Τετάρτη, 27 Μαρτίου 2019

"Ακροπατώντας στο όνειρο" / Φωτοσυγγραφική Σκυτάλη #3

Φωτοσυγγραφική Σκυτάλη #3



Φίλες και Φίλοι,
η όμορφη εκφραστική και δημιουργική σκυταλοδρομία στο αγαπημένο μας δρώμενο συνεχίζεται.
Στην σειρά μου, καταθέτω τη δική μου συμμετοχή.
Έχω ως "κληρονομιά" την εξαίρετη εικόνα της Άννας και τη λέξη της.


Προτεινόμενη Λέξη:      "Απατηλός"


"Ακροπατώντας στο όνειρο"

(Διήγημα)

Μπορείτε να το διαβάσετε αν θέλετε με αυτό το υπέροχο και ανάλογο "Μουσικό χαλί"





Πετάχτηκε απ τον ύπνο της ταραγμένη. Η Σιμώνη έριξε μια ματιά δίπλα στο ρολόι. Τέσσερις τα ξημερώματα. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Το χέρι στο στήθος αφουγκραζόταν τους τρελούς χτύπους της καρδιάς της. Το νερό από το ποτήρι της, την συνέφερε αρκετά.
“Τι όνειρο Θεέ μου!”, ψέλλισε. Το έφερε ξανά στα μάτια της, μπροστά της ολοζώντανο.
Η ίδια ως μπαλαρίνα! Σε ένα σουρεαλιστικό ονειρικό χώρο. Δεν μπορούσε να τον ορίσει. Σαν κορυφή ενός αρχαίου κτιρίου. Και εκείνη να χορεύει όμορφα, αέρινα. Και να ακροβατεί με το ραβδί της πάνω στην άκρη ενός μαρμάρινου κράσπεδου. Στο όριο. Κάτω, μια απέραντη μαβιογάλαζη θάλασσα. Και στο λύγισμα αυτό να χάνει την ισορροπία της και να…. το κενό! Η απέραντη θάλασσα, ο σκούρος ουρανός.
Ανασηκώθηκε στο μαξιλάρι της, άναψε το φως στο πορτατίφ, προσπάθησε να ηρεμήσει.

“Δημήτρη! Καλημέρα”, ακούστηκε η φωνή της στα αυτιά του αγαπημένου της.
“Έλα Σιμώνη, τι έκπληξη είναι αυτή πρωινιάτικα γλυκιά μου ;”
“Σου έχω νέα ευχάριστα”
“Για αυτό κελαϊδάς καλή μου;”
“Να στα πω ή θα σε διακόψω από κάποια τραπεζική σου σύμβαση ;” τον ρώτησε χαμογελώντας.
“Ευκαιρία να γεμίσω λίγο ομορφιά την άνοστη επαγγελματική μου ρουτίνα”
“Άκου, έχω κάποια νέα για τη δουλειά, πετάω απ τη χαρά μου!”
“Το νιώθω καρδιά μου”.
“Λοιπόν ετοιμάσου για τραπέζωμα μετά τη δουλειά”
“Κοιτάζω ήδη το ρολόι μου”.

Η Σιμώνη έκλεισε το τηλέφωνο. Άνοιξε το παράθυρο του διαμερίσματός της στο Ίλιο. Ένας γλυκός ζεστός ήλιος του Μάρτη την χάιδεψε φιλικά σε όλο της το σώμα. Άρχισε να μαζεύει τα πράγματα για την υπηρεσία της. Αρχαιολόγος από αγάπη στο επάγγελμα. Σε αυτό στάθηκε τυχερή. Έκανε το όνειρό της πράξη. Και το ζούσε. Αυτόν τον καιρό ήταν στην ομάδα του Ιορδάνη Ρώμα, καθηγητή Αρχαιολογίας και Ιστορίας στο Πανεπιστήμιο. Η ομάδα μελετούσε και χαρτογραφούσε ιστορικά κάστρα του κόσμου. Τα μάτια της έλαμπαν από χαρά. Είχε τόσα πράγματα να πει στον Δημήτρη.



“Πως ήταν η μέρα σου;” τον ρώτησε ενώ περίμεναν τον σερβιτόρο να πάρει την παραγγελία τους. Το μικρό ταβερνάκι στην Πλάκα τους αγκάλιαζε όμορφα και γραφικά.
“Πως να είναι βρε αγάπη μου η μέρα ενός τραπεζικού ; κάτι ανάμεσα σε γκρίνιες, παράπονα, και συμβάσεις”
Ο Δημήτρης, στα τριανταέξι του, συμπαθητικός γλυκός, στέναζε στον κόμπο της γραβάτας του. Τα καστανά μάτια της Σιμώνης τον κοίταζαν επίμονα. Τα κόκκινα μαλλιά της μαζεμένα σε έναν όμορφο κότσο στο πίσω μέρος φανέρωναν το γλυκό της πρόσωπο.
“Λοιπόν δεν θα μου πεις ; τόσες ώρες περιμένω”.
Πήρε φόρα γεμάτη ενθουσιασμό, λες και δεν την κρατούσε τίποτα.
“Πάω ταξίδι!”
Ο Δημήτρης έμεινε πάνω στα μάτια της.
“Πού;”
“Σκωτία!”
“Αν είναι δυνατόν, πως;”
Με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά ξεκίνησε να τον ενημερώνει:
“Λοιπόν ο δικός μας, ο Ρώμας, ο καθηγητής κλήθηκε από έναν συνεργάτη του στην Σκωτία καθηγητή σε ένα εκπαιδευτικό ταξίδι”
“Τι θα κάνετε;” ρώτησε με ενθουσιασμό ο Δημήτρης.
“Θα πάμε ψηλά Βόρεια, σε μια μικρή πόλη, θα επισκεφτούμε το κάστρο του Eilean Donan, τέρμα Θεού...”
“Μα αυτό είναι θαυμάσιο! Είναι το όνειρό σου να επισκεφτείς ένα από αυτά τα κάστρα”
“Ναι...”
“Ζηλεύω”, της είπε γλυκά για να της αγκαλιάσει τα χέρια της τρυφερά με τα δικά του.
“Εσύ στα χάιλαντς και εγώ στα γκισε! Απαπα μήτε στον ...εχθρό σου” της είπε χαμογελώντας.
“Έλα...” του έκανε ναζιάρικα.
“Σε πειράζω καρδιά μου, ξέρεις ότι αγαπώ τα όνειρά σου και θέλω να σε ακολουθώ στη χαρά. Τι έχει το πρόγραμμα εκεί;”
“Θα μείνουμε σε ένα μοτέλ δίπλα στο κάστρο, τώρα θα δούμε, μάλλον τρεις με τέσσερις μέρες, θα το μελετήσουμε από κοντά καθώς έχει μεγάλη αρχαιολογική και ιστορική σημασία για τον Κέλτικο κύκλο. Θα είναι μια ζωντανή εμπειρία σε όλα τα μέρη του, στην ιστορία του, στην αρχιτεκτονική του”
“Πότε σε χάνω;” την ρώτησε γλυκά.
“Σήμερα είναι Τρίτη, φεύγουμε Παρασκευή”
“Άρα έχουμε προετοιμασίες! Και ….λίστα”
“Τι λίστα τον ρώτησε απορημένη”
“Ε με αδειανά χέρια θα γυρίσεις; θέλω αναμνηστικά για τη φωλιά μας”
Γέλασαν με την καρδιά τους. Μέσα σε μια ανοιχτή αγκαλιά που στέγαζε τον έρωτά τους και φώλιαζε τα όνειρά τους. Και το απομεσήμερο τους βρήκε να τελειώνουν το γεύμα τους με άσπρο κρασί στα ποτήρια τους γεμάτοι συναισθήματα.



Το βράδυ την βρήκε αργά να αρχίζει σιγά-σιγά να τακτοποιεί το έγγραφο υλικό που θα πάρει μαζί της στο ταξίδι. Μια κουραστική αλλά και γεμάτη μέρα την βρήκε να αφήνεται στην αγκαλιά του Μορφέα περασμένες μία τη νύχτα. 
Όμως ένα ακόμα όνειρο ήρθε να ταράξει τον ύπνο της. Το ίδιο μάλιστα όνειρο της προηγούμενης νύχτας. Μόνο που αυτή τη φορά μια καινούργια παρουσία ήρθε να προστεθεί. Η Μορφή μιας νέας γυναίκας, θολής, ακαθόριστης, να βγαίνει μέσα απ τον ουρανό πέρα στο βάθος. Μια γυναικεία μορφή που σαν κάτι ήθελε να της πει αλλά τελικά χάθηκε μέσα στην ομίχλη. Το μόνο έντονο ήταν η μακριά κόκκινη κορδέλα που ανέμιζε από το ένα της χέρι στον κυματισμό του ανέμου και του κορμιού της.
Ξύπνησε πάλι με την ίδια αγωνία. Δεν ήταν φοβισμένη αλλά σίγουρα ταραγμένη. 



Η Βδομάδα κύλησε με την Σιμώνη να τρέχει εδώ και εκεί τακτοποιώντας εκκρεμότητες και τα  πράγματα που θα έπαιρνε μαζί της στο ταξίδι. Και με τις αντίστοιχες συναντήσεις της ομάδας στην υπηρεσία. Όλοι μαζί ήταν δώδεκα αρχαιολόγοι του τμήματος συν τον επικεφαλής καθηγητή. Την Πέμπτη το βράδυ όλα ήταν έτοιμα. Με τον Δημήτρη είχαν βγει για ένα ποτό σε ένα μπαράκι και την νύχτα θα την περνούσαν μαζί στο σπίτι της. Ο Δημήτρης θα την πήγαινε το πρωί στο αεροδρόμιο.
Εκείνο που αγαπούσε στον σύντροφό της ήταν ο τρόπος του να μοιράζεται μαζί της κάθε στιγμή.  Μια υγιής σχέση που ανέπνεε με τα όνειρά τους.
Η Προχωρημένη νύχτα τους βρήκε ολόγυμνους στο κρεβάτι. Τα κορμιά τους είχαν αφεθεί στην νιρβάνα που αφήνει μια έντονη ηδονική ερωτική επαφή. 
Όμως κάπου εκεί ανάμεσα στο σκοτάδι της νύχτας που φεύγει και στο φως της μέρας που ανατέλλει ο Δημήτρης ένιωσε το σώμα της Σιμώνης να αρχίζει να τρέμει και να ριγεί.

Η Ίδια εικόνα ερχόταν να ταράξει τον ύπνο της. Το ίδιο παράξενο όνειρο. Ακριβώς το γνωστό σκηνικό. Η μπαλαρίνα, ο χορός, η ακροβασία στο κενό. Η θάλασσα, η κατακόκκινη κορδέλα. Όμως αυτό το βράδυ, η ακαθόριστη γυναικεία ονειρική μορφή σαν να της φάνηκε να έγινε πιο συγκεκριμένη. Και ο ταραγμένος ύπνος της έσπασε κάτω απ την μακρινή φωνή αυτής της γυναίκας “Μείνε μακριά της...”, ναι, σαν ψίθυρος βγαλμένος μέσα απ τα κατάβαθα του γκριζόμαυρου ουρανού .“Μείνε μακριά της...”
Ο Δημήτρης είδε την Σιμώνη να πετάγεται έντονα στο πλάι του. Την αγκάλιασε τρυφερά προστατευτικά.
“Αγάπη μου τι έγινε;”
Ένιωθε την καρδιά της να φτερουγίζει.
“Πάλι τα ίδια” του είπε ξέπνοα προσπαθώντας να επικοινωνήσει με το παρόν της.
“Έλα ηρέμησε! Άγχος έχεις” της είπε κλείνοντάς την τρυφερά στην αγκαλιά του.
Η Σιμώνη ανασηκώθηκε. Το ρολόι έδειχνε κοντά έξι ξημερώματα. Έξω άρχιζε να χαράζει.
“Κάτι ήθελε να μου πει αυτή τη φορά Δημήτρη”
“Ποιος ;”, την κοίταξε απορημένος.
“Αυτή η Γυναίκα, αυτή η απόμακρη παρουσία, σαν να με καλούσε να μείνω μακριά της...”
“Έλα βρε Σιμώνη μου τώρα. Σε παρακαλώ, τα όνειρα γίνονται εμμονές”, της είπε διακριτικά γιατί δεν ήθελε να γίνει πιεστικός, “έλα να κοιμηθούμε λίγο ακόμα, σε καμιά ώρα πρέπει να σηκωθούμε”
Την τράβηξε στην αγκαλιά του. Εξωτερικά την ένιωθε πιο χαλαρή. Όμως δεν μπορούσε να δει τα μάτια της που έμεναν ορθάνοιχτά κοιτώντας στο πουθενά μέσα στην κρεβατοκάμαρα.



Η Πτήση τους κράτησε περίπου τέσσερις ώρες και ήταν τέλεια. Μέσα σε όμορφο κλίμα και διάθεση. Ο καθηγητής τους ήταν έξω καρδιά και πολύ προσιτός άνθρωπος. Έφτασαν εκεί μεσημέρι. Ένα πανέμορφο Εδιμβούργο τους περίμενε. Ο σύνδεσμος του καθηγητή ΜακΦάλαντ τους υποδέχτηκε χαρούμενος. Έφαγαν στην πόλη και αργά το μεσημέρι ένα ωραιότατο πούλμαν τους παρέλαβε για το μαγικό, όπως αποδείχτηκε ταξίδι με τελικό προορισμό το Eilean Donan. Μια υπέροχη διαδρομή μέσα από μια κατάφυτη Σκωτσέζικη φύση βουτηγμένη στο πράσινο, στα πρώτα σημάδια της Άνοιξης αλλά και στο επιβλητικό της περιοχής με τα δάση και τα Χάιλαντς να τους μαγεύουν. Μετά από πέντε ώρες έφτασαν στην αποστολή τους.  Είχε πια σκοτεινιάσει στα Βορειοδυτικά της Σκωτίας πέρα ψηλά. Το πανέμορφο φιορδ του Loch λαμπύριζε με τα ήρεμα νερά του στο φεγγαρόφωτο μέσα στην απόλυτη σιωπή. Αντίκρυ τους ο σκούρος όγκος από το τεράστιο πανύψηλο επιβλητικό κάστρο του Eilean Donan. 
Ο Καθηγητής Άλαν ΜακΦάλαντ, ένας 59χρονος αεικίνητος κλασικός Βρετανός. Επιβλητικός με την πατροπαράδοτη ευγένεια και αμεσότητα. Η συνάντηση των ομάδων έγινε σε κλίμα άριστο.
“Κύριε Καθηγητά, να σας γνωρίσω την κ. Σιμώνη Αυγεροπούλου, την επικεφαλής της ομάδας μας εδώ” είπε ο Ρώμας στον συνάδελφό του προχωρώντας και στις λοιπές συστάσεις.
Αφού τακτοποίησαν τα πράγματά τους στο πανέμορφο μοτέλ, το βράδυ τους βρήκε στη μεγάλη σάλα για φαγητό. Οι νύχτες του Μάρτη στην Βόρεια Σκωτία ήταν παγερές, γεμάτες υγρασία και το τζάκι άναβε για τα καλά.
“Πολύ γλυκός ο Μακ Φάλαντ παρά τα χρονάκια του”, ψιθύρισε η 29χρονη Μαριλένα στην υπόλοιπη παρέα. Οι άλλοι μουρμούρισαν χαμογελώντας 
“Τίποτα αρσενικό δεν σου ξεφεύγει!” πετάχτηκε ο Κώστας, ο πρεσβύτερος των συναδέλφων, ένα παιδί στα 35του γεμάτο χιούμορ.



Από το δωμάτιο της Σιμώνης μέσα στο σκοτάδι της ολόφωτης νύχτας σχηματίζονταν απέναντι ο σκούρος όγκος του κάστρου. Χτισμένο σε μια νησίδα γης που ενώνονταν στη στεριά με μια πέτρινη παλιά τοξωτή γέφυρα. Τα ψηλά του τείχη πρόβαλλαν μέσα στο φεγγαρόφωτο λες και άγγιζαν ψηλά τον ουρανό. Κάποια σύννεφα άρχιζαν να παίζουν κρυφτό με το φεγγάρι και αλλόκοτες σκιές σχηματίζονταν στο κάστρο φτάνοντας ως μέσα το δωμάτιό τους. Το θρόισμα στα μεγάλα πανύψηλα δέντρα έφτιαχνε τη δική του μουσική από τις πνοές που έδινε ο δυνατός Βοριάς της νύχτας. Η Σιμώνη έμενε με την Μαριλένα στο δωμάτιο σε δύο μονόκλινα. Ήταν τέτοια η κούραση της ταλαιπωρίας του ταξιδιού που κοιμήθηκαν σχεδόν με τα ρούχα.

Όμως μια ακόμα νύχτα η Σιμώνη θα είχε την ίδια επίσκεψη. Το ίδιο όνειρο. Με τις ίδιες εικόνες και παραστάσεις. Και εκείνη τη γυναικεία μορφή λίγο πιο έντονη αυτή τη φορά. Μια όμορφη παρουσία. Και πάλι εκείνη η φωνή.  “Μείνε μακριά!...”. Αυτή τη φορά λίγο πιο καθαρά.
“Όχι πάλι τα ίδια!” έσπασε τη σιωπή της νύχτας στο δωμάτιο η πνιχτή φωνή της Σιμώνης καθώς μια ακόμα φορά πετάχτηκε από το κρεβάτι της προκαλώντας εύλογα την έκπληξη της Μαριλένας δίπλα της. Κράτησε με τα χέρια το πρόσωπό της. Ένας ξαφνικός κεραυνός αυλάκωσε τον ουρανό φωτίζοντας απόκοσμα το κάστρο. Τα σύννεφα είχαν μαζευτεί γρήγορα και η καταιγίδα ζύγωνε από τα Δυτικά.



Ο Ηλιοφώτιστος ουρανός της επόμενης μέρας έσπρωξε στα βάθη της μνήμης την χθεσινή νύχτα για την Σιμώνη.
“Βρε παιδιά, χθες χάλαγε από κόσμος από καταιγίδα και σήμερα έχουμε ήλιο”, σχολίασε ο Κώστας στην ομάδα που ετοιμαζόταν να ξεκινήσει την πρώτη της επίσκεψη στο κάστρο.
“Η Άνοιξη στην Σκωτία και μάλιστα στα Βόρεια, όπως εδώ, δεν έχει καμία πρόβλεψη και καμία σχέση με τη ...λογική”, τους εξήγησε ένας Βρετανός συνάδελφός τους.
Η ατμόσφαιρα ήταν όμορφη, γεμάτη προσμονή και αγωνία. Στο σαλόνι συγκεντρώθηκαν όλοι γύρω στις εννέα το πρωί. Η Ελληνική ομάδα με τον Ρώμα επικεφαλής, και η Βρετανική. Ξεκίνησαν με τα πόδια.
Το κάστρο έστεκε λουσμένο στο φως του ήλιου που λαμπύριζε κάτω στο στενό θαλάσσιο κανάλι. Η  πέτρινη τοξωτή γέφυρα ήταν πανέμορφη και επιβλητική. Διέθετε τρία τόξα. Έφτασαν στην κεντρική πύλη εισόδου. Τα πελώρια τείχη έστεκαν μπροστά στα αποσβολωμένα μάτια τους. Η Σιμώνη άρχισε να νιώθει το δέος. Είναι άλλο πράγμα να μελετάς τα κάστρα στα ...χαρτιά και άλλο να διαβαίνεις τη στράτα τους. 
Το Eilean Donan είχε δύο τεράστια κτίρια με κεραμωτές σκεπές. Το ένα στην άκρη του τείχους προς τη θάλασσα και το άλλο πολύ ψηλότερο στο κέντρο του. 
Ήταν καιρός η ομάδα να δοκίμαζε τις γνώσεις της στα Αγγλικά από εδώ και πέρα.
Ο Καθηγητής Άλαν ΜακΦάλαντ τους υποδέχτηκε με περισσή ευγένεια και διάθεση.
Η πρώτη επαφή με το κάστρο θα είχε μια αναλυτική περιήγηση στα βασικά του μέρη. Ξεκίνησαν. Τα σημειωματάρια, τα τάμπλετ και τα κινητά με τις κάμερες πήραν φωτιά. 
Περπάτησαν στην αυλή στο εσωτερικό του κάστρου. Ένιωθαν σαν μικρά ασήμαντα όντα μπροστά στον επιβλητικό του όγκο. Μια ανατριχίλα κυρίευε την Σιμώνη σε κάθε της βήμα. Είχε ήδη αρχίσει να νιώθει παράξενα. Λες και σε κάθε γωνιά, σε κάθε σιδερένιο παράθυρο και καταπακτή θα ξεπηδούσαν παλιές μορφές της ιστορίας, θρύλοι και παραδόσεις. Άκουγε με μεγάλη προσοχή την περιγραφή και την “παράδοση” του ΜακΦάλαντ και τις υποσημειώσεις του Ρώμα και σημείωνε συνεχώς. 
Ο Ήλιος είχε ανέβει πια ψηλά στον ουρανό σαν ανέβηκαν στις επάλξεις στα τείχη. Περπάτησαν περιμετρικά. Στην συνέχεια κινήθηκαν προς τη μεριά της θάλασσας. 

Η Σιμώνη άρχισε να νιώθει παράξενα. Το βλέμμα της κινήθηκε ψηλά στον ουρανό. Ο ήλιος τη ζάλισε. Ξαφνικά μέσα της ένιωθε ένα συναίσθημα φυγής. Σαν να ξεμάκραινε κάπου, σαν να έφευγε από αυτόν τον χωρόχρονο. 
“Τι μου συμβαίνει; τι Απατηλή αίσθηση είναι αυτή ;”μονολόγησε σκεπτική. Το μυαλό της δεν ήταν εκεί. Το κορμί της ένιωθε να ελαφραίνει με έναν παράξενο και απόκοσμο τρόπο. Το κεφάλι της γύριζε σαν υπνωτισμένη. Τα βήματά της την έσπρωχναν αργά πάνω τα τείχη. Αν ήταν καλά θα είχε ήδη δει ότι είχε ξεκοπεί εντελώς από την ομάδα και κινούνταν στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση. Και τότε, ναι τότε! Στο βάθος του ορίζοντα προς τη θάλασσα, “κάτι” την τράβηξε προς τα εκεί. Ένιωθε μια “άλλη”, προσπάθησε, έδινε μάχη μεταξύ της λογικής και αυτού του απόκοσμου βιώματος που ένιωθε αλλά όλα έχαναν τον έλεγχό τους. Περπατούσε λες υπνωτισμένη στην άκρη του τείχους. Από κάτω της έχασκε η θάλασσα ακίνητη σαν λίμνη. Ένιωθε σαν να χόρευε, αυτήν την αίσθηση είχε. Μια κίνηση που είχε βήματα κλασικού χορού. Απείχε ελάχιστα μέτρα από το τέλος του τείχους. Ούτε καν έβλεπε ότι το άνοιγμα εκεί την οδηγούσε κατ’ ευθείαν στην αγκαλιά του γκρεμού. Λίγα μέτρα ακόμα… δύο… ένα…

“Είναι επικίνδυνα εκεί!” 
Η δυνατή φωνή στα Αγγλικά την επανέφερε στην πραγματικότητα. Σαν να πάγωσε τον βηματισμό της. Στο ένα μέτρο μπροστά της η πτώση. Ανατρίχιασε. Γύρισε απότομα πίσω αναζητώντας την πηγή της φωνής. 
“Πρέπει να προσέχετε!”, της είπε πάλι δυνατά. 
“Έτνμοντ Ράιζ” της συστήθηκε. Είδε μπροστά της να την πλησιάζει ένας επιβλητικός ηλικιωμένος άντρας. Το ρυτιδωμένο του πρόσωπο μαρτυρούσε χωρίς δεύτερη σκέψη κλεισμένη την έβδομη δεκαετία στη ζωή του. Ξεχτένιστα πλούσια κοκκινωπά μαλλιά και καλό ντύσιμο.
Της άπλωσε το χέρι του. Για πρώτη φορά η Σιμώνη επανήλθε στην πραγματική ζωή αντιλαμβανόμενη τι πήγαινε να γίνει.
“Σιμώνη Αυγεροπούλου”, του απάντησε κλείνοντας με το χέρι της το δικό του. 
“Είστε Ελληνίδα ;” την ρώτησε.
“Το καταλάβατε ;”
“Μελετούσα Αρχαία Ελληνικά στη δουλειά μου αλλά ξέρω για σας και την ομάδα σας”
Την κοιτούσε επίμονα αλλά με ένα γλυκό ύφος στα μάτια. Λες και προσπαθούσε να ξεχωρίσει κάτι από μακριά. Άφησε το χέρι και της έδειξε το μέρος στο οποίο περπατούσε.
“Περπατούσατε όπως εκείνη...” της είπε. Η Σιμώνη τον κοίταξε παράξενα.
“Τι θέλετε να πείτε;”
Άπλωσε το βλέμμα του με μια παράξενη θλίψη κάτω στα τείχη.
“Τρεις αιώνες πριν, εδώ, ακριβώς αυτή τη διαδρομή, σαν τη δική σας...”
“Ποια; τι θέλετε να πείτε;”
Την έπιασε από τον ώμο ευγενικά. Της γύρισε κατεύθυνση. Ξεκίνησαν να περπατούν.
“Μην δίνετε σημασία. Έφαγα τα χρόνια μου ως καθηγητής αρχαιολογίας. Ταξιδεύω με τις εμμονές μου. Μένω κάπου εδώ κοντά πια. Αυτό το κάστρο είναι σαν το δεύτερο σπίτι μου. Γνωρίζω για αυτό κάθε του ιστορία...”
“Θα μου πείτε τι εννοούσατε για αυτήν την γυναίκα;”
“Νιάτα! Όλα θέλετε να τα μαθαίνετε αμέσως” της είπε με ένα αφοπλιστικό χαμόγελο.
Η Σιμώνη δεν ήθελε να μείνει  το ερώτημά της αναπάντητο. Την στιγμή που ετοιμαζόταν να επανέλθει πιο έντονα…
“Σιμώνη! Σιμώνη! Που είσαι βρε κορίτσι μου; που χάθηκες; για όνομα του Θεού σε ψάχνουμε παντού”. Οι φωνές δύο-τριών συναδέλφων της λίγα μέτρα πιο εκεί διέκοψαν την κουβέντα της. 
“Έλα! Μαζευόμαστε στο κεντρικό κτίριο, ο καθηγητής μας περιμένει!” της φώναξαν. 
Εκείνη έριξε μια τελευταία ματιά στον Έντμοντ. Εξακολουθούσε να την κοιτάζει με προσοχή χαμογελώντας. Ακολούθησε τους συναδέλφους της. Έμοιαζε λίγο σαν χαμένη. Όμως το πρόγραμμά της δεν μπορούσε να περιμένει και απαιτούσε την προσοχή της.
“Θα σας ξαναδώ”, του είπε φεύγοντας.
Ο Έντμοντ την παρακολούθησε που χάθηκε κατεβαίνοντας τις μεγάλες πέτρινες σκάλες στα τείχη.
“Λες και είναι εκείνη! Ίδια!” μονολόγησε φωναχτά. Από την δερμάτινη τσάντα του έβγαλε ένα παλιό ογκώδες βιβλίο. Το ξεφύλισσε. Στάθηκε σε ένα κεφάλαιο. Οι γραμματοσειρές πρόδιναν παλιές γραφές. Το χέρι του σταμάτησε σε μια σελίδα. Στάθηκε με προσοχή σε μια εικόνα, κάτι ανάμεσα σε σχέδιο και ζωγραφική. Ήταν μια γυναίκα. Τα μάτια του δεν έλεγαν να ξεκολλήσουν από εκεί.



Το μεσημέρι τους βρήκε στο κεντρικό παλιό κτίριο του κάστρου. Εκεί μια από τις παλιές θολωτές του αίθουσες είχαν μεταμορφωθεί πλέον και λειτουργούσαν σαν Ιστορικό μουσείο. Η Διάλεξη του καθηγητή Μακ Φάλαντ ήταν εκπληκτική και αυτά που έπαιρναν σαν γνώσεις ξεπερνούσαν κάθε προσδοκία τους. Κάποια στιγμή μετά το μεσημέρι ο κύκλος της πρώτης μέρας είχε τελειώσει. Ενθουσιασμένοι και πλήρεις μάζεψαν τα πράγματά τους και κατηφόρισαν προς τις καταπακτές όπου θα ήταν το τελευταίο μέρος της σημερινής τους επίσκεψης.
Μια ακόμα εμπειρία, αυτή τη φορά, με μεγαλύτερο δέος τους περίμενε. Πολλά μέτρα κάτω απ τη γη, στα υπόγεια του κάστρου. Εκεί όπου το σκοτάδι πλέον έσπαγε μόνο με τον προσεκτικό ήπιο φωτισμό , που προσομείωνε το φως με αυτό των  παλιών πυρσών. Κελιά, αίθουσες, μουσεία, σκάλες, διάδρομοι. Αγάλματα, πίνακες ζωγραφικής και σχέδια συμπλήρωναν την διακόσμηση μαζί με μεσαιωνικό οπλισμό.

“Σιμώνη τι έπαθες ;” την ρώτησε ξαφνικά η Μαριλένα δίπλα της.
Είχε μείνει σαν να είχε παγώσει μπροστά σε έναν μαρμάρινο τάφο με το γλυπτό μιας γυναίκας από πάνω του. Η Σιμώνη ένιωσε την ίδια ανατριχίλα που ένιωσε και στα τείχη. Μια ανατριχίλα που έγινε μεγαλύτερη σαν κάτι να της έλεγε ότι η μορφή αυτού του γλυπτού άγγιζε σε ομοιότητα τη μορφή της γυναίκας στα όνειρά της.
“Σιμώνη! Τι έπαθες παιδί μου;”
“Τίποτα...” κατάφερε να ψελλίσει ενώ τα μάτια της ήταν πάνω στο άγαλμα.
“Εσύ είσαι κίτρινη σαν λεμόνι!” της είπε η φίλη της.
Ο όμιλος της ομάδας είχε σταματήσει παρακάτω και ο καθηγητής ΜακΦάλαντ την πλησιάσε.
“Πάθατε τίποτα;” την ρώτησε γεμάτος ενδιαφέρον.
“Κύριε καθηγητά. Τι είναι αυτός ο τάφος; ποια είναι αυτή η γυναίκα;”
Ο Καθηγητής χαμογέλασε αλλά με μιας σοβάρεψε.
“Είναι ο τάφος της Λαίδης Έλινορ, μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της νεώτερης ιστορίας του κάστρου, μα ...γιατί ρωτάτε;”
“Πείτε μου σας παρακαλώ!”
“Η Ιστορία αναφέρεται στα 1705. Μια νεαρή γυναίκα εποχής πολύ αγαπητή στην περιοχή με μεγάλη ιστορία. Σκοτώθηκε στα 32 της χρόνια όμως...”
“Πως ;” τον ρώτησε.
“Κύριε Καθηγητά έχετε μια επείγουσα κλήση!” τους διέκοψε η φωνή ενός νεαρού άντρα που φάνηκε ξαφνικά.
“Με συγχωρείτε κ. Αυγεροπούλου, πρέπει να φύγω, θα μιλήσουμε...”
Η Μαριλένα δίπλα κοιτούσε τη φίλη της με έντονη απορία. Δεν μπορούσε να εξηγήσει την ένταση που έβλεπε ζωγραφισμένη στο πρόσωπό της.
“Στα χρόνια μου...” ψιθύρισε η Σιμώνη.
“Ποια χρόνια σου; τι λες;” αντέδρασε η Μαριλένα με τη φίλη να απαντά μάλλον στον εαυτό της παρά στην ίδια.
“Σκοτώθηκε στα τριάντα δύο, δηλαδή στην ηλικία μου!”



Η Σιμώνη προσπάθησε να ηρεμήσει από τα γεγονότα της ημέρας. Μίλησε με τον Δημήτρη, ξεκουράστηκαν στο Μοτελ και είχαν μπροστά τους το βράδυ τους ελεύθερο για οτιδήποτε. Μέσα της όμως δεν μπορούσε να ησυχάσει. Έπρεπε να μάθει. Το βράδυ νωρίς πήγαν με τους συναδέλφους τους στο μικρό μπαράκι που είχε μέσα ο χώρος διαμονής τους. Η Σιμώνη κάποια στιγμή απευθύνθηκε στην υποδοχή.
“Γνωρίζετε κάποιον κύριο Έντμοντ Ράιζ ; έναν ηλικιωμένο άντρα ;”
Η κοπέλα χαμογέλασε.
“Ποιος δεν γνωρίζει τον γέρο Έντ! μορφή του κάστρου”
“Που μπορεί κανείς να τον βρει;”
“Αν δεν είναι εδώ γύρω τότε θα τον βρείτε λογικά σπίτι του, δεν είναι μακριά από εδώ”
“Μπορείτε να μου δείξετε ;”
“Σιμώνη τι πας να κάνεις;” πετάχτηκε απορημένη η Μαριλένα δίπλα της.
“Θα σου πω...”, της είπε.
Πήρε τις εύκολες οδηγίες για το σπίτι του. 
“Θα έρθεις μαζί μου;” ρώτησε την Μαριλένα.
“Παιδί μου θα μου πεις τι θα κάνεις;”
“Έλα θα σου εξηγήσω στο δρόμο”.
Ο καιρός ήταν καλός. Βγήκαν αγκαζέ και πήραν το δρόμο προς τα πάνω. Σε λίγο είχαν φτάσει έξω από ένα παλιό αλλά όμορφο παραδοσιακό σπίτι της περιοχής. Από αυτά τα πέτρινα και ξύλινα σπιτάκια στολίδια στην Σκωτσέζικη επαρχία.
Πέρασαν στην αυλή και σε λίγο χτυπούσαν το μεταλλικό ρόπτρο της πόρτας.
Η χαρακτηριστική μορφή του Έντμοντ πρόβαλε με μια μεγάλη έκπληξη στο πρόσωπό του.

“Καταλαβαίνετε γιατί ήρθα!”, τον ρώτησε αφοπλιστικά.
Τις είχε δεχτεί με υποδειγματική φιλοξενία και διάθεση. Η μεγάλη ξυλόσομπα έσπαγε την έντονη υγρασία της περιοχής. Γυάλινα μπολ με ξηρούς καρπούς και ένα μπουκάλι, τι άλλο, από Ουίσκι της περιοχής, ήταν το κέρασμά του.
“Φυσικά καταλαβαίνω”, απάντησε με την βαριά Σκωτσέζικη προφορά του.
“Κύριε Έντμοντ θέλω να μάθω για αυτήν την ιστορία που μου ξεκινήσατε...”
“Λέγε με Γερο Εντ κόρη μου, θα σου πω...” της απάντησε ήρεμα.
Ξεκίνησε την διήγησή του. Οι τρεις τους γύρω από την ξυλόσομπα και ένα στρογγυλό βαρύ ξύλινο τραπέζι. 
“Η Λαίδη Έλινορ έζησε στο κάστρο γύρω στα 1700. Οι γονείς της ήταν τότε οι ηγεμόνες της επαρχίας, αν θες να το πεις έτσι. Μιλάμε για φεουδαρχία. Γεννήθηκε και μεγάλωσε εδώ, αγαπήθηκε πολύ απ τους χωρικούς ολόγυρα για την καλή της καρδιά. Στα νιάτα της ήταν περίφημη χορεύτρια...”
“Η Μπαλαρίνα!” πετάχτηκε στα Ελληνικά η Σιμώνη.
Η Μαριλένα την κοίταξε έντονα. 
“Τι είπατε ;” ρώτησε ο γέρο Εντ.
Η Σιμώνη συνέχισε στα Ελληνικά σαν χαμένη.
“Η Μπαλαρίνα του ονείρου!”
“Τι λες βρε Σιμώνη;” την ρώτησε δεύτερη φορά η φίλη της. Η Σιμώνη δεν έδωσε σημασία.
“Συνεχίστε κύριε Έντ”
“Όλα κυλούσαν όμορφα ώσπου η Λάιδη Έλινορ σιγά-σιγά στα τριανταδύο της άρχισε να μαραζώνει...”
“Τι θέλετε να πείτε;”
“Μια αλλόκοτη μελαγχολία κυρίεψε σιγά-σιγά την ψυχή της. Ένα παράξενο άγνωστο σαράκι που την κατέβαλε μέρα με τη μέρα. Και τι δεν έκαναν οι δικοί της. Γιατροσόφια της εποχής. Ήρθαν γιατροί από τα πέρατα του βασιλείου αλλά η Λαίδη Έλινορ έχανε μήνα με το μήνα τη ζωή της. Βαριά μελαγχολία.”
Ο Γέρος πήρε μια ανάσα.
“Και τι έγινε;”
“Την έβλεπαν να περπατά μόνη πάνω στα τείχη του κάστρου. Ακόμα και τις νύχτες. Έλεγαν πολλά τότε. Δεισιδαιμονίες, θρύλοι. Δεν άργησαν κάποιοι να την θεωρούν τρελή. Ένα δειλινό, ακροπερπάτησε στα ψηλά τείχη. Πριν προλάβουν να τρέξουν κοντά της βούτηξε στο κενό!”
Όλοι κράτησαν τις ανάσες τους…
“Την μάζεψαν νεκρή, τσακισμένη κάτω. Το κάστρο ντύθηκε στο θρήνο και στον σπαραγμό. Την έθαψαν σε μια κρύπτη μέσα εκεί”.
“Το είδα σήμερα...”
Μεσολάβησαν δευτερόλεπτα σιωπής. Ύστερα ο γέρος σηκώθηκε. Πήγε στη βιβλιοθήκη και έφερε το παλιό εκείνο βιβλίο που κρατούσε σήμερα. Επέστρεψε και κάθισε.
“Ύστερα, είναι και αυτό εδώ κόρη μου”, της είπε. 
“Τι θέλετε να πείτε;” τον ρώτησε η Σιμώνη. 
Ο Γέρο Έντ άνοιξε το βιβλίο σε μια σελίδα. Είχε την ζωγραφιά που έβλεπε και σήμερα στα τείχη. 
“Δες εδώ παιδί μου! Αυτή ήταν η εικόνα τότε της Λαίδης Έλινορ όπως σώθηκε από τους σπουδαίους ζωγράφους του κάστρου που έκαναν το πορτραίτο της. Άπλωσε το βιβλίο προς το μέρος τους με το χέρι του να τρέμει ελαφρά.
Η Σιμώνη πήρε το βαρύ ανοιχτό βιβλίο στα χέρια της. Κοντά δίπλα της ήρθε και η Μαριλένα. Τα μάτια τους έμειναν έκπληκτα.
“Θεέ μου δεν είναι δυνατόν!” ψέλλισε η Σιμώνη. Δίπλα της η Μαριλένα είχε μείνει εκστασιασμένη. Ο γέρο Έντ κατέβαζε μια δυνατή γουλιά από το ουίσκι του.
Η Εικόνα πορτραίτο της Λαίδης Έλινορ έμοιαζε πάρα πολύ με την Σιμώνη!
“Ναι κόρη μου! Καταλαβαίνεις πως ένιωσα σαν σε είδα στα τείχη! Να περπατάς υπνωτισμένα εκεί! Ακριβώς σε εκείνο το καταραμένο σημείο! Οι θρύλοι λένε ότι τη μέρα εκείνη η Λαίδη Έλινορ φορούσε ένα ολοπόρφυρο κοντό σάλι τυλιγμένο στο χέρι της. Σαν έπεφτε από τα τείχη ανέμιζε σαν σημαία...”
“Το ραβδί!” ξεφώνισε πάλι η Σιμώνη και αυτή τη φορά στα Ελληνικά, “το ραβδί του ονείρου...”
“Σου συμβαίνει κάτι Σιμώνη;” την ρώτησε με σεβασμό.
“Δεν ξέρω είναι κάτι… δεν μπορώ να το εξηγήσω. Σαν να με κυριεύει, σαν να προσπαθεί να θέλει να με ελέγξει. Δεν μπορώ να τα πιστέψω αυτά καταλαβαίνετε...”
Ο Έντ την κοίταξε προσεκτικά. 
Σταμάτησαν λίγο την κουβέντα. Το είχαν ανάγκη να συνέλθουν απ την ένταση των στιγμών. Κάποια στιγμή τα δύο κορίτσια σηκώθηκαν να φύγουν.
“Θα ήθελα να σας πω και τι ακολούθησε σε αυτήν την ιστορία” τους είπε.
“Την επόμενη φορά κύριε Έντ, να μας επιτρέψετε να φύγουμε, είχαμε μια κουραστική μέρα”
“Να προσέχεις παιδί μου!”
Τις συνόδεψε ως έξω στο δρόμο. Δεν τις άφησε απ τα μάτια του ώσπου χάθηκαν πέρα στο δρόμο. Επέστρεψε στο σπίτι του. Έκλεισε την πόρτα και την ασφάλισε. Έκατσε στο τραπέζι. Κράτησε το βιβλίο ανοιχτό μπροστά του στο πορτραίτο της Λαίδης Έλινορ.
“Τι θέλεις από αυτό το κορίτσι Λαίδη μου;” ακούστηκε η φωνή του μέσα στην μαβιά νύχτα.
“Γιατί την τραβάς κοντά σου;   ….Αχ να είχε προλάβει ο Λίαμ! Σε πιο άπειρο είναι χαμένος”



“Μήπως αύριο να μην έρθεις στο Κάστρο;” την ρώτησε επίμονα η Μαριλένα στο δωμάτιό τους, λίγο πριν κοιμηθούν, “Να κάνεις μια βόλτα, να αλλάξεις λίγο παραστάσεις βρε κορίτσι μου”.
“Όχι! Είναι χειρότερο να κρύβεσαι από αυτό που συμβαίνει μέσα σου!”
“Καληνύχτα, καλό μας ξημέρωμα” την αποχαιρέτισε δίπλα της η καλή της φίλη.
Άφησαν ένα διακριτικό όμορφο φως να συνοδεύει αυτό του φεγγαριού που έπεφτε μέσα από το παράθυρο. Η Σιμώνη έριξε μια ματιά στον μαυρόμαβιο όγκο του κάστρου. Λαμπύριζαν τόσο παράξενα οι ακρογραμμές του.

Αυτό το αχνό χλωμό φως ήταν πάλι που ήρθε να φωτίσει τον ονειρικό της κόσμο για μια ακόμα φορά. Για να σχηματίσει ξανά το ίδιο σχεδόν γνώριμο σκηνικό του ονείρου της. Το ατέλειωτο πέτρινο μονοπάτι με κάτι σαν επάλξεις στα δεξιά του. Κάτω ακριβώς μια απέραντη θάλασσα στο ίδιο γκριζόμαυρο χρώμα του ουρανού. Και η ίδια εκεί, ρυθμική, εκφραστική μπαλαρίνα με το ραβδί της και εκείνο το βαθυκόκκινο κάτι σαν μαντήλι να ανεμίζει στον ουρανό. Όμως τούτη τη φορά αυτό που ξεχώριζε και κυριαρχούσε ήταν εκείνα τα τεράστια χέρια! Δύο τεράστια χέρια λες σαν από κάποιο γίγαντα, αντρικά χέρια, που ξεφύτρωναν απ’ τα βάθη του ουρανού. Και σαν αυτά τα δύο χέρια να έπλεκαν ολόγυρα στη μπαλαρίνα που ακροβατούσε θανάσιμα στο κενό, μια επιβλητική προστασία, έτοιμα να την πιάσουν στη στιγμή εκείνη που θα μπορούσε να χρειαστεί. 

Για μια ακόμα φορά η Σιμώνη άνοιξε τα μάτια της! Απότομα και έντονα αυτή τη φορά. Χωρίς τον προηγούμενο τρόμο. Σαν να το περίμενε. Μόνο που εκείνα τα πελώρια χέρια ένιωθε στην πλάνη του ονείρου να της δίνουν μια αίσθηση προστασίας και σιγουριάς. Σηκώθηκε αθόρυβα απ το κρεβάτι της. Πήγε στο παράθυρο. Τα μάτια της προσπάθησαν να συναντήσουν τον όγκο και τις σκιές του κάστρου απέναντι. Είδαν κάποια σύννεφα να ταξιδεύουν από πάνω του στήνοντας έναν χορό από παιχνίδια στο φως.
“Τι θέλεις από μένα Λαίδη Έλινορ;” ψιθύρισε μέσα της ίσα να ακουστεί η φωνή της. 

Ένιωθε πάλι να την κυριεύει η ίδια δύναμη που ένιωσε και πάνω στα τείχη. Χωρίς να το νιώθει σαν να αχνοπατούσε άνοιξε την πόρτα του δωματίου και βγήκε έξω στην προχωρημένη νύχτα. 
“Έρχομαι...” ψιθύρισε στον δυνατό άνεμο που άρχισε να κατεβαίνει σε ριπές και να δέρνει το πρόσωπό της. Τα μάτια έγιναν ένα με το ασημένιο του φεγγαριού. Άρχισε να βηματίζει σταθερά αποφασιστικά προς τη  γέφυρα που οδηγεί στο κάστρο. Από μακριά έλεγες και ήταν μια εξώκοσμη μορφή μέσα στους ίσκιους. Χωρίς να το καταλάβει έφτασε εκεί. Και πάλι χωρίς να νιώθει στα λογικά της τα βήματα και τις στράτες που ακολούθησε έφτασε εκεί ψηλά στα τείχη. Στην ίδια διαδρομή ακριβώς που πορεύτηκε και χθες.
Το φεγγάρι στον ουρανό χύθηκε να την ασημώσει χωρίς συστολή. Μια αργυρόχροη γραμμή έπεσε πάνω στα τείχη σαν φωτεινό ποτάμι. Την πήρε στην αγκαλιά του, τη σήκωσε ψηλά. Η Σιμώνη μπροστά της έβλεπε τον εαυτό της να περπατά στο μέρος εκείνο του ονείρου της. Ένιωθε τον εαυτό της σαν σκοτεινή μπαλαρίνα να προχωρά ρυθμικά στις άκρες του τείχους. Στις Επάλξεις. Εκεί, σαν ξορκισμένη νεράιδα της νύχτας. Ο νυχταγέρας χτύπαγε πάνω στα μάγουλα, στο κορμί της. Ανέμιζε την φορεσιά της. Κάτω στα πόδια της μέτρα ολάκερα βάθος άφριζε η θάλασσα στο κανάλι ανταριασμένη από την οχλαγοή του ανέμου. Και η Σιμώνη βάδιζε. Τα βήματά της την έφερναν ίσια στο αδιέξοδο. Εκεί που οι επάλξεις τελείωναν. Στο χαλασμένο άνοιγμα. Στον γκρεμό. Στην πτώση. 
Τα χέρια της ακολουθούσαν λες έναν ατέρμονο ρυθμό βγαλμένο απ τα βάθη των χρόνων. 
Έφτασε στο τέλος. Στο άνοιγμα. Κάτω στα πόδια της το κενό. Η μορφή της αναμετρώταν με τον ίλιγγο. Κάτι ανάμεσα στις πέτρες και στον αέρα. Κάπου ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο. Το φεγγαρόφωτο ευθυγραμμίστηκε με το κορμί της και έτσι από μακριά έλαμπε σαν δέσμη φωτός σταλμένη απ τον ουρανό ίσια κάτω στα βαθιόμαυρα νερά της θάλασσας που περίμεναν. Που ήδη είχαν ανοίξει την αφρισμένη αγκαλιά τους να την δεχτούν. Την Σιμώνη. Ταυτισμένη πια σαν μια ψυχή με την Λαίδη Έλινορ των παλιών εκείνων αιώνων.
Ακροστάθηκε κάποια στιγμή.
“Είμαι δική σου….” αναφώνησε την ώρα που το σώμα της βάρυνε προς το κενό παίρνοντας θανάσιμη ρότα στην πτώση του.

Μα τότες! Τότες εκείνα τα χέρια του ονείρου της τα μεγάλα, τα στιβαρά, τα πελώρια, γίνηκαν γροθιά και πριν τα πόδια της εγκαταλείψουν εντελώς τα τείχη, την έσπρωξαν δυνατά. Η Σιμώνη γύρισε το πρόσωπό της στα δευτερόλεπτα εκείνα μεταξύ ζωής και θανάτου και είδε την αχνή  μορφή ενός άντρα να την σπρώχνει με τα χέρια του. Καθώς το σώμα της έπεφτε στην διπλανή ακίνδυνη κόγχη των τειχών η μορφή του άντρα ξεθώριαζε στα μάτια της. Έμειναν σιγά-σιγά τα σφιγμένα του χέρια, χέρια σωτηρίας, να στέκονται απόμακρα και να χάνονται και εκείνα μέσα στο ασημένιο φωτεινό φεγγαροπόταμο. Η Σιμώνη κύλησε στο πλάι ασφαλής.

Οι φωνές, οι κραυγές και τα φώτα άρχισαν να την επαναφέρουν στην πραγματικότητα. Άκουγε κόσμο και βήματα να πλησιάζουν και δέσμες από φώτα φακών να την φωτίζουν.
Η Φωνή της Μαριλένας γεμάτη αγωνία από πάνω ψηλά στα τείχη.
“Σιμώνη!”
Οι Μορφές κάποιων αντρών με φακούς στα Αγγλικά:
“Εδώ είναι!”
Σε λίγο είχε επανέλθει πλήρως στον πραγματικό κόσμο. Έντρομη είδε που βρισκόταν και που θα μπορούσε να βρίσκεται.
Και τότε η επιβλητική μορφή του γέρο Έντ ζύγωσε κοντά της. Πήδηξε με την ανάκαρα νεαρού άντρα τον μικρό τοίχο και βρέθηκε κοντά της.
“Σιμώνη είσαι καλά ;” τον άκουσε γεμάτο αγωνία αλλά και χαρά
Του έγνεψε στα σίγουρα θετικά με το πρόσωπό της. Και τον ένιωσε παράξενα, να την αγκαλιάζει και να την σφίγγει στην αγκαλιά του σαν κόρη του.



Πέρασε χρόνος αρκετός για να την σηκώσουν ασφαλή από εκεί με αρκετές εκδορές, να την πάνε στο ιατρείο του κάστρου, με τους ανθρώπους της φύλαξης, που την κοιτούσαν με απόλυτη απορία, αργότερα θα μάθαινε το γιατί, με την Μαριλένα δίπλα της και κάτω να την περιμένει ο καθηγητής της έντρομος με αρκετούς συναδέλφους και τον Σκωτσέζο καθηγητή.

Θα κόντευε να ξημερώσει πια σαν ήταν στο σπίτι του Γέρο Εντ. Στο κρεβάτι του, σκεπασμένη με μια κουβέρτα και μια κούπα ζεστή σοκολάτα δίπλα της. Κοντά της η Μαριλένα.
“Μαριλένα, πως βρεθήκατε εκεί;” την ρώτησε προσπαθώντας να εξηγήσει.
“Όταν ξύπνησα και είδα ότι έλειπες σε ένα μέρος πίστεψα ότι θα πήγαινες. Κατέβηκα στην ρεσεψιόν. Πήρα τηλέφωνο τον κύριο Εντ. Κινητοποιήσαμε και τους άλλους και τρέξαμε”, της απάντησε.

“Πως βρέθηκες εκεί κατάλαβες;” την ρώτησε ο Έντ.
“Δεν ξέρω… δεν θυμάμαι τίποτα”, απάντησε η Σιμώνη.
“Οι φύλακες αναρωτιούνται πως βρέθηκες μέσα στο κάστρο με κλεισμένες σφαλισμένες τις πύλες”
Η Σιμώνη τον κοίταξε με ολοφάνερη αγωνία να ακούσει.
“Κανείς παιδί μου δεν ήξερε το κρυφό πέρασμα απ το οποίο πέρασες μέσα!”
“Δεν είναι δυνατόν!” του είπε συγκλονισμένη.
Συγκινημένος εκείνος συνέχισε. 
“Κανείς! Κανείς δεν θυμόταν το πέρασμα κάτω απ την πύλη ξεχασμένο στους αιώνες! Μονάχα οι παλιοί κάτοικοι του κάστρου. Και ...εκείνη φυσικά! Η Λαίδη Έλινορ”.
“Θεέ μου τι μου λέτε ; κύριε  Εντ, για όνομα του Θεού ποιος ήταν αυτός που με έσωσε ; κάποια χέρια με τράβηξαν προς την κόγχη, η μορφή ενός άντρα, τα χέρια στο όνειρό μου! Δεν είναι δυνατόν! Πείτε μου τι έγινε τότε μετά τον θάνατό της ; πείτε μου!”
Ο Γέρο Εντ, έγυρε το σώμα του πίσω στην πολυθρόνα δίπλα της. Πήρε μια βαθιά ανάσα.
“Η Λαίδη Έλινορ ήταν ερωτευμένη με έναν νέο. Τον έλεγαν Λίαμ! Και εκείνος τη λάτρευε. Έτρεχε σαν τρελός τότε να βρει τρόπο να την κάνει καλά. Τη μέρα που έγινε το κακό εκείνος έλειπε. Είχε πάει στο Εδιμβούργο να βρει γιατριά για την μελαγχολία της. Το σοκ για εκείνον μόλις έμαθε τον θάνατό της ήταν τρομερό. Θρήνησε σαν αλλοπαρμένος. Ύστερα….”
“Ύστερα τι;”
“Ύστερα τον έβλεπαν κι αυτόν στα τείχη κάποιες νύχτες να στέκεται εκεί που έπεσε η αγαπημένη  του σαν να προσπαθούσε να την γλυτώσει. Μετά χάθηκε για πάντα. Κανείς δεν έμαθε τίποτα για αυτόν! Σε όσα χωριά και ρούγες και πόλεις έψαξαν οι ηγεμόνες κανείς ποτέ δεν έμαθε τι απέγινε ο Λίαμ. Ποτέ!”

Στο δωμάτιο του σπιτιού έπεσε απόλυτη σιωπή. Κάποιος θα μπορούσε να πει ότι ακούγονταν μονάχα οι χτύποι απ τις καρδιές τους συγκινημένοι, αποσβολωμένοι, απορημένοι στην παράκρουση αυτή της λογικής που ζούσαν.



Το σεμινάριό τους είχε πια τελειώσει. Το πρωί της μέρας της αναχώρησης και του αποχωρισμού των ομάδων είχε τη δική του συγκίνηση. Δόθηκαν οι επόμενες συντεταγμένες για μια νέα τους συνάντηση.

Ο Γέρο Έντ στάθηκε μπροστά στην Σιμώνη. Τα βλέμματά τους αναμετρήθηκαν με συγκίνηση στον αποχωρισμό τους. Άπλωσε το χέρι του και της χάιδεψε τα μαλλιά στοργικά, προστατευτικά.
“Έζησα όλη μου τη ζωή σαν καθηγητής. Αφιέρωσα τις μελέτες μου σε ετούτο το κάστρο του Eilean Donan. Στο να διαβάζω τους θρύλους και τις παραδόσεις του. Νόμιζα ότι όλοι αυτοί ήταν απατηλοί”.
“Σας ευχαριστώ για ότι κάνατε για μένα!” του απάντησε φορτισμένη.
“Αυτό είναι δικό σου, σου ανήκει!” της είπε και της προσέφερε το βιβλίο του κάστρου. 
“Μα….εσείς ;”
“Έχω αντίγραφό του εγώ μην ανησυχείς. Τα χρόνια μου πέρασαν. Θα φύγω. Στα δικά σου χέρια είναι ασφαλές και έχει αξία”, της είπε συγκινημένος.
“Σας περιμένω στην Αθήνα σύντομα!”, του είπε παίρνοντας το βιβλίο.
“Θα έρθω παιδί μου, στο υπόσχομαι...”
Μια δυνατή αγκαλιά σφράγισε τον αποχαιρετισμό τους.

Το πούλμαν είχε πάρει ήδη τον ανήφορο στις φιδίσιες στροφές μέσα στο δάσος. Ο πρωινός ήλιος πορφυρόλαμπε στον ουρανό. Οι πυρρόχρυσες ακτίνες του έπεφταν στα μάτια της Σιμώνης που από το παράθυρο άπλωνε το βλέμμα της στο θαλάσσιο κανάλι που συνεχώς μίκραινε στα μάτια της.
Το κάστρο έστεκε εκεί ολοφώτεινο. Οι κορυφές των τειχών φαίνονταν ολόφεγγες στην πρωτοξύπνητη μέρα.
Το βλέμμα της σάρωσε γοργόφτερα τα τείχη εκείνα που πριν μέρες και ώρες βίωσε το παράξενο εκείνο ταξίδι που το ανείπωτο όνειρό άνοιξε διάπλατα στις στιγμές της.
Ένιωθε ήρεμη, γαλήνια. Και σαν κομμάτι φαντασίας ένιωθε εκεί ψηλά στο κάστρο τα χέρια εκείνου που την έσωσε τη νύχτα αυτή. Ήρεμος, πια. Σαν να ‘χε βρει η ψυχή του την ανάπαψη που γύρευε αιώνες τώρα.

@@ΤΈΛΟΣ@@


Σημειώσεις για το διήγημα:
Το Κάστρο του Eilean Donan είναι ένα από τα πιο σπουδαία μνημεία του Κέλτικου κύκλου στην Σκωτία. Βρίσκεται πολύ ψηλά στα ΒΔ της Βρετανίας κοντά στην πόλη του Ινβέρνες.
Κάθε αναφορά στο παρόν διήγημα είναι απολύτως φανταστική και ουδεμία σχέση έχει με την ιστορία των θρύλων και των παραδόσεών του. Για μένα αποτέλεσε απλά μια μοναδική και υπέροχη έμπνευση.

Eilean Donan Castle

Eilean Donan Castle




Σειρά μου να παραδώσω την δική μου εικόνα και λέξη στην 
Μαρία Κανελλάκη 


Η Φωτογραφία (εικόνα της πραγματικής ζωής),  είναι της Γεωργίας Παναγοπούλου από την Eurokinissi
και αναφέρεται στον μεγάλο ξεσηκωμό του λαού της Αθήνας την περίοδο 2010-12 ενάντια στα Μνημόνια.

Προτεινόμενη Λέξη:    "Αντίσταση"

Μαρία μου! Να ευχηθώ κάθε έμπνευση στην έκφραση και δημιουργία σου, αν και είμαι σίγουρος για αυτό εκ των προτέρων  :) :)

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στην αγαπημένη μας Mary Pertax για το υπέροχο αυτό δρώμενο, που τόσο πολύ έχει ενισχύσει την δημιουργία, τη συμμετοχή και την έκφρασή μας.


Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Μια Άνοιξη που περιμένουμε

Άνοιξη φίλες και φίλοι. Πλέον έχει μπει στη ζωή μας για τα καλά. Αλλάζουν όλα γύρω μας. Η Φύση ανοίγει την αγκαλιά της. Φοράει τα "καλά" της. Ντύνεται σε χρώματα, λούζεται σε αρώματα. Χαίρεται στο φως. Και εμείς μαζί της κοντά της να απλώνουμε στα πόδια της τις δικές μας προσδοκίες.


(Σκέψεις και Εικόνες #7)


Αφεθείτε να παρακολουθήσετε το μικρό Φιλμ-Βίντεο που ακολουθεί
και το οποίο, αποτελεί την προσωπική μου συμμετοχή στο όμορφο αυτό
δικτυακό δρώμενο με άρωμα Άνοιξης, που διοργανώνει η αγαπητή μας δικτυακή φίλη
Μαρία Νικολάου





Εύχομαι να χαρείτε με την ψυχή σας το φως, τα χρώματα και τα μυρωδικά της Φύσης
με ανοιχτές αγκαλιές, χαμόγελα και δημιουργία.



Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

Ελένη Γιαννάκαρη: "Οι λαβές των αγγέλων"




Αγαπητές Φίλες και Φίλοι,
συνεχίζω σήμερα την παρουσίαση των τελευταίων εκδόσεων από φίλες/φίλους της "δικής μας" δικτυακής γειτονιάς.
Για όσους δεν γνωρίζουν η Ελένη Γιαννάκαρη είναι η αγαπημένη μας Ελένη που εδώ και χρόνια μας ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο της ποίησης μέσα από το προσωπικό της ιστολόγιο (blog):

Είχα τη χαρά αλλά και την ποιητική εμπειρία να κρατήσω στα χέρια μου και να διαβάσω την Ποιητική της Συλλογή

"ΟΙ ΛΑΒΕΣ των ΑΓΓΕΛΩΝ"

Θα ήθελα λοιπόν να κάνω μια αναφορά στα συναισθήματα που ένιωσα διαβάζοντας την υπέροχη αυτή ποιητική συλλογή, η οποία πιστεύω αποτελεί ένα στολίδι στον ποιητικό-λυρικό λόγο.



Ξεκινώντας αντίστροφα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να σταθούμε λίγο, ως αναφορά, στους 35+1 λόγους για τους οποίους γράφει ποίηση η Ελένη Γιαννάκαρη.

Μπορούμε να τους βρούμε στο τέλος του βιβλίου, διατυπωμένους με τον δικό της μοναδικό λυρικό τρόπο. Σταχυολογώ μερικούς από αυτούς αντιγράφοντας τα ίδια της τα λόγια:

Γράφω Ποίηση:

  • Για να μπορέσω με μια λάμπα θυέλλης και μόνο να φωτίζω όλη τη γη.
  • Για να διασαλεύεται η τάξη του σύμπαντος απ' το χορό δύο δροσοσταλίδων και μόνο.
  • Επειδή στις μοναχικές μου ώρες βουίζουν οι άνεμοι των χειμάρρων παραδίπλα μου.
  • Για να φτάνουν οι σχεδίες γεμάτες ελπίδες  στα βραχονήσια με τους γλάρους.
  • Επειδή το χώμα μυρίζει όμορφα μετά τη βροχή γιατί απλά και μόνο ανασαίνει το μπλε του ουρανού.
  • Επειδή τα βράδια σαν καλώ τις πλειάδες πάντα μια με πάει στο αθάνατο χιόνι των κορφών, το όνομά της να προσκυνήσω.



Η "Λαβή των αγγέλων" αποτελείται από σαρανταπέντε (45) μεγάλα ποιήματα που κουβαλούν στους στίχους τους την δυνατή, εκφραστική, λυρική δεινότητα του λόγου της Ελένης. Ένας λόγος που ξεχωρίζει για τον πλούτο του, τον λυρισμό και τις εικόνες του.

Σας καλώ να κάνουμε ένα μικρό ταξίδι επιλεκτικά μέσα από τους στίχους μερικών από αυτά τα ποιήματα:


"Σ΄αγαπάω γιατί μες στο μεσοχείμωνο
μου χάρισες ένα δεμάτι στάχυα
απ' τους σιτοβολώνες του ήλιου"

Να, γιατί σ' αγαπάω ακόμα...(20+2 λόγοι)


"...Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ,
γιορτινό να γεννήσω το πρώτο φιλί
κέρασμα, στους αθώρητους αγγέλους
που τρυφερά σε ασκούς διπλοκλειδώνουν τα όνειρα!"

Οι τροχοί των πλειάδων


"Είναι κάποια φιλιά που αξέχαστα μένουν,
σαν να έχει η μνήμη χρυσαφένια κλουβιά
και μέσα τα κλείνει.
Πολύτιμα φιλιά λατρεμένα..."

Σύννεφα-άγγελοι


"Εσύ εδώ θα ζεις.
Με αναστατωμένες τις αισθήσεις
και χαμηλωμένα τα μάτια.
Με προτεταμένα τα χέρια
και κλειστή την αγκαλιά.
Χωρίς χρώματα να μου φανερώνεις το λυκαυγές!
Με αγάπη να μου επιστρέφεις του κόσμου το μερίδιο.
Γυμνή να μην χάνομαι στα αφανή όρια του..."

Εσύ εδώ θα ζεις


"Στο πλάι σου μένω
διπλά να σε φρουρώ,
ως να πλαγιάσεις
γαλήνιος στα φύλλα.
Με στρώσεις πολλές μη πληγωθεί σε χώμα ξερό τ' όνειρό σου!..."

Της πορφύρας όνειρο


"Μην αργείς.
Άναψα μυριάδες κεριά μην και σκοντάψεις.
Έλα να σε ξεδιψάσω
Στο σπίτι σε περιμένουν τα τριαντάφυλλα.
Στο πηγάδι το νερό μουρμουρίζει ερωτόλογα δικά σου
τα πρώτα του νου μου λεξιλόγια
Σε περιμένω!..."

Εκείνα που δεν σου 'πα


"...Μόνο το βλέμμα σου μ' έκλεψε
κι εκείνη η λάμψη που γιγάντωνε
τα σβησμένα μου πάθη.
Ήρθες για να ντύσεις τις εσοχές στο μαντήλι.
Σε λεβάντες να κρύψεις
το αρχαίο μου όνομα.
Καιρός κακός μην το βρει κι ανοίκειος φόβος..."

Μπερδεύτηκαν τα χρώματα με τα μάτια σου


"Φοβόταν μην της αρπάξει κανένα και λιγοστέψει το φως της...
Κυματάκια μετρούσε.
Αυτά που την πήγαιναν στα όνειρα.
Αυτά που 'σκαγαν στις όχθες της καρδιάς της και την αρμύριζαν.

Μικροί άγγελοι


"...Τα χείλη έτοιμα για ψευδορκία.
Μόνο τα μάτια παρέμειναν αληθινά.
Τα χέρια ησυχαστήριο της νικοτίνης
περιθωριοποιούν τις μοναξιές.
Συμβιβασμός..."

Μικρές ελαφίνες


"...Μέχρι και σήμερα
μυστικά σου κρατάω ακόμα
τα πρώτα μου σκιρτήματα.
Εκείνο το γλυκό μεθύσι κάτω απ τις νεραντζιές.
Αν στα φανέρωνα μαμά ίσως σε βάραινα,
ίσως έπαιρναν απόσταση τα φιλιά μας..."

Το περιβόλι με τις πιπερίτσες


"...Τα μονοπάτια προσέχαμε που δεν οδηγούν παρά μόνο στην
άβυσσο.
Αυτά αφήναμε πίσω και προχωρουσαμε!..."


"Έφεγγε το σπίτι μαμά
σαν όπως έφεγγαν τα μάτια σου
πριν αρρωστήσεις.
.....
πόσο θά 'θελα
στην διχάλα της κιτρολεμονιάς
πλάι στο συντριβάνι,
να δέσω μια κούνια.
Να πηγαίνω ψηλά και να βλέπω α χρυσόψαρα
πως κολυμπούν.
Να πηγαίνω χαμηλά και να βλέπω
τα μάτια των πανσέδων
πως γελάνε..."

Πεινάω μαμά...


"...Κι αν ήταν δύσκολα τα χρόνια και σκληρά.
Μια σποριά στάρι σου ήταν αρκετή
για να πλάθεις όνειρα χρωματιστά.
Σαν εκείνους τους ανεμόμυλους τους παιδικούς
που στα παζάρια του τόπου σου χάζευες
και που τόσο απέλπιδα λαχταρούσες ν' αποκτήσεις
Σαν τους ανεμόμυλους...

Γιατί είναι άπρεπο να μην αγαπάς και να μην συντρέχεις
ό,τι η γη κλείνει στις χούφτες της και το θρέφει..."

Για μια σποριά στάρι


Έδωσα δειγματολογικά φίλες και φίλοι μια μικρή εικόνα από τα λυρικά εκείνα λόγια της Ελένης που τόσο τρυφερά και συναισθηματικά μιλάνε στην καρδιά μας. Είναι οι "Λαβές των αγγέλων". Ποιήματα και σκέψεις πολλές για να μας συνοδεύουν στις ώρες της ανάγκης μας να έρθουμε κοντά στον κόσμο των στίχων.

Την Ποιητική συλλογή μπορείτε να την βρείτε στις Εκδόσεις:  "24 Γράμματα". Σας την προτείνω ανεπιφύλατα καθώς αξίζει να χαιδέψει και να αγγίξει την ψυχή σας αλλά και να συντροφεύσει επάξια την Βιβλιοθήκη σας.


Εύχομαι προσωπικά στην Ελένη μας, κάθε επιτυχία και κάθε έμπνευση στα ποιητικά μονοπάτια της, που χρόνια τώρα ακολουθεί και αφήνει το στίγμα της και τις δημιουργίες της.

"Γιατί είναι άπρεπο να μην αγαπάς και να μην συντρέχεις
ό,τι η γη κλείνει στις χούφτες της και το θρέφει"