλεί εντύπωση ; μήπως η μνήμη σας ;”
Τότε ο ζωγράφος άρχισε να συνειδητοποιεί αργά αλλά σταθερά ποια ήταν η γυναίκα που έστεκε ακίνητη απέναντί του. Τα μάτια του απέκτησαν μια αίσθηση που δίνει το απρόβλεπτο, το σοκαριστικό και ήδη μια ανατριχίλα άρχισε να κυριεύει κάθε εκατοστό από το κορμί του. 
“Εσύ ; εδώ ; πως ; θέλω να πω, που ήσουνα ;”
Η Κατερίνα έκανε ένα βήμα προς τα δεξιά της χωρίς να τον χάσει απ τα μάτια της. 
“Αναρωτιέσαι λοιπόν ; αν η γυναίκα που βλέπεις μπροστά σου είναι το φάντασμα εκείνης που πέταξες εσύ και οι φίλοι σου εκείνη τη νύχτα σαν σκουπίδι στο δρόμο !”, του είπε σκληρά αλλά ήρεμα.
“Που ήσουνα ; όλον αυτόν τον καιρό..”
“Όλον αυτόν τον καιρό τι ; μη μου πεις ότι η απουσία μου σου προκάλεσε κάποιο είδος ανησυχίας ;”, του είπε ειρωνικά.
Κινήθηκε και εκείνος.
“Προσπάθησα να σε βοηθήσω, το ξέρεις, αλλά η ...κατάστασή σου…”
Τον διέκοψε με ένα φαρμακερό βλέμμα. Η φωνή της ακούστηκε σφυριχτή.
“Προσπάθησες ; τι ακριβώς ; να απαλλαγείς απ το βάρος μιας καταθλιπτικής αφού πρώτα την έκανες πόρνη, μια περιφερόμενη πόρνη πολυτελείας στις αυλές των εκλεκτών σου, βορά τις ορέξεις τους...”
“Δεν είναι έτσι….παλεύαμε τότε….”
“Παλεύαμε ; πληθυντικός κύριε Ζέριγκα ; παλεύαμε ποιοι ; εσύ πάλευες να αναρριχηθείς με κάθε τρόπο βγάζοντας δόλωμα στην αγορά την γυναίκα που σ’ αγάπησε και σου έδωσε όλη τη ζωή της. Αυτό πάλευες ! Για να φτάσεις σήμερα εδώ ! Στην πολυτελή αυτή γκαλερί, τρόπαιο της διαδρομής σου”
“Δεν πήγαινε άλλο τότε, εκείνο το βράδυ…..”
Πήγε πιο κοντά του. Ο θυμός της ερχόταν όλο και πιο άναρχος μέσα της.
“Εκείνο το βράδυ με πέταξες σαν απόβλητο. Αφού ξεζούμισες ότι υπήρχε μέσα μου. Αναρωτήθηκες ποτέ τι έγινε μετά ;”
Προσπάθησε να την γαληνέψει αλλά ήταν εμφανώς ανήσυχος.
“Φυσικά ! Ενδιαφέρθηκα. Έμαθα ότι τελικά μπήκες σε μια  καλή κλινική ψυχολογικής αποκατάστασης. Μάλιστα στην αρχή μίλαγα με τον καθηγητή τότε που την είχε….”
“Έτυχε ποτέ να μάθεις κύριε Ζέριγκα, τι κρυβόταν πίσω απ την καλή κλινική που αναφέρεις ; έμαθες ποιο κολαστήριο κρυβόταν πίσω απ την όμορφη βιτρίνα της ; δεν γίνεται να μην έμαθες ! Τόσο θόρυβος έγινε εδώ και χρόνια. Δεν ήξερες και εσύ τίποτα για βασανιστήρια ; για ψυχοφάρμακα ; για βιασμούς, για εξόντωση, για θανάτους ; για εμπόριο οργάνων σώματος ;”
“Εγώ σε παρέδωσα στα χέρια του. Για αυτά που μου λες γιατί να έχω ευθύνη εγώ ε ; τι θέλεις ; ζήτησες να με δεις”
“Αυτό είναι μια καλή ερώτηση !” του είπε ρίχνοντας ένα βλέμμα ολόγυρα συνεχίζοντας “τι θέλω από σένα λοιπόν ;” έκανε ένα αποφασιστικό βήμα προς το μέρος του. Εκείνος πήγε προς το γραφείο του από πίσω.

“Θέλω τη ζωή μου πίσω Ζέριγκα ! Θέλω να διεκδικήσω τα κομμάτια που μου σκύλεψες ! Θέλω τα όνειρά μου ! Τις στιγμές μου ! Αναζητώ την αξιοπρέπεια μου ! Γυρεύω όλα εκείνα που έκανες κομμάτια στο κορμί και την καρδιά μου ! Θέλω να πάρω πίσω τις στιγμές που μου προσέφερες ανοίγοντας τη πόρτα της κόλασης ! Κοίτα με !” τα μάτια της άγρια πέταγαν φωτιές στα δικά του. 
“Κοίτα με ! Αν ήμουν γυμνή ίσως έβλεπες τις ουλές από το ξύλο, τις πληγές και τα εγκαύματα από τα ηλεκτροσόκ, ίσως έβλεπες τα ράμματα στο κορμί μου...”
Ο Ζέριγκας άρχισε να νιώθει όλο και πιο έντονα τον πανικό να τον κυριεύει. Κάποιες σταλαματιές ιδρώτα φάνηκαν στο μέτωπό του. 
“Κατερίνα, δεν είναι λογικά πράγματα αυτά που λες...”
“Κατερίνα !…. θυμήθηκες το όνομα μου ε ; θυμάσαι τότε ; πως με βάφτισες ; Ελουάζ ! Το πορτραίτο ! Εκεί που έκλεισες όλα μας τα όνειρα”
“Φυσικά και τα θυμάμαι...” της απάντησε κομπιάζοντας.
“Μόνο που τα δικά σου όνειρα ήταν άλλα ! Ποια ήταν η αλήθεια σου Ζέριγκα ; ποιο ήταν το πραγματικό σου πρόσωπο ; αυτό στην αρχή ή αυτό στη συνέχεια ;”
“Κατερίνα...ξέρεις...”
“Ξέρω ! Βρήκες μια γυναίκα που ήξερες ότι πάνω στο κορμί της είχε ήδη βυσσοδομήσει κάποιος άλλος, που στο είχε πει για να βρει στην αγκαλιά  σου ένα λιμάνι, όμως...”

Προσπάθησε κάτι να της πει για να κερδίσει χρόνο. Το χέρι του άρχισε να ψηλαφίζει το συρτάρι του γραφείου τρέμοντας από την αγωνία του ενώ με το άλλο του χειρονομούσε προς το μέρος της. Η Κατερίνα τον ζύγωνε με μάτια όλο φωτιά.

“Ήρθε η ώρα σου Ζέριγκα ! Ήρθε ή ώρα να πληρώσεις το λογαριασμό. Νόμιζες ότι όλα τούτα που έχτισες πάνω στην καπηλεία και την βρωμιά σου θα μείνουν αλώβητα ; γελάστηκες παλιέ μου αγαπημένε ! Έμεινε μόνο η Ελουάζ κάτω ! Το πορτραίτο μου ! Η ψυχή μου φυλακισμένη μέσα στον χρυσοποίκιλτο καμβά της ! Τα όνειρά μου παγωμένα όπως το λάδι των χρωμάτων της ! Η Ελουάζ, με το χαμόγελό της που το πήρε για πάντα κοντά της. Πως δεν ντράπηκες για αυτό ! Πως, μετά από όσα έκανες, το κράτησες εκεί ;”
“Να μια απόδειξη της σκέψης μου για σένα...” έκανε να της πει πανικόβλητος καθώς άνοιγε επιτέλους το συρτάρι του.
“Να το κάνεις τι ; να το περιφέρεις και αυτό σαν τρόπαιο στην πελατεία σου ; Η Ελουάζ είναι η ψυχή μου κτήνος ! Μου ανήκει ! Ήρθε η ώρα να την πάρω πίσω  Ζέριγκα !”

Το χέρι της κινήθηκε αποφασιστικά στην τσέπη της. Τα έντρομα μάτια του ζωγράφου είδαν τη κάμα του στιλέτου να λαμπυρίζει στο χέρι της καθώς εκείνο έπαιρνε ήδη θέση επίθεσης κινούμενη κατά πάνω του. Με το ένα του χέρι προσπάθησε να την αποκρούσει. Ένιωσε το στιλέτο να σκίζει το μανίκι ψηλά στον ώμο του και να τον διαπερνά. Φώναξε απ τον πόνο. Έκανε ένα απεγνωσμένο βήμα πίσω τη στιγμή που το χέρι της Κατερίνας με το στιλέτο υψωμένο κατέβαινε προς το στήθος του. Την ύστατη στιγμή το άλλο του χέρι είχε τραβήξει το πιστόλι απ το συρτάρι του.

Ο Κρότος του πυροβολισμού ακούστηκε σαν βόμβα σε ολάκερο το κτίριο σκορπώντας τον πανικό και την ανησυχία στους επισκέπτες. Η φωνή του Ζέριγκα εκλιπαρούσε για βοήθεια. Ήδη κάποιοι υπάλληλοι της γκαλερί ανέβαιναν τρέχοντας τα σκαλιά.

Η Κατερίνα άνοιξε την πόρτα του γραφείου του και κινήθηκε προς την κατεύθυνση που η πινακίδα στον όροφο έδειχνε “έξοδος κινδύνου”.

Η Έξοδος Κινδύνου την οδήγησε σε μια μικρή πόρτα αρκετά μέτρα πιο κάτω από την κεντρική είσοδο σε μια στοά. Όλα εκεί ήταν στο σκοτάδι. Πονούσε πολύ. Η Ανάσα της έδειχνε να χάνει το ρυθμό της. Στήριξε λίγο το κορμί της στον τοίχο. Άπλωσε το χέρι της στο σημείο του πόνου κάτω απ το παλτό της. Ένιωσε την υγρασία του αίματος στα δάχτυλά της. Έκλεισε για λίγο τα μάτια της. Με κάποια δυσκολία κινήθηκε προς την έξοδο της στοάς. Στάθηκε λίγο ακίνητη. Η βροχή είχε σταματήσει. Στα δεξιά της προς την γκαλερί έβλεπε έντονη κινητικότητα. Κόσμος έμπαινε και έβγαινε εμφανώς σαν κάτι να συνέβαινε.


Στο γραφείο του Ζέριγκα επικρατούσε αναστάτωση. Οι συνεργάτες του προσπαθούσαν να καταλάβουν τι έγινε. Ο Νεαρός υπάλληλός του έδενε το επιπόλαιο τραύμα στον ώμο, που είχε επιφέρει το στιλέτο της Κατερίνας. 
“Ήθελε να με σκοτώσει ! Ήταν τρελή !” φώναζε εκείνος και απειλούσε.
“Ποιος πυροβόλησε ;” τον ρώτησε ο νεαρός.
“Κάλεσε την αστυνομία ! Πες τους πως έφυγε, δεν ξέρω, δεν είδα από που, φύγε ψάξε τι με κοιτάς ;” του φώναξε οργισμένος. Ο νεαρός έφυγε. Ο Ζέριγκας σηκώθηκε. Είδε κάτω στο πάτωμα μπροστά και γύρω στο γραφείο του μικρές κηλίδες με αίμα. Σε λίγο επέστρεψε ο νεαρός μαζί με κάποιους άλλους.
“Να καλέσω ασθενοφόρο ;” τον ρώτησε.
“Περίμενε δυό λεπτά, να τηλεφωνήσω στο δικηγόρο μου. Σας παρακαλώ κατεβείτε κάτω στον κόσμο. Πρέπει να τους καθησυχάσετε. Αφήστε με μόνο, είμαι καλύτερα”

Ο Ζέριγκας ήθελε να μιλήσει στον δικηγόρο του. Τα όσα είχε να συζητήσει μαζί του δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να γίνουν γνωστά στον οποιοδήποτε. Όχι πριν οργανώσουν τη στάση και την τακτική που έπρεπε να κρατήσει.
Υπάκουσαν στις οδηγίες του. Έμεινε μόνος και έκλεισε τη πόρτα του γραφείου ξανά. Κάθισε απέναντι από το γραφείο του για να μην πειράξει το οτιδήποτε. Σε λίγα λεπτά μιλούσε με τον δικηγόρο του. Οι οδηγίες που πήρε ήταν σαφείς.  Σε λίγα λεπτά ο χώρος του θα ήταν γεμάτος αστυνομικούς και έπρεπε να είναι ενημερωμένος και κατατοπισμένος τι ακριβώς θα τους πει.


Ο Ισίδωρος Διοφάντους πάντα έμενε ως αργά στο γραφείο του σπιτιού του. Από τότε που η κόρη του είχε φύγει για σπουδές στο Παρίσι έμενε μόνος. Του άρεσε πριν κοιμηθεί πάντα να διαβάζει τα βιβλία της επιλογής του. 
Η Κλήση στο κινητό του τηλέφωνο τον έβγαλε από την περισυλλογή του. Το όνομα του ανακριτή Μηνιάδη στην οθόνη ήταν κάτι που τον ανησύχησε έντονα.
“Γεράσιμε ;”
Η φωνή του Ανακριτή ακούστηκε σοβαρή και λίγο ταραγμένη.
“Που βρίσκεσαι ;”
“Στο σπίτι είμαι, τι συμβαίνει ;”
Λίγα δευτερόλεπτα σιωπής έκαναν την ατμόσφαιρα ακόμα πιο βαριά.
“Άκου ! Με ειδοποίησαν από την ασφάλεια. Η Ιατροπούλου πυροβόλησε έναν ζωγράφο στο Κολωνάκι. Έναν ...Σέργιο Ζέριγκα...”
Ο Διοφάντους ένιωσε να πνίγεται.
“Τι είπες ; πότε ; πως ;”
“Άκου… δεν μπορώ να στα πω απ το τηλέφωνο, δεν έχω ξεκάθαρη εικόνα, πηγαίνω στη ΓΑΔΑ, θα σε περιμένω εκεί στο γραφείο του Αστυνόμου της υπόθεσης, μόλις φτάσεις πάρε με να σου πω… μπορείς ;”
“Φυσικά και μπορώ ! Η Κατερίνα… θέλω να πω η Ιατροπούλου που είναι ;”
“Διέφυγε, την αναζητούν...”
“Εντάξει Γεράσιμε , έρχομαι αμέσως”.

Έκλεισε το τηλέφωνο. Ήταν από τις σπάνιες φορές που ένιωσε έναν πανικό να τον κυριεύει. Ήταν ότι χειρότερο περίμενε. Γιατί ; τι έγινε ; τι ήταν αυτό που οδήγησε την Κατερίνα εκεί ; Η θεία της η Ουρανία, της είχε μιλήσει για τον ζωγράφο που σημάδεψε τη ζωή της. Τον άνθρωπο που την έσπρωξε στον εφιάλτη. Κάθε του ελπίδα ότι θα μπορούσαν να διαχειριστούν τη δίωξή της, όπως το είχε στο νου του, κατέρρευσε μέσα στα δευτερόλεπτα του χρόνου. Η σκέψη του πήγε κοντά της. Ντύθηκε όσο πιο σύντομα γινόταν και βγήκε από το σπίτι του με κατεύθυνση στο αυτοκίνητό του. Τα λόγια του Γεράσιμου Μηνιάδη ήρθαν στον νου του:
“Μην ξεχνάς Ισίδωρε ότι η κοπέλα είναι ένα αγριεμένο και τρομαγμένο πλάσμα. Πολύ πιθανόν ικανή για όλα...”

(Στην Επόμενη Ανάρτηση, το Τέλος...)








Την Νουβέλα, συνολικά και ενιαία, μπορείτε, όπως πάντα να την έχετε εδώ:

Μπορείτε να κάνετε log-in στην πλατφόρμα χρησιμοποιώντας τον google account ή τον facebook account σας, ως αναγνώστες.