H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Προσωπικά Διηγήματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 9 Μαρτίου 2024

"Για μένα" (Διήγημα, συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια ιδέα-μια έμπνευση #1)

 Για μένα...



Σήμερα…


Η μεγάλη αίθουσα ήταν κατάμεστη από κόσμο. Δεν υπήρχε ίχνος από κάθισμα άδειο. Ακόμα και στους διαδρόμους στα ακραία πλαϊνά όπως και στο πίσω μέρος υπήρχαν όρθιοι. Η ατμόσφαιρα ήταν γεμάτη συγκίνηση. Το έβλεπες, το ένιωθες παντού. Τηλεοπτικές κάμερες είχαν στηθεί επίσης σε καίρια σημεία και πολλοί εκπρόσωποι μέσων ενημέρωσης ήταν σε ετοιμότητα να μεταφέρουν το ρεπορτάζ τους από τα μελλούμενα. Οι παρουσιαστές της εκδήλωσης είχαν ήδη πάρει τις θέσεις τους. Όμορφη μουσική γέμιζε το χώρο και όλα τον περίμεναν. Η δική του ώρα. Η στιγμή του Έκτορα Βεργέτη. Λογοτέχνης, συγγραφέας, βάδιζε ήδη την έκτη δεκαετία της γόνιμης και δημιουργικής ζωής του. Και η αποψινή εκδήλωση ήταν για εκείνον! Η παρουσίαση ενός σημαντικού βιβλίου, του τελευταίου του έργου. Ενός έργου, που τάραξε έντονα τα νερά της επικαιρότητας. Που είχε ήδη σηκώσει μεγάλες προσδοκίες. Και όλα αυτά για το θέμα στο οποίο αναφέρονταν. Εκείνο το θέμα, που τον είχε συγκλονίσει και είχε σημαδέψει την ίδια του τη ζωή και όχι μόνο.


Ήταν συγκινημένος. Με κόπο προσπαθούσε να βαστάξει μια ισορροπία στα συναισθήματά του. Όλη αυτή η ατμόσφαιρα τον είχε σκεπάσει ολόκληρο. Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν! Οι ομιλητές είχαν πάρει τη θέση τους. Η μουσική είχε σταματήσει, οι φωνές χαμήλωσαν στο πλήθος, έγιναν ψίθυροι, που όλο και σιωπούσαν.


-Φίλες και φίλοι, αγαπητοί καλεσμένοι…


Ο εισηγητής άνοιγε την εκδήλωση, οι χτύποι στην καρδιά του Έκτορα Βεργέτη, άρχισαν να επιταχύνουν αργά αλλά σταθερά.


-Σας ευχαριστούμε για την τιμή…


Ο εισηγητής συνέχισε για να καλωσορίσει και να υποδεχτεί τους ανθρώπους, που κατέθεταν την ψυχή τους στη συμμετοχή τους.


-Απόψε παρουσιάζουμε το τελευταίο βιβλίο του Έκτορα Βεργέτη, “Για μένα”… ήρθε η στιγμή να καλέσουμε στο βήμα τον ίδιο το συγγραφέα…


Σαν να ζούσε ένα όνειρο. Εκατοντάδες άνθρωποι όρθιοι χειροκροτούσαν με πάθος. Έστρεψε το βλέμμα του ολόγυρα, σε μια πανοραμική κίνηση. Σηκώθηκε. Προσπάθησε να σταθεί όρθιος. Γύρισε στο διπλανό κάθισμα. Ο παιδικός του φίλος, ο πιστός του ακόλουθος και επιστήμονας, ο καθηγητής ψυχιατρικής, Ευγένιος Δημάρατος, με τη σύζυγό του, είχαν ήδη σηκωθεί. Τον κοίταξε βαθιά ίσια στα μάτια με ένα βλέμμα απίστευτης και ασύλληπτης δοτικότητας και αλληλεγγύης, που το ένιωσε σαν χάδι στην ψυχή του. Ο Έκτορας τον κοίταξε στα μάτια σιωπηρός. Είδε στο γαλήνιο πρόσωπο του περίπου συνομήλικου φίλου του, να διαγράφεται ένα γλυκό και ενθαρρυντικό χαμόγελο. Τον είδε να του γνέφει ένα θετικό προτρεπτικό κάλεσμα. Το χέρι του κινήθηκε καλώντας τον να προχωρήσει προς το βήμα.

Ο Έκτορας έκανε ήδη τα πρώτα βήματα, σταθερά, αποφασιστικά, ελέγχοντας τη συγκίνηση και την παρόρμηση της στιγμής. Και τότε, σε εκείνα το χάσιμο του χρόνου, η μνήμη του φτερούγισε λίγο καιρό πίσω. Με το άναρχο χάρισμά της να συμπυκνώνει απέραντο χρόνο σε ελάχιστα δευτερόλεπτα, η σκέψη του συγγραφέα πήγε ακριβώς σε εκείνη τη στιγμή, που ξεκίνησαν όλα αυτά, που οδήγησαν στην αποψινή βραδιά. Εκείνο το χειμωνιάτικο πρωινό της ύστερης ζωής του.


Λίγους μήνες πριν…


Ο χειμώνας στο Κυκλαδίτικο νησί δεν είχε την αγριάδα της στεριάς. Είχε όμως την υγρασία της θάλασσας αλλά συνάμα και την ομορφιά της. Το πατρικό σπίτι του Έκτορα Βεργέτη, λειτουργούσε κάτι σαν ησυχαστήριο, σαν καταφύγιο για τις στιγμές γαλήνης, που αποζητούσε. Άλλωστε αυτό το σπίτι είχε, κατά καιρούς, αποτελέσει και το καμίνι μέσα στο οποίο γεννήθηκε η έμπνευση αλλά και η συγγραφή αρκετών από τα λογοτεχνικά του έργα, που τον είχαν καταξιώσει στο συγγραφικό χώρο.


Εκείνο το συννεφιασμένο πρωινό, τυλιγμένο στην ομίχλη του Αιγαίου, τον βρήκε να απολαμβάνει το πρωινό του, καθισμένος στη μεγάλη πολυθρόνα αντικριστά στο ξύλινο μεγάλο γραφείο του. Αυτός ο ενοχλητικός πονοκέφαλος δεν τον άφηνε να χαλαρώσει, τον κρατούσε σφιγμένο, σαν δυο χέρια δυνατά να τον έσφιγγαν στους κροτάφους του. Και εκείνες οι ζαλάδες. Την απλανή του σκέψη διέκοψε ο ήχος του κινητού του τηλεφώνου. Έριξε μια ματιά στην οθόνη για να δει έναν άγνωστο αριθμό κλήσης. Απορημένος για την προέλευση της κλήσης, απάντησε.


“Καλή σας μέρα, ο κύριος Έκτορας Βεργέτης;”


Μια γλυκιά γυναικεία ώριμη φωνή ηχούσε στις ξαφνιασμένες του αισθήσεις.

“Ο ίδιος, ποιος είναι παρακαλώ”

“Ελίζα Βελισσαράτου… συγγνώμη, που σάς ενοχλώ…”


Ο Έκτορας στην πίεση του χρόνου, προσπαθούσε να συγκεντρώσει τη σκέψη του για να εντοπίσει αν γνώριζε τη γυναίκα που τού μιλούσε στην άλλη άκρη της γραμμής. Η γυναικεία φωνή συνέχισε:


“Δεν ξέρω αν σάς λέει κάτι το όνομά μου, είμαι η…”


Δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει τη φράση της και ένα χαμόγελο εντυπωσιασμού σχηματίστηκε στο πρόσωπο του συγγραφέα.

“Είστε η καθηγήτρια παιδιατρικής απ’ την Αθήνα, η γιατρός ακτιβίστρια στην οργάνωση των γιατρών της διεθνούς αλληλεγγύης!”

“Με τιμάει η δυνατή σας μνήμη, απάντησε εκείνη αφοπλιστικά”

“Δική μου χαρά και τιμή κυρία Βελισσαράτου, τι μπορώ να κάνω για εσάς;”

“Θα ήθελα να σάς ζητήσω μια συνάντηση”

“Μεγάλη μου χαρά αλλά περί τίνος πρόκειται;” Τη ρώτησε με μεγάλο ενδιαφέρον.

“Θα έχω την ευκαιρία να σάς τα εκθέσω από κοντά, αν μού κάνετε την τιμή και μού χαρίσετε μέρος του χρόνου σας.

“Ο χρόνος μου στη διάθεσή σας”


Το ραντεβού κλείστηκε για την επόμενη κιόλας μέρα και μάλιστα στο σπίτι του εκεί, με δικό της αίτημα. Κανόνισαν να βρεθούν νωρίς το βραδάκι. Η Ελίζα Βελισσαράτου ήταν ένα σπουδαίο και λαμπερό όνομα στους κοινωνικούς χώρους. Στην πέμπτη δεκαετία της ζωής της, γυναίκα όμορφη, γοητευτική. Η επιστημονική της κατάρτιση και επαγγελματική της προσφορά, χρόνια τώρα δοκιμασμένη στα δημόσια νοσοκομεία. Καθηγήτρια παιδιατρικής στην Ιατρική σχολή του πανεπιστημίου, έρευνες, προσφορές, πρωτοβουλίες. Η φήμη της πέρασε τα σύνορα της χώρας και απλώθηκε σε πολλούς μαρτυρικούς χώρους. Εκεί, που βρώμικοι πόλεμοι μάτωναν αθώους ανθρώπους. Έγινε μέλος της Διεθνούς ταξιαρχίας γιατρών του κόσμου, που δεν τους χωρούσαν τα σύνορα της γης. Μπήκαν μπροστά σε τυραννίες, σε φασιστικά καθεστώτα, σε ιμπεριαλιστικούς πολέμους, στήριξαν κινήματα, στελέχωσαν διαλυμένες δομές υγείας, έσωσαν ζωές σε βομβαρδισμένα νοσοκομεία, μαρτύρησαν την αλήθεια και έγιναν σύμβολα. Ο Βεργέτης, άνθρωπος που συμμερίζονταν τον αγώνα τους, ήξερε γι’ αυτούς, μάθαινε, τους καμάρωνε. Και όλες αυτές οι σκέψεις έγιναν συναισθηματική φόρτιση, που φορτώθηκε στις ώρες, που καρτερούσε την Ελίζα Βελισσαράτου να δρασκελίσει το κατώφλι της πόρτας του σπιτιού του. Αλήθεια πώς έφτασε εκεί; Γιατί δεν επιδίωξε να τον συναντήσει στην Αθήνα, στο σπίτι του εκεί; Ερώτημα, που δεν είχε το χρόνο να επεξεργαστεί στο χρόνο που απέμενε μέχρι τη συνάντησή τους.


Τώρα την είχε απέναντί του, απλή, λιτή, παρ’ όλα αυτά επιβλητική αλλά και προσιτή. Δύο κούπες καφές και λίγα κουλούρια ήταν ανάμεσά τους στο όμορφο ξύλινο στρογγυλό τραπέζι.

“Λοιπόν πώς φτάσατε σε μένα;” Τη ρώτησε με έντονο ενδιαφέρον.

“Η αλήθεια, κύριε Βεργέτη είναι ότι εσείς, κατά κάποιον τρόπο, φτάσατε σε μένα”, του είπε.

“Δεν καταλαβαίνω…”

“Ίσως να σάς βοηθήσω, να καταλάβετε”, τού είπε για να συνεχίσει “Δεν ήρθα τυχαία σε σάς, το όνομα και η δουλειά σας είναι ευρύτερα γνωστά. Η σχέση σας με τη λογοτεχνία, τη συγγραφή αλλά και τους κοινωνικούς χώρους, είναι κάτι που έπαιξε το ρόλο του για να θελήσω να σάς συναντήσω”

“Κυρία Βελισσαράτου, με τιμάτε πραγματικά, ευχαριστώ πολύ. Περιμένω να ακούσω πώς μπορώ να ανταποκριθώ”

“Θέλω να ακουμπήσω πάνω σας κάτι σημαντικό, κάτι ιδιαίτερο…” του είπε, προκαλώντας ακόμα περισσότερο την αγωνία του.

“Με κάνετε να αδημονώ…”

“Μπορεί να ακουστεί λίγο εγωιστικό αλλά, επιτρέψτε μου να σάς εξηγήσω το λόγο. Θα ήθελα να γράψετε ένα βιβλίο…”

“Τι βιβλίο;” έκανε εκείνος, νιώθοντας την κατάσταση να έρχεται στο ...γήπεδό του.

“Κάτι ας πούμε σαν τη βιογραφία μου!”

“Ω… εγώ;”

“Μη βιάζεστε να βγάλετε συμπεράσματα. Θέλω στη γραφή σας για μένα να αναδειχθούν, σαν ένα ιστορικό ντοκουμέντο όλα αυτά, που έχουν δει τα μάτια μου εκεί έξω, σε κόσμους και συνθήκες εφιαλτικές”


Ο Βεργέτης ένιωσε κάτι πολύ μεγάλο να ξετυλίγεται μπροστά του. Στριφογύρισε στην πολυθρόνα του, ζητώντας επεξηγήσεις.

“Τα μάτια των αδύνατων ανθρώπων, η αγωνία τους μπροστά στο διωγμό, στη βία, στη φυγή. Η εκμετάλλευση εκείνων που δεν έχουν στον ήλιο μοίρα, παιδιά που έχασαν τους γονείς τους σε πολεμικές επιχειρήσεις, πρόσφυγες ματωμένοι, κρατούμενοι εξαθλιωμένοι και βασανισμένοι. Θέλω να γράψετε για αυτά. Όσα είδα, όσα αντιμετώπισα. Θέλω να μιλήσω, να τα δώσω στον κόσμο. Να μάθει, να σπάσει ο καθεστωτικός κύκλος της σιωπής και της προπαγάνδας. Να μιλήσουμε για το φασισμό, για το δουλεμπόριο, για τους μισθοφόρους και τα εγκλήματά τους. Και επειδή η δική μου γραφή δεν τα καταφέρνει, θεώρησα ότι μπορείτε εσείς να αναλάβετε να μιλήσετε για μένα αλλά και για όλα αυτά”


Ο συγγραφέας ένιωθε να ανατριχιάζει από το βάρος της στιγμής. Μέχρι τώρα διάβαζε για όλα αυτά, τα παρακολουθούσε στενά από δίκτυα και μέσα αλλά τώρα καλούνταν να γίνει αυτός, που θα τα αποδώσει στον κόσμο.

“Μα… πώς θα το κάνω αυτό; Θέλω να πω, τι θα γράψω;”

Τον διέκοψε μαλακά και πειστικά.

“Μην ανησυχείτε γι’ αυτό κύριε Βεργέτη, θα σάς δώσω εγώ όλα όσα απαιτούνται για ένα τέτοιο έργο. Θα σάς τα δώσω εν είδη ημερολογίου, αν θέλετε να το βαφτίσετε έτσι. Όλα γραπτά. Πού έχω πάει, τι έχω συναντήσει. Φωτογραφίες, έγγραφα, συνεντεύξεις, μαρτυρίες συναδέλφων, υλικό της οργάνωσής μας, ηλεκτρονικό υλικό. Βίντεο, τα πάντα”

Η ένταση στον συγγραφέα ανέβηκε ακόμα περισσότερο. Δεν ήταν άρνηση αυτό που ένιωθε ή φόβος. Ήταν δέος και ευθύνη. Η Ελίζα το βίωσε στο πρόσωπό του και παρενέβη.

“Δεν θέλω να σάς πιέσω, αν αρνηθείτε θα το σεβαστώ απόλυτα χωρίς καμία παρεξήγηση, σάς το λέω ξεκάθαρα. Πάρτε το χρόνο σας και πείτε μου πότε θέλετε να σάς καλέσω.


Λένε ότι οι μεγάλες αποφάσεις παίρνονται στο φτερούγισμα της στιγμής του χρόνου. Και ίσως από ένστικτο, ίσως να μην υπάρχει εύκολη εξήγηση σε αυτό. Ο Βεργέτης δεν δίστασε μήτε δευτερόλεπτο. Και έδωσε τη θετική του απάντηση σε πλήρη συνείδηση, σε απόλυτο έλεγχο, σε ώριμη συγκίνηση και αποδοχή. Και είδε και τη δική της αντίδραση. Μια αντίδραση, που σημάδεψε τη ζωή του. Μια έκφραση αλησμόνητη. Σαν κάποιος να νιώθει να μοιράζεται ένα αφόρητο βάρος και να θέλει μ’ αυτό να μεταλαμπαδεύσει ολάκερη την κοινωνία.


“Σας ευχαριστώ με την καρδιά μου, κύριε Βεργέτη! Να ξέρετε ότι εγώ δεν διεκδικώ το παραμικρό από αυτό το βιβλίο. Μπορείτε να το πείτε κληρονομιά μου στις γενιές των ανθρώπων ή ένα όπλο απέναντι στο σκοτάδι και τη σιωπή”.

Πόσο τον εντυπωσίαζε η στάση της! Πόσο τη θαύμαζε! Ήξερε για εκείνη αλλά αυτό που ζούσε τώρα ήταν εντελώς διαφορετικό. Ήταν κάτι απτό, τόσο κοντινό. Την είχε απέναντί του, εκεί. Αν ήταν νέος θα μπορούσε, άνετα, κάποιος να πει ένιωθε θαυμαστής της, γοητευμένος.


Η Ελίζα έφυγε, ανανέωσαν το ραντεβού τους για το επόμενο απόγευμα για να του φέρει τα στοιχεία, που του υποσχέθηκε. Και αυτές οι εικοσιτέσσερις ώρες έδειχναν να μην περνούν με τίποτα. Άλλαξε κάθε δική του αίσθηση στο χρόνο, γέμισε η σκέψη του με σκοπό και σχέδιο. Δεν μπορούσε να εξηγήσει αυτήν την τόσο δυνατή αγωνία και προσμονή. Το κεφάλι του έφτασε να καίει. Εκεί, προς το βράδυ είχε την αίσθηση ότι το πρόσωπό του έβγαζε φωτιές.


Πήρε τα χάπια του για να ηρεμήσει, μετρώντας τις ώρες. Με πολλές και διάφορες σκέψεις. Η Ελίζα ήρθε! Και ο ίδιος την υποδέχτηκε με ένα πρωτόφαντο αίσθημα ανακούφισης.

“Σ’ αυτόν το φάκελο θα βρείτε τα πρώτα γενικόλογα στοιχεία τόσο της δράσης μας συλλογικά αλλά και το περίγραμμα του δικού μου ημερολογίου. Μπορείτε να ξεκινήσετε την επεξεργασία των στοιχείων και το σκελετό του πώς θα δουλέψετε. Εγώ πλέον δεν μπορώ να παρέμβω στη σκέψη σας. Είστε λεύτερος να την καθοδηγήσετε”, του είπε.

“Τα υπόλοιπα;”

“Θα σας τα φέρω τις αμέσως επόμενες μέρες για να μπορέσω να τα σταχυολογήσω και εγώ, να τα βάλω σε μια σειρά”


Αντάλλαξαν τηλέφωνα επικοινωνίας. Η Βελισσαράτου έφυγε και ο Βεργέτης έμεινε μόνος, έτοιμος πια να οργανώσει τη δουλειά του. Ρίχτηκε με τα μούτρα στη μελέτη του υλικού του φακέλου, που του έφερε. Οι υποσχέσεις που άφηνε ήταν τέτοιες, που πραγματικά τον σοκάρισαν. Οι αναφορές στις επιχειρήσεις και δράσεις, που είχε αναλάβει η οργάνωση, στην οποία συμμετείχε η καταξιωμένη καθηγήτρια ήταν σαφέστατες και κυριολεκτικά πατούσαν μέσα τη φωτιά. Και αυτή η φωτιά, μεταδόθηκε και σε εκείνον. Άρχισε να δουλεύει εντατικά σε πυρετώδη ρυθμό. Έφτιαξε τη βάση επεξεργασίας του υλικού του και πλέον περίμενε την Ελίζα να του φέρει πλέον αναλυτικά στοιχεία.


Η πρώτη μέρα της αναμονής πέρασε, μαζί και η επόμενη. Ακολούθησε και η τρίτη και πλέον ο Έκτορας Βεργέτης ξεπέρασε το στάδιο της ανησυχίας και μπήκε σε αυτό της αγωνίας. Οι σκέψεις και τα ερωτήματα άρχισαν να τον βαραίνουν και να πληθαίνουν. Την τέταρτη μέρα της καθυστέρησης, την πήρε τηλέφωνο.

“Το τηλέφωνο του συνδρομητή που καλέσατε είναι απενεργοποιημένο…”

Η μηχανογραφημένη φράση κλισέ, έκαιγε το μυαλό του. Η σιωπή και η απουσία τον έκανε νευρικό, δεν τον χωρούσε ο τόπος. Αποφάσισε να δράσει και να πάρει πρωτοβουλίες. Μπήκε στο διαδίκτυο, έψαξε σελίδες και οργανώσεις. Βρήκε τα τηλέφωνα της οργάνωσης της Ελίζας Βελισσαράτου. Τηλεφώνησε.

“Η κυρία Βελισσαράτου βρίσκεται εκτός Αθηνών. Θα την ενημερώσουμε με την πρώτη ευκαιρία”

“Σάς έχει ειδοποιήσει ότι θα απουσιάσει; Βρίσκεται κάπου;” ρώτησε με αγωνία για να πάρει αρνητική απάντηση. Η γυναίκα που περίμενε, έδειχνε να είχε εξαφανιστεί.


Αποφάσισε να ζητήσει βοήθεια. Και φυσικά η πηγή του δεν μπορούσε παρά να είναι ο επιστήθιος φίλος του, ο γιατρός Ευγένιος Δημάρατος. Τον κάλεσε στον τηλέφωνο.

Ευγένιε καλησπέρα…”

“Καλώς τον Έκτορα, τι κάνεις φίλε μου;” ήχησε στα αυτιά του η χαμογελαστή φωνή του.

Του απάντησε αόριστα με τις κλασικές γενικόλογες αναφορές και εισαγωγές.

“Τα χάπια σου τα παίρνεις βρε παλιόγερε ή θα φτάσει η πίεση σου πάνω κι απ΄ την τιμή του λαδιού;”

Ο Έκτορας προσπαθούσε να δείχνει ήρεμος αλλά ο εκνευρισμός του δεν μπορούσε να κρυφτεί με τίποτα. Ο συνομιλητής του το είχε ήδη καταλάβει.

“Ευγένιε, θέλω από σένα μια χάρη, σε παρακαλώ…”

“Κάνω και τίποτα άλλο τα τελευταία χρόνια;” σχολίασε ο φίλος του.

“Είναι κάτι σοβαρό, αντιμετωπίζω ένα πρόβλημα”

“Ο ήχος της φωνής σου, σε έχει ήδη ...προδώσει, Έκτορα, λέγε!”

“Με επισκέφτηκε μια γυναίκα για κάποια δουλειά, για να αναλάβω κάτι”

“Τι δουλειά;”

Ο Έκτορας, τον ενημέρωσε γενικόλογα για το είδος του θέματος.

“Εγώ πώς μπορώ να σε βοηθήσω;” τον ρώτησε ο Ευγένιος.

“Θέλω να μάθεις γι’ αυτήν, να ρωτήσεις, να ψάξεις…”

“Έκτορα με κάνεις και ανησυχώ. Για ποιαν πρόκειται;”

“Για την Ελίζα Βελισσαράτου, καθηγήτρια παιδιατρικής στην Ιατρική σχολή και μέλος των Διεθνών Ταξιαρχιών των Γιατρών του κόσμου”


Ο Ευγένιος Δημάρατος, έμεινε εντελώς μετέωρος για λίγα κρίσιμα δευτερόλεπτα. Έριξε μια ματιά δίπλα του στην ανέμελη γυναίκα του, που παρακολουθούσε τη συνομιλία του.

“Η Ελίζα Βελισσαράτου ήρθε και σε βρήκε, Έκτορα;”

“Ναι, Ευγένιε, σε παρακαλώ, κάνε κάτι, είμαι σε αδιέξοδο”, τού είπε με ανεξέλεγκτη αγωνία, για να συνεχίσει “Πρέπει οπωσδήποτε να την βρώ, ακούς; Είναι μεγάλη ανάγκη; Αυτά που έχω στα χέρια μου πρέπει πάσει θυσία να βγουν προς τα έξω…”

Ο Δημάρατος άλλαξε εντελώς διάθεση. Σαν να σοβάρεψε απότομα εντελώς, σαν να βάρυνε.

“Εντάξει, Έκτορα! Στο υπόσχομαι. Θα το αναλάβω προσωπικά, μείνε ήσυχος. Θέλω να ηρεμήσεις και θα κινηθώ τώρα εγώ, όμως μην κάνεις καμία ενέργεια, μ’ ακούς; Σειρά σου να μού το υποσχεθείς”

“Εντάξει, Ευγένιε, θα περιμένω μήνυμά σου, σύντομα σε παρακαλώ, σύντομα…”


Έκλεισαν. Ο Ευγένιος άφησε το κινητό του στο τραπέζι. Ήταν εμφανώς προβληματισμένος, έδειχνε θορυβημένος.

“Τι συνέβη Ευγένιε; Τι έπαθε ο Έκτορας;” τον ρώτησε με έγνοια, η γυναίκα του.

Ο Ευγένιος την κοίταξε ίσια στα μάτια και απάντησε με φωνή βαθιά και αργή.

“Σε παρακαλώ δες πότε έχει καράβι για το νησί το συντομότερο…”

“Δεν καταλαβαίνω, τι συμβαίνει;”

“Κλείσε δυο εισιτήρια, φεύγουμε αμέσως για τον Έκτορα”

“Εντάξει αλλά θα μού πεις τι συμβαίνει;”

“Πάρε σε παρακαλώ, θα τα πούμε στο δρόμο, πάω στο νοσοκομείο και γυρίζω. Δεν έχουμε χρόνο…”

Η γυναίκα του Δημάρατου έριχνε πλάγιες ματιές στο σύζυγό της καθώς το ταξί τούς μετέφερε στο λιμάνι του Πειραιά. Με το πλοίο κλειστού τύπου, θα έφταναν εκεί σε λιγότερο από τρεις ώρες. Έβλεπε το σφιχτό πρόσωπο του Ευγένιου και μια μικρή φλέβα που τρεμόπαιζε στον κρόταφό του. Δεν άντεξε.

“Μήπως είναι ώρα να μού πεις τι συμβαίνει με τον Έκτορα;”

“Μού ανέθεσε μια πιεστική δουλειά”

“Τι δουλειά;”

“Μου είπε ότι τον επισκέφτηκε μια ώριμη γυναίκα, τού έφερε κάποια στοιχεία και του ανέθεσε να γράψει ένα βιβλίο για κείνη”

“Θαυμάσια, μιας πρώτης τάξεως ευκαιρία να βρει πάλι το ρυθμό του ο φίλος μας”, αποκρίθηκε εκείνη.

“Ξέρεις ποια είναι αυτή η γυναίκα, Αλκμήνη;”

Η γυναίκα του τον κοίταξε περιμένοντας.

“Η Ελίζα Βελισσαράτου!”

Το πρόσωπο της γυναίκας του Ευγένιου πάγωσε με μιας.

“Τι είπες;” ψέλλισε.

“Ακριβώς αυτή! Ίσως δεν έπρεπε να τον αφήσω να πάει στο νησί”

“Μα είναι ο τόπος του, το πατρικό του, εκεί γράφει, εκεί δημιουργεί” του είπε εκείνη.

“Ναι αλλά και εκεί είναι οι δυνατές του συγκινήσεις”, απάντησε εκείνος.


Το πλοίο σαν να πετούσε πάνω στα κύματα του Αιγαίου. Ο χρόνος πέρασε γρήγορα και ο Δημάρατος με τη γυναίκα του έφτασαν στο νησί.

“Δεν θα τον πάρεις ένα τηλέφωνο, Ευγένιε; Ότι ερχόμαστε;”

“Άσε να τού κάνουμε μια όμορφη έκπληξη” απάντησε εκείνος.


Και ναι, η έκπληξη ήταν πάρα πολύ μεγάλη. Και μάλιστα η αποδοχή της δημιούργησε ένα δυνατό ξέσπασμα στον Έκτορα σαν είδε τον αγαπημένο του φίλο και τη γυναίκα του να δρασκελίζουν την πόρτα της εισόδου του. Έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου διαδοχικά. Ο Έκτορας φάνηκε, στην έκφρασή του, ότι είχε έντονα την ανάγκη από μια παρουσία ανθρώπων, που εμπιστευόταν. Ο Ευγένιος, διαπίστωσε, με την πρώτη ματιά, ότι ο φίλος τους ζούσε μια πολύ μεγάλη ένταση. Τόσο δυνατά εξωτερικευμένη, που θα την έλεγε κανείς στα όρια του παραληρήματος. Τα μάτια του ήταν κόκκινα, εμφανώς άγρυπνα και κουρασμένα. Το κάτω χείλος του έτρεμε ακανόνιστα μαζί με τα χέρια του.

“Ευγένιε, Αλκμήνη… Σάς ευχαριστώ, που ήρθατε, το ‘ξερα ότι θα με βοηθήσεις! Το ‘ξερα ότι θα την εύρισκες”

Ο Ευγένιος τραβήχτηκε μαλακά από την αγκαλιά του. Τακτοποίησαν τα πράγματά τους, έριξε μια ματιά στο χώρο. Είδε ακαταστασία στο τραπέζι, ένα μπουκάλι ρακί, δύο ποτήρια.

“Έκτορα τι κάνεις; Είναι δυνατόν; Πίνεις;”

“Εντάξει μην το κάνεις θέμα, ένα δυο ποτηράκια ήπια, μού έκανε καλό, να ηρεμήσω…”

“Είσαι με τα σωστά σου μωρέ; Με τα χάπια σου πίνεις μπουκάλι τη ρακί; Αντιλαμβάνεσαι ότι μιλάμε για καταστροφή;”


Προσπάθησε να φέρει μια ηρεμία στο χώρο με τη γυναίκα του, η οποία είχε ήδη ξεκινήσει να επιμελείται το χώρο.

“Κάτσε Έκτορα και πες μου”

“Εσύ πες μου, Ευγένιε, τη βρήκες; Σού είπα πως την έχω χάσει, σαν να άνοιξε η γη και την κατάπιε. Είχαμε ραντεβού και δεν ήρθε. Ρώτησα, έψαξα παντού, μέχρι και την αστυνομία εδώ πήρα μπας και έγινε κανένα ατύχημα, μού απάντησαν αρνητικά, λέγε”

“Ηρέμησε λίγο και πες μου…”

“Τι να σού πω;” εξεμάνη εκείνος; “Μπορεί κάτι να της έκαναν! Με όσα έμαθα για τη δράση της…”

“Τι έμαθες;”

“Ευγένιε, μού άφησε ένα φάκελο, σου λέω πριν μέρες και θα μού έφερνε τα υπόλοιπα” έκανε εκείνος.

“Πού είναι ο φάκελος, μπορώ να τον δω;” ρώτησε ο Δημάρατος ενώ η γυναίκα του είχε ήδη κάτσε κοντά τους. Ο Έκτορας σηκώθηκε, πήγε σε ένα ξύλινο φοριαμό, δίπλα στο γραφείο του, ξεκλείδωσε, έβγαλε ένα φάκελο και τον άφησε χτυπητά πάνω στο τραπέζι.

“Ορίστε!”

Ο γιατρός ξεφύλλισε λίγο το φάκελο, κοίταξε τη γυναίκα του και γύρισε στον Έκτορα.

“Τι με κοιτάς έτσι μωρέ Ευγένιε; Πες μου, βρήκες τίποτα; Πες μου!”

Η έξαψη θέριεψε μέσα του στη στιγμή, σαν έκρηξη, σαν επιληπτική κρίση. Τρέμοντας είχε πλέον αδράξει το φίλο του από τα χέρια και τον ταρακουνούσε με δύναμη”

Η Αλκμήνη από δίπλα ακούστηκε απευθυνόμενη στον άντρα της.

“Ευγένιε, σταμάτα, δεν είναι καλά!”

“Αλκμήνη, δεν υπάρχει επιστροφή, μόνο ένα σοκ θα τον επαναφέρει πάλι”

Ο γιατρός πήρε άμεσα τις αποφάσεις του. Δεν είχε παρά ελάχιστα περιθώρια. Ο Έκτορας παραληρούσε σε μια υστερική κρίση.

“Την έχασα, Ευγένιε! Την έχασα σού λέω, ήταν εδώ μπροστά μου! Έφυγε μέσα απ’ τα χέρια μου!’


Ο γιατρός σηκώθηκε όρθιος. Αποφασιστικά άρπαξε το φίλο του από τους ώμους. Εμφανώς συγκινημένος.

“Πάψε Έκτορα! Πάψε σού λέω! Σταμάτα! Σταμάτα πια!”

“Γιατί να σταματήσω Ευγένιε, γιατί;”

“Έκτορα, κατάλαβέ το σε παρακαλώ! Η Ελίζα, η γ υ ν α ί κ α σου, δ ε ν ζ ε ι πια!”


Ένα κράμα έκρηξης ήρθε στην ατμόσφαιρα. Ο συγγραφέας σπάραζε πλέον σε ένα ακατάληπτο θρήνο στην αγκαλιά του φίλου του.

“Όχι Ευγένιε, δεν είναι δυνατόν! Τι λες; Η Ελίζα…”

“Η Ελίζα έφυγε, Έκτορα! Η Ελίζα δεν είναι κοντά μας πια, αγαπημένε μου φίλε! Ησύχασε, πρέπει να το δεχτείς! Να το δ ε χ τ ε ι ς Έκτορα! Μήνες τώρα κινείσαι από το πραγματικό στο φανταστικό. Συμβαίνουν πράγματα γύρω σου και δεν ξέρεις αν τα έζησες ή όχι”


Μια εικόνα τραγική απεικονίζονταν στο φωτεινό δωμάτιο του νησιώτικου σπιτιού. Ο Έκτορας Βεργέτης σπάραζε στο κλάμα, σαν μικρό παιδί, στην αγκαλιά των δύο φίλων του. Έτρεμε, είχε ρίγη συγκίνησης. Ο Ευγένιος τον κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του σαν μωρό.

“Η Ελίζα δολοφονήθηκε, φίλε μου στο Νοσοκομείο στη Γάζα. Αυτή ήταν η τελευταία της αποστολή. Έβαλε μπροστά το κορμί της και τη μεγάλη της καρδιά όταν οι πάνοπλοι Ισραηλινοί μπήκαν αφιονισμένοι στα ιατρεία και στους θαλάμους. Πίσω της έκρυβε μικρά φοβισμένα παιδιά Παλαιστινίων, που ζούσαν τον απόλυτο εφιάλτη. Και η γυναίκα σου, Έκτορα, έγινε λέαινα! Πάλεψε, ούρλιαξε, για να σώσει τα παιδιά και τους συναδέλφους της. Και τη σκότωσαν εκεί στον ιερό βωμό της…”


Πλέον αν μπορούσε κάποιος να δει στο εσωτερικό του δωματίου θα έβλεπε μια παράξενη εικόνα. Τρεις άνθρωποι αγκαλιά έκλαιγαν και οι δυο από αυτούς σαν να νανούριζαν ένα μωρό παιδί ...εξήντα χρόνων να το ηρεμήσουν, να διώξουν τους εφιάλτες τους. Ο γιατρός συνέχιζε:

“Έτσι έφυγε η Ελίζα Βελισσαράτου, Έκτορα. Η γυναίκα σου! Έτσι μαρτύρησε! Και εσύ… δεν άντεξες την απώλεια, φίλε μου! Γιατί η απώλεια δεν διαχειρίζεται εύκολα, ακριβέ μου. Και τα στοιχεία με τον περιβόητο φάκελο, το έργο της, τα ντοκουμέντα της, τα έχεις εδώ από τότε. Και σε καρτερούν να γίνεις καλά, να πατήσεις γερά στα πόδια σου, στα συνειδητά λογικά σου και να γράψεις! Να γράψεις, Έκτορα! Να γράψεις για εκείνην! Ποια ήταν, τι έκανε, τι είδε όλα αυτά τα χρόνια. Ακόμα και στο στερνό της ταξίδι! Σε περιμένει, Έκτορα! Να μάθει η κοινωνία και ο λαός, ποιοι είναι οι πραγματικοί ήρωες. Ποιος πρέπει να είναι ο ρόλος εκείνων των ανθρώπων της προσφοράς, της αλληλεγγύης, του αγώνα για το δίκιο…”


Άρπαξε γερά τον Έκτορα, σήκωσε το κεφάλι του και τον κοίταξε ίσια στα μάτια.

“Τόσο καιρό, με τη θεραπεία προσπαθούσα να διαχειριστούμε το διπολισμό σου. Όμως η λύση είναι στα χέρια σου! Εκείνη ήρθε σε σένα, εκείνη έρχεται συχνά για να σού θυμίσει το καθήκον σου! Γράψε, Έκτορα! Αυτή είναι η λύτρωσή σου, αυτή είναι η δική της δικαίωση, φίλε μου…”


Στο σήμερα...


Ο Έκτορας Βεργέτης κίνησε αποφασιστικά το βήμα του προς τη μεγάλη έδρα με τους ομιλητές. Όλη η μεγάλη αίθουσα ήταν στο πόδι και χειροκροτούσε. Συνθήματα δονούσαν το χώρο. Ένιωσε την καρδιά του να φτερουγίζει. Έφτασε στην έδρα. Του έδειξαν την καρέκλα του να καθίσει. Στο γραφείο μπροστά ήταν το βιβλίο!

Ο τίτλος γραμμένος σε ένα εξώφυλλο με όμορφα γραφικά και την εικόνα της! “Για μένα”. Με τα δάχτυλά του το άγγιξε. Το χάιδεψε σαν να ήταν το κορμί της όπως τότε, που στα νιάτα τους έκαναν έρωτα ονειρευόμενοι έναν όμορφο κόσμο. Τα έσοδα του βιβλίου θα πήγαιναν στη χρηματοδότηση της οργάνωσης των γιατρών. Τα μάτια του έγιναν υγρά, ο κόμπος στο λαιμό του πιο έντονος. Δευτερόλεπτα πριν κάτσει, άπλωσε τα μάτια του σε ένα ευρύ πανοραμικό βλέμμα μέσα στην αίθουσα. Και τότε πέρα εκεί στο βάθος στην ανοιχτή είσοδο, να! Να εκεί! Μια θολή στην αρχή φιγούρα πρόβαλε διστακτικά βαδίζοντας αργά στο χώρο. Σαν να χάθηκαν όλοι τριγύρω, που τους έβλεπε πλέον ασαφείς μορφές, την είδε! Ήταν εκείνη! Η Ελίζα Βελισσαράτου! Η δική του Ελίζα. Η Ελίζα του, που πλέον έσπασε τα δεσμά του δικού τους κόσμου και απλώθηκε διάπλατα στην αιωνιότητα και στην ιστορία. Ήταν τόσο όμορφη, σιωπηρή και εκφραστική. Σίγουρα ικανοποιημένη, γαλήνια. Ήρθε και στάθηκε διακριτικά κάπου σε μια γωνιά όρθια, χωρίς θόρυβο. Όπως ήταν πάντα η ζωή της.


Ένιωσε την αλμύρα από τα δάκρυά του να γεμίζει το στόμα του. Κατάφερε να ψελλίσει σιγανά:

“Για σένα αγάπη μου… Ήρθε η δική σου ώρα…”

Το χέρι του κινήθηκε αποφασιστικά στο σκληρό εξώφυλλο και καθώς κάθονταν δύο σταλαματιές δάκρυα σχημάτισαν ένα απειροελάχιστο ρυάκι πάνω στην πρώτη σελίδα, που είχε ήδη ανοίξει. Καθάρισε αποφασιστικά τη φωνή του.




Το παραπάνω διήγημα, ήταν η προσωπική μου συμμετοχή, στο δικτυακό λογοτεχνικό δρώμενο "Μια ιδέα-Μια έμπνευση",  φιλοδοξώντας να κλείσει τον 1ο κύκλο συμμετοχών και θεματολογίας. Όλα τα διηγήματα, μικρά διαμαντάκια, μπορείτε να τα διαβάσετε είτε αναλυτικά είτε στην παρουσίασή τους, στο μπλογκ του δρώμενου: 

Μια Ιδέα-Μια έμπνευση

Υ.Γ. Φυσικά θα ακολουθήσει η δημοσίευσή του στο μπλογκ της βιβλιοθήκης του δρώμενου καθώς και το κλείσιμο του 1ου κύκλου.

Υ.Γ.2 Η εικόνα είναι δικό μου δημιούργημα στο πρόγραμμα https://starryai.com/ 


















Κυριακή 20 Νοεμβρίου 2022

"Φθινοπωρινή συνάντηση" (Διήγημα συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μίνι Σκυτάλη #4")

 



Φθινοπωρινή συνάντηση

Το Φθινόπωρο η γη ντύνεται με τα πιο όμορφα χρώματα. Το πιστεύετε; Από μικρή πίστευα πάντα το κλασικό. Ότι η άνοιξη είναι εκείνη, που δίνει στη φύση τις πιο όμορφες αποχρώσεις. Όμως στο πέρασμα των χρόνων και ακολουθώντας την ομορφιά, που μού έδωσε η φωτογραφία, μέσα μου βαθιά, εδραιώθηκε η άποψη ότι τα χρώματα του Φθινοπώρου στη φύση, είναι ασυναγώνιστα. Εκείνο, που τα κάνει να ξεχωρίζουν δεν είναι η ένταση της αντίθεσής τους, ίσως δεν είναι η ποικιλία. Είναι όμως αυτές οι παλ ελαφριές αποχρώσεις, που δίνει η γη στα δέντρα, στα φυτά και στο χώμα. Αυτές οι μοναδικές αποχρώσεις του καφέ σε όλο τους το μεγαλείο. Μπεζ, καστανό, καφέ σκούρο, όχρα. Ακόμα και στο μαρασμό της, η φύση έχει τη δύναμη να προσφέρει απλόχερα ένα μεγάλο καμβά χρωμάτων.

Όλα αυτά ήρθαν, μία ακόμα φορά, να με επιβεβαιώσουν σήμερα. Αυτό το νοτισμένο πρωινό της Κυριακής μέσα στο δάσος. Λατρεμένο μου χόμπυ, να κυνηγώ, με τη φωτογραφική μου μηχανή, τους ανοιχτούς χώρους. Από καιρό αυτό το πανέμορφο δάσος, έξω απ’ το χωριό ήταν στα σχέδιά μου να το επισκεφτώ. Πράγμα που τελικά έκανα και δεν απογοητεύτηκα.

Η χθεσινή νύχτα έδωσε μια γόνιμη βροχή, ήρεμη σαν τους στίχους του ουρανού, που σαν ποιητής, έρχεται στην αγαπημένη του γη να δώσει το δικό του ερωτικό ύμνο. Όλα ήταν τόσο ήρεμα, τόσο γαλήνια. Η μοναδική αυτή σιωπή, ήταν ένα πανάκριβο δώρο σε μια δραπέτευση από τον τοξικό θόρυβο της μεγάλης πόλης. Άφησα το αυτοκίνητο λίγο έξω απ’ το χωριό και πήρα το πρώτο μονοπάτι προς το δάσος. Είχε ψυχρούλα αποδεκτή και το βοριαδάκι μού έδινε μια καθαρή αναπνοή. Καθώς έμπαινα στο δάσος, τα πόδια μου άρχισαν να πατούν πάνω στο χαλί απ’ τα κιτρινισμένα φύλλα. Στις ριπές του ανέμου, μια παράξενη βροχή από αυτά στροβιλίζονταν στο ταξίδι τους απ’ τα κλαδιά των δέντρων προς την αγκαλιά της γης, που τα καρτερούσε με αδημονία να τα νοτίσει με την υγρασία της, να τα υποδεχτεί κοντά της και να τα κάνει κτήμα της.

Δεν ήμουν από αυτές, που μπορούσα να ξεχωρίσω τις φωνές των πουλιών. Όμως άφησα το δικό τους τραγούδι, να γεμίσει τα ταλαιπωρημένα μου αυτιά. Να βγάλει από τους πόρους μου το βίαιο ήχο της αστικής μας ζωής για να τον αντικαταστήσει με τη μελωδία τη δική τους. Το ελαφρύ μου παλτό, ως πάνω απ’ το γόνατο ήταν αρκετό για να με κρατήσει όσο πρέπει ζεστή. Διάλεξα να φορέσω στα ρούχα μου χρώματα του Φθινοπώρου, ζώστηκα και τη φωτογραφική μου μηχανή ανά χείρας και ήμουν έτοιμη. Όσον αφορά την τελευταία, ω ναι! Αγαπούσα την παλιά κλασική φωτογραφία του φιλμ. Έτσι σήμερα είχα βγάλει απ’ το ντουλάπι της βιβλιοθήκης αυτό το παλιό Σοβιετικό διαμάντι. Την Κίεβ 19, SLR με έξτρα φακό, που είχα βρει στο Μοναστηράκι. Όλα ήταν έτοιμα για την εξόρμησή μου.

Είχα ήδη μπει στο δάσος. Ένα φιδίσιο χωμάτινο μονοπάτι υποδέχτηκε ανεκτικά τα βήματά μου. Τα μάτια μου αφέθηκαν να ταξιδέψουν στα μοναδικά χρώματα των φύλλων απ’ τα άπειρα δέντρα που κάλυπταν το χώρο. Το ανοιχτό μπεζ και το απαλό κόκκινο συνδυάζονταν αρμονικά με το σκούρο καφέ-πράσινο των κλαδιών και των κορμών. Είχα ήδη ξεκινήσει τις πρώτες μου λήψεις, τα πρώτα μου φωτογραφικά καρέ. Πιο μέσα στο δάσος συνάντησα κάτι γραμμές. Ναι, γραμμές τραίνου. Καλύτερα θα μίλαγε κάποιος για απομεινάρια καθώς το περισσότερο μέρος τους ήταν θαμμένο στο χώμα. Πόσα άραγε χρόνια πριν αφορούσε η ύπαρξή τους. Εδώ το χωμάτινο μονοπάτι άλλαξε μορφή. Έδωσε τη θέση σε κάτι, που έδινε την εντύπωση κάτω στα πόδια σου, ότι ήταν οργανωμένο από ανθρώπινο χέρι. Ήταν σαφές ότι έμοιαζε με εγκαταλειμμένο παμπάλαιο κράσπεδο καθώς ήταν ορατές οι πέτρες που μπλέκονταν μεταξύ τους, σακαταμένες πια, από το διάβα του αδυσώπητου χρόνου. Τα κλικ της μηχανής μου άρχισαν να γίνονται πιο συχνά καθώς, με μεγάλη μου ευχαρίστηση, το τοπίο γίνονταν όλο και πιο όμορφο. Ένιωθα την επιλογή μου να με αποζημιώνει. Στο ένα άκρο αυτής της επιφάνειας γης, βρήκα μια συστάδα πολύ πυκνή από μεγάλα δέντρα, μεγάλης ηλικίας. Τα κλαδιά τους είχαν απλωθεί με τέτοιο τρόπο και σε έκταση, που λες και έκαναν ένα μεγάλο υπόστεγο πάνω απ’ το κεφάλι μου. Μαγική εικόνα στ΄ αλήθεια.

Άρχισα να περπατάω κατά μήκος αυτής της ακαθόριστης διαδρομής όταν η προσοχή μου έπεσε κάτω στο έδαφος σε κάποια παλιά, εντελώς φθαρμένα υπολείμματα από ξύλα και μέταλλα, ορισμένα σε κάποια διάταξη, από την οποία δεν μπορούσες να βγάλεις άκρη. Η φωτογραφική μηχανή δούλευε εντατικά και ήδη είχα αντικαταστήσει το πρώτο φιλμ. Το βλέμμα μου αφοσιώθηκε απόλυτα στα παλιά αυτά υλικά μπροστά μου. Πλησίασα και άρχισα να εξετάζω το χώρο και τα μελαγχολικά αυτά απομεινάρια, που μαρτυρούσαν με σαφήνεια το ανθρώπινο οργανωμένο πέρασμα από εδώ. Ποιος ξέρει πόσα χρόνια πριν. Είχα αφοσιωθεί εντελώς στη φωτογράφισή τους.

“Παλιά ήταν σιδηροδρομικός σταθμός εδώ…”

Άκουσα τη βαθιά αλλά γαλήνια φωνή πίσω απ’ την πλάτη μου καθώς ήμουν σκυμμένη για να φτιάξω τα καρέ μου. Γύρισα εντελώς τρομαγμένη και τον είδα, λίγα μέτρα κοντά μου.

“Σε τρόμαξα παιδί μου;”

Ήρθε η ερώτησή του να φέρει την ηρεμία γρήγορα. Ήταν ένας πολύ ώριμος άντρας καλοστεκούμενος με ένα γλυκύτατο πρόσωπο. Θα τον έλεγες άνετα “λεβεντόγερο” έχοντας σίγουρα ξεπεράσει τα εβδομήντα του χρόνια.

“Ξαφνιάστηκα απλώς… δεν σάς πρόσεξα”, απάντησα λίγο αμήχανα από τον απροσδόκητο ερχομό του. Ήρθε και στάθηκε σε λογική απόσταση από κοντά μου, δίνοντάς μου ευγενικά χώρο να προσαρμοστώ στην παρουσία του.

“Είσαι φωτογράφος να φανταστώ;” με ρώτησε ευγενικά.

“Όχι ακριβώς. Το χόμπυ μου”

“Πολύ ενδιαφέρον”

“Ναι, στον ελεύθερο χρόνο μου, φωτογραφίζω…”

Στεκόμασταν και οι δύο ο ένας απέναντι στον άλλον κάνοντας αυτόν τον ανιχνευτικό, θα έλεγε κανείς, διάλογο. Ήταν μετρίου αναστήματος και απλά ντυμένος.

“Βλέπω και μηχανή παλιά; Αναλογική; Αν δεν κάνω λάθος” μού είπε και με ξάφνιασε καθώς έδειχνε άνθρωπο με γνώση.

“Α ναι… είχα από παλιά αυτή τη μηχανή, δέθηκα μαζί της, την έμαθα και δεν λέω να την εγκαταλείψω, παρά τα σύγχρονα μέσα… αλλά εσείς πώς; Θέλω να πω είστε της δουλειάς;”

“Όχι, κορίτσι μου. Απλά αγαπώ και εγώ τη φωτογραφία και έχω κάποιες βασικές γνώσεις” απάντησε ευγενικά.

Ο άνθρωπος αυτός έβγαζε μια ευγένεια στην προσέγγιση που έκανε μαζί σου και σού δημιουργούσε ένα αίσθημα ασφάλειας. Είχαμε αρχίσει να περιφερόμαστε εκεί, στο ίδιο σημείο, με παράλληλα βήματα.

“Είπατε πριν ότι ήταν κάποτε εδώ σταθμός τραίνου;”

“Ναι, πάνω από μισό αιώνα, όταν λειτουργούσε η γραμμή, μετά όλα έμειναν παγωμένα στο χρόνο, όπως τα βλέπεις…”

Το μυαλό μου πήγε πίσω, πριν τρία χρόνια, σε έναν άλλο σιδηροδρομικό σταθμό, σύγχρονο αυτή τη φορά. Είδα κάπου τον εαυτό μου στην αποβάθρα να βηματίζει πάνω κάτω γεμάτη προσμονή και χαρά. Φορτωμένη με τα όνειρα της αναμονής, αυτά που έκανα μαζί του, πριν φύγει για το μεταπτυχιακό του στο Μόναχο. Ήταν η μέρα της επιστροφής του. Η μέρα, που θα τον έσφιγγα πάλι στην αγκαλιά μου για να κάνουμε πάλι τα όνειρά μας κοινά από εκεί που τα αφήσαμε. Έβλεπα πάλι τα μάτια μου να είναι καρφωμένα πέρα στο βάθος στις γραμμές για να καρτερούν το τραίνο που καμαρωτό και φασαριόζικο θα έπιανε στο σταθμό. Την ώρα που μού είχε αναγγείλει τον πολυπόθητο ερχομό του. Το τραίνο έφτασε, τα μάτια μου έμειναν πάνω στις πόρτες απ’ τα βαγόνια, μέχρι που με πόνεσαν από την ένταση στο βλέμμα μου. Απουσία! Η μορφή του δεν φάνηκε ποτέ να κατεβαίνει. Και δεν ήξερα τι να υποθέσω μήτε καν φυσικά να κρατήσω το μεγάλο τραίνο να μη βγει ποτέ του απ΄ το σταθμό για να συνεχίσει το δρόμο του. Αντί για εκείνον ήρθε το μήνυμά του στο κινητό. Σαν τελεσίγραφο καταστροφής και απόγνωσης. Κάποιες σειρές στις οποίες έκανε μια κακόγουστη προσπάθεια να μού εξηγήσει ότι δεν θα γυρίσει, ότι η ζωή του δέθηκε στη Γερμανία, με άλλους προσανατολισμούς. “Προσανατολισμούς”… Πόσα πολλά να έκρυβε αυτή η λέξη, αργότερα έμαθα ότι πίσω της ήταν μια άλλη σχέση με μια άλλη γυναίκα.

Και εγώ έμεινα εκεί. Σε έναν σιδηροδρομικό σταθμό να αδειάζει ξαφνικά η ζωή μου και να κρέμομαι στο κενό σαν ξεφτισμένη αιώρα στο πουθενά.

“Γιατί βάρυνε ο λογισμός σου, παιδί μου;” ακούστηκε και πάλι η φωνή του. Για δεύτερη φορά σε λίγα λεπτά ήταν εκείνος, που με επανέφερε στην πραγματική ζωή. Τον κοίταξα αμήχανα, λησμονώντας ότι ένα δάκρυ ταξίδευε και πρόδιδε την αναστάτωσή μου. Δεν θα ξεχάσω το βλέμμα του.

“Λένε για τα λιμάνια, κόρη μου ότι είναι γεμάτα καημούς αλλά και οι σταθμοί των τραίνων δεν πάνε πίσω. Τι βαραίνει την καρδιά σου κοπέλα μου;”

“Τίποτα… συγγνώμη… κάτι δικό μου…” απάντησα προσπαθώντας να με επαναφέρω στην ισορροπία μου. Ξεκίνησε να περπατά αργά κατά μήκος εκείνου του μονοπατιού καλώντας με κοντά του.

“Έλα, πάμε να περπατήσουμε λίγο, εκτός αν φοβάσαι έναν άγνωστο γέρο, που ήρθε ξαφνικά στη ζωή σου φορτωμένος αδιακρισία…”

“Όχι, μην το λέτε” απάντησα, ακολουθώντας τον. Για κάποιο λόγο ένιωθα καλά και σίγουρα δίπλα του.

“Πώς είναι το όνομά σου, παιδί μου;”

“Διώνη”

“Εγώ είμαι ο Ζήσης, λοιπόν… πόσο βαριά ήταν εκείνη η απουσία στο σταθμό του τραίνου, Διώνη;”

Ξαφνιάστηκα. Αυτή η διεισδυτική του σκέψη στην καρδιά μου.

“Έλα… άνοιξέ μου την καρδιά σου… τα χρόνια που κουβαλώ, μού έδωσαν την εμπειρία να συνδέω συμπεριφορές και εικόνες. Σε κάποιο σταθμό άφησες ένα κομμάτι της καρδιάς σου, έτσι δεν είναι;”

Ήταν τόσο αφοπλιστικά αληθινός που δεν είχα ξανανιώσει έτσι με κάποιον άγνωστο. Σαν να με ήξερε χρόνια, σαν να διάβαζε την καρδιά μου. Με λίγα λόγια μοιράστηκα μαζί του αυτό που ανέβηκε στη μνήμη μου και εξακολουθούσε να με σημαδεύει. Τον είδα να σταματά λίγο πιο κάτω απέναντι από ένα μεγάλο δέντρο, εντυπωσιακό. Έμεινε να το παρατηρεί. Άκουσα τη φωνή του βαθιά και γαλήνια.

“Λεύκα! Κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος. Όμορφη και λαμπερή…”, γύρισε και με κοίταξε “σαν και σένα… την ερωτεύτηκε με πάθος ο Άδης και την τράβηξε στον κόσμο του. Στα βάθη του. Εκεί η κόρη πέθανε, έσβησε. Θρήνος! Αλλά ο Δίας, δίκαια σκεπτόμενος, την πήρε απ’ τον κάτω κόσμο και την έφερε στα Ηλύσια πεδία, να ζήσει τη ζωή της για πάντα, σαν δέντρο. Η λεύκα…”

Τον άκουγα και τον κοίταγα έκπληκτη. Γύρισε και με κοίταξε ίσια στα μάτια.

“Μην αφήνεις κανέναν κορίτσι μου να σε τραβήξει σε κόσμους σκοτεινούς. Μην κρέμεσαι σε κάποιον για να υπάρχεις. Στη ζωή τη δική μας, τη ζωή των θνητών, ο Δίας, που θα μάς σώσει είμαστε εμείς οι ίδιοι. Στον εαυτό σου πρέπει να πιστέψεις πάνω απ’ όλα…”

Συνεχίσαμε να περπατάμε στο όμορφο δάσος. Η φωτογράφιση είχε δώσει τη θέση της στην κουβέντα.

“Δεν είναι και το πιο απλό”, του είπα. Εκείνος συνέχισε:

“Δεν σού ζητώ να σβήσεις τις αναμνήσεις! Όχι μην το κάνεις. Ότι ζήσαμε στη ζωή μας, καλώς καμωμένο, το ζήσαμε. Κρατάμε το απόσταγμα, την εμπειρία και το δίδαγμα. Εκείνο που σού ζητάω είναι να γυρίσεις τη σελίδα. Το βιβλίο έχει συνέχεια. Είσαι νέα, δεν θα ‘σαι πάνω από τριάντα δα;”

“Τριάντα δύο”, του είπα με χαμόγελο.

“Είδες; Πόσο όμορφο χαμόγελο έχεις! Δεν έχουμε πολλές ζωές, κόρη μου. Σημασία έχει να κρατάμε όσα περνάμε και βιώνουμε…”

“Ακόμα και την προδοσία;” τού είπα.

“Κυρίως αυτή! Και να μην της δώσουμε τη χαρά να μας μπολιάσει με το δηλητήριό της. Με την καχυποψία και την απομόνωση. Δεν είναι όλοι οι άνθρωποι ίδιοι. Σ’ αυτή τη στράτα της ζωής θα κλάψουμε, θα γελάσουμε, θα προδοθούμε, θα αναστηθούμε, θα αγαπήσουμε ξανά”

“Νιώθω να μην έχω το κουράγιο να δοκιμάσω κάτι άλλο…” τού είπα.

“Θα το διεκδικήσεις, Διώνη! Το αξίζεις. Σημασία έχει να πιστεύεις σε σένα, να έχεις σιγουριά ότι θα τα καταφέρεις. Δεν σου λέω να είσαι εγωίστρια αλλά μόνοι μας ορίζουμε τα όμορφα εκείνα που μάς αξίζουν”

Ένιωθα ήδη καλύτερα, σαν μια ανάσα διαφορετική να έδιωξε την καταθλιπτική μου σκέψη. Συνεχίσαμε να περπατάμε μέσα στο δάσος, έχοντας πάρει το δρόμο του γυρισμού προς το χωριό. Η κουβέντα μας μπήκε και σε άλλα θέματα, απλά, καθημερινά. Αν μάς έβλεπε κανείς από μακριά θα νόμιζε ότι γνωριζόμασταν χρόνια ή ακόμα ότι ήμασταν στενοί συγγενείς. Είχα καιρό να χαμογελάσω, να αισθανθώ όμορφα, ξεκούραστα. Γύρισε κάποια στιγμή και με κοίταξε:

“Έτσι να είσαι πάντα Διώνη! Η ζωή είναι μικρή για να είναι θλιβερή, αυτό να το θυμάσαι. Δεν θα σε ωφελήσει σε τίποτα η κατάθλιψη και η παραίτηση. Θα έρθουν νέες αγάπες στη ζωή σου, καινούργιες παρουσίες. Κοίτα να τις χαρείς όπως σού πρέπει…”

“Σάς ευχαριστώ απ’ την καρδιά μου”, τού είπα αυθόρμητα κάνοντάς τον να χαμογελάσει.

“Με ευχαριστείς; Ο μπάρμπα-Θόδωρος στον καφενέ του χωριού έχει μια ρακί, που τρελαίνει αγγέλους και ένα μεζέ αμαρτία σκέτη. Πάμε να σε κεράσω, έτσι να με θυμάσαι…”

Τον ακολούθησα με ευχαρίστηση, αφήνοντας πίσω μου το όμορφο δάσος αλλά και εκείνο το βάρος που με έπνιγε καιρό τώρα. Άλλωστε ήταν καιρός τώρα, που καιγόμουν απ’ την περιέργεια να δοκιμάσω μια καλή Κρητική ρακή.




Φίλες και φίλοι,

το παραπάνω διήγημα ήταν η δεύτερη προσωπική μου συμμετοχή στο αγαπημένο δικτυακό λογοτεχνικό δρώμενο "Μίνι Σκυτάλη #4"  που διοργανώνει η αγαπημένη μας φίλη Mary Pertax στο προσωπικό της ιστολόγιο "Γήινη ματιά" 

Αντικείμενο έμπνευσης αποτελεί η συγκεκριμένη εικόνα που επέλεξα, από τις έξι που είναι διαθέσιμες, για να γράψω αυτό μου το διήγημα. Να ευχαριστήσω, μία ακόμα φορά, την αγαπημένη μας φίλη Mary Pertax για την έμπνευση και την παρακίνησή της αλλά και την άψογη διοργάνωση του όμορφου αυτού δρώμενου. 

Να είστε όλοι καλά, να δημιουργείτε, να διεκδικείτε, να ελπίζετε.


Στο σύνδεσμο που σάς παρέθεσα αρχικά, μπορείτε να διαβάζετε και τις λοιπές συμμετοχές, οι οποίες, πιστέψτε με, είναι εξαιρετικές όλες! 



Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

Ο Μέλος (Διήγημα συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μίνι Σκυτάλη #4")

 


Ο Μέλος 

Μερικές φορές στη ζωή σου, είναι κάποιες μορφές, που εμφανίζονται από το πουθενά. Χωρίς να μπορείς να ερμηνεύσεις την παρουσία τους σε μια κρίσιμη δεδομένη στιγμή. Μερικοί το λένε μοίρα, κάποιοι άλλοι τύχη, κάποιοι, απλή σύμπτωση. Δεν ξέρω αν έχει σημασία να ερμηνεύσουμε ορθολογικά κάτι τέτοιο. Αν αξίζει τον κόπο να είμαστε πάντοτε τόσο αναλυτικοί. Ίσως, μερικές φορές, να αφήνουμε κάποια πράγματα να μάς συμβαίνουν θετικά, σωτήρια. Πολλές φορές, το αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ την αιτία.

Όλα αυτά ήρθαν κάποια στιγμή μπροστά και στη δική μου καθημερινότητα. Πώς; Μα… νομίζω είναι η στιγμή να σάς διηγηθώ το βίωμά μου εκεί ψηλά στα μαγικά βουνά ψηλά στα Ζαγοροχώρια τον Νοέμβρη της περσινής χρονιάς.

Ήταν τότε στη βδομάδα της τελευταίας μου άδειας για τη χρονιά, που έφευγε. Η πίεση στη δουλειά ήταν ασφυκτική, ένα απαιτητικό καλοκαίρι είχε φύγει και ένας δύσκολος χειμώνας μάς περίμενε. Μαζί με το Σπύρο, κολλητό μου φίλο και συνάδελφο, είπαμε να περάσουμε την άδειάς μας μαζί. Αγαπούσαμε και οι δυό τη φύση και η εποχή αυτή είναι μια πανδαισία Φθινοπωρινή, που τα βουνά ψηλά στα Ζαγοροχώρια αποτελούν ένα φυσιολατρικό κάλεσμα, που δεν μπορείς να αρνηθείς.

Είχαμε και οι δυο, από καιρό, ανάγκη για μια τέτοια δραπέτευση, που δεν το σκεφτήκαμε και πολύ για να βρεθούμε εκεί ψηλά στην αγκαλιά της Ηπειρωτικής γης, στην Φθινοπωρινή της μαγεία, στα μοναδικά τοπία της, που συνδύαζαν την αγριότητα μα και συνάμα την καλλιτεχνική φυσική ομορφιά.

Η διαμονή μας σε ένα μικρό χωριό ήταν ότι υπέροχο είχα ζήσει τα τελευταία χρόνια. Κάθε λεπτό και κάθε στιγμή της παραμονής μας εκεί έδινε και έναν πίνακα ζωγραφικής, που μάς άφηνε μια αλησμόνητη διάθεση.

Τις μέρες της διαμονής μας, σε αντίθεση με το Σπύρο, συνήθιζα να ξυπνάω πολύ νωρίς, Η εσωτερική μου παρόρμηση να ζήσω όσο μπορώ πιο έντονα τις μεγάλες ώρες της ημέρας, ξεπερνούσε κάθε σωματική πίεση κούρασης. Αυτό είχα αποφασίσει να κάνω και εκείνη τη μέρα, μιας και έφτανε η άσχημη ώρα της επιστροφής μας. Από βραδύς ενημέρωσα το φίλο μου, ότι το πρωί θα έκανα ένα μεγάλο περίπατο προς την πάνω μεριά του χωριού. Ομολογώ, με κοίταξε λίγο δύσθυμα αλλά ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να μού αλλάξει γνώμη.

Έτσι λοιπόν νωρίς το πρωί εκείνης της μέρας, ξεκίνησα παίρνοντας το δρόμο προς την έξοδο του χωριού έχοντας μπροστά μου τις ψηλές κορυφές της Πίνδου. Η μέρα ήταν αρκετά μουντή καθώς βαριά σύννεφα είχαν φυλακίσει τον ήλιο. Μέσα μου είχα κάποιες αναστολές αλλά ή δίψα μου για αυτή τη στράτα ήταν απείρως μεγαλύτερη. Στο μικρό καφενείο του χωριού ήπια λίγο βιαστικά έναν ευεγερτικό πρωινό καφέ.

-Για πού ετοιμάστηκες παλικάρι μου; Ήρθε η ερώτηση του γλυκύτατου καφετζή την ώρα που μού έφερνε το ευωδιαστό του καφέ. (Μού άρεσε αυτή η οικειότητα, που είχαμε καθιερώσει μεταξύ μας όλες αυτές τις μέρες της διαμονής μας εκεί)

-Λέω να πάρω το μονοπάτι προς τα πάνω Μπάρμπα-Ανέστη, έτσι για έναν περίπατο…

Με κοίταξε καλά-καλά.

-Μονάχος; Ο Σπύρος πού είναι;

-Κοιμάται, άφησέ τον, δεν πειράζει.

Τον είδα να πηγαίνει προς την πόρτα του καφενέ. Τα μάτια του διάβηκαν με μιας στον ουρανό, σε όλον τον ορίζοντα.. γύρισε πίσω λίγο κατσουφιασμένος.

-Ο καιρός είναι βαρύς, έχει μαζώξει σύννεφα, μπορεί να βρέξει. Καλό θα ήταν να μην είσαι μόνος εκεί πέρα. Μην απομακρυνθείς και πολύ!

Αψήφισα την κουβέντα του για λίγο. Το κατάλαβε και με κοίταξε λέγοντας:

“Εσείς τα ...σχολιαρόπαιδα της Αθήνας δεν έχετε ιδέα από τα γινάτια της γης εδώ στο βουνό, ακούς; Πρόσεχε, σού λέω… μην μού παριστάνεις τον ...άνετο”

“Εντάξει Μπάρμπα-Ανέστη, σού δίνω το λόγο μου”, τού είπα με περισσότερη φρόνηση αυτή τη φορά.

“Δεν θα πάω μακριά, μην νομίζεις…”, τού είπα καθησυχαστικά και μάλλον άρχισα να το πιστεύω κι εγώ. Έκλεισα το μπουφάν μου και ξεκίνησα σιγά-σιγά. Σε λίγη ώρα είχα φτάσει στα τελευταία σπίτια του χωριού και είχα πάρει το μονοπάτι στα ψηλά. Ο δρόμος κάτω ήταν στρωμένος με μεγάλα λιθάρια, για να μη γλιστράει και να μην πατάς σε λάσπες. Στα δεξιά μου όλο και αραίωναν τα σπίτια του χωριού και έμεναν να μού κάνουν συντροφιά οι ατέλειωτες ξερολιθιές, που έμοιαζαν με τα πέτρινα τείχη ενός κάστρου. Μόνο που τούτες εδώ ήταν κοντές.

Θα ‘χα πια απομακρυνθεί για τα καλά, όταν ένιωσα το ρίγος του ανέμου να μεγαλώνει. Πέρα μακριά, μπροστά μου ορθώνονταν επιβλητικό το βουνό. Διάβηκα μπροστά από ένα όμορφο πέτρινο σπίτι στα δεξιά μου. Ακολουθούσα τις ξερολιθιές γιατί στα αριστερά και καθώς ο δρόμος τραβούσε στον ανήφορο, άρχισε να χάσκει κάτω η γη. Όσο περπατούσα, η χαρακιά βάθαινε συνέχεια και πλέον ένας γκρεμός, επιβλητικός με ακολουθούσε στα αριστερά σαν να με κυνηγούσε. Ήταν όλα τόσο όμορφα και τόσο άγρια μαζί. Το βαθύ σκούρο του βουνού μπροστά, το πράσινο σκούρο της γης, τα ψηλά θεόρατα δέντρα που κοίτονταν στις πλαγιές. Μια ζωγραφιά.

Και τότε το είδα! Πέρα μπροστά στο μονοπάτι, σιγά-σιγά, η ορατότητα άρχισε να σβήνει. Και απ’ τη στροφή πέρα μακριά στην πλαγιά μπροστά μου, μια μεγάλη λευκόγκριζη αντάρα έστριψε ξαφνικά για να βρεθεί στο δρόμο μου. Ομίχλη! Ήρθε ξαφνικά από το πουθενά! Από την πίσω πλαγιά του βουνού. Καβάλα στον άνεμο, που είχε μεγαλώσει, άρχισε να απλώνεται παντού μπροστά μου και να κρύβει ή να εξαφανίζει στην αγκαλιά της τα πάντα. Ένας πρώτος φόβος θρονιάστηκε στο νου μου. Ο Μπαρμπα-Ανέστης έβγαινε αληθινός. Ο καιρός, εδώ στο βουνό και ειδικά αυτήν την εποχή, αλλάζει σε ρυθμούς που δεν μπορείς να υπολογίσεις.

Κοντοστάθηκα. Η ομίχλη έτρεχε προς το μέρος μου καταπίνοντας τα πάντα στον ερχομό της. Ουρανό, γη, δέντρα, μονοπάτια, πλαγιές, ξερολιθιές, τα πάντα! Λες και είχα μπροστά μου μια πελώρια γόμμα και έσβηνε σαν πίνακας ζωγραφικής τα πάντα μπροστά μου. Δεν είχα άλλη επιλογή απ’ την επιστροφή. Οι ρυθμοί της καρδιάς μου είχαν ήδη πάρει τον ανήφορο. Φοβόμουν ακόμα και να γυρίσω την πλάτη μου σε αυτό το λευκό βαρύ πέπλο, λες και έκρυβε κάτι μέσα του απειλητικό. Σε λίγα λεπτά, είχε χαθεί απ’ τα πόδια μου το έδαφος. Λες και περπατούσα στα σύννεφα. Έβλεπα τα πόδια μου, το σώμα μου αλλά ο δρόμος κάτω ήταν ακαθόριστος, θαμπός. Μονάχα το τρίξιμο απ’ τα κλαδιά των δέντρων έρχονταν στ’ αυτιά μου και ύστερα σιωπή. Μια βουβή ομιχλιασμένη αντάρα που είχε κατακτήσει τα πάντα.

Η επιστροφή μου πήρε χαρακτηριστικά πανικόβλητης υποχώρησης. Άρχισα να παραπατώ στις πέτρες καθώς δεν είχα άμεση και καθαρή όψη στο μονοπάτι. Την αμέσως επόμενη στιγμή χτύπησα σε έναν κορμό ενός μικρού δέντρου στα δεξιά μου όπως επέστρεφα. Κρύες στάλες ιδρώτα σχηματίστηκαν στο μέτωπό μου. Το θυμήθηκα αυτό το δέντρο. Όταν ανέβαινα έστεκε στα αριστερά μου στην άκρη του μονοπατιού. Κι από κάτω…

Ο γκρεμός. Το θυμήθηκα αυτό κι ανατρίχιασα. Η ορατότητά μου ήταν μονάχα λίγα μέτρα ολόγυρά μου. Έκανα κάποια βήματα από το δέντρο και άξαφνα ένιωσα το πόδι μου να χάνει την επαφή του και να κρέμεται στο κενό. Γαντζώθηκα απ’ τον κορμό του δέντρου με όση δύναμη και απελπισία είχα αδιαφορώντας για τις ακίδες που έσκισαν το δέρμα μου. Και καθώς οι ριπές του ανέμου έσπρωχναν τις τούφες της ομίχλης, τα μάτια μου έντρομα, είδαν για λίγο καθαρά το σώμα μου να χάσκει σχεδόν κρεμασμένο στην άκρη του γκρεμού. Προσπάθησα να τραβηχτώ, τα κατάφερα λίγο αλλά πριν προλάβω να πάρω πάλι το δρόμο της καθόδου, το μονοπάτι κλείστηκε πάλι μπροστά μου.

Πανικός! Θα με έβρισκαν; Και πότε; Θα καθάριζε η ατμόσφαιρα; Και πότε; Στο βάθος πέρα χωρίς να ξέρω την κατεύθυνση, ο αχός από υπόκωφες βροντές ήρθε να με τρομάξει ακόμα πιο πολύ. Η απειλή της καταιγίδας! Ήμουν μόνος, αβοήθητος, σχεδόν απελπισμένος, στο έλεος της ομίχλης, που συνέχισε ατάραχη το ταξίδι της.

Τότε το άκουσα! Ναι! Δεν με γέλασαν τ’ αυτιά μου. Κάπου, κάτι εκεί κοντά χαρχάλευε στο δρόμο, λες και κάτι έγδερνε τις πέτρες. Φώναξα δυνατά μπας και ήταν κάποιοι. Σιωπή. Όμως ο ακαθόριστος θόρυβος έγινε μια φωνή που… δεν μπορούσα…. Μα ναι… κάτι σαν κλάμα ζώου...σκύλου; Μήπως λύκου; Αρκούδας; Η φωνή έγινε κάτι σαν κλάμα αλλά αυτή τη φορά ο ήχος καθάρισε και έρχονταν κατά πάνω μου. Είχα παγώσει απ’ το φόβο μου. Ώσπου τον είδα!

Στα τρία περίπου μέτρα μπροστά μου ξεπρόβαλλε! Μεγάλος, επιβλητικός, λαχανιασμένος. Ένας μεγάλος σκύλος, με πλούσιο καφέ σκούρο τρίχωμα σαν κουβέρτα τυλιγμένη στο κορμί του. Έρχονταν προς το μέρος μου. Αργά, σταθερά. Το στόμα του μισάνοιχτο, η γλώσσα του κρεμασμένη ελαφρά, τα αυτιά του όρθια. Όλος σε συναγερμό με το βλέμμα του ίσια στο δικό μου. Το βλέμμα του…

Πολύ γρήγορα αυτό το οξύ βλέμμα έγινε γαλήνιο, γλυκό, προσιτό. Το βλέμμα των σκυλιών βγάζει πολύ εύκολα τα αισθήματά τους προς τα έξω. Ήρθε πιο κοντά μου, η ουρά του άρχισε να κινείται φιλικά, τα μάτια του απέκτησαν ένα βλέμμα παράκλησης, ικεσίας θα έλεγα. Άρχισε να βγάζει διάφορους ήχους σαν να προσπαθούσε να μιλήσει. Ήρθε κοντά μου, ένιωσα τη φιλική του παρουσία. Όχι αυτό το πλάσμα, εκεί στην άγρια ερημιά, ήταν πια για μένα μια απέλπιδα σανίδα σωτηρίας. Τρίφτηκε στα πόδια μου, στην αρχή διακριτικά μα μετά έντονα, λες και με ήξερε χρόνια, λες και ήμουνα για εκείνον ο κύρης του. Η χαρά του ήταν τόσο εκδηλωτική που δεν ήξερα πώς να το εξηγήσω. Λες και βρήκε αυτό που ζητούσε. Ανταποκρίθηκα με την καρδιά μου. Υστερα τον είδα να ξεκινά να κατηφορίζει. Σταμάτησε λίγο και με κοίταξε. Με περίμενε! Ανατρίχιασα! Ο σκύλος με περίμενε, έγινε οδηγός μου. Και τότε, τότε η ανάσα μου άρχισε να επανέρχεται σε πιο κανονικούς ρυθμούς. Ένα παράξενο γέλιο ήρθε στα χείλη μου, που έτρεμαν από συγκίνηση.

Έτσι ξεκίνησε η κάθοδός μας. Μπροστά εκείνος αποφασιστικά, να διασχίζει την ομίχλη και να μου φανερώνει τον ασφαλή δρόμο της επιστροφής. Να σταματά κάθε λίγο να δει αν ακολουθώ και να συνεχίζει. Είχαμε πια γυρίσει, ήμασταν κοντά στο χωριό. Ναι! Σωτηρία! Στο τέλος του δρόμου φάνηκε το πέτρινο σπίτι με τα παλιά φανάρια, που είχα προσπεράσει στον ανήφορο και ύστερα το χωριό. Επέστρεφα σαν τον ναυαγό στην ακτή της σωτηρίας του. Στον καφενέ του Μπάρμπα-Ανέστη, ήταν κόσμος. Ήταν ανάστατοι με την καθυστέρησή μου και την ομίχλη που σάρωσε και το χωριό και άρχισε να αραιώνει σιγά καθώς οι πρώτες στάλες ψιλής βροχής βοηθούσαν σ’ αυτό.

Ο Σπύρος, ο φίλος μου ήταν ο πρώτος που έτρεξε κοντά μου ανακουφισμένος.

“Για όνομα του Θεού ρε Νίκο, κοντέψαμε να πεθάνουμε απ’ την αγωνία μας…. Είσαι καλά;”

Ο Μπάρμπα-Ανέστης με μάλωνε με την αγριοφωνάρα του αλλά και έκδηλη την αγωνία του.

“Εμ στα ‘πα εγώ αλλά εσύ του κεφαλιού σου…”

Τον είδα όμως να παγώνει με το βλέμμα του στο σκύλο, τον οποίο μέσα στη χαρά τον είχαμε ξεχάσει. Ο σωτήρας μου καθόταν ολόρθος, περήφανος, καμαρωτός εκεί δίπλα. Ο Μπάρμπα-Ανέστης με τους άλλους χωριανούς κοιτάζονταν στα μάτια συγκινημένοι ο ένας με τον άλλον.

“Πού βρέθηκε το σκυλί κοντά σου;” με ρώτησε έντονα.

“Αυτός με γλίτωσε Μπαρμπα-Ανέστη! Χάθηκα στην ομίχλη, ακινητοποιήθηκα, παγιδεύτηκα. Βρέθηκε στο δρόμο μου και με έφερε πίσω….”.

Οι χωριάτες κοιτάχτηκαν ακόμα πιο συγκινημένοι.

“Μέλο!” έκανε ο Μπάρμπας προς το σκύλο αρπάζοντάς τον και χαϊδεύοντάς τον τρυφερά. Σχεδόν είχε δακρύσει.

“Τι συμβαίνει μπάρμπα-Ανέστη; Τον γνωρίζετε το σκύλο;”

Μας τράβηξε προς τον καφενέ σχεδόν αγκαλιά. Όλοι μαζί χυθήκαμε στις καρέκλες. Μαζί κι ο σκύλος. Το τσίπουρο του χωριού ζέσταινε τα σωθικά μας και η ξυλόσομπα τα κορμιά μας. Έξω η βροχή είχε δυναμώσει, όχι πολύ. Ήταν τραγουδιστή, γάργαρη. Ο μπάρμπα-Ανέστης έδινε τις εξηγήσεις του.

“Ο Μέλος! Ψυχή του χωριού μας εδώ και οκτώ χρόνια. Ο κύρης του, ο Αργύρης, πενηντάρης αγρότης. Αχώριστοι, πάντα μαζί. Εδώ και τρία χρόνια τον κατάπιε αυτή η καταραμένη ομίχλη. Γλίστρισε στο γκρεμό, τον βρήκαμε σκοτωμένο” ...κόμπιασε απ’ τη συγκίνηση και συνέχισε:

“Από τότε τούτος εδώ, ο Μέλος, κάθε φορά που η ομίχλη ζύγωνε στο χωριό μας, ανέβαινε στο μονοπάτι στο βουνό να πάει εκεί που τον βρήκαμε. Το κλάμα και το ουρλιαχτό του μάς ράγιζε την καρδιά. Όμως… σήμερα… δες τον! Δες τον πόσο χαρούμενος είναι παιδιά! Λες… και όλα… άλλαξαν… σε έσωσε Νίκο! Έκαμε αυτό που δεν μπόρεσε τότε! Καταλαβαίνεις;”

Είχε δίκιο! Ο Μέλος γουργούριζε ήρεμος ξαπλωμένος κοντά μας, στα πόδια μας, όλη αυτήν την ώρα της κουβέντας μας. Ένιωθε πια σίγουρος και ήσυχος για κείνο που είχε κάνει. Και τη μέρα του αποχωρισμού μας, τον έκλεισα στην αγκαλιά μου σαν να κράταγα ολάκερη τη ζωή μου μέσα σε αυτήν! Και ήταν αλήθεια. Έτσι ένιωθε και εκείνος, το κατάλαβα. Από τα μάτια του, το βλέμμα του, την ανάσα του. Και καθώς το αυτοκίνητό μας ξέκοβε στο δρόμο της επιστροφής έριξα μια τελευταία ματιά λίγο ψηλότερα σε όλους που μάς ξεπροβόδιζαν στην πάνω ρούγα του καφενέ. Μα ιδιαίτερα στο Μέλο, που στέκονταν ολόρθος, γίγαντας, επιβλητικός, προστάτης του χωριού, στα πίσω του πόδια με τα μάτια του ορθάνοιχτα να μάς αποχαιρετίσει με ένα βροντώδες γάβγισμά του.

“Καλή αντάμωση Μέλο! Η δική σου παρουσία μάς ένωσε μ’ αυτόν τον όμορφο τόπο με τους γλυκούς ανθρώπους! Καλή αντάμωση σύντομα, Μέλο!”

Πολλά πράγματα έρχονται να συμβούν στη ζωή μας εντελώς αναπάντεχα. Χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε τους λόγους. Μάλλον η ίδια η ζωή θα γνωρίζει καλύτερα από εμάς 

Τέλος



Φίλες και φίλοι,

το παραπάνω διήγημα ήταν η προσωπική μου συμμετοχή στο αγαπημένο δικτυακό λογοτεχνικό δρώμενο "Μίνι Σκυτάλη #4"  που διοργανώνει η αγαπημένη μας φίλη Mary Pertax στο προσωπικό της ιστολόγιο "Γήινη ματιά" 

Αντικείμενο έμπνευσης αποτελεί η συγκεκριμένη εικόνα που επέλεξα, από τις έξι που είναι διαθέσιμες, για να γράψω αυτό μου το διήγημα. Να ευχαριστήσω, μία ακόμα φορά, την αγαπημένη μας φίλη Mary Pertax για την έμπνευση και την παρακίνησή της αλλά και την άψογη διοργάνωση του όμορφου αυτού δρώμενου. 

Να είστε όλοι καλά, να δημιουργείτε, να διεκδικείτε, να ελπίζετε.


Στο σύνδεσμο που σάς παράθεσα αρχικά, μπορείτε να διαβάζετε και τις λοιπές συμμετοχές. 


Κυριακή 10 Απριλίου 2022

"Σκέψεις για δύο" (Διήγημα συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Εικόνα και φράση #2")

 "Σκέψεις για δύο"


Το ποτό στο ποτήρι μου έκανε μικρές, ανεπαίσθητες αντανακλάσεις στις πρισματικές γωνίες, που έκανε ο πάγος στο εσωτερικό του. Ένιωθα να βυθίζομαι στον παράξενο αυτό μικρόκοσμο. Μπροστά στο βλέμμα μου, το εσωτερικό του ποτηριού, έγινε μια μεγάλη λίμνη. Μια απαστράπτουσα επιφάνεια που γυάλιζε στο φως του λαμπερού ήλιου. Ένιωθα τον εαυτό μου κάπου εκεί, να προσπαθεί να επιπλεύσει σε μια ακίνητη υδάτινη επιφάνεια, που ήταν γεμάτη άπειρα αστραφτερά διαμαντάκια. 

Η είσοδός της στην κεντρική αίθουσα του ξενοδοχείου έμοιαζε με εισβολή ενός φωτεινού άστρου σε νυχτερινό ουρανό. Λες και μια παράξενη αύρα πλημμύρισε το χώρο αναγκάζοντας πολλά ζευγάρια μάτια να στραφούν στο μέρος της. Πώς να μην το έκαναν άλλωστε. Αρσενικά αλλά και θηλυκά μάτια. Εντυπωσιακή και επιβλητική βάδισε με το κόκκινο της φωτιάς, εφαρμοστό της φόρεμα κατά μήκος της μεγάλης αίθουσας. Τα μαύρα της μαλλιά, έπεφταν όμορφα και ανέμελα στους γυμνούς της ώμους ενώ το πίσω μέρος του φορέματός της έκανε ένα αβυσσαλέο άνοιγμα φτάνοντας βαθιά στη μέση της εκεί που οι καμπύλες των γοφών της έδειχναν ανάγλυφα το τορνευτό τους σχήμα. Η κίνησή της ανέδειξε μικρό αλλά ικανό μέρος από τις χυτές της γάμπες που ξεχύνονταν μέσα από δύο κατάμαυρες ψηλοτάκουνες γόβες. Τα αργά αλλά σίγουρα βήματά της προκαλούσαν μικρά ηδονικά κύματα στους γοφούς της και πρόστυχες σκέψεις σε κάμποσα ζευγάρια αντρικά μάτια που την ατένιζαν με περισσό θαυμασμό.

Όλα πάνω της ήταν λες και φώναζαν “Μείνε μακριά! Κίνδυνος!”.  Ήρθε προς τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Την παρατηρούσα, λίγα μέτρα δεξιότερα στη μπάρα του μικρού χαριτωμένου μπιστρό. Στάθηκε ακριβώς μπροστά στη ρεσεψιόν. Γύρισε το πρόσωπό της στο δικό μου. Η ίδια πάντα ανατριχίλα διαπέρασε όλο μου το κορμί. Αυτή η συγκεκριμένη ανατριχίλα, που ένιωθα κάθε φορά που την αντίκριζα στα δικά μας ραντεβού. Η ίδια ανατριχίλα, που ένιωθα κάθε φορά που τα μάτια μου φυλακίζονταν στα δικά της. Με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο έκφραση  ενώ η φωνή της στράφηκε προς την ρεσεψιονίστ.

“Μου δίνετε σάς παρακαλώ το κλειδί του δωματίου μου;”

“Παρακαλώ κυρία μου, όνομα και αριθμός;”

“Διώνη Καλομοίρη, δωμάτιο 434”

…………………….

(Πέντε μήνες πριν)

“Είμαι η Διώνη Καλομοίρη, χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω από κοντά…”

“Ω ευχαριστώ πολύ…” της απάντησα με ένα ελαφρύ ξάφνιασμα.

Το χέρι της ήταν ήδη απλωμένο στο δικό μου, τα μάτια της, γεμάτα ευγένεια και ομορφιά είχαν ήδη κλειδώσει το βλέμμα μου. Ένιωσα τρυφερά τα δάχτυλά της, το θερμό και εγκάρδιο σφίξιμό της. Και τα όμορφα λόγια της που συνέχιζαν:

“Έχουμε μιλήσει στο τηλέφωνο από το help-desk, είμαι από το κατάστημα του Πειραιά. Όλοι έχουν να το λένε με τη διάθεση που δείχνεις να μας βοηθήσεις…”

“Σε ευχαριστώ πολύ” 

Αυτή ήταν η πρώτη μας συνάντηση. Ήρθε ξαφνικά στη ζωή μου. Λες και άνοιξες ένα παράθυρο ξαφνικά σε ένα κλεισμένο σπίτι και ξεχύθηκε με μιας το φως  σε κάθε του γωνιά, σε κάθε του διάδρομο. Χαμογελαστή, όμορφη και γλυκιά. Με εκείνο το βλέμμα της, αχ εκείνα τα καστανά της εκφραστικά μάτια. Πόση ζεστασιά και θαλπωρή έβγαζαν, να στη δώσουν απλόχερα, χωρίς να χρειαστεί να σκεφτείς, να διστάσεις.

Και θα ήταν αυτό το βλέμμα που άρχιζε αργά μα ουσιαστικά να μιλάει στην καρδιά μου. Μα δεν έμεινε εκεί. Διάβηκε την άμυνα του κορμιού μου. Άγγιξε κάθε μου αίσθηση, ρίγησε τις σκέψεις μου, βάθυνε τα όνειρά μου. Στην αρχή δεν ήθελα να το πιστέψω μα σιγά-σιγά το έβλεπα να ερχόταν. Αργά αλλά όμορφα. Όπως η αύρα της μαγείας απλώνεται ολόγυρά σου και σε συνεπαίρνει. Για να φτάσει σε εκείνο το κρίσιμο σημείο, στο σημείο χωρίς επιστροφή.

…………………..

(Λίγες μέρες πριν)

Ω Θεέ μου πόσο όμορφη ήταν. Πόσο έλαμπε η ημίγυμνη μορφή της στο φως του φεγγαριού. Το δωμάτιό μας είχε πνιγεί στη θέρμη του έρωτα και απεγνωσμένα τα κορμιά μας γύρευαν ένα δρόσο να πάρουν την ανάσα τους. Για να συνεχίσουν ξανά και ξανά στο κάψα των ηδονών. Δεν ξέρω πώς άφησα τον εαυτό μου σε αυτό το ταξίδι. Τι ήταν εκείνο που με τράβηξε κοντά της.

“Τι φοβάσαι;” με ρώτησε με εκείνη την ψιθυριστή της φωνή την ώρα που το κεφάλι της έγερνε στο στήθος μου τρυφερά. Ο βωμός του έρωτά μας, κρατούσε τα γυμνά κορμιά μας αγκαλιά.

“Δεν έπρεπε να γίνει αυτό…” είπα χωρίς να ξέρω καλά-καλά το γιατί.

Με κοίταξε με τα μεγάλα της μάτια. Το βλέμμα της έβγαλε απορία αλλά και μια πίκρα μαζί.

“Γιατί γεμίζεις τις στιγμές σου με ενοχές;”

“Δεν είμαστε μόνοι μας Διώνη και το ξέρεις, δεν βλέπεις ότι δεν είμαστε κάτι συνηθισμένο;…”

“Εκείνο που ξέρω είναι το πώς ένιωθα τους χτύπους της καρδιάς σου, πως έκαιγαν τα χείλη σου, ποια λάβα έβγαζε το κορμί σου”

“Ναι αλλά… έχουμε ζητήματα πίσω μας”

Ανασηκώθηκε λίγο για να με ρωτήσει με σαφήνεια.

“Ένιωσες κάτι κακό από μένα; Ζήτησα κάτι; Με βλέπεις σαν πειρατή στη ζωή σου; Διεκδίκησα τίποτα πέραν απ’ αυτές τις στιγμές; Ακριβές σαν εκείνο το άρωμα κλεισμένο στο μικρό γυάλινο μπουκαλάκι…”

“Όχι δεν είπα κάτι τέτοιο… για μένα μιλάω… Τι θα πω στους δικούς μου;”

“Το κορμί δεν λέει ποτέ ψέματα καρδιά μου…” απάντησε αποστομώνοντάς με. 

Είχε το χάρισμα να διαβάζει την ψυχή μου, να μπαίνει στις πόρτες του μυαλού μου. Να ανοίγει τα αισθήματά μου, να βλέπει τα κενά, τις άδειες και σκοτωμένες ώρες. Ήξερε να περπατάει μέσα στις ομίχλες της αποξένωσής μου, να μού δίνει τη δική της πυξίδα για να βγω, να νιώσω, να προσανατολιστώ. Κοντά της θυμήθηκα την έννοια της τρυφερότητας. Το νοιάξιμο. Το τρυφερό χάδι. Τη σημασία, το νόημα. Γέμισε τις στιγμές μου μ’ αυτή τη γλυκιά αναμονή της νέας συνάντησης. 

“Ξέρεις με τι ανησυχώ μαζί σου Διώνη; Το ότι δεν μπορώ να πω όχι”

“Το ζήτημα είναι θέλεις να το πεις ή πρέπει να το πεις;”

“Έχει σημασία;”

“Φυσικά και έχει σημασία! Αυτό κι αν έχει σημασία! Μένεις στο πρέπει, κρέμεσαι απ’ αυτό, το μεγαλώνεις. Το κάνεις δικαστή”

“Μα δεν είναι;”

“Δεν ήρθα να χαλάσω τη ζωή σου… ήρθα για σένα μόνο, για λίγες στιγμές… για ένα πέταγμα στο ρίγος της καρδιάς… αν μπορέσω να σε πάρω να ταξιδέψουμε λίγο ψηλά, ως τον ουρανό, στα όνειρα και στη φαντασία των δικών μας στιγμών… και ύστερα να σε γυρίσω πίσω, εκεί που ανήκεις…”

“Ως που θα κρατήσει όλο αυτό; Κάπου δεν πρέπει να έχει ένα τέλος;”

Άφησε το βλέμμα της να καρφωθεί στο ταβάνι ψηλά.

“Ένα τέλος… αυτό γυρεύεις λοιπόν… να ορίσεις το τέλος… ξεκινάς μια διαδρομή και θες να ορίσεις τον τερματισμό… ποιοι είμαστε να ορίσουμε το μυστήριο της ζωής…”

“Φοβάμαι…”

“Πες μου αν θες να σταματήσουμε! Δεν θα σταθώ εμπόδιο σε όποια σου απόφαση…”

Σηκώθηκε ήρεμα, άρχισε να ντύνεται.

“Την Παρασκευή θα είμαι πάλι εδώ. Θα σε περιμένω, στο ίδιο δωμάτιο… ότι και να κάνεις να ξέρεις ότι θα το σεβαστώ… αυτό θέλω να το έχεις καλά στο μυαλό σου. Δεν είμαστε αντικείμενα να ανήκουμε ο ένας στον άλλον. Μοιραζόμαστε οικειοθελώς τις στιγμές μας χωρίς πίσω σκέψεις και δεύτερες επιλογές. Ήρεμα να πάρεις την απόφασή σου”

………………………..

Τώρα…

Πήρε το κλειδί από την ρεσεψιονίστ. Γύρισε, μία ακόμα φορά, στο μέρος μου. Το βλέμμα της αναζήτησε το δικό μου. Προχώρησε στο βάθος του φουαγιέ του ξενοδοχείου. Εκεί, σταμάτησε για λίγο μπροστά στον ολόσωμο μεγάλο καθρέφτη με το χρυσό πλαίσιο. Για ένα δευτερόλεπτο, είδα την αντανάκλασή της στον καθρέφτη. Ήρεμη, γαλήνια. 

Ναι! Σηκώθηκα αργά, έδωσα ένα ακριβό φιλοδώρημα στον μπάρμαν και χωρίς να απαντήσω στις θερμές του ευχαριστίες κίνησα προς το μέρος της. Είχε ήδη μπει στο ασανσέρ και έμεινα εκεί μπροστά να παρακολουθώ τις ενδείξεις των ορόφων που αναβόσβηναν. Ήταν αδύνατον να αντισταθώ. Ήταν μια παράξενη σειρήνα. Όχι από αυτές που ήταν τυλιγμένες στην πλάνη και στο φόβο. Είχα πάρει την απόφασή μου. Πάτησα αποφασιστικά το κουμπί του ασανσέρ και οι ενδείξεις των ορόφων άρχισαν να μετρούν ανάποδα. Τέταρτος… τρίτος… ισόγειο.

Το χέρι μου έπιασε το πόμολο της πόρτας. Δωμάτιο 434. Έβαλα δύναμη, η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκα με την καρδιά μου να έχει ήδη ανεβάσει σφυγμούς. Το δωμάτιο ήταν μισοφωτισμένο. Την αναζήτησα με τα μάτια μου. Ήταν εκεί απέναντι. Καθόταν ελκυστικά στο κρεβάτι. Τα μάτια της ήταν πάντα εκεί. Για κάποια δευτερόλεπτα μεσολάβησε μια αμήχανη σιωπή, που γρήγορα όμως κόπηκε απ’ το ζεστό της κάλεσμα.

“Ήρθες Χαρά;” με ρώτησε

“Ναι…” της απάντησα πλησιάζοντας. Άπλωσε το χέρι της προσεκτικά

“Τελικά ναι γλυκιά μου! Είναι όμορφη η απλή ζωή, μα μήπως το μυστήριο και το πάθος την κάνουν ομορφότερη;…    τι λες;” μου είπε.

Αφέθηκα στην αγκαλιά της, τα χέρια μας έκαναν κύκλο γύρω από τα σώματά μας που ήδη άρχισαν να ετοιμάζονται για το δικό τους χορό της φωτιάς. 

“Ναι Διώνη… το μυστήριο και το πάθος…  αυτή η αρμονία και των δύο τους είναι που κάνουν τη ζωή ομορφότερη” απάντησα την ώρα που ένιωθα τα δυο της χέρια να τραβούν τη φούστα μου χαμηλά προς τα πόδια μου.

“Καλά μας ταξίδια λοιπόν Χαρά μου…” 

Τέλος



Φίλες και φίλοι μου,

το διήγημα αυτό, ήταν η προσωπική μου συμμετοχή στο δεύτερο κύκλο του εξαίρετου δικτυακού δρώμενου, που διοργανώνει η αγαπημένη μας φίλη Mary Pertax εδώ:

"Εικόνα και φράση #2"

Επέλεξα την αρχική δοσμένη εικόνα για να με οδηγήσει στην έμπνευση για αυτό το διήγημα καθώς και τη φράση που την συνοδεύει, η οποία παρουσιάζεται με κόκκινη γραφή. Για μια ακόμα φορά, να ευχαριστήσω την αγαπημένη μας φίλη για τη δυνατότητα που μάς δίνει στο να εμπνευστούμε και να δημιουργήσουμε. Επίσης όλες και όλους τους φίλους για τις εξαίρετες επίσης συμμετοχές-δημιουργίες τους, τις οποίες μπορείτε να αναζητήσετε, μέσω των αντίστοιχων λινκ, στην ιστοσελίδα που σας ανέφερα.

Σας ευχαριστώ για τον πολύτιμο χρόνο σας.


Δευτέρα 21 Μαρτίου 2022

"Το μπαλκόνι της Οττάβια Αριέντζι" (Λογοτεχνικό δρώμενο: "Μία εικόνα, έξι λέξεις #1")

 Λογοτεχνικό δικτυακό δρώμενο: "Μία εικόνα, έξι λέξεις #1"


Η αγαπημένη και αεικίνητη, δημιουργικά, φίλη μας Mary Pertax, εμπνεύστηκε και ξεκίνησε ένα ακόμα λογοτεχνικό, δικτυακό δρώμενο. Με δοσμένη την παρακάτω συγκεκριμένη εικόνα:


αλλά και τις εξής έξι λέξεις:

Ξεφάντωμα, Μάσκα, Μουσική, Κανάλι, Μυστήριο, Ειδύλλιο

κληθήκαμε να εμπνευστούμε και να γράψουμε. Οτιδήποτε με όριο 500 λέξεων.

Με τιμή, αγαπημένες φίλες και φίλοι, σας παρουσιάζω τη συμμετοχή μου:


Το μπαλκόνι της Οττάβια Αριέντζι


Η πόλη ζούσε στο ξεφάντωμα του καρναβαλιού. Το ασημένιο χρώμα του φεγγαριού αγκάλιαζε τις πέτρινες στράτες. Πολύχρωμες στολές με χρώμα και φινέτσα. Χαμόγελα και τραγούδια παντού. Το κανάλι λουσμένο στο φως των φαναριών.

Τότε την είδα! Ξεχώριζε στο πλήθος. Ψηλόλιγνη, με μακρύ κόκκινο φόρεμα Βενετσιάνικης εποχής. Τα εβένινα μαλλιά έπεφταν στους σμιλεμένους ώμους της. Μια μάσκα στο σκούρο μπλε της θάλασσας στόλιζε το πρόσωπό της.

Έστεκε μόνη σαν κάτι ν’ αναζητούσε. Πήγα κοντά της. Η μουσική στο δρόμου έπαιζε βαλς και πολλά ζευγάρια στροβιλίζονταν ολόγυρα.

“Θα μου χαρίσετε αυτό το χορό;”

Το βλέμμα της πίσω απ’ τη μάσκα ελκυστικό και παρακλητικό.

“Με μεγάλη χαρά…” αποκρίθηκε και τα κορμιά μας στροβιλίζονταν, στην αρχή αργά αλλά μετά πιο γρήγορα στο ρυθμό της μουσικής. Το χέρι μου τυλίχτηκε στη μέση της και το άλλο άγγιξε τα δάχτυλά της. Θέρμη και φωτιά σιγόφεγγε μέσα μας, το ένιωθα παντού. Στο κοίταγμά μας, στο δέσιμο των σωμάτων, στην ίδια την ανάσα μας.

“Τζιοβάννι! Έλληνας”, της είπα Ιταλικά.

“Οττάβια”, απάντησε με χαμόγελο σαν το ασήμι του φεγγαριού.


Περπατήσαμε κατά μήκος του καναλιού. Μιλήσαμε για τη μουσική, το χορό, τη ζωή και τις στιγμές της. Η αύρα της με τύλιγε στην άχλη της νύχτας. Παράξενη και τόσο μακρινή. Ένιωθα το άρωμα της μορφής της και τη σαγήνη που ανέδυε σαν κοράλλι ανοιχτό στο νερό. Ένα ειδύλλιο με τον έρωτα τύλιξε τα κορμιά μας.


Σταθήκαμε στη γωνιά εκείνου του νεοκλασικού κάτω από το φως του φαναριού. Ήταν η ώθηση του έρωτα; Του πόθου της στιγμής; Την έσφιξα στην αγκαλιά μου. Τα χέρια μας ενώθηκαν. Το δεξί της χέρι αργά κινήθηκε στο πρόσωπό της. Τράβηξε τη μάσκα που φορούσε. Μια αλλόκοτη θαμπάδα φώτισε το πρόσωπό της, τάραξε την ύπαρξή μου και ένας βαθύς αναστεναγμός γύρεψε διέξοδο απ’ την καρδιά μου.


Το φιλί μας ήρθε καντάδα να σφραγίσει τη στιγμή. Κελάρυσμα στον ουρανό, φτερούγισμα στο όνειρο. Στα μάτια της ατένισα το πέλαγος.

“Οττάβια!” της είπα. Αυθόρμητα γύρισα να κλέψω ένα κόκκινο τριαντάφυλλο, να το φορέσω στα μαλλιά της. Μα το βλέμμα μου, γεμάτο απόγνωση, την έχασε.


Πανικός! Αγωνία! Αναζήτηση! “Οττάβια!” φώναξα. Έτρεξα, στις γωνίες, στις ρούγες. Χάθηκε μέσα στο μυστήριο, γλίστρησε στο σκοτάδι. Την είδα να μπαίνει σε ένα παλιό καστέλο, δίπλα στο κανάλι. Με την ανάσα κομμένη έφτασα στη μεγάλη ξύλινη πόρτα του κι’ άρχισα να χτυπώ.


“Δεν θα ανοίξει κανείς!” ακούστηκε η φωνή του παράξενου γέρου πίσω μου, “Το σπίτι είναι σφραγισμένο χρόνια… μετά το θάνατό της…”

Τον κοίταξα χαμένος. Συνέχισε γεμάτος συγκίνηση την αφήγησή του.

“Οττάβια Αριέντζι! Αγάπησε με πάθος κόντρα σε όλους. Προδόθηκε, εγκαταλείφθηκε. Πόνεσε πολύ και εκείνο το βράδυ καρναβαλιού, βούτηξε απ’ αυτό το μπαλκόνι στο κανάλι γεμάτη πίκρα. Ήταν είκοσι τεσσάρων Μαΐων. Από τότε, κάθε μια τέτοια νύχτα βγαίνει στο φως του φεγγαριού να γυρέψει εκείνον, το φιλί και την αγκαλιά του”


Γύρισα συγκλονισμένος τα μάτια μου στο μπαλκόνι ψηλά. Έστεκε εκεί ανάμεσα στο φως και τη σκιά. Όμορφη, αέρινη. Στο πρόσωπό της ωρίμασε ένα γλυκό χαμόγελο. Γύρεψα το γέρο μα κανείς δεν έστεκε κοντά μου. Ήμουν ολομόναχος κάτω απ’ το μπαλκόνι της Οττάβια Αριέντζι.


Για μία ακόμα φορά, έζησα μια εξαίρετη εμπειρία μέσα σε ένα λογοτεχνικό δρώμενο. Έντεκα φίλες και φίλοι, έδωσαν αντίστοιχα έντεκα (11) υπέροχες συμμετοχές είτε σε πεζό είτε σε ποιητικό λόγο, τις οποίες μπορείτε να απολαύσετε εδώ: "Μία εικόνα, έξι λέξεις-συμμετοχές 1-4" ακολουθώντας αντίστοιχα τους συνδέσμους παραπομπής σε όλες τις συμμετοχές.

Θέλω να ευχαριστήσω όλες και όλους τους φίλους/φίλες, που συμμετείχαν και ψήφισαν στο όμορφο αυτό δρώμενο, επίσης για τα καλά τους λόγια και τα συναισθήματα. Διαβάσαμε έντεκα μικρά διαμαντάκια, βγαλμένα απ' την ψυχή του δημιουργού τους. Με το δικό τους τρόπο, τη δική τους γραφή. Νιώσαμε έντονα συναισθήματα και συγκίνηση, που είναι πολύτιμη σ' αυτές τις δύσκολες στιγμές. Μπορείτε να διαβάσετε την ανακήρυξη των αποτελεσμάτων εδώ: Λήξη της ψηφοφορίας-ανακήρυξη αποτελεσμάτων

Για μια ακόμα φορά να ευχαριστήσουμε την αγαπημένη μας φίλη Μαίρη και το blog της: "ΓΗΙΝΗ ΜΑΤΙΑ"

Τέλος, είμαστε έτοιμοι και σας καλώ να το κάνετε για τη συμμετοχή μας στο επόμενο λογοτεχνικό δρώμενο: "Εικόνα και φράση #2", λεπτομέρειες για το οποίο θα διαβάσετε στο σύνδεσμο



Να είστε καλά, να προσέχετε τι ακούτε, να παλεύουμε για την 

ΕΙΡΗΝΗ, να διεκδικούμε για τη ζωή μας.