Η Ζωή είναι Δώρο. Σαν ένα σπιτικό Ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι γεμάτο γεύσεις

Πέμπτη, 21 Οκτωβρίου 2021

Μυστικά ανάμεσα στις πέτρες

 


Μυστικά ανάμεσα στις πέτρες


“Φτάσαμε λοιπόν!”

Η φωνή του αντιδήμαρχου έσπασε λίγο τη σιωπή μέσα στο μικρό σκάφος. Η  Δήμητρα Αλέπη, η 32χρονη αρχιτέκτονας, σηκώθηκε. Το βλέμμα της απλώθηκε εκστασιασμένο λίγα μέτρα μπροστά της. Ένας ψηλός, επιβλητικός πέτρινος πύργος σε τρία επίπεδα ορθώνονταν ακριβώς στη βραχώδη ακτή. Η κεντρική του είσοδος ήταν προς τη μεριά της θάλασσας. Η παραλία έδειχνε άγρια και πολύ εχθρική. Μεγάλα, απότομα και κοφτερά βράχια αγκάλιαζαν τον πύργο. Η φουσκοθαλασσιά έσκαγε με ύπουλα κύματα πάνω στις κοφτερές, σαν μαχαίρι, πέτρες. Και ένα μεγάλο κατάξερο δέντρο έχασκε σαν νεκρική παρουσία στα δεξιά.

“Ώστε αυτός είναι ο περίφημος πύργος του Λουκά Ανεζά!” 

“Αυτός ναι” απάντησε ο αντιδήμαρχος.

“Μα εδώ δεν έχει μέρος να δέσουμε στην ακτή” παρατήρησε η Δήμητρα.

“Έχει ένα μικρό ντόκο στα 500 μέτρα από εδώ, εκεί θα πιάσουμε” πετάχτηκε ο γηραιός νησιώτης, κυβερνήτης του σκάφους που έπλεε κατά μήκος της ακτής καθώς ταράζονταν απ’ τα κύματα.


Είχαν πια αφήσει το σκάφος και περπατούσαν προς το μέρος του πύργου. 

“Να ευχηθώ καλή επιτυχία στην εταιρεία σας για την ανακαίνιση. Θα είναι για το νησί ένα σπουδαίο βήμα στα ιστορικά του αξιοθέατα. Μου είπαν ότι είστε η επικεφαλής αρχιτέκτων κ. Αλέπη” της είπε.

“Να είστε καλά, θα χρειαστούμε τις ευχές σας” του απάντησε.

Έφτασαν στη μεγάλη είσοδο. Ο αντιδήμαρχος ξεκλείδωσε το λουκέτο και έσυρε ένα μεγάλο ξύλινο δοκάρι που χρησίμευε να κρατά τη πόρτα κλειστή. Γύρισε προς τη Δήμητρα απλώνοντας το χέρι του προς το εσωτερικό.

“Κυρία Αλέπη, καλωσορίσατε στον πύργο του Λουκά Ανεζά! Παρακαλώ ακολουθήστε με!”


Πέρασαν τη μεγάλη είσοδο διαβαίνοντας στο εσωτερικό. Η ατμόσφαιρα της σιωπής, η αίσθηση της υγρασίας και της απομόνωσης, το πέρασμα του χρόνου, είχαν αφήσει τη σφραγίδα τους τόσο έντονα. Σκόνη, ερείπια, αράχνες. Αραδιασμένες, πεθαμένες μνήμες σε κάθε γωνία. Η Δήμητρα ένιωθε ήδη ένα δέος να την αγκαλιάζει σύγκορμη. Για κάποιο λόγο ανατρίχιασε στην εικόνα που της έδινε το εγκαταλειμμένο εσωτερικό του πύργου. Το μόνο που ακούγονταν ήταν ο ήχος που έκαναν τα βήματά τους πάνω στα διάφορα απομεινάρια στο φθαρμένο πάτωμα. Αλλά και η ηχώ της φωνής τους. 


“Ήθελα πολύ να μάθω την ιστορία αυτού του μέρους” τον ρώτησε καθώς το βλέμμα της κοίταζε στους μεγάλους πέτρινους τοίχους. “Ξέρετε κάτι για αυτό;”

Ο αντιδήμαρχος την κοίταξε στα μάτια. Στο πρόσωπό του σχηματίστηκε μια έκφραση γεμάτη από ανάμικτα συναισθήματα καθώς ξεκίνησε την αφήγησή του: 


“Ο Πύργος ανήκε στον Λουκά Ανεζά, εφοπλιστής της εποχής του. Ζούσε εδώ παντρεμένος με τη γυναίκα του την Ηρώ. Όλα κυλούσαν όμορφα όταν… εκείνο το χειμώνα του 1905 έγιναν όλα…”

“Δηλαδή;”

“Στην αρχή τότε κάποιοι άρχισαν να ψιθυρίζουν ότι κάτι περίεργο συνέβαινε σε εκείνο τον πύργο. Τα κουτσομπολιά της εποχής έδιναν και έπαιρναν. Κάπως έτσι έφτασαν μέχρι το σήμερα όλες εκείνες οι πληροφορίες. Το ζεύγος Ανεζά άρχισε να κλείνεται στον κόσμο του. Οι πάλαι ποτέ κοσμοπολίτικες δραστηριότητές τους, που ήταν και πλούσιες, άρχισαν να περιορίζονται ώσπου σχεδόν σταμάτησαν…”

“Έγινε κάτι δηλαδή;”

“Το προσωπικό που δούλευε άρχισε σιγά-σιγά να αραιώνει. Όσοι έφυγαν μιλούσαν για ένα νοσηρό κλίμα έντασης που μπήκε στο σπίτι. Φωνές, συγκρούσεις, το ζευγάρι μάλωνε συχνά. Ο Ανεζάς γινόταν όλο και πιο αυστηρός και επιθετικός απέναντι σε όλους. Όσοι δούλευαν μαζί του δεν πίστευαν στα μάτια τους…”

Η Δήμητρα άκουγε την ενδιαφέρουσα αφήγηση καθώς βάδιζαν παρατηρητικά στο εσωτερικό του πύργου. Μάλιστα, σε κάθε αφήγηση του αντιδήμαρχου ήταν σαν να έβλεπε μπροστά στα μάτια της να ζωντανεύουν οι αντίστοιχες εικόνες. Η αφήγηση συνεχίστηκε:

“Ο πάλαι ποτέ ευγενικός Ανεζάς δεν δίσταζε, λένε, να προσβάλλει με σκαιό τρόπο ακόμα και την ίδια τη γυναίκα του. Την αρχόντισσα Ηρώ. Ώσπου το κακό γενικεύτηκε και έφτασε στην κορύφωσή του…”


Τα λόγια του αντιδήμαρχου διέκοψε ένα κομμάτι από μια μουχλιασμένη επένδυση του τοίχου που έφυγε από ψηλά και έσκασε στα πόδια της Δήμητρας.

“Προσέξτε!” 

Ίσα που πρόλαβε ο αντιδήμαρχος να την τραβήξει πριν λουστεί στην κυριολεξία με τη μικρή σωρό από πέτρες και χώμα. 

“Θέλει τόση δουλειά εδώ…” ακούστηκε η φωνή της μάλλον περισσότερο για να διασκεδάσει την τρομάρα της. Έφτασε μπροστά στη μεγάλη εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στα πάνω δώματα. Ο αντιδήμαρχος την ακολούθησε. Εκείνη πήρε κατεύθυνση προς τον πάνω όροφο. 

“Προσέξτε που πατάτε!” της είπε.

Σήκωσε το βλέμμα της ψηλά, συναντώντας μια μεγάλη δέσμη φωτός που έμπαινε κάθετα από ένα μεγάλο παράθυρο. Τότε το είδε: Ένα κατάμαυρο κοράκι καθόταν ακίνητο σαν παγωμένο στην τρύπια βάση του παραθύρου. Η Δήμητρα ένιωσε το βλέμμα του να την διαπερνά. Το στομάχι της σφίχτηκε. Συνέχισε να ανεβαίνει αργά-αργά με τον άνθρωπο του δήμου να την ακολουθεί. Την προσοχή της τράβηξε κάτι παράξενα σχήματα που ήταν στον τοίχο. Λες και κάτι είχε γδάρει τους τοίχους με δύναμη φτιάχνοντας σχέδια. Δεν έδειχναν να είναι από τη φθορά του χρόνου. Έβαλε το δάχτυλό της να ψηλαφίσει τα γδαρσίματα που έμοιαζαν να είχαν γίνει με κάτι αιχμηρό. Μια παράξενη αίσθηση την κυρίευσε. Γύρισε προς τον αντιδήμαρχο:


“Κάτι μου λέγατε πριν, λοιπόν;” 

Εκείνος συνέχισε:

“Τίποτα δεν προμήνυε αυτό που θα γινόταν εκείνη τη χειμωνιάτικη νύχτα του 1905…”

“Τι θέλετε να πείτε;” τον κοίταξε ανήσυχη η Δήμητρα.

“Πρώτα οι κραυγές μέσα στη νύχτα. Άγριες, ακαθόριστες. Και μετά αυτό που αντίκρισαν οι άνθρωποι που έτρεξαν εκεί”

Η Δήμητρα τον κοίταξε προσεκτικά.

“Το θέαμα που αντίκρισαν ήταν τρομακτικό. Ο Ανεζάς βρέθηκε σφαγμένος άγρια στη μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Και η η γυναίκα του άφαντη!”

“Ω Θεέ μου!” έκανε αυθόρμητα η Δήμητρα.

 “Κανείς ποτέ δεν έμαθε για εκείνη… Κάποιοι είπαν τότε ότι τον σκότωσε και έφυγε με τον εραστή της για να γλιτώσει απ’ τη μανία του, κανείς δεν έμαθε ποτέ τίποτα”

“Τρομερό…”

“Ο πύργος έμεινε να χάσκει έτσι. Κάτι μακρινοί κληρονόμοι δεν τόλμησαν να πατήσουν το πόδι τους. Κάπως έτσι ο πύργος του Ανεζά έμεινε μέσα στο χρόνο, ένα θλιβερό κουφάρι. Τα γενόμενα στο εσωτερικό του έγιναν μύθος και θρύλος. Τις νύχτες του χειμώνα, λέγανε οι καπεταναίοι με τα καΐκια, το κύμα αντάριαζε και οι αφροί έφταναν να δέρνουν τους τοίχους ενώ από βαθιά ακούγονται βρυχηθμοί σαν κραυγές θηρίου”

“Τι μπορεί να πλάσει η φαντασία των ανθρώπων ε;” είπε η Δήμητρα κουνώντας το κεφάλι της.

“Έτσι ο πύργος βούλιαξε στο χρόνο και στη λήθη και έφτασε στις μέρες μας και να τώρα στα χέρια σας…”


Ανεβαίνοντας στο πάνω πάτωμα, μπήκαν σε ένα μεγάλο γραφείο. Η ξύλινη επένδυση στους τοίχους είχε αφήσει τα απομεινάρια της. Τοιχογραφίες έστεκαν σβησμένες στο αμείλικτο πέρασμα του χρόνου. Ένας έντεχνος πλούτος παρέμενε εδώ θαμμένος στα χρόνια λες και περίμενε αυτό το κάτι που θα του δώσει ξανά ζωή.

“Νομίζω ότι η δουλειά μας θα πιάσει και αναστήλωση έργων τέχνης εδώ”, είπε η Δήμητρα, συνεχίζοντας. Κάποια στιγμή μπήκε σε ένα μεγάλο δωμάτιο. Ένα ρίγος ένιωσε να την διαπερνά από την πλάτη ως τα πόδια. Οι τοίχοι ήταν όλοι γδαρμένοι όπως και το πάτωμα. 

“Ξέρετε τι ήταν εδώ;” ρώτησε την ίδια στιγμή που διαπίστωσε ότι ο αντιδήμαρχος δεν την είχε ακολουθήσει έχοντας μείνει στο κατώφλι του δωματίου.

“Αυτό είναι το δωμάτιο που βρέθηκε νεκρός ο Ανεζάς” της είπε. Η ανατριχίλα κυρίευσε το κορμί της σε κάθε του εκατοστό. Ένιωσε να κρυώνει και να τρέμει ελαφρά. 

“Τι πάθατε;” την ρώτησε.

“Καλύτερα να πηγαίνουμε” του είπε. Δεν ένιωθε καλά και δεν μπορούσε να το εξηγήσει. 


Έφτασαν στο ισόγειο. Πριν βγουν έριξε μια ακόμα φορά το βλέμμα ψηλά. Την ίδια στιγμή το κοράκι εκείνο άπλωσε τα φτερά του και με έναν κρωγμό εγκατέλειψε το κτίριο για να εξαφανιστεί στον ουρανό. Στο ισόγειο διέκρινε και μια σκάλα προς τα κάτω περιφραγμένη.

“Έχει υπόγειο ο πύργος;” τον ρώτησε.

“Βέβαια, τα περίφημα κελάρια του πύργου, γνωστά για την κάβα του Ανεζά, τα παλιά εκείνα χρόνια”


Είχαν βγει πλέον έξω στο δρόμο. Καθένας με τις εντυπώσεις του απ’ αυτήν την επίσκεψη. Περισσότερο για την νεαρή αρχιτέκτονα, της οποίας η πρώτη εμπειρία γνωριμίας με τον πύργο τον οποίο όφειλε να ζωντανέψει ξανά ήταν αρκετά δυνατή.

“Σας ευχαριστώ για όλα. Ομολογουμένως χρειαζόμουν αυτή τη γνώση για το χώρο και σας είμαι ευγνώμων” του είπε καθώς ήρθε η ώρα της αποχώρησης.

“Εύχομαι όλα να πάνε καλά” αποκρίθηκε με ευγένεια ο αντιδήμαρχος, “Ποιο θα είναι το επόμενο βήμα σας;” την ρώτησε.

“Από αύριο ξεκινάει το πρώτο συνεργείο με τον καθαρισμό του χώρου. Και από ότι είδα έχει πολύ δουλειά”


***


Το δέμα είχε φτάσει στο γραφείο στο οποίο είχε εγκατασταθεί λίγες μέρες μετά την πρώτη επίσκεψή της στον πύργο. Ήταν ένα παλιό μικρό δέμα, το οποίο βρέθηκε σε ένα ξύλινο σεντούκι σε ένα από τα δωμάτια του πύργου. Η Δήμητρα το πήρε με μεγάλο ενδιαφέρον. Όταν κάποια στιγμή το άνοιξε, βρήκε μέσα ένα τετράδιο, χοντρό από τα παλιά εκείνης της εποχής. Η συγκίνησή της ήταν έντονη καθώς ένιωθε ότι κρατάει στα χέρια της κάτι προσωπικό και σημαντικό. Όμως ο χώρος και η ένταση της δουλειάς εκεί την εμπόδισαν να συνεχίσει. Το άφησε για το σπίτι αργά το βράδυ. Ένιωθε ότι είχε στα χέρια της κάτι που ήθελε να της πει πάρα πολλά.


***


Στη γαλήνη της νύχτας, η Δήμητρα μπροστά στο μικρό γραφείο του σπιτιού της, μπορούσε να απλώσει το βλέμμα της στο όμορφο λιμάνι του νησιού. Τα γραφικά σπίτια, τα φώτα, έδιναν μια ιδιαίτερη ομορφιά στο χώρο έξω. Και στο βάθος η θάλασσα. Σκούρα, γαλήνια. Η μπουνάτσα είχε έρθει να γαληνέψει την αντάρα των τελευταίων ημερών. Δίπλα της ένα ποτήρι κρασί την συνόδευε στην περιπλάνησή της στο εύρημα του πύργου.


Στα χέρια της κρατούσε ένα παλιό χειρόγραφο ημερολόγιο. Ένιωθε το βάρος του ως σημασία τόσο πολύ έντονα που, δεν μπορούσε να το ερμηνεύσει. Μόνο μια παρότρυνση να ξεκινήσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα την ανάγνωσή του. Ήθελε να αφεθεί στις χειρόγραφες γραμμές του, να βουλιάξει στις παραγράφους. Και να πλάσει εικόνες εκείνα που θα ξεπηδούσαν από τις σελίδες του. 


Όταν είδε το όνομα του κατόχου του ημερολογίου ένιωσε το πρώτο σοκ. Ναι, ήταν το όνομα εκείνης, γραμμένο φαρδιά-πλατιά με το δικό της χέρι:  Ηρώ Ανεζά

Να λοιπόν που η χαμένη σύζυγος του Λουκά Ανεζά δήλωνε μεγαλοπρεπέστατα παρούσα μέσα από το ίδιο της το γραπτό. Έναν αιώνα μετά, ερχόταν να δώσει τη δική της κατάθεση σε μια σειρά πράγματα που αφορούσαν την ίδια της τη ζωή και τη συμβίωσή της με τον σύζυγό της.


Οι πρώτες σειρές του ημερολογίου, ναι ήταν γλαφυρές και γεμάτες συναισθήματα αλλά αφορούσαν την ίδια της τη ζωή, τη γνωριμία και το μεγάλο της έρωτα, καθώς έγραφε, με τον μετέπειτα σύζυγό της. Έτσι η Δήμητρα έμαθε για εκείνην και το χαρακτήρα της. Αλλά εκείνο που την ένοιαζε ήταν μήπως μάθαινε κάτι παραπάνω. Και, λες και κάτι οδηγούσε τη γνώση εκεί, έφτασε στην αφήγηση που περίμενε. Και εκεί καραδοκούσε μια αλήθεια που ήταν πέρα και έξω από κάθε λογική για τον ορθολογισμό της σύγχρονης αρχιτεκτόνισσας. Ήταν λες και έβλεπε εκεί κάπου μπροστά της την Ηρώ Ανεζά μεγαλόφωνα να διηγείται:


“Ήταν καιρός που ο Λουκάς είχε αλλάξει. Η ευγένειά του έχει δώσει τη θέση της σε μια αυθάδεια και μια σκληρότητα που μου είναι εντελώς ανεξήγητη. Όλα ξεκίνησαν εκείνη τη νύχτα που κατέβηκε στο κελάρι του πύργου για να επιλέξει, όπως πάντα, το κρασί που άνοιγε στο τραπέζι μας.  Αυτό το κάτι που τον άλλαξε. Οι σκιές στους τοίχους, οι βρυχηθμοί λες και κάποιο θηρίο ηχούσε από τα έγκατα του πύργου. Ένας απόλυτος τρόμος για μας και μια πορεία παράνοιας για τον άντρα που αγαπούσα. Λες και κάτι τον κυρίευσε, λες και κάποια παρουσία τον έκανε υποχείριό της. Γίνεται όλο και πιο απότομος, επιθετικός, χειροδικεί στο προσωπικό. Ακόμα και το ίδιο του το πρόσωπο τείνει να παραμορφωθεί.

Καταλαβαίνω ότι αυτός που είναι μπροστά μου, στην ίδια μου την κλίνη, δεν είναι ο Λουκάς που αγάπησα και μοιράστηκα τη ζωή και τα όνειρά μου μαζί του. Δεν είναι ο άντρας που κάναμε έρωτα τρυφερά. Αλλά ένας ξένος! Ένας άγνωστος! Ένα σαρκίο με τη μορφή ανθρώπου που από μέσα του βγαίνει κάτι δαιμονικό, θηριώδες, γεμάτο από δολοφονικά ένστικτα. 

Άρχισε να με χτυπά, να με απειλεί. Και μαζί του νιώθω και εκείνο το άγνωστο που πλανιέται στο χώρο αθέατο μα ουσιαστικό. Αυτό το άγνωστο με παγώνει. Σε κάθε ίσκιο και σκοτάδι, σε κάθε κρυμμένη γωνιά του πύργου. Σέρνεται  ανάμεσά μας προκαλώντας ανείπωτο τρόμο στην ίδια μου τη ζωή…”


Η Δήμητρα πήρε μια ανάσα. Δεν πίστευε τα όσα διάβαζε σε εκείνο το ημερολόγιο. Λες και ένας τρομερός εφιάλτης ζωντάνευε μπροστά στα μάτια της. Συνέχισε:


“Στα σπλάχνα μου κουβαλώ πια το παιδί μου! Το παιδί μας! Αυτό για το οποίο τόσα όνειρα κάναμε μαζί. Όμως ο άντρας που λάτρεψα δεν είναι πια παρών. Έχω να αντιμετωπίσω ένα τέρας που εκείνη η καταραμένη άγνωστη δαιμονική δύναμη στα έγκατα του πύργου, τον έκανε υπηρέτη του. Και ξέρω καλά ότι πλησιάζει η ώρα του αφανισμού μου. Και αν για μένα αδιαφορώ, δεν μπορώ να πω το ίδιο για τη ζωή που κουβαλώ στα σπλάχνα μου.  Είναι μια απόφαση αναμέτρηση. Έχω απέναντί μου έναν υπηρέτη του δαίμονα! Και η επιλογή μου είναι στα άκρα. Ή εμείς ή αυτός…


Αυτό που μένει είναι να βρω την κατάλληλη στιγμή. Ξέρω ότι πολλοί θα με κατηγορήσουν για δολοφόνο. Ότι πίσω μου θα σέρνω όλα εκείνα τα αναθέματα του κόσμου. Ενός όμως κόσμου που δεν γνωρίζει. Θα φύγω μακριά, στο άγνωστο, κανείς να μην ξέρει που βρίσκομαι, μήτε εγώ μήτε το παιδί μου. Ξέρω ότι αυτό με το οποίο λογαριάζω να αναμετρηθώ είναι έξω απ’ τις δυνάμεις μου. Όμως, με τη βοήθεια του Θεού, θα δώσω τη μάχη μου. Άραγε θα με συγχωρήσει που λογαριάζω να σκοτώσω έναν άνθρωπο; Όμως Εκείνος ξέρει ότι αυτό το πλάσμα που ζει εδώ μέσα και περιφέρεται μαζί με το θηρίο που κατοικεί στα κελάρια του πύργου, δεν μπορεί να είναι άνθρωπος. Και μακάρι να φυλακιστεί στα έγκατα αυτού του καταραμένου πύργου, στο μέρος που διάβηκε στον κόσμο μας. Θεέ μου όπλισε το χέρι μου!”


Η Δήμητρα ένιωσε να τρέμει στην κυριολεξία. Στο σημείο αυτό σταματούσε η γραφή του ημερολογίου. Οι επόμενες σελίδες ήταν κενές, άδειες. Προσπάθησε να πάρει κάποιες ανάσες, να συλλογισθεί τι ακριβώς είχε διαβάσει. Ο αντιδήμαρχος της είπε ότι ο Ανεζάς βρέθηκε σφαγμένος. Από ποιον; Από το χέρι της; Μα της είπε ότι η σφαγή του ήταν άγρια; Μπόρεσε η γυναίκα του να το κάνει; Και πόσο σίγουρα ήταν αυτά που μεταφέρθηκαν στην πορεία του χρόνου; Δεν μιλάμε για ένα έγκλημα που έγινε τώρα και υπάρχουν στοιχεία. Αλλά για κάτι που είναι τυλιγμένο στα όρια του θρύλου. Τι να απέγινε άραγε η Ηρώ Ανεζά; Έζησε; Γλίτωσε; Και αυτό το θηριώδες δαιμονικό, όπως το περιγράφει, πλάσμα που κατοικούσε στα κελάρια του πύργου; Είναι δυνατόν να είναι όλα αυτά λογικά; Να έχουν βάση; Στην εποχή μας; Παρακολουθούσε το μυαλό της να γλιστρά σε άλλον αιώνα, να βουλιάζει στα σκοτάδια, στους μύθους και στις παραδόσεις. Ήταν πράγματα που ήθελε να ξεκαθαρίσει αλλά αυτή τη στιγμή ήταν τόσο μπλοκαρισμένη που ένιωθε να πνίγεται. Αφέθηκε στον καναπέ. Άφησε το κεφάλι της να γείρει πίσω, είχε τόση ανάγκη να κοιμηθεί, να ξεχαστεί. Το παλιό ημερολόγιο έπεσε απ’ τα χέρια της.


Ο επίμονος ήχος του κινητού της, την ξύπνησε απότομα. Διαπίστωσε ότι βρισκόταν ακόμα στον καναπέ. Της πήρε λίγα δευτερόλεπτα να αντιληφθεί που είναι και να νιώσει την αίσθηση του σώματός της. Πήρε το τηλέφωνο στο χέρι της. Ο συνομιλητής της ήταν από την εταιρεία τους. Η φωνή του ήταν έντονα ανήσυχη. Έδειχνε σοκαρισμένος. Η Δήμητρα άκουσε τη φωνή του να της λέει:


“Κυρία Αλέπη, το συνεργείο αποκατάστασης στα υπόγεια του πύργου…”

“Τι ακριβώς έγινε στο υπόγειο Σταμάτη;” ρώτησε με την καρδιά της να ανεβάζει παλμούς απότομα. Το μάτι της έπεσε στο ημερολόγιο μπροστά στα πόδια της. 

“Υποχώρησε το πάτωμα στο κελάρι κάτω...βρέθηκε μια τρύπα κάτω στο χώμα…”

Οι παλμοί της ανέβαιναν συνεχώς…

“Και;” τον ρώτησε.

“…”

“Μίλα Σταμάτη!”

“Κυρία Αλέπη. Οι εργασίες σταμάτησαν. Στο βάθος της τρύπας… βρέθηκε ένας… ένας ανθρώπινος σκελετός ανάμεσα στα χώματα”


Η Δήμητρα ένιωσε να χάνεται. Το βλέμμα της πήγε στις σελίδες του ημερολογίου που έχασκε μπροστά της ανοιχτό. Η σκέψη της έτρεξε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πίσω στο χρόνο, σε εκείνη την απεχθή νύχτα που η Ηρώ Ανεζά θα έδινε τη δική της μάχη με τα πλάσματα του πύργου. Και σε εκείνη την πύλη στα κελάρια, που σύμφωνα με τα δικά της λόγια θα έπρεπε να μείνει κλειστή και καλά ασφαλισμένη για πάντα. Όμως οι πέτρες του πύργου έκρυβαν τα δικά τους μυστικά και είναι αυτές που αξιώνουν την τελευταία λέξη.

Τέλος




Αγαπημένες φίλες και φίλοι, το διήγημα αυτό ήταν η προσωπική μου συμμετοχή στο αγαπημένο μας τακτικό λογοτεχνικό δρώμενο "Μίνι Σκυτάλη #3" , το οποίο διοργανώνει η καλή μας φίλη Mary Pertax στο δικό της προσωπικό blog "Γήινη ματιά"

Η υπέροχη αυτή εικόνα, μέρος ενός εξαίρετου συνόλου επιλογών, ήταν αυτή που, σε πρώτη φάση, κέντρισε το άμεσο ενδιαφέρον μου να γράψω αυτό το μικρό διήγημα τρόμου. Ήταν μια δύσκολη επιλογή ανάμεσα σε εικόνες που, κάθε μία από αυτές, έχει κάτι δικό της να μας εμπνεύσει.

Για μια ακόμα φορά, να ευχαριστήσουμε τη Μαίρη, στο ότι συνεχίζει απτόητη τη διοργάνωση τέτοιων όμορφων και δημιουργικών λογοτεχνικών δρώμενων που μας κρατούν ζωντανούς, συντροφικούς, εκφραστικούς. Για μια ακόμα φορά διαβάζουμε πολύ όμορφες συμμετοχές, δείγμα της διάθεσης που έχουμε μέσα μας. Καλή συνέχεια και στους επόμενους να ευχηθώ.

Τετάρτη, 6 Οκτωβρίου 2021

Ίχνη και βήματα στον αρχαίο Ελληνικό κόσμο: Η κατάπτωση του ανθρώπινου γένους στο έργο του Ησίοδου

 Εδώ είμαστε πάλι αγαπημένες φίλες και φίλοι.

Συνοδοιπόροι σε αυτά τα ταξίδια μας πίσω στο χρόνο, στα βήματα του αρχαίου Ελληνικού κόσμου. Σε σκέψεις, μύθους, γεγονότα, περιηγήσεις. Μια μαγική περιπλάνηση. Στη γνωστή ενότητα που έχω ήδη ανοίξει καιρό για σας


Σήμερα θα προσεγγίσουμε ένα μεγάλο θέμα, που απασχόλησε τις βασικές φιλοσοφίες μεγάλων σχολών σκέψης και θρησκείας. Μιλάμε για το "Τέλος". Για την "Συντέλεια". 

Είναι γνωστό ότι οι μεγάλες θρησκείες, μονοθεϊστικές, έχουν ξεκάθαρα εσχατολογικό χαρακτήρα. Σε όλες αναφέρεται το θέμα του μεγάλου "τέλους του ανθρώπινου γένους" μέσα από τη μεγάλη και καθοριστική αναμέτρηση με το ύψιστο "κακό". Μέσα από αυτές τις προσεγγίσεις βλέπουμε την κατάπτωση του ανθρώπινου γένους, όσον αφορά τα ηθικά του χαρακτηριστικά. Και το μεγάλο μονοπάτι στην αμαρτία, στην κυριαρχία του "δαιμονικού κακού". Μια κυριαρχία που, κατά τον Χριστιανισμό, θα οδηγήσει σε όσα περιγράφονται στην "Αποκάλυψη". Το εμπνευσμένο αυτό κείμενο του Ιωάννη. 

Αυτή, σχηματικά, είναι η εσχατολογική προσέγγιση του ανθρώπου, στον χριστιανισμό.

Εγώ, με αυτό το θέμα εδώ, θα σας μιλήσω για την προσέγγιση του αρχαίου Ελληνικού κόσμου πάνω σε αυτό το θέμα, όπως την δίνει ο μεγάλος επικός ποιητής και στοχαστής, ο Ησίοδος.

Ο αρχαίος Ελληνικός κόσμος δεν είχε στο σκεπτικό του τη διπολική σύγκρουση "Θεός-Διάβολος", που ενυπάρχει στις μετέπειτα θρησκευτικές προσεγγίσεις. Η Ελληνική θρησκεία μιλούσε ναι, για κατάπτωση του ανθρώπου και βιολογική και ηθική. Όμως δεν οδηγούσαν όλα αυτά σε μια αναμέτρηση με έναν "δαίμονα". Το κακό, για την αρχαία ελληνική σκέψη ήταν παντού, ενυπήρχε στις αξίες, στην ηθική, στη στάση ζωής. Έτσι θα το δούμε λοιπόν στην ανάλυση που κάνει ο μεγάλος στοχαστής και ποιητής.

Ησίοδος 



(Λίγα λόγια)

Είναι ο μεγάλος ποιητής της πρώιμης αρχαιότητας και ιδρυτής του διδακτικού έπους. Έζησε περίπου στα 700 π.Χ. Ήρθαν οικογενειακά από την Ιωνία στη Βοιωτία με σκληρές συνθήκες ζωής. Έζησε μετά τον Όμηρο. Πέθανε και τάφηκε στην Άσκρα κάτω από ακαθόριστες συνθήκες που μιλούν ακόμα και για δολοφονία του. Στην προσωπική του ζωή ήταν αγρότης και κληρονόμησε την μικρή περιουσία του πατέρα του μαζί με τον αδελφό του τον Πέρση. Άνδρα φυγόπονο και ραδιούργο, ο οποίος σφετερίστηκε και κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος αυτής της κληρονομιάς ζητώντας τη βοήθεια του Ησίοδου. Αφορμή για αυτό ήταν η γραφή του θρυλικού έργου "Έργα και ημεραι", μέσα από το οποίο ο ποιητής παραδίδει μαθήματα ζωής αλλά και μυθιστορίας. Ένα διδακτικό έπος τεράστιας αξίας. Ένα ακόμα μεγάλο θρυλικό του έργο είναι και η "Θεογονία", μέσα από το οποίο δίνεται όλη η γένεση του αρχαίου μυθολογικού κόσμου.

Τα ανθρώπινα γένη στον Ησίοδο-η πορεία προς την πτώση

Οι γενιές των ανθρώπων στη γη ήταν οι εξής:

Χρυσούν γένος,  Αργυρούν γένος, Χαλκούν γένος, Το γένος των ηρώων, Σιδηρούν γένος

Όπως βλέπετε, καθόλου τυχαία, η ανθρωπότητα "εκπίπτει" ως αξία με βάση τα μέταλλα. Ξεκινά από το χρυσό, που θεωρείται η πρώτη ιδανική εποχή για τον άνθρωπο και καταλήγει στον "φτηνό" σίδηρο, που είναι η εποχή του "σήμερα", η εποχή της φθοράς. Έχει εκπληκτικό ενδιαφέρον να δούμε λίγο τα χαρακτηριστικά κάθε εποχής ώσπου να φτάσουμε στο τέλος.

Χρυσούν γένος

Είναι το γένος των Αθανάτων. Το γένος των Θεών. Δημιουργήθηκαν στον καιρό του Κρόνου και αποτέλεσαν τον κόσμο των Ολύμπιων Θεών και των λοιπών πλασμάτων. Το σώμα τους ήταν άφθαρτο, φωτεινό. Ζούσαν χωρίς έγνοιες και βάσανα.

Αργυρούν γένος

Η επόμενη γενιά-εποχή των ανθρώπων. Λιγότερο ευγενικό. Λίγο πιο ευάλωτο. Τα παιδιά ζούσαν για ολάκερο αιώνα κοντά στους γονείς. Όμως μετά, η αλαζονεία και η έπαρση έκανε την εμφάνισή τους, τραβώντας μακριά τους ανθρώπους αυτούς. Το γένος αυτό, παρά το ότι δεν ήταν το ιδανικό, εξακολουθούσε και ήταν μακάριο και τους έδιναν τιμές οι επόμενοι

Χαλκούν γένος

Η εποχή του χαλκού, ο Δίας δημιούργησε την τρίτη γενιά των ανθρώπων. Γένος φοβερό και βαρύ. Γένος που ταίριαζε στον Άρη, το θεό του πολέμου. Είχαν αδαμάντινη σκληρή ψυχή, ισχυρόφρονες. Μεγάλη σωματική ρώμη με χάλκινα στιβαρά όπλα και σκεύη. Όμως και αυτοί ακολούθησαν το δρόμο του εκπεσμού. Θνητοί πήραν το δρόμο για τον σκοτεινό Άδη.

Το γένος των Ηρώων

Η γενιά αυτή των ανθρώπων, ανέβασε την ποιότητα και την ευγένεια. Είναι οι Ημίθεοι. Είναι οι μεγάλοι ήρωες, μορφές που σημάδεψαν την ιστορία στη Γη. Ο Κάδμος, ο Ηρακλής, ο Οιδίποδας, ο Θησέας, οι Αχαιοί της εποχής του Τρωικού πολέμου. Γενιά ανθρώπων που εξαπλώθηκε στα πέρατα της γης. Ευτυχισμένοι και τιμημένοι ήρωες, παρ' όλα αυτά θνητοί.

Σιδηρούν γένος

Και εδώ μιλάμε πια για την κατάπτωση. Οι άνθρωποι που κοπιάζουν αφόρητα την ημέρα με πόνο και την νύχτα προσπαθούν να ανασανουν. Οι άνθρωποι με τα βαριά βάσανα

Η Έσχατη πτώση

Προσέξτε τώρα, φίλες και φίλοι, τον συγκλονιστικό τρόπο με τον οποίο ο ποιητής διδάσκει την έσχατη πτώση του ανθρώπινου γένους στα έσχατα σημεία της.

Οι άνθρωποι θα γεράσουν. Με άσπρα μαλλιά και ασθενικά σώματα. Συγκρούσεις και πάθη θα μπουν ανάμεσα στον πατέρα και τα παιδιά, ανάμεσα στους συντρόφους, ανάμεσα στον φιλοξενητή και στον ξένο (Αυτό προσέξτε το ιδιαίτερα!-Προαναγγελία της ξενοφοβίας).

Και συνεχίζει αναφέροντας ότι τα παιδιά θα πάψουν να τιμάνε τους γονιούς και κάθε άνθρωπος θα λεηλατεί το βιός και την πόλη του άλλου. Οι όρκοι θα καταλυθούν, το δίκιο θα γίνει κουρέλι, σεβασμός δεν θα υπάρχει, φθόνος και αθλιότητα θα χαρακτηρίζει τη συμπεριφορά των ανθρώπων. 

Και ο μεγάλος ποιητής και στοχαστής φτάνει στο ύψιστο σημείο. Εκεί δηλαδή που συγκλονίζει:

Η Αιδώς και η Νέμεση!





Οι δύο μεγάλες θεϊκές και πνευματικές αυτές μορφές. Οι δύο αυτές αξίες που κρατούν την ισορροπία στην ανθρώπινη αχαλίνωτη συμπεριφορά. Ας αφήσουμε τα ίδια τα λόγια του ποιητή να μιλήσουν για την έσχατη στιγμή της τελικής πτώσης του ανθρώπου:

"...Και τότε δη προς Όλυμπον από χθονός ευρυοδείης λευκοίσιν φαίρεσαι καλυψαμένω χρόα καλόν αθανάτων μετά φύλον ίτον προλιπόντ΄ ανθρώπους Αιδώς και Νέμεσις. Τα δε λείψεται άλγεια λυγρά θνητοίς ανθρώποισι. Κακού δ' ουκ έσσεται αλκή"

(Στίχοι 197-201)

"Και τότε πια στον Όλυμπο απ' την πλατύδρομη γη με τ' άσπρα τους πέπλα σκεπάζοντας την ωραία μορφή τους στο φύλο των αθανάτων θα πάνε, εγκαταλείποντας τους ανθρώπους, η Αιδώς και η Νέμεση. Και θα μείνουν τα πικρά βάσανα στους θνητούς ανθρώπους. Κι αμπόδισμα απ' το κακό δε θα υπάρχει"

Μετάφραση: Σωκράτης Σκάρτσης (Ησίοδος: Άπαντα, Εκδόσεις Κάκτος)

Φανταστείτε λοιπόν, φίλες και φίλοι, μια κοινωνία χωρίς ντροπή και χωρίς αίσθηση δικαιοσύνης. Δεν είναι εν δυνάμει το τέλος; Δεν είναι η έσχατη κατάπτωση;

Μένουμε λοιπόν έκθαμβοι από τους συμβολισμούς των μύθων και των εικόνων. Τη δύναμη που κρύβουν, τη σημασία τους αλλά και τα μεγάλα προμηνύματά τους που οφείλουμε να κρατήσουμε πολύ ζωντανά μέσα στη μνήμη και στο λογισμό μας.

Σας ευχαριστώ που ήσασταν συντροφιά μου φίλες και φίλοι σε ένα ακόμα υπέροχο ταξίδι.



Πέμπτη, 23 Σεπτεμβρίου 2021

Στον λυρισμό του Αγγλικού ρομαντισμού. Γουίλλιαμ Γουόντσγουορθ "Υπαινιγμός στην αθανασία"

Όταν έφτασα στην τελευταία συγκλονιστική σκηνή, με την οποία έκλεισε η μεγάλη εκείνη τηλεοπτική σειρά "PENNY DREADFUL", δεν ήξερα ότι θα βρεθώ να ακούω την απαγγελία των στίχων στην εισαγωγή μιας ποιητικής ωδής, που έχει αφήσει τη δική της ανεξίτηλη ιστορία στη ρομαντική ποίηση.


William Wordsworth

 Όταν το απέθαντο εκείνο, τρομερό στην όψη, μα βαθύτατα δυστυχισμένο στην καρδιά, πλάσμα, "δημιούργημα" του Δόκτορος Φρανκενστάιν, απήγγειλε αυτούς τους στίχους, κανενός η καρδιά, πιστέψτε με, δεν θα μπορούσε να μείνει ασυγκίνητη μπροστά τόσο στη γλώσσα, στο ύφος, στην έκφραση μα, πάνω από όλα, στο νόημά τους.

Έτσι ήρθε στη ζωή μου, φίλες και φίλη, η θρυλική Ωδή ενός μεγάλου Άγγλου ποιητή, όπου το έργο του αποτέλεσε το πέρασμα στη ρομαντική σχολή. Ήταν τέτοιο το συναισθηματικό σοκ για τον κόσμο μου που, ένιωσα την ανάγκη να σταθώ σ' αυτόν και να παρουσιάσω αυτό το μοναδικό ποίημα, αυτήν την Ωδή που το άκουσμά της προκαλεί ρίγη συγκίνησης.

Πριν όμως προχωρήσω, θεωρώ απαραίτητο να πούμε δυο λόγια για τον δημιουργό της.


Γουίλλιαμ Γουόρντσγουορθ 

7 Απρίλη 1770-23 Απρίλη 1850, έφυγε σε ηλικία 80 ετών

Ήταν ο ποιητής εκείνος που, μαζί με τον Samuel Taylor Coleridge, ίδρυσαν τη μεγάλη ρομαντική σχολή στην Αγγλική λογοτεχνία, με το κοινό τους έργο "Λυρικές μπαλάντες" το 1798. Γεννήθηκε στο Cockermouth, Cumberland σήμερα γνωστό ως Cumbria.

Ο πατέρας του τον ώθησε να μελετήσει λογοτεχνία και ποίηση καθώς είχε και μεγάλη βιβλιοθήκη. Σπούδασε σε διάφορα σχολεία τα στάδια της εκπαίδευσής του. Το 1787, σε ηλικία 17 ετών, έκανε το συγγραφικό του ντεμπούτο με ένα σονέτο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό "The European magazine". 

Η ζωή, οι απόψεις του, η δράση του αλλά φυσικά και το έργο του, παρουσιάζουν πολύ μεγάλο ενδιαφέρον. Έχει μια πλούσια δημιουργία με σειρά έργων.

Το 1798 δημοσιεύτηκε η πρώτη σειρά από τις Λυρικές μπαλάντες του, με 7 ποιήματα. Το 1800 ακολούθησε μια δεύτερη μεγάλη σειρά από λυρικές μπαλάντες με ακόμα 13 ποιήματα. Και στη συνέχεια ακολούθησε μεγάλος αριθμός ποιημάτων σε όλες τις μορφές.

Ο William Wordsworth (1770-1850) είναι ένας από τους κορυφαίους ποιητές του αγγλικού ρομαντισμού και, μαζί με τον Samuel Taylor Coleridge και τον Robert Southey, θεωρείται ένας από τους «ποιητές της λίμνης»: οι ποιητές που ονομάστηκαν έτσι λόγω των σχέσεών τους με την περιοχή της λίμνης στην Cumbria στη βόρεια Αγγλία.

Τα μεγάλα του έργα γράφτηκαν τέλη της δεκαετίας του 1790 στην Νότια Αγγλία, σε συνεργασία με τον Samuel Goleridge. Μαζί έγραψαν τις "Λυρικές μπαλάντες" το 1798, οι οποίες και αποθέωσαν το ρομαντισμό.

Η θεματολογία του Wordsworth είναι πάνω στη φύση και στην υπέροχη Αγγλική εξοχή. Κύρια θέση εκεί έχει ο άνθρωπος και οι μνήμες. Κύρια οι παιδικές μνήμες, αυτές που καθορίζουν και την ύπαρξή μας στη συνέχεια. Τα παιδικά μας χρόνια είναι ο καταλύτης για τη διαμόρφωση της προσωπικότητάς μας. Ο ποιητής θα ανατρέχει συνέχεια στην ηλικία με βάση κύρια το ποίημά του "Το πρελούδιο" (1805 και 1850), που είναι κατά βάση κάτι σαν αυτοβιογραφία του.

"Υπαινιγμός στην Αθανασία"



Το συγκεκριμένο μεγαλειώδες ποίημα του ποιητή, είναι κατ΄ ουσία μία ΩΔΗ. Γράφτηκε το 1807 και αποτελεί μέρος της συλλογής του:  "Poems in two volume". Αποτελείται από 203 στίχους.

Βλέπε πρωτότυπα κείμενα:

Ode: Intimations of immortality from recollections of early childhood

Poetry foundation: Ode intimations of immortality

Διαβάστε τη λογοτεχνική απόδοση της Ωδής όπως δίνεται στον ιστότοπο που ακολουθεί:

The mermaid tavern.gr Wiiliam Wordsworth, Ωδή



Να ευχαριστήσω την αγαπημένη μας φίλη Κατερίνα Προνάκη, εδώ στα Μονοπάτια που βρήκε για μένα την πηγή της απόδοσης του ποιήματος στην αρχαίζουσα ελληνική γλώσσα.



Ελεύθερη απόδοση του ποιήματος: Φίλες και φίλοι, έκανα μια ταπεινή απόπειρα, να αποδώσω το αρχαίο ελληνικό κείμενο, στη σύγχρονη λογοτεχνική μας γλώσσα. Ζητώ την επιείκιά σας, αρκετά προχωρημένη, στο τελικό αποτέλεσμα. Πάμε να διαβάσουμε το συγκλονιστικό ποίημα, ακούγοντας μαζί τη συγκλονιστική μουσική του Abel Korzeniowski,  με την οποία εγώ το άκουσα για πρώτη φορά. 



"Παῖς τὸν Ἄνθρωπο γεννάει·

θὰ εὐχόμουν οἱ ἡμέρες μου νὰ εἶναι

ἀλληλοδέσμιες μὲ φυσικὸ σέβας "

Ι.

Ήταν κάποτε καιρός όταν ο λειμώνας, το σύδεντρο και το ρυάκι,

η γη και κάθε θέαμα κοινό,

μου φαίνονταν λουσμένα στο ουράνιο φως.

Η δόξα και η φρεσκάδα ενός ονείρου,

δεν είναι πλέον όπως παλιά.

Οπουδήποτε και αν στρέψω το βλέμμα μου,

νύχτα ή μέρα, τα πράγματα που αντίκρισα, δεν μπορώ να αντικρίσω πλέον.


Υπάρχει όμως ένα δέντρο, ένα απ' τα πολλά,

ένα μοναχικό λιβάδι στο οποίο ατένισα.

Αμφότερα μου μίλησαν για αυτό που χάθηκε.

Ο πανσές στα πόδια μου την ίδια ιστορία επαναλάμβανε.

Σε ποιο μέρος δραπέτευσε το λαμπρό όραμα;

Που βρίσκεται τώρα η δόξα και το όνειρο;

ΙΙ.


Το ουράνιο τόξο εκείθε και δώθε διαβαίνει

και είναι αγαπητό το τριαντάφυλλο.

Το φεγγάρι μ' ευθυμία περισκοπεί στα γυμνά τα ουράνια.

Νάματα, ωραία και καλά, σε νύχτα γεμάτη αστέρια.

Του ήλιου η θερμότητα γέννημα όμορφο.

Όμως ξέρω ακόμα, όπου πάω, παρήλθε η δόξα απ' τη γη.


 

ΙΙΙ.

Τώρα, την ώρα που τα πουλιά ψάλλουν τραγούδι χαρωπό

και τα πρόβατα πηδούν, στου τυμπάνου τον ήχο,

σε μένα μόνο, μια σκέψη ήρθε στενάχωρη.

Αλλά μια λέξη χαρούμενη με λύτρωσε απ΄ αυτή

και να 'μαι πάλι δυνατός.


Οι καταρράκτες φυσούν από ψηλά τις σάλπιγγες

η θλίψη μου άδικο μη δώσει πια στον καιρό.

Την ηχώ ακούω της συνόδου των βουνών,

τα φυσήματα και τις πνοές των ανέμων, να 'ρχονται απ' τη χώρα του ύπνου.

Κι είναι όλη η γη εύθυμη και μαζί και η θάλασσα, αφημένες στη χαρά.

Με την καρδιά του Μάη κάθε θηρίο ξεμακραίνει.

Ω εσύ παιδί ευτυχισμένο, φώναξε τριγύρω μου, 

κι άσε με εσύ, βοσκόπουλο, στη φύση να ακούσω τις χαρούμενες κραυγές σου.

IV.

Μακάρια πλάσματα, το δικό σας κάλεσμα άκουσα μεταξύ σας,

βλέπω να γελούν τα επουράνια σε αυτήν σας την επέτειο.

Η καρδιά μου είναι στη γιορτή,

το κεφάλι μου στεφάνι φορά.

Την πλήρωση της ευδαιμονίας σας νιώθω και τα νιώθω όλα.

Ω μέρα κακή! Αν ήμουν σκυθρωπός καθώς η γη στολίζει

το γλυκό αυτό Μαγιάτικο πρωί,

και τα παιδιά τρυγούν μες τις χίλιες κοιλάδες άνθη θαλερά,

όσο ο ήλιος λαμπρός καίει

και το μωρό αναπηδά στην αγκαλιά της μάνας.

Ακούω, ακούω με χαρά!

Όμως υπάρχει ένα δέντρο, ένα απ' τα πολλά,

ένα μοναχικό λιβάδι στο οποίο ατένισα.

Αμφότερα μου μίλησαν για αυτό που χάθηκε.

Ο πανσές στα πόδια μου την ίδια ιστορία επαναλάμβανε.

Σε ποιο μέρος δραπέτευσε το λαμπρό όραμα;

Που βρίσκεται τώρα η δόξα και το όνειρο;

V.

H γέννα μας δεν είναι παρά ύπνος και λησμοσύνη.

Η ψυχή που ανεβαίνει μαζί μας, της ζωής μας άστρο,

αλλού πρωτοξεκίνησε και έρχεται σιμά μας,

όχι στην πλήρη λησμονιά μα ούτε ξάστερα γυμνή.

Μόνο, απ' το Θεό ερχόμαστε, που είναι η πατρίδα μας,

με σύννεφα δόξας στον ουρανό ολόγυρά μας.


Όμως σκιές μιας φυλακής αρχίζουν να κλείνουν

πάνω στου αγοριού την άγουρη εφηβεία,

καθώς κοιτάει το φως μέσα στην ευτυχία του,

να βλέπει αυτό να ρέει.


Ο νιος, που κάθε μέρα του, να πορευθεί πρέπει, στης ανατολής τα όρια,

στέκει ακόμα της φύσης ιερέας.

Και η λαμπερή όραση στο δρόμο συντροφιά του.

Μόνο που φθίνει μες στο χρόνο

και σβήνει αργά στο φως της μέρας.

VI.

Η γη τον κόλπο της γεμίζει με τις δικές της ηδονές,

πόθοι δικοί της με φυσικό τον τρόπο της.

Και ακόμα μια σκέψη μητρική χωρίς ανάξιο σκοπό,

η απλή τροφός, το θρέμμα της θέλει να κάνει

άντρα εφέστιο, να λησμονήσει τις δόξες που γνώρισε

και το ανάκτορο το βασιλικό απ' όπου και ξεκίνησε.

VII.

Και να το μικρό παιδί ανάμεσα στα νιογέννητα,

στα έξι του τα χρόνια, χαριτωμένο και μικρό!

Κοίτα τα χέρια του πως τα κουνά,

πως τρίβεται στης μάνας τα φιλιά,

λάμπει κάτω απ' το βλέμμα του πατέρα του!

Κοίτα στα πόδια του, το σχέδιο ή το χάρτη,

κάποιο, του ονείρου το, κομμάτι για την ανθρώπινη ζωή του,

που το ίδιο έπλασε με νεόκτητη την τέχνη.

Κάποιο γάμο ή γιορτή,

κάποιο πένθος ή ταφή,

την καρδιά του κατέχει.

Και μ' αυτό συνθέτει το τραγούδι του.

Του εμπορίου η γλώσσα του, θα μάθει τους διαλόγους,

αυτούς του έρωτα και της φιλονικίας,

αλλά δεν θα καθυστερήσει καθόλου αυτό να το αποδιώξει.

Και με νέα χαρά και φρόνημα, ο μικρός μίμος κάτι άλλο θα τεχνάσει,

καθώς πάντα θα τελεύει τη "γελοία του σκηνή"

όλων των προσώπων, σαν ασθενή ηλικία,

που κουβαλάει μαζί της η ζωή, σαν να 'ναι αποσκευή,

λες και όλο του το επιτήδευμα ήταν μια αέναη μίμηση.   

VIII.

Εσύ, που, της ψυχής σου το μέγεθος διαψεύδει την έξω σου εικόνα.

Εσύ άριστε φιλόσοφε, που ακόμα φυλάς τα πατρώα σου, 

βλέποντας ανάμεσα σε τυφλούς.

Και που, κουφός και σιωπηρός, μιλάς για τα αιώνια βάθη,

εσένα στοιχειώνει για πάντα ο αιώνιος Νους.


Παντοδύναμε προφήτη, ευτυχισμένε μάντη!

όπου οι αλήθειες αναπαύονται, που γι' αυτές παλεύουμε 

σ' όλη μας τη ζωή μας, να βρούμε.

Χαμένοι στο ζόφο και στο ζόφο του τάφου.

Εσύ που η αθανασία σου στέκει κυρίαρχη σαν τη μέρα,

μια παρουσία όχι για απόθεση, μα για κυριαρχία.


Εσύ μικρό παιδί, ακόμα ένδοξο στη δύναμη

που κλείνει η δύναμη της λευτεριάς  και της φύσης σου.

Γιατί προκαλείς τους καιρούς, με τέτοιο έντιμο πόνο,

να φέρουν τον δύσμοιρο ζυγό,

έτσι τυφλά με την εναγώνια ευτυχία σου;

Πλήρης η ψυχή σου, γρήγορα θα νιώσει το γήινο βάρος,

βαρύ σαν κρύσταλλο, βαθύ, σχεδόν σαν βίο.

IX.

Ω χαρά! Για αυτό που ακόμα μένει ζωντανό μέσα στις στάχτες μας,

για αυτό που η φύση θυμάται, το τόσο φευγαλέο!

Οι αναμνήσεις των περασμένων χρόνων σε μένα γεννούν

αιώνια ευλογία,

όχι πράγματι για εκείνο που αξίζει να είναι ευτυχισμένο,

τέρψη και ελευθερία, την απλή πίστη της παιδικής ηλικίας, 

είτε είναι άσχολες είτε σε αναπαμό.

Και που μια νιογέννητη ελπίδα σειέται ακόμα στο στέρνο του.

Δεν εγκωμιάζω για χάρη τους τον ευχαριστήριο παιάνα,

αλλά για χάρη εκείνων των αυθάδικων ερωτημάτων

για αισθητά και αλλόκοσμα πράγματα.

Για τις απώλειές μας και τους αφανισμούς

και τους κενούς φόβους για κάποιο πλάσμα,

που περιστρέφεται σε κόσμους μη πραγματικούς,

για προαισθήματα ψηλά που μπροστά τους,

η θνητή μας φύση έτρεμε σαν ένοχο έκπληκτο πράγμα.

Μα για κείνα τα πρώτα πάθη, κείνες τις σκιερές μνήμες,

όποιες κι αν είναι τάχα.

Είναι όμως η πηγή φωτός της κάθε μας μέρας,

είναι το κύριο φως της κάθε μας οπτασίας.

Να μας σώσει, να μας θρέψει. Και να έχει τη δύναμη να ευχαριστήσει

τα θορυβώδη χρόνια μας, όμοια με τις στιγμές

μες στην αιώνια σιωπή. 

Αλήθειες που σηκώνονται μα ουδέποτε λέγονται.

Πηγή που, μήτε η ραστώνη, μήτε κάποιο μαγικό, 

μήτε άντρας, μήτε νέος, μήτε κάτι εχθρικό στη χαρά,

μπορεί να καταλύσει ή να καταστρέψει.


Έτσι, σ' απάνεμο καιρό πορευόμαστε,

οι ψυχές μας βλέπουν τ' αθάνατο εκείνο πέλαγος

που μας έφερε εδώ.

Κι άξαφνα ας πορευτούμε προς τα εκεί,

να βλέπουμε τα παιδιά που παίζουν στο γυαλό

μένοντας στο άκουσμα αλμύρας κραταιάς, που τα πάντα ανταριάζει.

X.

Λοιπόν, πουλιά ψάλλετε! Άσμα χαρωπό!

κι αφήστε τα πρόβατα να πηδούν

στου τυμπάνου τον ήχο!

Με σκέψεις κι εμείς κοντά σ' όλο τούτο,

σεις που αυλείτε και παίζετε,

σεις που, με τις καρδιές σας σήμερα, έχετε του Μαγιού τη χαρά!


Τι κι αν η ανταύγεια των ματιών μου, κάποτε τόσο λαμπερή,

έχει αργόσυρτα σβήσει.

τι κι αν τίποτα δεν γυρίζει ξανά της χλόης τη λάμψη, 

και των ανθέων το κλέος,

δεν θα θρηνήσουμε, μα θα βρούμε μάλλον το σθένος σ' ότι πίσω μένει,

σ' εκείνη την αρχέγονη συμπάθεια ότι όλα, για πάντα θα μένουν.

Στις απατηλές εκείνες σκέψεις  που βγάζει ο ανθρώπινος πόνος,

στην πίστη που κοιτάει να κοντράρει το θάνατο,

στους χρόνους που φέρνει του φιλοσόφου ο νους.

ΧΙ.

Και, ω εσείς πηγές, λιβάδια, λόφοι και άλση,

τίποτα δεν μας προφτάσατε για των πόθων τη στάση!

Όμως, μες στην καρδιά των καρδιών, νιώθω δική σας τη δύναμη.

Μια ευχαρίστηση άφησα μόνο να ζήσει, στη δική σας αντάρα.

Αγαπώ τα ρυάκια στις όχθες να ρέουν

πιότερο, απ' όταν, σαν αυτά, ελαφρώς ταξιδεύω.

Η άδολη αυγή της καινούργιας της μέρας

αγάπη ακόμα σε μένα αφήνει.

Τα σύννεφα ολόγυρα στον ήλιο που δύει,

νηφάλιο παίρνουν και πάλι το  χρώμα,

στο βλέμμα μπροστά που αψήφησε τη φθορά του θνητού.

Ένας ακόμα άθλος έγινε, κι άλλα έπαθλα έτυχαν.

Χάρη στην ανθρώπινη καρδιά που μας χαρίζει τη ζήση,

χάρη στην ηδυπάθειά της, στις χαρές και τους φόβους της.

Το άνθος εκείνο, το πιο ταπεινό,

δίνεις τις σκέψεις εκείνες που βαθιά θα δακρύσεις.



Ευχαριστώ ταπεινά που ακολουθήσατε σε αυτό το ταξίδι στο μαγικό ποιητικό ρομαντισμό της ωδής του Άγγλου ποιητή. Ευχαριστώ που νιώσατε στην καρδιά σας τη λυρική του δύναμη και αύρα.