H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Σάββατο 24 Σεπτεμβρίου 2022

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 20η δημοσίευση

  "Τα δώρα της Αρμονίας"


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7













Στη 19η δημοσίευση, ολοκληρώθηκε το κεφάλαιο 2.12 και μαζί μ' αυτό το δεύτερο μέρος του μυθιστορήματος. Παρακολουθήσαμε το διάλογο Αμφιάραου-Εριφύλης να οδηγείται στην ανοιχτή σύγκρουση με τον τελευταίο να αποπειράται να χειροδικήσει απέναντί της. Η παρουσία στο σπίτι τους του βασιλιά Άδραστου αποτρέπει την επίθεση του μάντη. Ο Αμφιάραος καλείται στο παλάτι να αναλάβει τις ευθύνες του.
Το κεφάλαιο 2.13 ανοίγει με την Αντιγόνη στη Θήβα να αναπολεί παλιές όμορφες, γαλήνιες και ανθρώπινες στιγμές από την οικογενειακή της ζωή μαζί με όλα τα μέλη της οικογένειάς της. Εκεί θα έχει έναν έντονο διάλογο με τον αδελφό και βασιλιά, Ετεοκλή, ο οποίος την ενημερώνει για την επικείμενη εκστρατεία του αδελφού τους στην πόλη.
Για τη συνέχεια έχουμε το τελευταίο πολεμικό συμβούλιο στο Άργος, πριν αναχωρήσει ο στρατός. Ακολουθούν αποχαιρετισμοί όλων με έντονα φορτισμένα συναισθήματα. Ένας αποχαιρετισμός όμως είναι διαφορετικός. Το κλίμα στο σπίτι της Εριφύλης παραμένει πένθιμο και σε τεντωμένα νεύρα.
Ο Αμφιάραος, λίγο πριν φύγει, αφήνει υποθήκη στα παιδιά του, να δολοφονήσουν την ίδια τους τη μητέρα για την τελική της απόφαση να στηρίξει την εκστρατεία στη Θήβα.
Ο στρατός αναχωρεί από το Άργος με πρώτο σταθμό, τη Νεμέα.


Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Σήμερα η αγαπημένη μας φίλη, επέλεξε ένα κλασικό μουσικό θέμα για να συνοδεύσει με τον μοναδικό της τρόπο τη σημερινή μας δημοσίευση


20η δημοσίευση

Μέρος Τρίτο: Μια εκστρατεία βουτηγμένη στο αίμα

Κεφάλαιο 3.1: Το πρώτο μήνυμα στην Νεμέα-ο Αρχέμορος

 

Ο στρατός έφυγε από το Άργος συντεταγμένα. Πήρε το δρόμο βόρεια της πόλης με αρχική κατεύθυνση τις Μυκήνες και πρώτο σταθμό την Νεμέα. Ο καιρός ήταν καλός και είχαν τον άνεμο από τα βόρεια αλλά με μικρή ένταση. Πέρασαν τον Τρητό και βρέθηκαν μέσα στο δάσος λίγο έξω από την πόλη. Πάνω απ την Νεμέα είναι το βουνό Απέσας, εκεί που ο Περσέας θυσίασε πρώτος στον Απεσάντιο Δία.[1]

Το δάσος ήταν όμορφο και πυκνό. Στις παρυφές της Νεμέας έφτασαν τα πρώτα τμήματα της εμπροσθοφυλακής των ιππέων. Ακολουθούσε το αμάξι του βασιλιά Άδραστου. Ξέκοψε λίγο με την συνοδεία του από το κύριο σώμα της πορείας και μπήκε στο δάσος. Εκεί λίγο πιο κάτω μια συστάδα από πελώρια πλατάνια χάριζαν μια πλούσια σκιά ολόγυρα. Κάπου εκεί σε ένα χώρισμα, έπεσαν πάνω σε μια πλούσια πηγή, που το κρυστάλλινο νερό της πότιζε ολόγυρα τη γη σε μικρά ρυάκια.

“Είναι πανέμορφη!” φώναξε ο Άδραστος στους συνοδούς του. “Πάμε να ποτίσουμε λίγο τα άλογα”

Η ομάδα του ξέκοψε εντελώς από τους άλλους. Πλησίασαν στο μικρό άνοιγμα, ξεπέζεψαν και προχώρησαν με τα πόδια. Λες και η πηγή έβγαινε από μια κρυφή αγκαλιά στην οποία την κρατούσε μυστικά η γη. Ήπιαν νερό και πότισαν τα άλογά τους. Ένιωσαν υπέροχα.

“Πρώτη φορά την βλέπω τούτη την πηγή” βασιλιά μου φώναξε ένας από τους αξιωματικούς συνοδούς του.

“Έχεις ξαναπεράσει από εδώ;” τον ρώτησε ο Άδραστος για να πάρει θετική απάντηση.

“Πολλές φορές, όμως θαρρώ εσύ ανακάλυψες τούτη την πηγή!” του είπε.

“Καλό σημάδι!” φώναξε ένας δεύτερος.

Ο Άδραστος χαμογέλασε.

“Αν όντως δεν την ξέρουν την πηγή, ας είναι έτσι” τους απάντησε.[2]

 

Βγήκαν από το όμορφο δάσος και επέστρεψαν στη γραμμή και στην πορεία του στρατεύματος. Τα πρώτα σπίτια της Νεμέας δεν άργησαν να φανούν. Ο κουρνιαχτός που σήκωναν τα άλογα και οι στρατιώτες άρχισαν να βγάζουν τον κόσμο έξω στο δρόμο. Πολλοί ήθελαν να τους καλωσορίσουν.

Στο τέλος του δρόμου κάποιοι καβαλάρηδες προπομποί τούς υποδέχτηκαν με χαρά:

“Βασιλιά μου”, ανήγγειλαν στον Άδραστο, “ο βασιλιάς Λυκούργος σας περιμένει στο παλάτι”.

Συνεννοήθηκαν να περάσει μια πρεσβεία από ορισμένους για να δώσει έναν χαιρετισμό στον πιστό και σύμμαχο βασιλιά της Νεμέας. Το στράτευμα θα έπαιρνε δρόμο περιμετρικά της πόλης, όσο γίνονταν για να μην ενοχλήσει. Η ομάδα με τους επτά πολέμαρχους μπήκε μπροστά, στους άλλους δόθηκαν εντολές να προχωρήσουν προς τις Κλεωνές.

 

Η Υψιπύλη διατηρούσε ακόμα εκείνη την επιβλητική ομορφιά της, που την έκανε να ξεχωρίζει από τα παλιά εκείνα ένδοξα χρόνια σαν βασίλισσα στη Λήμνο. Παρά τα βάσανα των τελευταίων της χρόνων, τα σημάδια από τη θλίψη που βάραινε την ψυχή της και τις κακουχίες της πρόσφατης ζωής της, κρατούσε το όμορφο πρόσωπό της, τα πλούσια μαλλιά που αν και αδυνατισμένα έπεφταν στους ώμους της αλλά και την ψηλή κορμοστασιά της. Η κόρη του Θόα, του τραγικού βασιλιά του νησιού, είχε, την τελευταία στιγμή τότε, γλιτώσει τον πατέρα της από την τρομερή σφαγή όλων των αντρών του νησιού, που σχεδίασαν και εκτέλεσαν οι γυναίκες στη δίνη μιας θανάσιμης παρανοϊκής στιγμής. Κατάφερε να κρύψει τον πατέρα της για να μην τον βρει ο θάνατος και έτσι εκείνη έγινε βασίλισσα στη θέση του. Θυμόταν ακόμα τον ερχομό του Ιάσωνα και των Αργοναυτών. Όμορφες ξέγνοιαστες μέρες, τυλιγμένες στις χαρές και στην ηδονή καθώς η ίδια έγινε ερωμένη του. Όμως οι λαμπερές εκείνες στιγμές σύντομα έδωσαν τη θέση τους στην τραγωδία. Οι γυναίκες του νησιού ανακάλυψαν κάπου τον κρυμμένο πατέρα της, τον Θόα. Η οργή τους στην βασίλισσα και κόρη του ήταν τρομερή. Εκείνος δεν γλίτωσε το θάνατο και η ίδια πουλήθηκε σαν δούλη σε κάποιους πραματευτάδες που έφτασαν αργότερα στο νησί.

 

Έτσι, χρόνια μετά, η μαύρη της μοίρα την έφερε δούλα στην Νεμέα, στο παλάτι του βασιλιά Λυκούργου. Το παρουσιαστικό και η εμφανής καλλιέργειά της, οδήγησαν τον βασιλιά και τη γυναίκα του την Ευρυδίκη να της αναθέσουν το ρόλο της τροφού του μικρού τους γιου, του Οφέλτη. Είχαν μάλιστα μια ιδιαίτερη αδυναμία και ένα βασανιστικό άγχος για την τύχη του μικρού βρέφους καθώς ένας χρησμός βάραινε στις καρδιές τους μαρτυρικά:

“Το παιδί, δεν πρέπει να πατήσει στη γη πριν μπορέσει να περπατήσει μονάχο του, αλλιώς είναι καταδικασμένο να πεθάνει….”

Αυτός ο φριχτός χρησμός βάραινε νύχτα-μέρα τη ζωή του Λυκούργου και της γυναίκας του[3].

 

“Το μωρό και τα μάτια σου!” ήταν η πρώτη κουβέντα του στην Υψιπύλη σαν ανέλαβε το ρόλο της τροφού. “Δεν θα τον αφήσεις ποτέ κατά γης! Ποτέ ακούς! Ο Οφέλτης, είναι χρησμός των Θεών, να μην αγγίξει τη γη πριν περπατήσει. Θα πεθάνεις την ίδια στιγμή αν πάθει κάτι…”

Η απειλή και η προειδοποίησή του ήταν κάτι παραπάνω από απόλυτη για τη δύστυχη τροφό, που έμοιαζε στην τραγική κατάληξη της ζωής της να προστίθεται ένα ακόμα βάρος.

 

Εκείνη την όμορφη μέρα είχε πάρει τον μικρό Οφέλτη στο μικρό καλάθι, που τον κουβαλούσε στο σώμα της και είχε τραβήξει έξω απ την Νεμέα στο κοντινό δάσος για να μαζέψει κάποια βότανα για το μικρό.

 

Οι επτά αρχηγοί μαζί με το βασιλιά είχαν ξεκόψει με τα άρματά τους από το κύριο σώμα του στρατού. Είχαν κανονίσει να περάσουν από το παλάτι για να χαιρετίσουν τον βασιλιά Λυκούργο και να τον τιμήσουν για τη βοήθεια που προσέφερε η Νεμέα στην εκστρατεία. Στο δρόμο που περνούσε μέσα απ το δάσος κάποια στιγμή προς το βάθος μια γυναικεία φιγούρα φάνηκε να ξεχωρίζει. Την είδαν. Καθώς πλησίασαν διέκριναν και το καλάθι με το μωρό κρεμασμένο στους ώμους της.

“Ε κυρά! Πώς είναι το όνομά σου;” της φώναξε ο Τυδέας”
“Υψιπύλη” αποκρίθηκε εκείνη.

Έβλεπαν όλοι ότι τα ρούχα της μαρτυρούσαν μια δούλα αλλά το παρουσιαστικό της έστελνε άλλα μηνύματα. Κοντοστάθηκαν.

“Μήπως ξέρεις εδώ κοντά κάποια πηγή; Κοντεύουμε να πεθάνουμε απ τη δίψα” τη ρώτησε και πάλι ο Τυδέας. Τους κοίταξε προσεκτικά.

“Είστε οι Αργείοι με το στρατό που πάτε για τη Θήβα;” τους ρώτησε για να τους αναγκάσει να κοιταχτούν απορημένοι μεταξύ τους.

“Φαίνεται να ξέρεις πολλά γυναίκα!” τη ρώτησε ο Πολυνείκης.

“Είμαι η τροφός του βασιλιά Λυκούργου και τον έχω ακούσει να μιλάει για σας” αποκρίθηκε κάνοντάς τους να κοιταχτούν πάλι με επιδοκιμασίες.

“Τελικά έχει εδώ κοντά πουθενά νερό;” ρώτησε ξανά ο Τυδέας.

“Ναι έχει εδώ πιο κάτω” τους είπε.

“Προς τα πού;” ρώτησε ο Αμφιάραος.

“Ακολουθείστε με να σας δείξω το μονοπάτι που θα πάρετε” απάντησε εκείνη. Την ίδια στιγμή ξεκρέμασε το καλάθι με το μωρό, τον Οφέλτη, διάλεξε ένα ομαλό μέρος και το ακούμπησε στη γη πάνω στο σελινόχορτο που φύτρωνε ολόγυρα. Έκανε κάποια βήματα μπροστά. Εκείνοι κατέβηκαν από τα άρματά τους και την ακολούθησαν πεζοί. Μπήκαν ανάμεσα σε μια συστάδα δέντρων και μετά από λίγα μέτρα η Υψιπύλη στάθηκε:

“Να το μονοπάτι. Λίγο πιο κάτω στα δεξιά είναι μια πηγή….”

“Ευχαριστούμε Υψιπύλη” της απάντησε χαμογελαστά ο Τυδέας και μαζί με τους άλλους κινήθηκαν εμπρός.

 

Δεν θα ήταν πολλά τα βήματα που είχαν διανύσει όταν μια τρομακτική γυναικεία κραυγή έγδαρε στην κυριολεξία τον αέρα. Στα μάτια τους αποτυπώθηκε η αγωνία και το ξάφνιασμα. Κοιτώντας προς τα πίσω είδαν την γυναίκα να λείπει.

“Πίσω ακούστηκε!” φώναξε ο Άδραστος.

Γεμάτοι αγωνία, με τα σπαθιά στα χέρια, έτρεξαν προς τα πίσω. Λίγο πιο κάτω το θέαμα που συνάντησαν δεν θα σταματούσε ποτέ να τους ανατριχιάζει σύγκορμους. Η Υψιπύλη ήταν πεσμένη κατά γης. Με σπαρακτικές κραυγές κρατούσε στην αγκαλιά της το μωρό, που το είχε βγάλει απ το καλάθι. Στα δεξιά πιο πέρα ένα τεράστιο φίδι έσπευδε να απομακρυνθεί για να χωθεί στα πυκνά φυλλώματα έχοντας προλάβει να σκοτώσει το παιδί. Ο Πολυνείκης γεμάτος αηδία και τρόμο μαζί με τον Καπανέα και τον Ιππομέδοντα έπεσαν με τα σπαθιά τους πάνω του κομματιάζοντάς το με απανωτά χτυπήματα ενώ οι άλλοι έτρεξαν κοντά στη γυναίκα με το παιδί.

“Θεοί! Ας ζει! Κάντε μου Θεοί να είναι ζωντανό” έσκουζε έξω από κάθε λογική. Της πήραν με χίλια ζόρια το μωρό απ τα χέρια. Ο Αμφιάραος, καλός γνώστης στην ιατρική, το απίθωσε στη γη και προσπάθησε να του δώσει όση βοήθεια μπορούσε. Ήταν πολύ αργά. Το μωρό πέθαινε στα χέρια τους λαβωμένο θανάσιμα από το δηλητήριο του φονικού φιδιού. Ο μάντης έτρεμε από την συγκίνησή του. Με κόπο συγκρατούσε τα δάκρυά του καθώς στα χέρια του κρατούσε το άψυχο σώμα του παιδιού του βασιλιά. Η Υψιπύλη κραύγαζε στον άνεμο το όνομά του:

“Οφέλτη! Οφέλτη!”

 

“Δία άρχοντα των Θεών και των θνητών…” ψέλλισε ο Αμφιάραος, “τι σημάδι θανάτου είναι αυτό στην πρώτη μας στράτα!”

 

Τον κοίταξαν συγκλονισμένοι. Όπως και την τραγική γυναίκα. Θεώρησαν τους εαυτούς τους να έχουν υπαιτιότητα σε αυτό το κακό.

“Πάμε πίσω στο Λυκούργο!” φώναξε αποφασιστικά ο Άδραστος. Τράβηξαν την σπαράζουσα γυναίκα με χίλια ζόρια σε κάποιο άρμα. Σήκωσαν και το νεκρό μωρό και πήραν το δρόμο προς το παλάτι. Οι ώρες που τους περίμεναν προβλέπονταν τραγικές.

 

Η Αντίδραση του Λυκούργου και της Ευρυδίκης στην είδηση αλλά και στο θέαμα του νεκρού τους παιδιού, του Οφέλτη, ήταν τρομακτική. Όπως δηλαδή είναι για κάθε γονιό που κρατά στην αγκαλιά του νεκρό το μικρό του σπλάχνο. Οι κραυγές τους και ο θρήνος τους, έφεραν αναστάτωση όχι μόνο στο παλάτι αλλά και σε όλη την Νεμέα όπου τα τραγικά νέα κυκλοφόρησαν γρήγορα σαν τον θάνατο. Οι επτά αρχηγοί μαζί με το βασιλιά στέκονταν εκεί βουβοί και βουρκωμένοι. Τότε ήταν που ο θρήνος για το θάνατο του βρέφους έδωσε τη θέση του στην οργή που κυρίεψε το Λυκούργο και τη γυναίκα του.

“Αυτή φταίει…. Ναι… αυτή σκότωσε το παιδί μας!” ούρλιαξε με κόκκινα μάτια ο βασιλιάς σέρνοντας μαζί και το θυμό της γυναίκας του.

“Της το είχαμε πει! Απ την πρώτη στιγμή της είχαμε πει να προσέχει...όμως…”

“Θα την σκοτώσω! Φέρτε την στα πόδια μου να σέρνεται!” έσκουξε ο Λυκούργος και σε λίγο δύο υπηρέτες πέταξαν στα πόδια του την Υψιπύλη, που έτρεμε διπλωμένη στα δύο κλαίγοντας απαρηγόρητη. Ο Λυκούργος όρμησε πάνω της να την πνίξει ουρλιάζοντας. Τότε ο Άδραστος, ο Τυδέας και ο Αμφιάραος όρμησαν πάνω του.

“Στάσου Λυκούργο!” κραύγασε ο Αμφιάραος. “Δεν φταίει η γυναίκα! Εμείς της τραβήξαμε την προσοχή να μάς πάει σε μια πηγή. Σταμάτα!”

 

Ένα κουβάρι που δεν ήξερες αν το χαρακτήριζε κλάμα, οργή, θρήνος ή παραλογισμός έδεσε τον Λυκούργο, την Ευρυδίκη, την Υψιπύλη αλλά και τους τρεις άντρες που έμειναν εκεί ένα σώμα  όλους μαζί. Το βασιλικό ζευγάρι έπεσε κατά γης κλαίγοντας γοερά πάνω στο άψυχο κορμάκι του γιου τους.

“Ω Δία πατέρα του κόσμου, προστάτη μας, γιατί να δώσεις δύναμη αλήθειας σε αυτόν τον καταραμένο χρησμό! Γιατί;” ήταν τα λόγια του Λυκούργου βγαλμένα από τα βάθη της μαύρης του καρδιάς.  Η παλιά βασίλισσα της Λήμνου, η Υψιπύλη, μια τραγική φιγούρα, προσπαθούσε να διώξει από πάνω της την οργή των γονιών του αδικοχαμένου μικρού. Η ζωή της κρεμόταν από μια κλωστή στην κυριολεξία αλλά, κύρια, ήταν ο Αμφιάραος εκείνος, που με τα λόγια και την παρέμβασή του στην βασίλισσα Ευρυδίκη, άλλαξε  τις προθέσεις της και τη γλίτωσε τελικά από το θάνατο.

 

Η Νεμέα βυθίστηκε στο πένθος. Ολάκερη η πόλη τυλίχτηκε στο θρήνο και στο βουβό κλάμα. Όλοι μαζί και οι αρχηγοί της εκστρατείας συνόδεψαν το μικρό Οφέλτη στο τελευταίο νεκρικό του σπίτι. Σε έναν περίβολο που γύρω γύρω ήταν κλειστός με έναν πέτρινο τοίχο. Εκεί αγκάλιασε η γη το μωρό του Λυκούργου, τον Οφέλτη,  στο πρόωρο ταξίδι του πριν καταφέρει ο ίδιος και σταθεί στα δικά του βήματα.

 

Πέρασαν μέρες μέσα στο πένθος το βαρύ και τη σιωπή που σκέπαζε τα πάντα. Ο Άδραστος έδωσε εντολή να σταματήσει ο στρατός κάποιες μέρες. Κάτι στο οποίο όλοι συμφώνησαν. Οι αρχηγοί, για να τιμήσουν το νεκρό και τη μνήμη του, ίδρυσαν γιορτή μεγάλη, τα Νέμεα! [4] Έγιναν αγώνες με πολλά αθλήματα. Συμμετείχαν όλοι και οι οκτώ τιμητικά. Ο Άδραστος πήρε το έπαθλο της ιπποδρομίας, ο Ετέοκλος πρώτος στο δρόμο ταχύτητας, ο Τυδέας στην πυγμαχία, ο Αμφιάραος στο άλμα, ο Πολυνείκης στην πάλη και ο Παρθενοπαίος στο τόξο. Όμως τίποτα από αυτά δεν θα έφερνε πίσω το μικρό Οφέλτη.

 

Το τραγικό αυτό γεγονός είχε ήδη καθυστερήσει την αναχώρησή τους. Η παραμονή τους στην Νεμέα ύστερα από τα τραγικά αυτά γεγονότα, δεν μπορούσε πια να παραταθεί άλλο. Οι Θηβαίοι, κάθε μέρα που περνούσε, θα προετοιμάζονταν όλο και καλύτερα και αυτό ήταν εμφανώς σε βάρος τους. Πήραν την απόφαση να φύγουν και ήδη έδωσαν σε αγγελιοφόρους την εντολή να ετοιμαστεί ο στρατός για αναχώρηση. Ο αποχαιρετισμός των οκτώ αντρών προς τον Λυκούργο και τη γυναίκα του ήταν γεμάτος μια αφόρητη βουβή συγκίνηση. Φυσικά δεν ξέχασαν την Υψιπύλη. Ένιωθαν να οφείλουν κάτι και σε εκείνη τη δυστυχισμένη γυναίκα, η οποία προσπάθησε να τους βοηθήσει αλλά βρέθηκε στο στόχαστρο του πεπρωμένου της. Πριν φύγουν πέρασαν για μια τελευταία φορά από τον τάφο του μικρού Οφέλτη για να αφήσουν χοές. Ο Αμφιάραος έκανε όλα εκείνα που έπρεπε ως ο πιο κατάλληλος. Το τραγικό εκείνο γεγονός έδειχνε να τούς είχε ενώσει και να έχει παραμερίσει τις τριβές που είχαν φανεί μεταξύ τους. Ναι, ένας τραγικός θάνατος, τόσο άδικος και σκληρός, γιάτρεψε πολλές απ’ τις πληγές τους.

 

Στάθηκαν με ευλάβεια σιωπηροί μπροστά στον τάφο του μωρού. Είχαν σχηματίσει ένα κύκλο ολόγυρά του με τον Αμφιάραο στο κέντρο να ρίχνει τις χοές. Έμεινε λίγο βουβός συγκινημένος. Κάποια στιγμή ακούστηκε δυνατά η φωνή του:

“Αρχέμορος!”

Οι άλλοι τον κοίταξαν προσεκτικά με απορία.

“Τι είπες Αμφιάραε;” τον ρώτησε ο Ιππομέδοντας.

Χωρίς να τους κοιτά ο μάντης συνέχισε:

“Το όνομά του! Αρχέμορος! Αυτό είναι το όνομα που δίνω στον μικρό Οφέλτη που δεν πρόλαβε να ζήσει…”

“Τι σημαίνει αυτό;” ρώτησε ο Πολυνείκης.

“Αρχέμορος, δηλαδή αρχή κακής μοίρας σύντροφοί μου!” αποκρίθηκε κοιτάζοντάς τους και συνέχισε: “Οι Θεοί μας έστειλαν ήδη το πρώτο τους σημάδι σε αυτό που πάμε να κάνουμε! Και ο νεαρός Οφέλτης είναι ο Αρχέμορος, αυτός που ξεκινά τον κύκλο της κακής μοίρας. Αυτής που θα ακολουθήσουμε όλοι μας! Τα σημάδια στους χρησμούς ήρθαν πολύ πιο γρήγορα”

 

Οι άλλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Κανείς δεν έβγαλε μιλιά. Βαθιά στην ψυχή τους όρμησε σαν θύελλα ο λόγος του. Δεν ήταν η ώρα όμως για καινούργιες αντιγνωμίες.

“Πάμε, δεν έχουμε άλλο χρόνο για καθυστέρηση!” τους παρακίνησε ο Άδραστος. Γύρισαν. Ανέβηκαν στα άλογά τους, έριξαν μια ματιά εκεί που ο Οφέλτης, Αρχέμορος πια, κοίτονταν βαθιά στη Γη. Χτύπησαν τα άλογά τους στα πλαϊνά και άρχισαν να καλπάζουν γρήγορα στο δρόμο έξω απ τη Νεμέα. Ο στρατός τους περίμενε.



[1]     Παυσανία “Ελλάδος περιήγησις-Κορινθιακά”-Νεμέα

[2]     Από τότε εκείνη η πηγή ονομάστηκε “Αδράστεια” γιατί όντως ανακαλύφτηκε από τον Άδραστο. (Παυσανίας “Ελλάδος περιήγησις-Κορινθιακά”-Νεμέα.

[3]     Ο μύθος αναφέρει ως γυναίκα του Λυκούργου την Ευρυδίκη ή την Αμφιθέα. Στην τραγωδία του Ευρυπίδη “Υψιπύλη”, στα μέρη που σώθηκαν, γυναίκα του εμφανίζεται με το όνομα “Ευρυδίκη”

[4]     Αργότερα, κατά τον Πίνδαρο, τα Νέμεα, έγιναν 2ετή, προς τιμήν του “Οφέλτη Δία” για να εξευμενίσουν τον προστάτη της πόλης.

(Συνεχίζεται...)

Ετυμολογία ονομάτων:

Υψιπύλη: "ύψος" + "πύλη".  Η γυναίκα της υψηλής πύλης, η βασίλισσα, η αρχόντισσα.

Λυκούργος: "λύκος"=πρωινό φως, "έργον"=επίτευγμα. Ο άντρας που εκτελεί φωτεινό έργο.


Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 19η δημοσίευση

 "Τα δώρα της Αρμονίας"


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7












Στη 18η δημοσίευση, παρακολουθήσαμε τον Αμφιάραο να προσπαθεί να προσεταιρισθεί το μεγάλο του γιο, τον Αλκμαίωνα, σε σχέση με τη διαφαινόμενη σύγκρουσή του με τη γυναίκα του, Εριφύλη. Η προσπάθεια μάλιστα αυτή φτάνει στα όρια να διαβάλλει ευθέως τη σύζυγό του στα μάτια του παιδιού του.
Η Εριφύλη, ζει την πίεση και το άγχος του να αποφασίσει εκείνη για την τύχη της εκστρατείας στη Θήβα. Η σκέψη της τυλίγεται στις μνήμες της ζωής της, που ξεκινούν απ' τη δολοφονία του πατέρα της από το σημερινό της σύζυγο, τη φυγή τους απ' το Άργος και τον αναγκαστικό της γάμο, που έγινε ως "δώρο" για τη συμφιλίωση του Αμφιάραου με τον αδελφό της Άδραστο.
Στο μεταξύ, στην αυλή του βασιλιά όλοι περιμένουν με αγωνία την απόφασή της ενώ την ίδια στιγμή ο Πολυνείκης αποφασίζει να κάνει το κρίσιμο βήμα. Καλεί την Εριφύλη σε συνάντηση και της προσφέρει το μεγάλο περιδέραιο της Αρμονίας, δώρο απ' το γάμο της. Η συγκίνηση που προκαλεί στην Εριφύλη αλλά και οι παράξενες δυνάμεις του περιδέραιου την οδηγούν σε άμεση ρήξη με το σύζυγό της αλλά και την οριστική της απόφαση να στηρίξει την εκστρατεία των Επτά στη Θήβα.

Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Σήμερα η αγαπημένη μας φίλη, επέλεξε και πάλι δύο υπέροχα, όπως πάντα μουσικά θέματα, τα οποία και θα συνοδεύσουν την ανάγνωσή μας.



19η Ανάρτηση


Ένας διάλογος που ξεκαθαρίζει

 Επέστρεψε στο σπίτι της σκεπτική. Όμως και αποφασισμένη. Ένιωθε έτοιμη να υπερασπιστεί την απόφασή της. Εκείνο που δεν μπορούσε να υπολογίσει ήταν το τίμημα. Έδιωξε τις υπηρέτριες της, κράτησε το σκαλιστό κουτί στα χέρια της με το βαρύτιμο δώρο και μπήκε στα κεντρικά δώματα. Μια παράξενη σιωπή σκέπαζε τα πάντα στο εσωτερικό. Προχώρησε, άνοιξε λίγο το βαρύ κουτί. Εκείνη η παράξενη λάμψη από το πανέμορφο και περίτεχνο περιδέραιο γέμισε τα μάτια της. Ένιωθε να την τυλίγει το φως του. Κοίταξε λίγο αυτό που κρατούσε και κινήθηκε προς την κρεβατοκάμαρά τους. Την απόλυτη ηρεμία έσπασε η δυνατή φωνή του:

“Ώστε αυτό είναι το αντίτιμο για το οποίο πάτησες κάθε λόγο και όρκο σου!”

Γύρισε τρομαγμένη προς τα πίσω. Ο Αμφιάραος στεκόταν στο κέντρο του δώματος. Πολλά χρόνια μεγαλύτερός της, επιβλητικός και αυτή τη φορά στο πρόσωπό του έβλεπε την καλά κρυμμένη οργή του.

“Τι θες να πεις;” απάντησε χωρίς σταθερή φωνή καθώς προσπαθούσε να ανακτήσει μέρος της αυτοκυριαρχίας της. Εκείνος έκανε ένα βήμα πιο κοντά της.

“Είμαι περίεργος να δω αυτό με το οποίο ξεπούλησες τον άντρα και τα παιδιά σου!” της είπε ενώ τα μάτια του έπεσαν στο κουτί που μόλις κατάφερε να αφήσει επάνω σε ένα μαρμάρινο ράφι στον τοίχο του δωματίου. Πήγε κοντά της ορμητικά. Την παραμέρισε, άνοιξε το κουτί και ξαφνικά έμεινε άναυδος να παρατηρεί το απαστράπτον βαρύτιμο κόσμημα. Το άφησε έντρομος από τα χέρια του λες και κράτησε ένα πύρινο αντικείμενο. Στη σκέψη του με μιάς ήρθαν οι εικόνες που έβλεπε στους εφιάλτες του. Οι εικόνες που τον βασάνιζαν πολλές νύχτες εδώ και χρόνια και δεν τον άφηναν να ηρεμήσει.

“Δία ύψιστε των Θεών! Να που η ίδια η ομόκλινή μου κουβαλά τον θάνατο στο σπιτικό μας”

Την τράβηξε από τον ώμο προς το μέρος του.

“Ώστε τόσο κοστίζουν οι ζωές μας! Η λάμψη ενός περιδέραιου φτάνει για να κάψεις κάθε σου όρκο μπροστά στους Θεούς”

“Σε παρακαλώ…” του είπε.

Εκείνος συνέχισε οργισμένος σε πολύ ψηλούς τόνους.

“Σου είχα πει να τούς προσέξεις! Σου είχα αναφέρει τόσες φορές να μην πάρεις κάτι από τα χέρια τους! Λες και το ήξερα ότι θα σε δωροδοκήσουν. Πες μου λοιπόν! Είπες το ναι; Έκανες το χατήρι του αδελφού σου και του ξένου; Ξεπούλησες τα πάντα για αυτό εδώ; Για να το φοράς σαν τρόπαιο στην προδοσία σου!”

Ξαφνικά τον κοίταξε με μάτια φωτιά. Τραβήχτηκε από κοντά του. Γύρισε προς το μέρος του.

“Φτάνει! Αρκετά ως εδώ οι προσβολές σου!”

“Προσβολές μου; Ω Θεοί δείτε πρωτόγνωρο θράσος!”

“Προσβολές ναι! Έμαθες όλα αυτά τα χρόνια να γίνεται το δικό σου!”

“Εγώ;”

“Ναι! Μιλάς για θράσος. Ποιος εσύ; Σκότωσες τον πατέρα μου με τα χέρια σου, μάς έδιωξες από το σπίτι και τη γη μας και ύστερα έγινα κάτι σαν εμπόρευμα ανάμεσά σας. Σε σένα και τον αδελφό μου. Μια όμορφη προίκα που θα σφράγιζε την εξουσία εκείνου και το δικό σου τρόπαιο….”

“Αν είναι δυνατόν Εριφύλη! Μετά από τόσα χρόνια τι έρχεσαι και βγάζεις στον αφρό;” τη ρώτησε έκπληκτος.

“Για σένα δεν ήμουνα τίποτα άλλο παρά ένα αντικείμενο. Μιλάς για δωροδοκία δική μου τη στιγμή που ο ίδιος ο αδελφός μου με έκανε δώρο για σένα για να μονιάσετε… Σε ποιανού τάφο κάνατε αυτή τη συμφωνία Αμφιάραε; Με ποιο αίμα σφραγίσατε την απόφασή σας; Ε λοιπόν ναι! Αυτό που βλέπεις είναι ένα δώρο! Ένα βαρύτιμο θεϊκό δώρο που έκαναν οι Θεοί στο γάμο της Αρμονίας και του Κάδμου, του ιδρυτή της Θήβας. Φτιαγμένο με τα ίδια τα χέρια του Ήφαιστου, του Θεού της φωτιάς. Άρα καταλαβαίνεις την αξία του για τον Πολυνείκη. Όμως το αφήνει κάτι σαν σπονδή στα χέρια μου…”

“Για ποια σπονδή μιλάς, έχεις τρελαθεί; Να σε εξαγοράσει ήθελε για να πεις το ναι!”

“Συνεχίζεις να με θεωρείς άνθρωπο χωρίς κρίση και βούληση άντρα μου. Από τη μια δέχτηκες στη συμφωνία σου με τον αδελφό μου να αποφασίζω εγώ στη διαφωνία σας αλλά από την άλλη δεν δέχεσαι την πιθανότητα να έχω δική μου κρίση..”

“Σε είχα προειδοποιήσει για τις επιλογές των Θεών, τις ήξερες….”
“Δεν μου έδωσες δικαίωμα να ακούσω και την άλλη άποψη Αμφιάραε. Σε μια απόφαση που θα πάρω εγώ, δεν είχα δικαίωμα να μάθω την άλλη άποψη;”
“Η άλλη επιλογή σημαίνει καταστροφή για το σπίτι σου γυναίκα…”

“Είναι γνώμη σου αυτή άντρα μου. Ανακατεύεις τους θεούς μέσα σε αυτήν!”
Ξαφνιάστηκε στο λόγο της εντελώς.

“Τι θες να πεις; Αμφισβητείς τις ικανότητές μου; Πιστεύεις ότι όλα αυτά είναι ένα πρόσχημα για να δειλιάσω;”

 

Μετρήθηκε με το βλέμμα του για κάποια δευτερόλεπτα, δίσταζε.

“Πάνω από τους φόβους και τους δισταγμούς, πάνω και από τις μαντείες υπάρχει η αγάπη για τη γη μας, για το χώμα που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε. Για την πατρίδα μας. Μα πάνω απ όλα για το δίκιο. Δεν είναι δυνατόν κάθε σφετεριστής και παραβάτης να απολαμβάνει ανέξοδα την αχόρταγη βουλιμία του, σεβαστέ μου σύζυγε; Καμία ηθική των Θεών ή των ανθρώπων δεν το δέχεται αυτό. Μπροστά σε μια τέτοια στάση ζωής δεν μπορεί να μείνουμε απαθείς και αδιάφοροι. Δεν είναι όλοι τρελοί άντρα μου! Δες τους. Αργείοι, Αιτωλοί, Ορχομένιοι, Αχαιοί από την Ώλενο, Αρκάδες, Νέμιοι, δεν γίνεται να παρανόησαν και να θέλησαν να αυτοκτονήσουν ομαδικά. Εκείνο που φλογίζει την ψυχή τους δεν είναι οι θησαυροί της Θήβας αλλά το δίκιο και τα ιδανικά της ζωής…”

“Για δες που η αγαπημένη μου γυναίκα απέκτησε περισσή γνώμη για όλους τους πολέμαρχους. Για δες που τους γνωρίζει καλά και μπορεί να εγγυηθεί για αυτούς. Μα το Δία, εντυπωσιακό! Ήθελα να ήξερα τι σου είπαν και σε έπεισαν;”


Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της. Έφερε στο βλέμμα της μια ηρεμία όσο μπορούσε. Και τού μίλησε με ζεστό τόνο.

“Άμφιάραε, είμαι κοντά σου από νεαρή κόρη, έφηβη παρθένα. Τίμησα την κλίνη σου, σού έδωσα τόσα παιδιά. Αναγνωρίζω την αντρειοσύνη και σοφία σου. Όμως… δες λίγο πιο πλατιά. Αυτός ο άνθρωπος μού έδωσε το λόγο του ότι θα εξαντλήσει κάθε πιθανότητα συμφωνίας με τον αδελφό του. Αλλά και έτσι να μην γίνει τελικά, δες τις αξίες για τις οποίες θα τον στηρίξετε. Δεν μπορεί να είναι θέλημα Θεών να κυριαρχήσει η αδικία, το ψέμα, ο εμπαιγμός και η ύβρη στα λόγια των γονιών. Μιλάω σε σένα. Έναν άντρα αντρειωμένο που δεν λυγίζει μπροστά στο καθήκον. Αυτόν τον άντρα θέλω να δω κάτω απ τα τείχη της Θήβας να παλεύει για το δίκιο. Γιατί…. Αν στο άδικο σταθούμε ανεκτικοί και αδιάφοροι, τότε θα έρθει η στιγμή που θα μάς τυλίξει και θα μάς αφανίσει στα σκοτάδια του”

 

“Λόγια, λόγια γυναίκας φιλάρεσκης! Που δεν λογάριασες τίποτα μπροστά στον κορεσμό σου…”

“Αυτό πιστεύεις για μένα;” τον ρώτησε.

“Χωρίς καμία αμφιβολία”  απάντησε.

Γύρισε και τον κοίταξε κουνώντας το κεφάλι της

“Πολύ κρίμα σεβαστέ μου μάντη! Λυπάμαι ειλικρινά για την κρίση σου. Εκτός….”

Την κοίταξε με απέχθεια με μισό βλέμμα.

“Εκτός τι;”

“Εκτός αν φοβάσαι Αμφιάραε! Αν δειλιάζεις μπροστά στη μάχη και την ευθύνη…”
Πήγε έξαλλος προς το μέρος της.

“Θα το πληρώσεις ακριβά αυτό! Μην νομίζεις ότι την ώρα που τα κορμιά των πολεμιστών θα πέφτουν θύματα των κοφτερών σπαθιών εσύ θα παραμένεις ασφαλής κι αλώβητη στο σπίτι σου…”

“Είναι και δικό σου σπίτι αυτό που απειλείς! Είναι και σπίτι των παιδιών σου!”

“Μην ανακατεύεις τα παιδιά μου!”

“Είναι και δικά μου παιδιά άντρα μου!”

“Όχι σαν μάθουν για την προδοσία σου απέναντι στον πατέρα τους!”

“Πόσο ασήμαντος γίνεσαι στα μάτια μου μα την Ήρα! Ζητάς να δηλητηριάσεις τα παιδιά σου με μίσος;”

“Θέλω να τους πω ποια οδηγεί τον πατέρα τους στον αφανισμό!” της είπε έχοντας χάσει κάθε αυτοκυριαρχία.

“Τι ξεπεσμός για τον ευσεβέστατο μάντη του Άργους! Ποτέ δεν περίμενα να σε δω να νοιάζεσαι τόσο φτηνά για σένα” τού απάντησε.

Όρμησε κατά πάνω της ασυγκράτητος.

 

“Άφησε την από τα χέρια σου!” άκουσε την στεντόρεια κραυγή του Άδραστου πίσω του. Γύρισε απότομα και είδε το βασιλιά να στέκεται αρματωμένος πίσω του.

“Τι θέλεις εδώ; Πως μπαίνεις έτσι στο σπίτι μου;” τον ρώτησε.

“Σαν να ήξερα τι θα ακολουθούσε και έτρεξα ξωπίσω απ’ την αδελφή μου Αμφιάραε. Ύφιστε Απόλλωνα, Θεέ του φωτός, ποτέ δεν περίμενα να δω τον περίλαμπρο μάντη να ξιφουλκεί κατά της γυναίκας του, της μάνας των παιδιών του!”

Το μάτι του Άδραστου άστραφτε μπροστά του. Η φωνή του ακούστηκε πάλι δυνατά:

“Λοιπόν! Σε μία ώρα έχει πολεμικό συμβούλιο στο παλάτι. Η θέση σου είναι πια εκεί. Έτσι θέλω να πιστεύω. Τα λόγια τέλειωσαν. Είναι ώρα για πράξεις. Όλα έγιναν όπως όριζαν οι όρκοι μας να γίνουν. Κοίταξε να έχεις καθαρό μυαλό. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό που είδα πριν δεν θα τολμήσεις να το συνεχίσεις”

Τον είδε που έμεινε να τον κοιτάζει. Έριξε μια ματιά στην αδελφή του και ύστερα βγήκε βιαστικά από το σπίτι παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής.

 

Ο Αμφιάραος έμοιαζε να έχει παγώσει στο χρόνο. Με το ένα του χέρι τράβηξε δυνατά τα μαλλιά του προς τα πίσω σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Γύρισε και έριξε μια δολοφονική ματιά στη γυναίκα του που τον κοιτούσε ίσια στα μάτια. Οι αποφάσεις είχαν παρθεί. Τίποτα πια δεν μπορούσε να αλλάξει αυτά που αποφάσισαν οι Μοίρες.



2.13  Η προετοιμασία της εκστρατείας

 

Σκέψεις και μνήμες

 

Η σκέψη της Αντιγόνης τριγυρνούσε πίσω στα χρόνια του πατέρα της. Εκείνα τα χρόνια του πάλαι ποτέ ένδοξου βασιλιά της Θήβας. Έφερνε στο νου της στιγμές από την ιστορία και τη ζωή του. Η ανάμνησή του ήταν τόσο έντονη αυτές τις μέρες εκεί στο σπίτι του. Τον αναζητούσε παντού. Εκεί που τον έβλεπε μικρή και τον καμάρωνε δυνατό, ακμαίο και ανίκητο. Ύστερα το βλέμμα της σκοτείνιασε. Θυμήθηκε τα πάθη του. Όπως τούς τα είχε διηγηθεί, όπως τα είχε ζήσει και εκείνη κοντά του.

 

Ο εφιάλτης στο τρίστρατο καραδοκούσε μια ακόμα φορά κρυφοπαίζοντας με την αντοχή του. Εκεί που το άρμα του πατέρα της συναντήθηκε μ’ αυτό εκείνου του άγνωστου. Και που η συνάντηση αυτή άφησε τον θάνατο σφραγίδα στη γη με το σώμα του Λάιου. Ναι! Του παππού της. Ανατρίχιασε!

“Αχ Μοίρες! Ανίκητες κόρες της νύχτας, γιατί ο πατέρας μου να πληρώσει μια κατάρα έξω απ τη δική του θέληση. Των άλλων τα κρίματα πλήρωσε Ήρα θεά μου! Όχι δικά του” μονολογούσε δυνατά σαν να ήθελε να αναμετρηθεί με το παρελθόν.

 

Ύστερα θυμήθηκε τη διήγηση του πατέρα της για εκείνη!  Εκεί στο βουνό, στο Φίκιο, κοντά στο ναό του Ιπποδέτη Ηρακλή στην πεδιάδα του Τένερου. Τότε που ο Οιδίποδας ανατρίχιασε σύγκορμος σαν άκουσε το τραγούδι της αλλά συνάμα είδε και την αποκρουστική παράταιρη μορφή της. Τότε που μπροστά του ορθώθηκε αγέρωχη εκείνη η Σφίγγα, γέννημα τερατώδες της Έχιδνας. Με τη μορφή γυναίκας και σώμα θηρίου. Σταλμένη απ την Ήρα για να εκδικηθεί το θάνατο του Χρύσιππου.[1] Νάταν σαν τώρα που έλυσε το αίνιγμα του τέρατος  και το οδήγησε στον αφανισμό του.[2]

 

Ένα πικρό χαμόγελο έσκασε στο πρόσωπο της Αντιγόνης σαν θυμήθηκε την υποδοχή που του έκαναν οι Θηβαίοι για τη λύτρωσή τους από το φόρο αίματος που προσέφεραν στη μάστιγα αυτή. Την υποδοχή; Τις τιμές; Τον ίδιο το βασιλιά της πόλης, τον Κρέοντα που του έδωσε το θρόνο αλλά και την αδελφή του, αλίμονο όμως και τη μητέρα του την Ιοκάστη για γυναίκα του. Πόσο κράτησαν οι όμορφες μέρες; Αρκετές ίσως για να μεγαλώσουν τα τέσσερα παιδιά του. Οι δύο του γιοί και οι θυγατέρες του. Και τότε ήταν που ήρθε το σκοτάδι. Απλώθηκε παντού απ’ άκρη σε άκρη σε όλη τη πόλη του Κάδμου. Ο μεγάλος εκείνος λιμός που άρχισε να ρημάζει πάλι την πόλη. Τα νερά άρχισαν να στερεύουν. Τα πηγάδια ανέδυαν εκείνη την απαίσια μυρωδιά του σάπιου πτώματος. Τα μικρά ποτάμια και τα ρυάκια έγιναν βάλτοι γεμάτοι ζοφερές αναθυμιάσεις. Οι γη έπαψε να δίνει πια καρπούς. Όλα σιγά-σιγά μαράθηκαν, τα χωράφια, τα σπαρτά. Τα γεννήματα αρρώστησαν και ξεράθηκαν. Ο ουρανός έπαψε να είναι γαλανός και ένα γκρίζο πούσι τύλιξε στη δολερή αγκαλιά του ολάκερη τη Θήβα. Η πείνα άρχισε να θερίζει τους ανθρώπους και εκείνος, ο πατέρας της, τρομαγμένος, τυλιγμένος στην έγνοια και την αγωνία, πάσχιζε να βρει την απάντηση στο τι έτρεξε και άλλαξαν όλα. Τον έβλεπε να τριγυρνάει άγρυπνη φιγούρα ανάμεσα στην υγρή γκρίζα ομίχλη και να παραστέκεται στο λαό του. Να βλέπει τον κόσμο ολόγυρα να πεθαίνει και εκείνος ανήμπορος να κάνει το παραμικρό. Μέχρι να μάθει την τραγική αλήθεια για τη μιαρή ζωή του από εκείνον τον μάντη τον Τειρεσία. Μια αλήθεια που τον τρέλανε! Μια φρίκη για την οποία ποτέ δεν έφταιξε. Και ήρθαν αμέτρητα τα “γιατί” στη σκέψη του. Γιατί η Δίκη του γύρισε την πλάτη. Και η αλήθεια αυτή διαδόθηκε σε ολάκερη την πόλη από τον ίδιο τον Τειρεσία και τη Μαντώ, την κόρη του. Και ο ένδοξος βασιλιάς της Θήβας έγινε ξαφνικά το κέντρο του κακού. Αυτός και η γυναίκα μα και δύσμοιρη μάνα του η Ιοκάστη. Οι τιμητές του έγιναν διώκτες του και ζητούσαν τον αφανισμό του για να γλιτώσουν. Λες και ήθελε!”

Στα μάγουλά της δύο μικρά τόσο δα ρυάκια από δάκρυα έβρεχαν μέχρι κάτω τα χείλη της. Οι αναμνήσεις της ντύθηκαν απ’ το φως στο σκοτάδι. Συνέχισε να σκέφτεται:

 “Έτσι αγαπημένε μου πατέρα έφτασες στον εκπεσμό σου με την τύφλωσή σου με τα δικά σου χέρια.[3]

 

“Δεν έφταιξε, κι όμως πλήρωσε! Δεν ήξερε κι όμως χρεώθηκε το άγος! Λες και ήταν δική του επιλογή να μοιραστεί τη νυφική του κλίνη με την ίδια τη μάνα του!” είπε ξανά φωναχτά.

 

Η είσοδος στο δωμάτιο του Ετεοκλή συνοδεύτηκε από τη δυνατή φωνή του.

“Εδώ είσαι;” ρώτησε την Αντιγόνη με αυστηρό ύφος.

“Ναι, συμβαίνει κάτι;” του απάντησε.

“Ο  άλλος σου αδελφός, ετοιμάζει στρατό . Θα έχουμε πόλεμο σε λίγο”

Η Αντιγόνη ανατρίχιασε.

“Ώστε φτάσαμε ως εκεί. Αδελφικό αίμα έξω απ τα τείχη της πόλης….” ψιθύρισε.

Ο Ετεοκλής την κοίταξε καλά.

“Αυτό δεν ήθελε ο πατέρας μας; Αυτό δεν είχε ...ευχηθεί εκείνη τη μέρα;” της είπε με ύφος εριστικό, “να χωρίσουμε το θρόνο με το σπαθί; Αυτή δεν ήταν η κληρονομιά του; Να τώρα που γίνεται πράξη”

“Που το ξέρεις τελικά;” τον ρώτησε η Αντιγόνη.

“Δεν σε ενημέρωσε η μητέρα σου; Πριν λίγες μέρες δεν ήταν εδώ αυτός ο Τυδέας; Να φέρει ...πρεσβείες από το Άργος και να ...απαιτήσει! Αλλά φρόντισα και έμαθα από δικούς μου αγγελιοφόρους στο Άργος. Οι Δαναοί μάζεψαν στρατό από ολάκερη την Πελοπόννησο. Τους ξεσήκωσε αυτός! Ποιος ξέρει με τι κηρύγματα και ποιες ανόσιες υποσχέσεις. Σε λίγες μέρες θα φτάσουν στον κάμπο”

 

“Αν άκουγες τη συμφωνία σας δεν θα πέφταμε σε τέτοια δεινά” του είπε η Αντιγόνη.

“Θα περίμενα κάτι άλλο από σένα”

“Είναι αίμα μας Ετεοκλή!”

“Που δεν το εμποδίζει να σηκώσει τα δόρατα απέναντι στην πόλη του”

“Και εσύ το ίδιο θα έκανες!” του αντιγύρισε εκείνη.

“Τον υποστηρίζεις;”

“Πάψε πια να χωρίζεις τους ανθρώπους σε δικούς και εχθρούς ανάλογα με το ποιος υπακούει στα συμφέροντά σου. Όχι δεν τον υποστηρίζω! Απλά θεωρώ αυτό το φονικό που έρχεται μια άχρηστη τραγωδία που μπορούμε να την αποφύγουμε. Και σε παρακαλώ, έστω την ύστατη ώρα να το κάνεις…”

“Δεν έχω να κάνω τίποτα! Παρά μονάχα να υπερασπιστώ τη γη μας από τους εχθρικούς εισβολείς, όποιο όνομα και να έχουν”

“Έριδα! Δόλια κόρη της Νύχτας, εσένα που λογίζουμε αδελφή του Άρη, του θεού του πολέμου. Εσύ η φτερωτή μανία που κυριεύεις το πνεύμα των ανθρώπων, μόνη εσύ και τα παιδιά σου. Οι συμπλοκές, τα δάκρυα, οι φόνοι. Τόσα κακά μαζεμένα…”

“Παραληρείς αδελφή μου!”

“Άκουσε τη φωνή της σωφροσύνης έστω και την τελευταία στιγμή. Μην αφήσεις να βγουν τα σπαθιά απ τα θηκάρια. Σταμάτησέ το, έχεις καιρό!” του είπε μέσα στην απελπισία της.

“Δεν περίμενα να ακούσω τίποτα καλύτερο” της είπε και την κοίταξε απαξιωτικά. Ύστερα με μιας γύρισε την πλάτη και έφυγε από το δωμάτιο για να την αφήσει μόνη αντιμέτωπη με χίλιες δυό μαύρες σκέψεις.

 

Τελευταίο συμβούλιο πριν την αναχώρηση

 

Ήταν όλοι εκεί. Και οι επτά πολέμαρχοι. Όπως και την προηγούμενη φορά. Ο Άδραστος, ο Ετέοκλος, ο Καπανέας, ο Παρθενοπαίος, ο Ιππομέδοντας, ο Τυδέας και ο Πολυνείκης.

“Μπορούμε να κάνουμε τον απολογισμό μας σε δυνάμεις;” ρώτησε ο Πολυνείκης.

“Αργείοι, Αρκάδες, Μεσσήνιοι, η Ώλενος και ο Ορχομενός” απάντησε ο Άδραστος.

Την ίδια στιγμή μπήκε ο Αμφιάραος στην κεντρική αίθουσα. Ακούστηκαν μουρμουρητά ανάμεσά τους.

“Καλώς όρισες!” τον υποδέχτηκε ο Άδραστος. Ο ίδιος έκανε μια κίνηση κεφαλιού σαν να τους χαιρετούσε όλους.

“Άλλαξε κάτι στην απόφασή σου;” τον ρώτησε ο βασιλιάς.

Τους κοίταξε όλους και απάντησε:

“Φυσικά όχι! Τίποτα από όσα σας έχω πει για την τύχη αυτής της εκστρατείας δεν έχει αλλάξει. Όμως θα είμαι κοντά σας! Δεν είμαι από αυτούς που θα παραβούν τις συμφωνίες τους ενώπιον των Θεών και ανθρώπων”

Από την ομάδα βγήκαν αναστεναγμοί ανακούφισης. Εκείνος συνέχισε:

“Είναι ίσως μοιραίο κάποια δικά μου πρόσωπα να με σπρώχνουν στο θάνατο αλλά δεν μπορώ να το αποφύγω…” είπε.

Ο Πολυνείκης τον διέκοψε:

“Αμφιάραε, κράτα την άποψή σου, είναι απόλυτα σεβαστή. Προσωπικά πιστεύω ότι τίποτα δεν είναι προγραμμένο. Οι Θεοί μας δοκιμάζουν αλλά στέκονται στο πλάι σε κάθε αγώνα για το δίκιο…”

“Να σε ρωτήσω κάτι σεβαστέ μου μάντη” ρώτησε ο Ιππομέδοντας.

“Σε ακούω γιε του Αριστόμαχου”

“Στη πρώτη μας συνάντηση είχες αναφέρει ότι μόνος ένας από εμάς θα γλιτώσει το θάνατο σε αυτήν την εκστρατεία. Μπορείς να μας αποκαλύψεις το όνομά του;”

“Αυτό θα το πω μόνο σε εκείνον και την ώρα που πρέπει. Άλλωστε γιατί το σκέφτεστε. Πιστεύετε στη νίκη έτσι δεν είναι, συνεπώς γιατί ρωτάς;”

“Φυσικά και πιστεύουμε στη νίκη! Αν δεν το κάναμε δεν θα είχαμε καμία θέση εδώ” απάντησε σθεναρά ο Καπανέας.

 

Συνέχισαν να συζητούν για την επικείμενη αναχώρησή τους. Με πολλές λεπτομέρειες αναλυτικά για κάθε θέμα. Για το πλήθος της δύναμής τους, τις στρατιωτικές μονάδες που θα τους συνόδευαν, τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν.

“Πότε είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε;” ρώτησε ο Άδραστος.

“Η δική μου δύναμη από την Ώλενο θα μας περιμένει στην Κόρινθο” είπε ο Καπανέας.

“Οι δικοί μου θα έρθουν από τον Ορχομενό έξω από τη Θήβα” πρόσθεσε ο Ετέοκλος.

“Σε δύο με τρεις μέρες πρέπει να ξεκινήσουμε….”

Επικρατούσε αέρας συγκίνησης μεταξύ τους και ενθουσιασμού. Ένιωθαν κάτι να γεμίζει την ψυχή τους σε αυτή τη συστράτευση. Ειδικά για τον Πολυνείκη η συγκίνηση ήταν ακόμα μεγαλύτερη καθώς αφορούσε τα δικά του όνειρα και προσδοκίες.

“Πρώτος σταθμός η Νεμέα!” φώναξε ο βασιλιάς και συμφώνησαν όλοι.

 

Έμειναν ακόμα για να κουβεντιάσουν κάποιες λεπτομέρειες και να ρυθμίσουν κάποιες εκκρεμότητες.  Ύστερα άρχισαν να αποχωρούν ένας ένας. Οι αμέσως επόμενες στιγμές ανήκαν στα αγαπημένα τους πρόσωπα. Οι αποχαιρετισμοί θα ήταν για όλους ξεχωριστοί και θα είχαν τη δική τους συγκίνηση. Τα συναισθήματα πολλά και δυνατά. Όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις.

 

Μόνο που για κάποιον δεν θα ήταν ακριβώς μόνο αποχαιρετισμός. Αλλά και κάτι άλλο βαρύτερο. Πιο σκοτεινό, πιο χθόνιο.

 

Στιγμές αποχαιρετισμών

 

Όλα πια είχαν ρυθμιστεί. Μέχρι και οι τελευταίες λεπτομέρειες. Η πόλη του Άργους ζούσε τις δικές της μεγάλες στιγμές, μία ακόμα φορά στην ιστορία της. Ο στρατός των Δαναών είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται έξω από την πόλη. Όλα τα συμμαχικά βασίλεια είχαν στείλει τις δυνάμεις τους. Η κοινωνία και οι κάτοικοι ήταν σε αναβρασμό. Σε πολλά σπίτια οι Αργίτες αποχαιρετούσαν τα δικά τους παιδιά που έφευγαν για την εκστρατεία. Η παρουσία του Άδραστου ήταν καταλυτική για να τους εμπνεύσει και να τους εμψυχώσει. Όμως μπορεί το κλίμα να ήταν ενθουσιώδες αλλά στα κατάβαθα της ψυχής κάθε ανθρώπου, που έμενε πίσω, κόβονταν στα δυο καθώς αποχαιρετούσε το δικό του άνθρωπο για τον πόλεμο. Μανάδες, πατεράδες, γυναίκες και παιδιά, με βαριά καρδιά ασπάζονταν κάθε δικό τους άντρα. Κάθε τέτοιος αποχωρισμός δεν έδειχνε να αλλάζει στο πέρασμα των αιώνων. Ήταν πάντα ίδιος. Είχε τον ίδιο σπαραγμό και τον πόνο που επέβαλλε ο πόλεμος και η ανθρωποσφαγή.

 

Ο Τυδέας κρατούσε δίπλα του την αγαπημένη του γυναίκα την Δηιπύλη αλλά και το γιο τους τον Διομήδη. Πόσο είχε ήδη μεγαλώσει ο μονάκριβός τους! Ένας ολάκερος έφηβος με την πρώιμη αψάδα και την ομορφιά του. Τον κοίταζε ίσια στα μάτια προσπαθώντας να κρατήσει την εικόνα του κοντά του.

“Σε αφήνω πίσω Διομήδη, δεν σε φοβάμαι! Θα είσαι  ο καλύτερος συμπαραστάτης της μητέρας σου μέχρι να γυρίσω!”

“Σου δίνω το λόγο μου πατέρα” είπε αυθόρμητα ο νεαρός. Ένιωθε και εκείνος τη φόρτιση των στιγμών. Όπως την ένιωθε και η Δηιπύλη. Την ένιωθε βαριά στην αγκαλιά του. Άπλωσε το χέρι του και την τράβηξε πιο κοντά του. Φίλησε τα όμορφα μαλλιά της.

“Ο καιρός περνάει γρήγορα! Μέχρι να φουντώσει η άνοιξη θα είμαστε πίσω στο Άργος. Και είμαι σίγουρος ότι μπορεί όλο αυτό να βαστάξει πολύ λίγο” της είπε.

Πολλές φορές η σιωπή σε αυτές τις περιπτώσεις έλεγε πολλά περισσότερα από τα λόγια. Γίνεται πιο εκφραστική με μεγαλύτερη συγκίνηση.

 

Το ίδιο ακριβώς ήταν και για τον Πολυνείκη και την Αργεία.

“Νιώθω πολύ μεγάλη συγκίνηση” της είπε, “Θα ξαναδώ τους δικούς μου, τους γονείς και τις αδελφές μου. Θα πατήσω ξανά στη γη της πατρίδας μου!”

“Ελπίζω άντρα μου να το κάνεις με τρόπο ειρηνικό και με τη βοήθεια των Θεών να βρεθεί η πολυπόθητη λύση στο σπιτικό σου” του απάντησε.

Ο Πολυνείκης γύρισε στον Θέρσανδρο που ήταν κοντά τους.

“Μεγαλώνεις γιε μου! Το νέο αίμα στο σπιτικό μας! Ξέρεις πια ότι οι ευθύνες σου μεγαλώνουν, το ζεις” του είπε κάνοντας τον νεαρό έφηβο να ανταποκριθεί θετικά.

“Πατέρα, η μητέρα και το σπίτι σου είναι σε άξια χέρια μέχρι να γυρίσεις…” του είπε.

“Θα γυρίσω ναι! Θα γυρίσω να σας πάρω για να ζήσουμε όλοι μαζί στη Θήβα, όταν όλα θα έχουν αποκατασταθεί”

 

Είναι παράξενες αυτές οι στιγμές. Είναι οι ώρες του αποχωρισμού πριν από τη φυγή για μια εκστρατεία. Και ενώ στις καρδιές όλων υπάρχει ο άκρατος ενθουσιασμός της συμμετοχής, της πίστης στα ιδανικά της κάθε περίστασης, πάντα, σαν έρχεται η ώρα που οι αγκαλιές θα αδειάσουν, τα συναισθήματα είναι πολλά αλλά και διαφορετικά. Ο Πολυνείκης με τον Τυδέα έφυγαν από τα σπίτια τους κρατώντας στις μνήμες τους, τελευταία εικόνα, τη μορφή των γυναικών και των παιδιών τους. Κάτι που έκανε και ο Άδραστος σαν έφυγε από την αγκαλιά της αγαπημένης του γυναίκας της Αμφιθέης αλλά και των άλλων παιδιών του.

 

Ένας διαφορετικός αποχωρισμός

 

Μόνο σε ένα σπίτι τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Εκεί δεν είχαμε τον ανθρώπινο αποχαιρετισμό κάποιου από τα αγαπημένα του πρόσωπα. Στο σπίτι του Αμφιάραου η ατμόσφαιρα ήταν κάτι παραπάνω από πένθιμη. Ήταν ηλεκτρισμένη, γεμάτη μυστικά, ένταση και αποστροφή.

Με τη γυναίκα του την Εριφύλη δεν αντάλλαξε σχεδόν καμία κουβέντα. Ελάχιστα ήταν τα λόγια που σφράγισαν την αναχώρησή του. Περισσότερα είχαν να πουν τα βλέμματά τους. Του ενός προς τον άλλο. Έμοιαζαν σαν κοφτερά δόρατα έτοιμα να προκαλέσουν πόνο και αίμα.

“Στου Άδη τα δώματα θα ανταμώσουμε!” της είπε πριν χαθεί από μπροστά της.

 

Διάλεξε να αποχαιρετίσει τα δυό του αγόρια, τον Αλκμαίωνα και τον Αμφίλοχο σε τόπο έξω από το σπίτι του. Είχε πάρα πολύ σοβαρούς λόγους να το κάνει αυτό και πολύ σκοτάδι στη σκέψη του. Έτσι πριν φύγει συναντήθηκε με τους δύο του γιούς σε ένα από τα κτήματά τους λίγο έξω από την πόλη. Τους είχε μηνύσει να τον περιμένουν εκεί. Όταν έφτασε τον είδαν εμφανώς ταραγμένο και συγκινημένο. Για πρώτη φορά στη ζωή τους έβλεπαν τον πατέρα τους να έχει τέτοια εικόνα. Ένας παράξενος φόβος έδειχνε να έχει φωλιάσει το πρόσωπό του. Το έβλεπες στα μάτια του, σε όλη του την όψη.

 

“Πατέρα τι σου συμβαίνει;” ρώτησε ο Αλκμαίων.

Άφησε το άλογό του έξω, κατέβηκε και ρίχτηκε στην αγκαλιά τους. Τους έσφιξε και τους δύο με μια ένταση που τρόμαξαν. Την ώρα που τα χέρια του τους έκλεισαν στην αγκαλιά του, τον ένιωθαν να τρέμει. Τους κοίταξε στα μάτια.

“Αλκμαίωνα, Αμφίλοχε! Οι στιγμές δεν χωράνε μισά λόγια και υπεκφυγές. Είναι ώρα να ακουστούν αλήθειες έστω και αν αυτές τρομάζουν”

“Σε ακούμε πατέρα” απάντησε και ο Αμφίλοχος που, παρά το ότι ήταν μικρότερος, δεν υστερούσε σε αποφασιστικότητα.

Τους κοίταξε ίσια στα μάτια. Και άρχισε να μιλάει. Οι λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του έμοιαζαν να είναι πύρινα βέλη στις καρδιές τους και να τους συγκλονίζουν.

“Γιοί μου, συνεχιστές μου! Η μάνα σας με στέλνει ίσια στο θάνατο!”

Τα παιδιά ταράχτηκαν. Ανατρίχιασαν. Έκαναν να διατυπώσουν τις αρνήσεις τους αλλά ο λόγος του δεν είχε σταματημό μήτε φρένο.

“Της είχα πει εδώ και χρόνια ότι είχα σημάδια απ τους Θεούς ότι αυτή η εκστρατεία θα είναι μοιραία. Ότι οδηγούμαστε όλοι σε αφανισμό… ότι αυτή πιθανά να είναι η τελευταία φορά που με βλέπετε ζωντανό!”

“Πατέρα!” ακούστηκε πνιχτά διπλή η λέξη απ τα χείλη τους. Ένα κράμα λύπης, τρόμου και οργής άρχισε να τρελαίνει τη σκέψη τους και να θολώνει το μυαλό τους. Εκείνος ήταν ποταμός.

“Η μάνα σας δωροδοκήθηκε απ΄ τον Πολυνείκη για να πάρει το μέρος τους στην απόφαση που έπρεπε για να πάμε στη Θήβα και να ακολουθήσω και εγώ…”

‘Τι λες πατέρα; Η μάνα; Μα γιατί το έκανε;”

“Γιατί είναι φιλάρεσκη, γιατί δεν υπάρχει άλλη αιτία να το δικαιολογήσει…”

“Τότε γιατί ακολουθείς;” ρώτησε με αγωνία ο Αμφίλοχος.

“Γιε μου, έχω μια τιμή, μια ιστορία. Δεν μπορώ να κατηγορηθώ για δειλός και ανέντιμος. Ήταν σαν να πεθαίνω δύο φορές. Με δένουν όρκοι σε αυτό και τους ξέρετε…”

“Γιατί η μάνα να κάνει κάτι τέτοιο, αφού ήξερε…” διέκοψε ο Αλκμαίων.

“Μου είχε ορκιστεί στους Θεούς ότι δεν θα έπαιρνε τίποτα από αυτούς, κι όμως το έκανε! Πρόδωσε κάθε της όρκο, ενώ ξέρει ότι με την απόφαση αυτή οδηγεί τον άντρα της αλλά και τα παιδιά της στην καταστροφή….”

Τα παιδιά άρχισαν να τρέμουν. Ήταν αδύνατον να το διαχειριστούν όλο αυτό.

“Τι θέλεις από εμάς πατέρα; Τι μπορούμε να κάνουμε;” ρώτησε ο Αμφίλοχος σαν χαμένος.

Εκείνος απάντησε με το βλέμμα του τυλιγμένο στο έρεβος της νύχτας.

“Ακούστε με καλά! Δεν ξέρω αν θα γυρίσω…”

“Σώπα….”

“Μην με διακόπτετε… δεν ξέρω αν θα γυρίσω. Δεν ξέρω τι επιφυλάσσουν οι Θεοί στη στράτα μας και ποια θα είναι η κατάληξή μας. Όμως θέλω τούτο από εσάς. Και σας το αφήνω σαν ευχή και κατάρα μαζί. Είναι η στερνή μου επιθυμία μου”

“Σε ακούμε…” απάντησε ο Αλκμαίων.

“Αν δεν γυρίσω ζωντανός θέλω να εκδικηθείτε το θάνατό μου!” είπε εμφαντικά και λες μαύρα σύννεφα της καταιγίδας να έζωσαν τα μάτια και τα κορμιά των παιδιών του. Ο Αλκμαίων ψέλλισε αργά:

“Να εκδικηθούμε; ...Ποιον;”

“Τον μοναδικό άνθρωπο που με πρόδωσε! Ξέρετε καλά ποια είναι αυτή! Για ένα κόσμημα πρόδωσε τον πατέρα σας. Η πράξη της είναι ύβρις στον νόμο των Θεών αλλά και των ανθρώπων. Δόλια με ξεγέλασε και την ύστατη στιγμή πήρε τη θέση του αδελφού της”


Οι λέξεις του έγιναν πύρινα σπαθιά που βυθίστηκαν βασανιστικά και χθόνια στις καρδιές των γιων του. Ένα σκοτάδι μίσους σκέπασε τα βλέμματά τους. Σαν κάτι να διαπέρασε κάθε τους κύτταρο και έγινε ένα με τις αναπνοές τους που έγιναν βαριές και άσχημες.

“Δηλαδή… τι μας ζητάς;” ρώτησε τρέμοντας ο Αμφίλοχος.

“Αυτό που καταλαβαίνετε! Αν πεθάνω θέλω ο θάνατός μου να μην μείνει βουβός! Και σε αυτό μονάχα ένας δρόμος υπάρχει… Αυτός που καταλαβαίνετε!”

 

Δεν είχαν τίποτα άλλο να πουν. Δεν άντεχαν κάτι άλλο να ακούσουν. Τραβήχτηκε από την αγκαλιά τους. Έριξε μια τελευταία ματιά στα παιδιά του συγκινημένος προσπαθώντας να κρύψει το δάκρυ του. Άπλωσαν τα χέρια τους σαν να ήθελαν να τον κρατήσουν κοντά τους. Όμως εκείνος ήδη βάδιζε προς την έξοδο, προς το άλογό του. Τον είδαν να ανεβαίνει. Ένα τελευταίο βλέμμα. Μια αποχαιρετιστήρια κίνηση του χεριού. Μια παγωμένη ανάσα. Ύστερα παρακίνησε το άλογο να καλπάσει. Πιάστηκαν και οι δυό τους σφιχτά από τους ώμους για να μην σαλέψει ο νους τους και χαθεί το λογικό τους. Κοιτάχτηκαν στα μάτια λες και ήθελαν να επιβεβαιώσει ο ένας στον άλλο αυτά που ήδη άκουσαν. Την παραγγελιά του πατέρα τους:

“Θέλω να εκδικηθείτε το θάνατό μου…. Θέλω να εκδικηθείτε το θάνατό μου… ξέρετε καλά ποια είναι αυτή….”

Ηχούσε μέσα τους σαν τον παραλογισμό που χτυπάει την πόρτα του μυαλού.

Έμειναν εκεί προσπαθώντας να αφομοιώσουν αυτά που άκουσαν.

Ολόγυρά τους έξω από το κτήμα περνούσαν εκατοντάδες καβαλάρηδες με οπλισμένους στρατιώτες, που πήγαιναν στο στρατόπεδο συνάντησης. Κόσμος πολύς, σε κάθε γωνιά της πόλης, αποχαιρετούσε με συγκίνηση τους Δαναούς.

 

Η Εριφύλη τριγυρνούσε μόνη της στο έρημο σπιτικό της. Γύρεψε τα παιδιά της. Οι κόρες της, η Ευρυδίκη και η μικρότερη η Δημώνασσα ήταν εκεί. Τα αγόρια της έλειπαν. Όσο και να ήθελε να το αποφύγει, μέσα της ήξερε το λόγο της απουσίας τους. Ο πατέρας τους δεν τους είχε αφήσει ανεπηρέαστους. Άραγε θα μπορούσε να έχει το δικαίωμα να μιλήσει και εκείνη μαζί τους; Είδε και εκείνη από το αίθριο τους ιππείς που περνούσαν επευφημούμενοι από τους δρόμους. Το μάτι της έπεσε στο μαρμάρινο ερμάριο δίπλα στον τοίχο. Πάνω του ήταν το ξύλινο εκείνο κουτί με το περιδέραιο της Αρμονίας που της προσέφερε ο Πολυνείκης. Μια υποψία της πέρασε από το μυαλό για μια ομιχλώδη λάμψη που τύλιγε ολόγυρα το ξύλινο κουτί και της προκαλούσε θάμπος. Μια δύναμη μέσα της εξακολουθούσε να της φωνάζει ότι έκανε το σωστό. Έκλεισε τα μάτια της σφιχτά σαν να ήθελε να διώξει μακριά κάθε άσχημη σκέψη. Όμως κάτι ένιωθε να την πνίγει σαν τη σκιά του θανάτου.

 

Η αναχώρηση

 

Στις παρυφές του Άργους  πάνω ψηλά στο δρόμο προς τις Μυκήνες η γη έδειχνε να τρέμει από το πέρασμα των καβαλάρηδων που συγκεντρώνονταν στους σχηματισμούς τους. Η σκόνη που σήκωναν τα εκατοντάδες άλογα απλώνονταν ήδη στον ουρανό και σκέπαζε ολάκερη την όλη. Το χλιμίντρισμα των αλόγων έδενε με το κροτάλισμα στον αέρα που έκαναν τα ψηλά χάλκινα δόρατα χιλιάδων αρματωμένων στρατιωτών. Το στρίγκλισμα των αξόνων των πολεμικών αρμάτων ανατρίχιαζε κάθε αυτί.

Μπροστά ήταν παραταγμένα τα πολεμικά άρματα, στη συνέχεια ακολουθούσαν τα τμήματα των πεζών οπλιτών, χωρισμένα σε λόχους με τους επικεφαλής πολέμαρχους. Στα δύο άκρα και πίσω τους ήταν οι Ιππείς. Το τέλος της παράταξης ήταν οι μεγάλες άμαξες, φορτωμένες με κάθε λογής εφόδια και άρματα που μπορούν να συντηρήσουν ένα στρατό.

Μετρημένοι πολλές εκατοντάδες που έμελε να πορευτούν και να σταθούν μπροστά τα τείχη της εφτάπυλης Θήβας. Και από μακριά, λες και ο Αργίτικος κάμπος, είχε ντυθεί σε ένα κατάλευκο χάλκινο χαλί καθώς ο λευκάσπιδος[4] στρατός περίμενε το τελευταίο πρόσταγμα για να ξεκινήσει το ταξίδι του.

 

Στην πρώτη γραμμή ήταν το βασιλικό άρμα του βασιλιά Άδραστου, που είχε το γενικό πρόσταγμα. Πιο πίσω και μπροστά από τους αντίστοιχους λόχους ήταν οι επτά πολέμαρχοι. Οι ιερείς είχαν κάνει τις θυσίες στους βωμούς των Θεών. Οι επικλήσεις είχαν ακουστεί. Σε λίγο στην πεδιάδα αντήχησε ο ήχος από τις σάλπιγγες που έδιναν με τους παιάνες τους πανηγυρικό τόνο. Ο στρατός των Δαναών ξεκινούσε. Σε λίγο η ιστορία θα μετρούσε το διάβα του.

 

“Ξεκινάμε!” ακούστηκε η στεντόρεια φωνή του Άδραστου, δίνοντας το σύνθημα να κινηθούν.

“Επόμενος σταθμός μας η Νεμέα!”



[1]     Αναφορά στην κατάρα του οίκου των Λαβδακιδών. Λάβδακος και Λάιος διεκδίκησαν ερωτικά τον Χρύσιππο, οδηγώντας τον στην αυτοκτονία. Κάτι που προκάλεσε την οργή και το ανάθεμα της Ήρας που εκδηλώθηκε με την αποστολή της δολοφόνας Σφίγγας στην Θήβα.

[2]     Η Σφίγγα μετά τη λύση του αινίγματος από τον Οιδίποδα, αυτοκτόνησε πέφτοντας στον γκρεμό.

[3]     Εδώ είναι η αναφορά στα γεγονότα που σηματοδοτεί ο “Οιδίπους τύραννος” του Σοφοκλή”

[4]     Λευκάσπιδος ονομάζονταν ο στρατός του Άργους από το λευκό χρώμα των ασπίδων των στρατιωτών.

ΤΕΛΟΣ Β' ΜΕΡΟΥΣ

(Συνεχίζεται...)

Φίλες και φίλοι, εδώ κλείνει και το δεύτερο μέρος του παρόντος μυθιστορήματος. Η μεγάλη εκστρατεία των "Επτά επί Θήβαις" ξεκινά και μάς περιμένουν μεγάλα γεγονότα στην πορεία. Όμως και οι ζωές εκείνων που μένουν πίσω στο Άργος είναι άρρηκτα δεμένες με όσα πρόκειται να γίνουν. Σας ευχαριστώ απ' την καρδιά μου που είστε εδώ σ' αυτό το αναγνωστικό και αλληλεπιδραστικό ταξίδι. Για μένα η εμπειρία αυτή είναι μοναδική.