Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2018

Φωτο-Συγγραφική Σκυτάλη #1 "Το Βλέμμα στην Όχθη του Ποταμού"

Πηγή Φωτογραφίας SpiOn.com


"Το Βλέμμα στην Όχθη του Ποταμού"

Η Βροχή επεφτε δυνατή και μονότονη στο προχωρημένο της νύχτας. Πριν πατήσει τη γέφυρα το βλέμμα του έμεινε εκεί στην όχθη του ποταμού. Οι μνήμες έσφιξαν την καρδιά του. Την είδε στο σκοτάδι με τον τρόμο ζωγραφισμένο στο πρόσωπό της. Στα λυσσασμένα του χέρια. Να την τραβολογά ξεσκίζοντας τα ρούχα της. Να βιάζει το κορμί της, να την πνίγει με τα χέρια του.
Εκείνη...! την πρώτη και μοναδική του αγάπη των εφηβικών του χρόνων. Η Ανάσα της ψυχορραγούσε κάτω απ’ τη αλλαζονεία του πλούτου και της επωνυμίας του. Εκεινη...! η Θεά των ονείρων του.
Είδε ξανά τον εαυτό του να χυμάει επάνω του, να παλεύει μαζί του να την γλυτώσει από τα μιαρά του χέρια. Εκεί στην όχθη του ποταμού.
Κυλίστηκαν στο χώμα, πάλεψε μαζί του, μάτωσε. Η Κάμα του μαχαιριού του έλαμψε στο φεγγαρόφωτο. Έπεσαν στο χώμα. Το βάρος του κορμιού του έμπηξε το μαχαίρι στην καρδιά του. Έμεινε  ασάλευτος με τα μάτια ορθάνοιχτα στο σκοτάδι.
Εκείνη ζάρωσε απ τον τρόμο.
“Είναι νεκρός....! Θεέ μου,” ψέλλισε φοβισμένη.
Την κοίταξε ίσια στα μάτια.
“Φύγε....! φύγε τώρα, σε είδε κανείς ;”
“Όχι...” απάντησε ξεψυχισμένα, “τι θα κάνεις ;”
“Φύγε σου είπα...! δεν ξέρεις, δεν είδες τίποτα, ποτέ...! μ’ ακούς ; φύγε” ούρλιαξε δακρυσμένος.
Πισωπάτησε σαν δαρμένο σκυλί, πήγε να του απλώσει το χέρι της
“Δημήτρη....”
Να, σαν νάναι τώρα να την βλέπει να χάνεται πέρα στη σιδερένια γέφυρα, στην άλλη όχθη του ποταμού.

“Φαίη...!”
Άνοιξε την Ομπρέλλα του. Η βροχή όλο και δυνάμωνε. Τα βήματά του ηχούσαν παράξενα στο μεταλλικό δάπεδο της γέφυρας. Κάτω απ τα πόδια του το ποτάμι φούσκωνε ανταριασμένο.

Οι μνήμες του γίνηκαν σκέψεις...
Εννέα χρόνια...! Φυλακή, απομόνωση, λησμονιά. Ειδικά αυτό το τελευταίο τον τσάκισε. Το πήρε πάνω του. Οι Δικηγόροι της πλούσιας οικογένειας του επίδοξου νεκρού βιαστή είχαν τη δύναμη να πείσουν τους δικαστές.
Φόνος...
Για εκείνην....! τη Θεά του... την αγάπη των νεανικών του χρόνων.
Πως πέρασαν εννέα χρόνια.
Λίγα μέτρα τον χώριζαν από την άλλη όχθη του ποταμού. Στο βάθος τα σπίτια της πόλης λουσμένα  στην αντάρα της ομίχλης. Σαν το δικό του αύριο. Όλα θολά.
Τι γύρευε άραγε απόψε στον γυρισμό του ; τι προσδοκούσε ; γιατί η καρδιά του άρχισε να φτερουγίζει ;

Η Συνοικία ήταν έρημη. Λίγοι διαβάτες εδώ και εκεί. Τα βήματά του τον έφεραν στο σπιτικό της. Στο μπαλκόνι της που κρυφά στα δεκαπέντε του έστεκε να την βλέπει. Και η ανάσα του κόπηκε με μιας σαν στην είσοδο ανέβαινε ένας άντρας με δύο μικρά παιδάκια. Κοντοστάθηκε παγωμένος. Σε λίγο οι φιγούρες φάνηκαν σκιές στο μεγάλο παράθυρο στο μπαλκόνι του σπιτιού. Και ανάμεσά τους Εκείνη...!
Έκανε δυό βήματα πίσω.

Και τότε, ναι τότε, ύστερα από εννιά ολάκερα χρόνια είδε το βλέμμα της να αγγίζει το δικό του. Σαν φωτιά. 

Φαίη”
Και έμειναν οι δυό τους, δυο ζευγάρια μάτια ασάλευτα. Είδε τα αντρικά χέρια να την αγκαλιάζουν. Μόνο τότε τα δικά του δάκρυσαν καθώς τράβηξε πρώτος το βλέμμα του αργά , παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής.

Η Γέφυρα ήταν εκεί να τον αγκαλιάσει στην αναχώρησή του για το πουθενά. Την διάβηκε αργά και σαν έφτασε πάλι στην αντίπερα όχθη κοντοστάθηκε. Κοίταξε δεξιά εκεί στην σκοτεινή όχθη γυρεύοντας απεγνωσμένα τα κομμάτια της ζωής του.

*****************************************

 Αυτή ήταν η συμμετοχή μου και το δικό μου αφήγημα στην έμπνευση που έδωσε η εικόνα της Μαίρης εδώ:

Φωτοσυγγραφική Σκυτάλη #1  
στο καινούργιο μας δικτυακό δρώμενο.
Θα ήθελα να ευχαριστήσω από καρδιάς τη Μαίρη για την εκλογή αυτής της εικόνας. Σαν να μίλησε στην ατμόσφαιρα που αγαπώ και λατρεύω. 


******************************************


(Οφείλω να πω ότι την εν λόγω εικόνα, μου την είχε στείλει παλιότερα μια αγαπημένη φίλη και η επιλογή ήταν υπέροχη)

Αυτή είναι η εικόνα που, με τη σειρά μου επέλεξα εγώ, για να παραδώσω την φωτοσυγγραφική σκυτάλη στην αγαπημένη Φίλη την Γεωργία Μανασή εδώ: Έγινα 65 ! Ε και
για να συνεχίσει με την δική της συμμετοχή. Ξέρω ότι λατρεύει τη Θάλασσα και σαν εξαίρετη ζωγράφος θα την εμπνεύσει. Καλή επιτυχία ολόψυχα και σας ευχαριστώ με τη σειρά μου.


Τετάρτη, 7 Φεβρουαρίου 2018

“Η Σέλφι με το Καπέλο” (Διήγημα)







“Η Σέλφι με το Καπέλο”

Το χειμωνιάτικο σούρουπο του Δεκέμβρη ήρθε νωρίς. Λάτρευε τον ουρανό γεμάτο με μαύρα σύννεφα. Τα ζουμπούλια μοσχοβολούσαν στο μπαλκόνι. Η νύχτα είχε απλώσει το πέπλο της κουβαλώντας πολύ ψύχρα. Έκλεισε την μπαλκονόπορτα και έβαλε λίγη μουσική. Κάθισε αναπαυτικά με μεγαλοπρέπεια στο παλιό γραφείο από καρυδιά. Παλιά κληρονομιά αυτό οικογενειακή έφερνε στο άρωμά του ιστορίες δεκαετιών. Ρούφηξε μια καλή γουλιά από το ουίσκι και ακούμπησε το κρυστάλλινο ποτήρι δίπλα του.
Κατά την προσφιλή του συνήθεια άρχισε να σκαλίζει τα συρτάρια του γραφείου εκεί ειδικά που ήταν φυλαγμένα πράγματα από το παρελθόν.
Μια παλιά επιστολή του πατέρα του στην Μητέρα του γεμάτη αγάπη. Μια πανέμορφη χειροποίητη κάρτα Χριστουγέννων που του είχε προσφέρει η δασκάλα του στην τελευταία τάξη του δημοτικού για να τον θυμάται και φωτογραφίες παλιές.
Άρχισε να τις ψάχνει ώσπου στα χέρια του έμεινε μια φωτογραφία του Πατέρα του. Κοίτα σύμπτωση...! στα χρόνια τα δικά του...! Πενήντα εννέα. Στην ασπρόμαυρη φωτογραφία τον έβλεπε αγέρωχο καθώς ήταν, καλοστεκούμενο. Το σκούρο κοστούμι του έδινε μια παραπάνω αίσθηση επιβολής ενώ στο κεφάλι του ταίριαζε αρμονικά ένα υφασμάτινο σκούρο καπέλο. Μια κλασική ρεπούμπλικα από εκείνες που αποτελούσαν τότε αχώριστο αξεσουάρ-έμβλημα στο αντρικό ντύσιμο.
Κοίταξε τη φωτογραφία με νοσταλγία και γλυκές αναμνήσεις πλημμύρισαν τη σκέψη του. Τα χέρια του χάϊδεψαν την εικόνα με στοργή. Στην ίδια ηλικία λοιπόν.
Άξαφνα το βλέμμα του άστραψε. Ναι....! πως δεν το σκέφτηκε νωρίτερα. Για άγνωστο λόγο τα τελευταία χρόνια λάτρευε αυτά τα καπέλα. Με χαρά μάλιστα έβλεπε να επιστρέφουν στη μόδα. Θυμήθηκε ότι πέρυσι το χειμώνα είχε αγοράσει ένα τέτοιο ίδιο καπέλο. Κάποιοι γυρολόγοι στο κέντρο της Αθήνας του έδειξαν ένα ιστορικό καπελάδικο από το οποίο και το αγόρασε. Το είχε φορέσει με χαρά κάποιες φορές αλλά μετά ξεχάστηκε.
Η Φωτογραφία το ξανάφερε στη μνήμη του. Σηκώθηκε, άλλαξε ρούχα, φόρεσε ένα λευκό πουκάμισο με ένα μπλε σκούρο σακάκι και το φόρεσε. Ένιωσε παράξενα. Σαν να άλλαξε τελείως χρόνο. Σαν όλα γύρω να πάγωσαν. Θυμήθηκε τα παιδιά. Να βγάλω μια φωτογραφία και εγώ ; μια σέλφι...! ναι. Με πολλές δοκιμές τελείωσε.
Έκατσε στο γραφείο. Μια παράξενη ταραχή τον κυρίευε. Η καρδιά του χτυπούσε ανεξήγητα δυνατά. Σε λίγα δευτερόλεπτα και κλικ η σέλφι με το καπέλο έστεκε μπροστά του. Πήρε δίπλα του τη φωτογραφία του πατέρα του ώστε να τις βλέπει και τις δυό αντάμα. Κοίταζε προσεκτικά. Έβλεπε το πρόσωπό του στην Οθόνη. Για μια στιγμή χάθηκε ο ειρμός του χρόνου. Σκανάρισε την παλιά φωτογραφία και τις έβαλε και τις δύο στην Οθόνη. Τα δύο πρόσωπα γίνηκαν ένα. Ήταν δύο άντρες ή ένας σε δύο λήψεις ; ψηλάφησε με το χέρι του το πρόσωπό του. Θυμήθηκε και ταίριαξε τις παραστάσεις του σαν παιδί τότε με τον πατέρα του στην ίδια ηλικία.
“Θεέ μου... Γέρασα...!” ακούστηκε η φωνή του στο μισόφωτο του γραφείου.
“Γέρασα...!” ξανάπε δυνατά με αγωνία. Λες και αυτή η φωτογραφία γκρέμισε γύρω του κάθε εντύπωση που είχε για το χρόνο και την εικόνα του. Λες οι σκέψεις του γίνηκαν ένα με τις μνήμες που είχε για αυτήν ακριβώς την παλιά φωτογραφία.


************************************

Λίγα λόγια για το Διήγημα:


  • Ο Χρόνος πολλές φορές παίζει μαζί μας παράξενα παιχνίδια. Είναι στιγμές που σε παρασύρει σε ένα ξέγνοιαστο "κρυφτό". Εκείνος, καλά κρυμμένος, εσύ διαρκώς να τον αναζητάς, να τον ψάχνεις, να περνάς ανάμεσά του. Έτσι προχωράει αυτό το παράξενο παιχνίδι. Σαν όμως το "κρυφτό" αποκαλυφθεί και φανεί η πραγματική μας σχέση μαζί του, τότε μπορεί το σοκ να είναι πραγματικά καθοριστικό. 
  • Αυτή η σκέψη, αυτό το βίωμα, αποτέλεσε την πηγή έμπνευσης αυτού του μικρού αφηγήματος λοιπόν.
**************************************


Το μικρό αυτό Διήγημα αποτέλεσε την δεύτερη από τις δύο μου προσωπικές Συμμετοχές στο Εξαιρετικό Διαχρονικό ΔΙΚΤΥΑΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ   "ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ #13", το οποίο διοργανώνεται κάτω από τη φιλοξενία και τον συντονισμό της Μαρίας στο Ιστολόγιό της εδώ:
Mytripsonblog
Στους Συνδέσμους που ακολουθούν μπορείτε να διαβάσετε όλες τις εξαιρετικές συμμετοχές:


13ο Παιχνίδι με τις Λέξεις. Συμμετοχές 1-5
13ο Παιχνίδι με τις Λέξεις. Συμμετοχές 6-13
13ο Παιχνίδι με τις Λέξεις. Συμμετοχές 14-21

Εδώ θα διαβάσετε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και την βράβευση, όπως και το εξαίρετο διήγημα της Lysippe που πρώτευσε.



Μία ακόμα φορά να ευχαριστήσω θερμά την Μαρία για την διοργάνωση και φιλοξενία του λογοτεχνικού αυτού δρώμενου που έχει πλέον καταξιωθεί στην δικτυακή γειτονιά για την ποιότητα και το μεράκι του.
Επίσης ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλες και όλους για το χρόνο τους να σταθούν και σε αυτό μου το διήγημα.

Σάββατο, 3 Φεβρουαρίου 2018

"Ντάμα Κούπα στο Σκοτάδι" (Διήγημα)




“Ντάμα Κούπα στο Σκοτάδι”

Η Καρδιά του χτυπούσε δυνατά. Άνοιξε τα χαρτιά που κρατούσε. Ήταν δυό τους στην παρτίδα.
“Τα ρέστα μου” χτύπησε η φωνή του άλλου σαν πιστολιά. Η Ματιά τους μαχαιριά.
“Δικαίωμα” είπε και ξεδίπλωσε τα χαρτιά του. Ντάμα Κούπα είχε τραβήξει τελευταία.
“Μέσα” απάντησε ξερά. Οι μάρκες μαζεύτηκαν στο κέντρο ένας σωρός που προκαλούσε ψιθύρους ολόγυρα. Σιωπή.
“Τι έχετε”
“Ζευγάρια της Ντάμας”
“Λυπάμαι” είπε ο άλλος με ένα χαμόγελο σατανικό, “Φουλ του Ρήγα με άσσους”.
Έλυσε λίγο τον κόμπο της γραβάτας του κρύβοντας με αξιοπρέπεια τη συντριβή του. Στράγγιξε το ουίσκι του και σηκώθηκε να φύγει.
Στην πόρτα δύο κοστουμαρισμένοι άντρες τον σταμάτησαν διακριτικά.
“Λυπάμαι κ. Βλαδίμηρε, υπάρχει ένα χρέος και... καταλαβαίνετε” του είπε ο ώριμος.
Έριξε μια ματιά δίπλα στον νεαρότερο ξανθομάλλη που έστεκε δίπλα του σαν δίφυλλη ντουλάπα.
“Αντώνη το θέμα είναι δικό μου..!” ακούστηκε μια κρυστάλλινη γυναικεία φωνή πίσω του.
Γύρισε να δει. Με βία κράτησε το τσιγάρο να μην πέσει από το στόμα του. Οι δύο άντρες υποκλίθηκαν με σεβασμό στην λαμπερή Γυναίκα που μπήκε ανάμεσά τους.
“Παρακαλώ κ. Ελίνα” είπε ο ώριμος και παραμέρισαν. Γύρισε και τον κοίταξε ίσια στα μάτια
“Περάστε κ. Βλαδίμηρε...!”
“Ελένη...” τραύλισε.
Διέσχισαν την μεγάλη αίθουσα της λέσχης. Την ακολούθησε εμβρόντητος στο μπαλκόνι του Νεοκλασικού. Τα φώτα της νυχτερινής Αθήνας τρεμόσβηναν στις παρυφές του Λυκαββητού.
“Πάντα μου άρεσε το άρωμα απ τα ζουμπούλια” είπε κοιτώντας τις γλάστρες εκεί. “Έχουν κάτι το μεθυστικό δεν βρίσκεις ;”
“Ελένη....! εσύ ; εδώ ; μα πως ; ” είχε βρει την αυτοκυριαρχία του χωρίς να συνέλθει από την έκπληξή του.
“Τα παιχνίδια της ζωής γλυκέ μου”, τον κοίταξε με τα πανέμορφα καστανά της μάτια. Η κορμοστασιά της, αισθησιακή και λαμπερή μπροστά του.
Γυρολόγοι της ζωής κ. Βλαδίμηρε, εσύ επαγγελματίας χαρτοπαίχτης, εγώ...” χαμογέλασε “Νομικός σύμβουλος σε μια σειρά ...επιχειρήσεις όπως εδώ”.
“Πάνε τόσα χρόνια...”
“Σε βρήκα εδώ, σε παρακολουθούσα διακριτικά, ρώτησα, έμαθα ”
“Και εμφανίστηκες την κατάλληλη στιγμή”
“Ναι...” απάντησε με μελαγχολικό βλέμμα “εγώ εμφανίστηκα, εσύ... συστημένη επιστολή η απουσία σου”. Σιωπή ανάμεσά τους.
“Πάμε για ένα ποτό ; βαρέθηκα εδώ”
Την ακολούθησε μαγνητισμένος. Ένα ώριμος άντρας έφερε τα γάντια και το Γκρενά παλτό της. Τους άνοιξε στην μεγάλη Chevrolette.
Αργύρη.. στον Πράσινο Γάτο, ξέρεις” του είπε και ξεκίνησαν.
Ελένη...” σκέφτηκε δυνατά. Οι αναμνήσεις πλημμύρισαν τη σκέψη του σαν όνειρο. Εκείνος, φοιτητής στην Φυσικομαθηματική το 1962, εκείνη στην Νομική. Οδός Σόλωνος. Ο δρόμος που ένωνε την αγάπη τους. Τον κοιτούσε τρυφερά με λίγη πίκρα. Ήταν ποθητή.
Το Ουίσκι μπροστά στη μπάρα γυάλιζε στο φως με τα πρόσωπά τους. Μίλαγαν ώρες.
“Σε περίμενα εκείνο το βράδυ, δεν ήρθες ποτέ...” του είπε κάποια στιγμή.
“Είχαμε αποφασίσει να φύγουμε δυό μας, στη δική μας ζωή” απάντησε ένοχα.
Δεν έγινα δασκάλα να σου πω τι θα κάνεις”, του απάντησε τρυφερά.
“Υπάρχει ελπίδα ;” ρώτησαν τα μάτια του σφίγγοντας το χέρι της ζεστά. Εκείνη αναστέναξε
“Είδα το τελευταίο σου χαρτί που τράβηξες. Ήμουν πίσω σου”
“Ντάμα Κούπα..”
Ναι...! Ντάμα κούπα. Σαν χαρτοπαίχτης ξέρεις τι σημαίνει.
“Ελένη....!”


“Ελίνα... Βλαδίμηρε...! τώρα πια”

***********************************************

Λίγα λόγια για το Διήγημα:
  • Ντάμα Κούπα:  στην τράπουλα αντιπροσωπεύει μια τρυφερή και ευαίσθητη Γυναίκα. Με μεγάλη κατανόηση στην αγάπη και τα αισθήματα. Μεγάλη της ικανότητα η πίστη της στο ένστικτό της.
  • Η "Ντάμα Κούπα στο σκοτάδι" είναι, θα έλεγα, μια μικρογραφία, αν θέλετε μια εισαγωγή σε ένα noir διήγημα που έχει αρκετό δρόμο να αναπτυχθεί στη συνέχεια. Σκέφτομαι λοιπόν να μην σταματήσει εδώ αλλά να συνεχιστεί.
  • Οι δύο τελευταίες φράσεις των δύο πρωταγωνιστών θεωρώ ότι αντανακλούν την αλήθεια αυτής της συνάντησης. Ο Άντρας που στην μνήμη του αναζητά και επαναφέρει την Ελένη που γνώρισε και αγάπησε αλλά και η Γυναίκα που τον επαναφέρει στο ρεαλισμό και στο σήμερα. Η Ελίνα του σήμερα, δεν είναι η Ελένη του τότε. Έχουν μεσολαβήσει άπειρα πράγματα και μεταμορφώσεις και στους δύο. Τέτοιες που οφείλουν να ακροβατήσουν για να παλέψουν την άρση τους. 
  • Με λίγα λόγια ότι είναι να κάνουμε οφείλουμε να το ζήσουμε, να το διεκδικήσουμε τη στιγμή που πρέπει. Κάθε αναβολή πιθανά να οδηγήσει σε κατάρρευση του ονείρου.
**********************************************



Το μικρό αυτό Διήγημα αποτέλεσε την Πρώτη από τις δύο μου προσωπικές Συμμετοχές στο Εξαιρετικό Διαχρονικό ΔΙΚΤΥΑΚΟ ΔΡΩΜΕΝΟ   "ΠΑΙΧΝΙΔΙ ΜΕ ΤΙΣ ΛΕΞΕΙΣ #13", το οποίο διοργανώνεται κάτω από τη φιλοξενία και τον συντονισμό της Μαρίας στο Ιστολόγιό της εδώ:
Mytripsonblog
Στους Συνδέσμους που ακολουθούν μπορείτε να διαβάσετε όλες τις εξαιρετικές συμμετοχές:


13ο Παιχνίδι με τις Λέξεις. Συμμετοχές 1-5
13ο Παιχνίδι με τις Λέξεις. Συμμετοχές 6-13
13ο Παιχνίδι με τις Λέξεις. Συμμετοχές 14-21

Εδώ θα διαβάσετε τα αποτελέσματα του διαγωνισμού και την βράβευση, όπως και το εξαίρετο διήγημα της Lysippe που πρώτευσε.

Παίζοντας με τις Λέξεις. Βράβευση και αποτελέσματα 13ου παιχνιδιού


Μία ακόμα φορά να ευχαριστήσω θερμά την Μαρία για την διοργάνωση και φιλοξενία του λογοτεχνικού αυτού δρώμενου που έχει πλέον καταξιωθεί στην δικτυακή γειτονιά για την ποιότητα και το μεράκι του.
Επίσης ένα μεγάλο ευχαριστώ σε όλες και όλους για το χρόνο τους να σταθούν και σε αυτό μου το διήγημα.