Πέμπτη, 21 Μαρτίου 2019

Μια Άνοιξη που περιμένουμε

Άνοιξη φίλες και φίλοι. Πλέον έχει μπει στη ζωή μας για τα καλά. Αλλάζουν όλα γύρω μας. Η Φύση ανοίγει την αγκαλιά της. Φοράει τα "καλά" της. Ντύνεται σε χρώματα, λούζεται σε αρώματα. Χαίρεται στο φως. Και εμείς μαζί της κοντά της να απλώνουμε στα πόδια της τις δικές μας προσδοκίες.


(Σκέψεις και Εικόνες #7)


Αφεθείτε να παρακολουθήσετε το μικρό Φιλμ-Βίντεο που ακολουθεί
και το οποίο, αποτελεί την προσωπική μου συμμετοχή στο όμορφο αυτό
δικτυακό δρώμενο με άρωμα Άνοιξης, που διοργανώνει η αγαπητή μας δικτυακή φίλη
Μαρία Νικολάου





Εύχομαι να χαρείτε με την ψυχή σας το φως, τα χρώματα και τα μυρωδικά της Φύσης
με ανοιχτές αγκαλιές, χαμόγελα και δημιουργία.



Κυριακή, 17 Μαρτίου 2019

Ελένη Γιαννάκαρη: "Οι λαβές των αγγέλων"




Αγαπητές Φίλες και Φίλοι,
συνεχίζω σήμερα την παρουσίαση των τελευταίων εκδόσεων από φίλες/φίλους της "δικής μας" δικτυακής γειτονιάς.
Για όσους δεν γνωρίζουν η Ελένη Γιαννάκαρη είναι η αγαπημένη μας Ελένη που εδώ και χρόνια μας ταξιδεύει στον μαγικό κόσμο της ποίησης μέσα από το προσωπικό της ιστολόγιο (blog):

Είχα τη χαρά αλλά και την ποιητική εμπειρία να κρατήσω στα χέρια μου και να διαβάσω την Ποιητική της Συλλογή

"ΟΙ ΛΑΒΕΣ των ΑΓΓΕΛΩΝ"

Θα ήθελα λοιπόν να κάνω μια αναφορά στα συναισθήματα που ένιωσα διαβάζοντας την υπέροχη αυτή ποιητική συλλογή, η οποία πιστεύω αποτελεί ένα στολίδι στον ποιητικό-λυρικό λόγο.



Ξεκινώντας αντίστροφα έχει μεγάλο ενδιαφέρον να σταθούμε λίγο, ως αναφορά, στους 35+1 λόγους για τους οποίους γράφει ποίηση η Ελένη Γιαννάκαρη.

Μπορούμε να τους βρούμε στο τέλος του βιβλίου, διατυπωμένους με τον δικό της μοναδικό λυρικό τρόπο. Σταχυολογώ μερικούς από αυτούς αντιγράφοντας τα ίδια της τα λόγια:

Γράφω Ποίηση:

  • Για να μπορέσω με μια λάμπα θυέλλης και μόνο να φωτίζω όλη τη γη.
  • Για να διασαλεύεται η τάξη του σύμπαντος απ' το χορό δύο δροσοσταλίδων και μόνο.
  • Επειδή στις μοναχικές μου ώρες βουίζουν οι άνεμοι των χειμάρρων παραδίπλα μου.
  • Για να φτάνουν οι σχεδίες γεμάτες ελπίδες  στα βραχονήσια με τους γλάρους.
  • Επειδή το χώμα μυρίζει όμορφα μετά τη βροχή γιατί απλά και μόνο ανασαίνει το μπλε του ουρανού.
  • Επειδή τα βράδια σαν καλώ τις πλειάδες πάντα μια με πάει στο αθάνατο χιόνι των κορφών, το όνομά της να προσκυνήσω.



Η "Λαβή των αγγέλων" αποτελείται από σαρανταπέντε (45) μεγάλα ποιήματα που κουβαλούν στους στίχους τους την δυνατή, εκφραστική, λυρική δεινότητα του λόγου της Ελένης. Ένας λόγος που ξεχωρίζει για τον πλούτο του, τον λυρισμό και τις εικόνες του.

Σας καλώ να κάνουμε ένα μικρό ταξίδι επιλεκτικά μέσα από τους στίχους μερικών από αυτά τα ποιήματα:


"Σ΄αγαπάω γιατί μες στο μεσοχείμωνο
μου χάρισες ένα δεμάτι στάχυα
απ' τους σιτοβολώνες του ήλιου"

Να, γιατί σ' αγαπάω ακόμα...(20+2 λόγοι)


"...Στα νέφη στα νέφη να βρεθώ,
γιορτινό να γεννήσω το πρώτο φιλί
κέρασμα, στους αθώρητους αγγέλους
που τρυφερά σε ασκούς διπλοκλειδώνουν τα όνειρα!"

Οι τροχοί των πλειάδων


"Είναι κάποια φιλιά που αξέχαστα μένουν,
σαν να έχει η μνήμη χρυσαφένια κλουβιά
και μέσα τα κλείνει.
Πολύτιμα φιλιά λατρεμένα..."

Σύννεφα-άγγελοι


"Εσύ εδώ θα ζεις.
Με αναστατωμένες τις αισθήσεις
και χαμηλωμένα τα μάτια.
Με προτεταμένα τα χέρια
και κλειστή την αγκαλιά.
Χωρίς χρώματα να μου φανερώνεις το λυκαυγές!
Με αγάπη να μου επιστρέφεις του κόσμου το μερίδιο.
Γυμνή να μην χάνομαι στα αφανή όρια του..."

Εσύ εδώ θα ζεις


"Στο πλάι σου μένω
διπλά να σε φρουρώ,
ως να πλαγιάσεις
γαλήνιος στα φύλλα.
Με στρώσεις πολλές μη πληγωθεί σε χώμα ξερό τ' όνειρό σου!..."

Της πορφύρας όνειρο


"Μην αργείς.
Άναψα μυριάδες κεριά μην και σκοντάψεις.
Έλα να σε ξεδιψάσω
Στο σπίτι σε περιμένουν τα τριαντάφυλλα.
Στο πηγάδι το νερό μουρμουρίζει ερωτόλογα δικά σου
τα πρώτα του νου μου λεξιλόγια
Σε περιμένω!..."

Εκείνα που δεν σου 'πα


"...Μόνο το βλέμμα σου μ' έκλεψε
κι εκείνη η λάμψη που γιγάντωνε
τα σβησμένα μου πάθη.
Ήρθες για να ντύσεις τις εσοχές στο μαντήλι.
Σε λεβάντες να κρύψεις
το αρχαίο μου όνομα.
Καιρός κακός μην το βρει κι ανοίκειος φόβος..."

Μπερδεύτηκαν τα χρώματα με τα μάτια σου


"Φοβόταν μην της αρπάξει κανένα και λιγοστέψει το φως της...
Κυματάκια μετρούσε.
Αυτά που την πήγαιναν στα όνειρα.
Αυτά που 'σκαγαν στις όχθες της καρδιάς της και την αρμύριζαν.

Μικροί άγγελοι


"...Τα χείλη έτοιμα για ψευδορκία.
Μόνο τα μάτια παρέμειναν αληθινά.
Τα χέρια ησυχαστήριο της νικοτίνης
περιθωριοποιούν τις μοναξιές.
Συμβιβασμός..."

Μικρές ελαφίνες


"...Μέχρι και σήμερα
μυστικά σου κρατάω ακόμα
τα πρώτα μου σκιρτήματα.
Εκείνο το γλυκό μεθύσι κάτω απ τις νεραντζιές.
Αν στα φανέρωνα μαμά ίσως σε βάραινα,
ίσως έπαιρναν απόσταση τα φιλιά μας..."

Το περιβόλι με τις πιπερίτσες


"...Τα μονοπάτια προσέχαμε που δεν οδηγούν παρά μόνο στην
άβυσσο.
Αυτά αφήναμε πίσω και προχωρουσαμε!..."


"Έφεγγε το σπίτι μαμά
σαν όπως έφεγγαν τα μάτια σου
πριν αρρωστήσεις.
.....
πόσο θά 'θελα
στην διχάλα της κιτρολεμονιάς
πλάι στο συντριβάνι,
να δέσω μια κούνια.
Να πηγαίνω ψηλά και να βλέπω α χρυσόψαρα
πως κολυμπούν.
Να πηγαίνω χαμηλά και να βλέπω
τα μάτια των πανσέδων
πως γελάνε..."

Πεινάω μαμά...


"...Κι αν ήταν δύσκολα τα χρόνια και σκληρά.
Μια σποριά στάρι σου ήταν αρκετή
για να πλάθεις όνειρα χρωματιστά.
Σαν εκείνους τους ανεμόμυλους τους παιδικούς
που στα παζάρια του τόπου σου χάζευες
και που τόσο απέλπιδα λαχταρούσες ν' αποκτήσεις
Σαν τους ανεμόμυλους...

Γιατί είναι άπρεπο να μην αγαπάς και να μην συντρέχεις
ό,τι η γη κλείνει στις χούφτες της και το θρέφει..."

Για μια σποριά στάρι


Έδωσα δειγματολογικά φίλες και φίλοι μια μικρή εικόνα από τα λυρικά εκείνα λόγια της Ελένης που τόσο τρυφερά και συναισθηματικά μιλάνε στην καρδιά μας. Είναι οι "Λαβές των αγγέλων". Ποιήματα και σκέψεις πολλές για να μας συνοδεύουν στις ώρες της ανάγκης μας να έρθουμε κοντά στον κόσμο των στίχων.

Την Ποιητική συλλογή μπορείτε να την βρείτε στις Εκδόσεις:  "24 Γράμματα". Σας την προτείνω ανεπιφύλατα καθώς αξίζει να χαιδέψει και να αγγίξει την ψυχή σας αλλά και να συντροφεύσει επάξια την Βιβλιοθήκη σας.


Εύχομαι προσωπικά στην Ελένη μας, κάθε επιτυχία και κάθε έμπνευση στα ποιητικά μονοπάτια της, που χρόνια τώρα ακολουθεί και αφήνει το στίγμα της και τις δημιουργίες της.

"Γιατί είναι άπρεπο να μην αγαπάς και να μην συντρέχεις
ό,τι η γη κλείνει στις χούφτες της και το θρέφει"










Τρίτη, 12 Μαρτίου 2019

"Η Μάσκα" Ερωτικό δράμα σε δύο μέρη (Συμμετοχή στην "Ερωτική Υμνωδία")


Η Δεύτερη συμμετοχή μου στο δικτυακό δρώμενο:
"ΕΡΩΤΙΚΗ ΥΜΝΩΔΙΑ", που εμπνεύστηκε και διοργανώνει η αγαπημένη μας φίλη Lysippe.
Τις συμμετοχές και την εξέλιξη μπορείτε να τις απολαύσετε εδώ:





"Η Μάσκα"

(Ερωτικό Δράμα σε δύο μέρη)




Πρόλογος-Εισαγωγή

Αγαπητές φίλες και φίλοι, θεώρησα καλό, πριν ξεκινήσετε να διαβάζετε το διήγημα που ακολουθεί να σας κάνω κάποιες διευκρινήσεις, που τις θεωρώ απαραίτητες και χρήσιμες για να υποστηρίξουν μια καλή ανάγνωση.

"Η Μάσκα" είναι ένα ερωτικό δραματικό διήγημα δοσμένο σε δύο μέρη. Για λόγους ενότητας χώρου, θα αναρτήσω εδώ και τα δύο μέρη, χωρισμένα. Με αυτόν τον τρόπο θα αποφύγω να σας ταλαιπωρήσω με διαφορετικούς συνδέσμους αλλά και να δώσω δύο εναλλακτικές επιλογές.
Όποιος θέλει μπορεί να διαβάσει όλο το διήγημα  ως ακέραιο μέρος και επίσης, όποιος επιθυμεί, μπορεί να χωρίσει την ανάγνωσή του σε δύο μέρη.

Η Δομή του διηγήματος:
"Η Μάσκα" είναι ένα διήγημα με δράση σε δύο χρόνους. Στο σημερινό παρών και στο παρελθόν του 1938. Η πλοκή εξελίσσεται με διαδοχικά flash back καθώς η επίδραση του παρελθόντος αντανακλάται άμεσα στο σήμερα. Έτσι οι χαρακτήρες αλληλεπιδρούν.

Για εκείνους που θα "δουν" το διήγημα με κινηματογραφικό μάτι θα μπορούσα να πω ότι η "Μάσκα" είναι ένα "φιλμ" σε ένα "φιλμ" μέσα. (Το μοντέλο που εφαρμόζει ο Τομ Φορντ στα "Νυχτόβια πλάσματα"). Έχουμε ένα "φιλμ" που παρακολουθεί-διαβάζει ο αναγνώστης ενώ συνέχεια εξελίσσεται στην ανάγνωση και ένα άλλο "φιλμ" σε παρελθόντα χρόνο. Δεν ξέρω με πόση επιτυχία έχει όλο αυτό εφαρμοστεί, εσείς θα είστε που θα το κρίνετε.




Μέρος Πρώτο: 

“Θάλεια παιδί μου, θέλω να κουβεντιάσουμε για το πατρικό μου το σπίτι”, ακούστηκε η φωνή του πατέρα της από το σαλόνι.
“Κάτσε βρε πατέρα, να φέρω τα καφεδάκια πρώτα και ύστερα με αρπάζεις απ' τη μούρη”, του απάντησε χαμογελώντας. Άφησε το μεταλλικό κλασικό δίσκο με δύο όμορφα πορσελάνινα φλιτζάνια και δύο ποτήρια νερό στο τραπέζι του σαλονιού.
“Ορίστε! Έφτασα! Δεν μου λες, να σου φέρω γλυκό τριαντάφυλλο; Μοναδικό!” του είπε κοιτάζοντάς τον στα μάτια.
Παρά τα σαραντατέσσερα χρόνια της, η Θάλεια εξακολουθούσε να έχει πανέμορφα γαλαζοπράσινα μάτια, εκφραστικά, που οι ρυτίδες του μετώπου της έπεφταν στοργικά επάνω τους. Η ωριμότητα των χρόνων της δεν της στερούσε την γοητεία της.
“Έχεις τα μάτια της γιαγιάς σου της Ευθαλίας”, της έλεγε με καμάρι ο πατέρας της. “Μόνο εσύ τα πήρες στο σόι”, επαναλάμβανε σε τακτά χρονικά διαστήματα με καμάρι.
“Γιατί, κόρη μου, με βάζεις σε πειρασμούς;” απάντησε ο Βαγγέλης, ο πατέρας της. Ένας λεβεντόγερος, που παρά τα χρόνια του, το έλεγε ακόμα η καρδιά του.
“Θες να μου ανεβάσεις το ζάχαρο;” της είπε πειρακτικά.
“Έλα, έλα, άσε τους φόβους! Μια χαρά είσαι”, απάντησε εκείνη και κάθισε δίπλα του αναπαυτικά.
“Αχ, γιατρέσα μου εσύ!” της ανταπόδωσε τη φιλοφρόνηση με τη ζεστή του φωνή.

Ο πατέρας της. Λατρεμένη παρουσία στη ζωή της. Στα 81 του χρόνια. Μοναχοκόρη εκείνη, βλέπεις. Και οι πατεράδες με τις κόρες έχουν το δικό τους μοναδικό δέσιμο. Πόσο μάλλον στην περίπτωσή τους, που η μητέρα της είχε φύγει από κοντά τους το 2015. Την είχε προδώσει η καρδιά της, μόλις στα 69 της χρόνια. Από τότε, το δέσιμο με τον πατέρα της έγινε ακόμα πιο δυνατό. Μια σχέση γεμάτη αγάπη και σεβασμό. Μια λατρεία, αλλά με υγιή χαρακτηριστικά.

“Λοιπόν, σ’ ακούω”, του είπε.
“Θέλω να σου πω για το παλιό το σπίτι”, ξεκίνησε εκείνος.
“Στην Πάτρα; Το πατρικό σου!”
“Ναι, της συγχωρεμένης της μάνας μου και γιαγιάς σου”.
“Είναι σε κατάσταση, βρε μπαμπά, αυτό το σπίτι;”
“Κοίτα, το σπίτι πια έχει ανακαινιστεί. Έγινε άριστη δουλειά. Και να ξέρεις ένα πράγμα. Είναι ένα από τα όμορφα νεοκλασικά της παλιάς Πάτρας”.
“Δεν αμφιβάλλω, ξέρω πόσο μεθοδικός είσαι”.
“Άκου, παιδί μου, αυτό το σπίτι θα περάσει στα χέρια σου, στην οικογένειά σου...”
“Πατέρα...”
“Μην με διακόπτεις! Είναι η ιστορία μου εκεί μέσα και αυτή των γονιών μου. Δεν θέλω να πέσει σε ξένα χέρια. Εγώ τα έζησα τα χρόνια μου...”
“Άρχισες πάλι!”
“Την αλήθεια λέω, κόρη μου. Λοιπόν, οι μαστόροι έχουν φύγει πια και το σπίτι είναι έτοιμο, κατοικίσιμο. Θέλω μια μέρα να πας, θες μόνη σου, θες πάρε και τον Νίκο μαζί, καλύτερα θα είναι.”
“Τι να κάνω εκεί;”
“Θέλω να ρίξεις μια προσεκτική ματιά στα χαρτιά, στα έγγραφα και γενικά στο γραφείο του σπιτιού. Εσύ, σαν γυναίκα, τα καταφέρνεις αυτά. Να συμμαζέψεις ότι χρειάζεται, να τα ξεχωρίσεις. Τέλος πάντων να βάλεις μια τάξη. Εγώ δεν μπορώ τώρα να κάνω τέτοια δουλειά.”
Η Θάλεια ξεφύσηξε.
“Εντάξει, πατέρα, θα πάω. Στο υπόσχομαι.”
“Μην πας τον άλλο μήνα.”
“Έλα!” του χαμογέλασε. “Θα κανονίσω εδώ στο σπίτι και θα πάω σύντομα. Άντε, να στην κάνω τη χάρη! Άλλωστε μην ξεχνάς ότι το λατρεύω και εγώ. Έχει μια απίστευτη γοητεία και ατμόσφαιρα...”
Ο πατέρας της έσκασε ένα ζεστό χαμόγελο με την καρδιά του.
“Εντάξει, παιδί μου. Από τους δικούς μου τότε δεν έμεινε κανείς. Η μάνα μου πέθανε ένα χρόνο πριν γεννηθείς, ο πατέρας μου πολύ νωρίτερα. Αν πεις, δε, για τον αδελφό μου...”
“Αλήθεια, ο θείος Κίμωνας; Δεν ήταν τότε με το ναυάγιο;”
“Ναι! Τη χρονιά που γεννήθηκα, το 1938. Λίγους μήνες πριν, τον πήρε η θάλασσα...”
Η Θάλεια προσπάθησε να διώξει την έντονη νοσταλγία, που άρχισε να βαραίνει τις αναμνήσεις.
“Ύστερα μου λες δεν θυμάσαι! Δεν υπάρχει ημερομηνία που να μην είναι στο μυαλό σου, παραπονιάρη...”
“Είναι κάποιες θύμησες, παιδί μου, που είναι δεμένες με τη ζωή σου”.
Τον τράβηξε τρυφερά στην αγκαλιά της. Έγιναν ένας κόμπος εκεί στο μεγάλο καναπέ του σαλονιού. Με τις καρδιές τους να χτυπούν η μία για την άλλη.




Ήταν μια Παρασκευή μεσημέρι, που η Θάλεια αμέσως μετά το ιατρείο ξεκίνησε για να περάσει το Σαββατοκύριακο στο παλιό σπίτι στην Πάτρα. Ο Νίκος, ο άντρας της, είχε επαγγελματικές υποχρεώσεις. Τα παιδιά τους έτσι κι αλλιώς είχαν πια τα δικά τους προγράμματα. Έτσι ξεκίνησε μόνη της για να τελειώσει την υποχρέωση που ανέλαβε.
Μέσα στο αυτοκίνητο, οδηγώντας προσπαθούσε να φέρει στη μνήμη της όσα περισσότερα μπορούσε από τη γιαγιά της. Η γνώση της για εκείνη προερχόταν μόνο από το φωτογραφικό οικογενειακό υλικό του πατέρα της και τις διηγήσεις του ίδιου.

Όμορφη και γοητευτική στα νιάτα της, γεμάτη φως στην ψυχή της. Είχαν παντρευτεί με τον παππού της τον Πέτρο κάπου στα 1936, αν θυμόταν καλά. Και εκείνος ομορφάντρας, έμπορος κοσμογυρισμένος για την εποχή. Εκείνη θα ‘ταν κοντά 30 σαν παντρεύτηκαν και ο άντρας της 40άρης. Όλα αυτά από τις παλιές φωτογραφίες που ο πατέρας της ευλαβικά κρατούσε σε κλασικές ασημένιες κορνίζες και τη δική του εξιστόρηση.

Η Πάτρα ζούσε στο ρυθμό του καρναβαλιού τις μέρες εκείνες. Δρόμοι, πλατείες, κόσμος, κίνηση. Ένα πολύχρωμο βουητό γεμάτο χρώμα, μουσική και παλμό. Ευτυχώς το σπίτι ήταν εκτός κέντρου, σε μια ήρεμη συνοικία στην πόλη. Έτσι θα γλύτωνε την έντονη φασαρία και θα μπορούσε να ηρεμήσει. Είχε ένα Σαββατοκύριακο δικό της να δουλέψει, αλλά και να ξεκουραστεί.

Η Παρασκευή μετά το μεσημέρι πέρασε με κάποια στοιχειώδη ψώνια, για να καλύψει τις μικρές ανάγκες της διαμονής της. Δεν έχασε την ευκαιρία για μια όμορφη βόλτα στο κέντρο νωρίς το πρωινό του Σαββάτου. Και το μεσημέρι ήταν έτοιμη να πιάσει δουλειά.
Τελικά, κατάλαβε ότι δεν ήταν και η ευκολότερη διεκπεραίωση που φανταζόταν. Ένα ολάκερο γραφείο στη βιβλιοθήκη την καρτερούσε. Βιβλία, περιοδικά, παλιά, καινούργια, έγγραφα, αφίσες, τετράδια, σημειωματάρια, ό,τι μπορούσες να φανταστείς παρέλασε από τα μάτια της.

Το βράδυ της μέρας την βρήκε καθισμένη στο μεγάλο δρύινο γραφείο. Είχε ήδη ξεκινήσει την τακτοποίηση. Ένα τετράδιο που είχε μαγκωθεί στο βάθος την ανάγκασε να αφαιρέσει εντελώς το μεγάλο κεντρικό συρτάρι του γραφείου.

Και τότε το είδε! Δίπλα από το σκελετό στήριξης του συρταριού, μια εσοχή ανεδείκνυε ένα εσωτερικό μικρότερο συρτάρι. Η Θάλεια έμενε να το κοιτά με προσοχή. Ήταν γεμάτο σκόνη. Πήρε κάτι και το καθάρισε. Και τότε βρήκε ένα χωνευτό μεταλλικό πόμολο. Για κάποιον παράξενο λόγο άρχισε να νιώθει ένταση. Με αρκετές προσπάθειες κατάφερε να ανοίξει το κρυφό συρτάρι του γραφείου. Εντυπωσιασμένη από το βάθος του, αλλά κύρια από το περιεχόμενό του ξεφώνισε με έκπληξη.

Ένα ξύλινο σκαλιστό κουτί μέσα στο συρτάρι. Το τράβηξε προσεκτικά έξω. Στα χέρια της πλέον είχε ένα πανέμορφο σκαλιστό κουτί σε καφέ σκούρο χρώμα με ανάγλυφες διακοσμήσεις ξυλόγλυπτες. Η καρδιά της άρχισε να χτυπά δυνατά.
Αποφάσισε να πάρει μια ανάσα. Άφησε το κουτί πάνω στο γραφείο. Πήγε, έβαλε ένα ντόπιο δυνατό λικέρ. Ένα ποτηράκι ντοτούρα. Άφησε την υφή του να τρέξει στα χείλη και στο στόμα της, ένιωσε τη φωτιά του στα σπλάχνα της. Σαν να ήθελε να προετοιμάσει τον εαυτό της για κάτι άγνωστο.
Καθισμένη πια αναπαυτικά στη μεγάλη πολυθρόνα του γραφείου, άνοιξε με αργές κινήσεις το συρτάρι.

Ένα πρώτο επιφώνημα έκπληξης, αλλά και θαυμασμού, ήρθε να απλωθεί στο πρόσωπό της.
Μια μάσκα! Μια πανέμορφη γυναικεία αποκριάτικη δερμάτινη μάσκα, χρυσοστόλιστη και γεμάτη στρας, πολυκαιρισμένη, “βασανισμένη” από το χρόνο. Εκεί μπροστά στα εντυπωσιασμένα μάτια της. Πιο μέσα, ένα δερματόδετο τετράδιο, ένα κουτί μικρό και κιτρινισμένοι φάκελοι αλληλογραφίας.
“Ωωωωω, ολάκερος θησαυρός αναμνήσεων!” διατύπωσε φωναχτά πια η Θάλεια, καθώς ήταν φανερό ότι ένας θαμμένος κόσμος ερχόταν μπροστά στα μάτια της. Άραγε τίνος;

Άνοιξε με απόλυτο σεβασμό το δερματόδετο χοντρό τετράδιο. Μπροστά της άρχισαν να ξεφυλλίζονται χειρόγραφες σελίδες! Εκστασιασμένη γύρισε στην αρχή.
Με προσοχή προσπάθησε να διαβάσει. Η πολυκαιρισμένη πένα με τη γραφή της άντεχε στο χρόνο παρά τις αλλοιώσεις.

“Το Ημερολόγιό μου”

Η καρδιά της Θάλειας άρχισε να πάλλεται μια ακόμα φορά έντονα. Στα μάτια της το χαρτί απέκτησε φωνή και όλα γύρω έφεραν την οπτασία μιας γυναίκας διάφανης, από τα μακρινά εκείνα χρόνια. Άκουσε μακρινή τη φωνής της από τις περασμένες δεκαετίες…

“Δεν μου έχει απομείνει τίποτα πια, παρά μονάχα η ανάγκη να γράψω τα γενόμενα σε τούτο το τετράδιο. Θα είναι το ημερολόγιό των γεγονότων που σημάδεψαν ανεξίτηλα τη ζωή τη δική μου, αλλά και κάποιων άλλων δίπλα μου. Με ανοιχτή καρδιά στο Θεό, παραδομένη στην έκκληση να εισακούσει την ιερή μου αυτή εξομολόγηση και να με κρίνει με δίκιο και κατανόηση"
Ευθαλία Μαραντίτη


Η Θάλεια επανήλθε στην πραγματικότητα. Μέσα στην απόλυτη σιωπή του μεγάλου γραφείου. Με τον κόμπο της συγκίνησης να είναι έκδηλος μέσα της. Άνοιξε το μικρότερο κουτί. Έμεινε έκπληκτη. Παλιές κιτρινισμένες φωτογραφίες εκείνης της εποχής.  Οι φωτογραφίες ήταν ανάμεσα σε ένα στρώμα από αποξηραμένα λουλούδια. Ανατρίχιασε. Ένας ολάκερος παλιός, ξεχασμένος, ιδιωτικός κόσμος, ερχόταν από μακριά, προκαλώντας της δέος.

Εξέτασε με μεγάλη προσοχή τους φθαρμένους φακέλους. Έριξε μια ματιά στο περιεχόμενό τους. Παλιές  χειρόγραφες επιστολές έκαναν κομμάτια την απόσταση του χρόνου, εισβάλλοντας στο παρόν.

Όλα τούτα ήταν μπροστά της σε αταξία. Μαζί με ένα φορτίο αναμνήσεων. Έπρεπε να ξεκινήσει από κάπου. Ένιωθε ότι αυτό το βράδυ θα ήταν πολύ μεγάλο. Μέσα της μια αίσθηση τρυφερότητας για την γιαγιά της, έπαιρνε συνεχώς όλο και μεγαλύτερες διαστάσεις.

Η νύχτα είχε πια προχωρήσει για τα καλά. Η υγρασία έκανε έντονη την παρουσία της. Η Θάλεια άναψε το τζάκι, τακτοποίησε κάποια πράγματα εκεί γύρω και επέστρεψε στο μεγάλο γραφείο με το κλασικό πολύτιμο αμπαζούρ. Ένιωθε απόλυτα έτοιμη να ξεκινήσει το ταξίδι πίσω στο χρόνο. Στα μυστικά της γυναίκας που πήρε το όνομά της.

Ξεκίνησε από το ημερολόγιο. Οι πρώτες σελίδες άρχισαν να περνούν σταδιακά από τα μάτια της. Σιγά-σιγά το πρόσωπό της άρχιζε να γεμίζει με εκφράσεις γεμάτες όμορφα συναισθήματα. Σελίδα τη σελίδα, η προσοχή της γινόταν όλο και μεγαλύτερη. Και το πρόσωπό της άρχισε να βαραίνει. Σαν κάτι μεγάλο να βγήκε από εκείνο το ημερολόγιο και άρχισε να γεμίζει τον νου και την καρδιά της.

Οι φλόγες από το τζάκι άρχισαν να αποτυπώνουν παράξενα σχήματα στο πρόσωπό της, που ήδη είχε αρχίσει να συσπάται από την αγωνία από όσα μελετούσε. Οι λέξεις ξεπήδησαν μέσα από το παλιό δερματόδετο ημερολόγιο. Απλώθηκαν ολόγυρα. Έπλεξαν ένα σουρεαλιστικό ταξίδι με τις φλόγες. Άρχισαν να χορεύουν στους τοίχους, στο ταβάνι. Και ναι, σιγά αλλά σταθερά έγιναν εικόνες, οι φράσεις έγιναν σκηνές και οι παράγραφοι με τα πρόσωπα απέκτησαν λες ζωή και κίνηση. Το παρόν μπερδεύτηκε με το παρελθόν σε ένα ταξίδι επιστροφής.




Το καρναβάλι του 1937 στην Πάτρα ήταν από τα πιο ενθουσιώδη και μαζικά σε κόσμο, κέφι και χρώμα. Λες και οι άνθρωποι ήθελαν να προλάβουν να ζήσουν απέναντι στον εφιάλτη που ερχόταν και δεν τον ήξεραν ούτε καν σαν υποψία.

Εκείνο το Σάββατο βράδυ έξω γινόταν χαμός. Παράτες, παρελάσεις μασκαράδων, φωνές, τραγούδια, γέλια, πειράγματα. Μικρές και μεγάλες παρέες πηγαινοέρχονταν στα στενά και στις κεντρικές οδούς της πόλης. Ο έρωτας και οι ηδονές ζούσαν τη δική τους αποθέωση.

Ανάμεσα στις θυρυβώδεις συντροφιές, μια γυναικεία φιγούρα ξέκοψε κάπου. Με την φαντεζί αποκριάτικη φορεσιά  της έλαμπε μέσα στην νύχτα της κραιπάλης. Μια Βικτωριανή τουαλέτα σε χρώμα κόκκινο της φωτιάς. Η λεπτή της μέση χώριζε αρμονικά στα δύο το πλούσιο φόρεμα. Οι γυμνοί της ώμοι λαμπύριζαν κάτω από το φως του φεγγαριού. Το πρόσωπό της κάλυπτε μια ιδιαίτερα εντυπωσιακή απαστράπτουσα μάσκα.

Η νεαρή γυναίκα, που έδειχνε να είναι περίπου 30-32 ετών, άρχισε να επιταχύνει το βήμα της, ρίχνοντας προσεκτικά πίσω της κλεφτές ματιές σαν να ήθελε να ελέγξει το μυστικό της δρόμο. Κινούμενη μεθοδικά από γωνία σε γωνία, από σοκάκι σε πεζοδρόμιο, σαν να γλιστρούσε στο οδόστρωμα.

Περπάτησε αρκετά μέχρι που κοντοστάθηκε απέναντι από ένα όμορφο δίπατο αρχοντικό σπίτι. Έριξε μια ακόμα προσεκτική ματιά γύρω της και αποφασιστικά κινήθηκε προς τα εκεί. Χώθηκε στο σκοτάδι της κεντρικής εισόδου και χτύπησε το μεγάλο μεταλλικό ρόπτρο.
“Αγάπη μου, ήρθες!”
Ο νεαρός όμορφος άντρας, κοντά στα 35-36, άνοιξε διάπλατα την αγκαλιά του και την έκρυψε εκεί προστατευτικά, σαν να κρατούσε κάτι μονάκριβο.
“Δεν μπορούσα να μην έρθω, ήταν αδύνατον, καταλαβαίνεις ;” του αποκρίθηκε εκείνη.
Για μια στιγμή κοντοστάθηκαν στο διάδρομο του σπιτιού. Η νεαρή γυναίκα αφαίρεσε τη μάσκα της. Το λιγοστό φως ζωγράφισε ίσκιους παράξενους στα γαλαζοπράσινα μάτια της.
“Ευθαλία! Λατρεία μου! Θεέ μου, σε ευχαριστώ”, αντιφώνησε εκείνος με ένα βλέμμα γεμάτο ποίηση.
“Έλα, μην στεκόμαστε εδώ, πάμε μέσα”, της είπε τραβώντας τη μαλακά από τη λεπτή μέση της.
“Δεν πιστεύω να έχεις κόσμο;”
“Τι λες ; είναι δυνατόν να υπάρχει κάτι άλλο σε αυτό το σπίτι εκτός από σένα ;” της απάντησε όλο νόημα. Πέρασαν στο κεντρικό σαλόνι. Απόλυτη ηρεμία βασίλευε στο χώρο. Μια γαλήνη που την αναδείκνυε και ο χαμηλός φωτισμός από δύο σκαλιστά σε μέταλλο αμπαζούρ, δεξιά και αριστερά στη σάλα.
“Κάθισε!” της είπε. Η κοπέλα έριξε μια ματιά ολόγυρα στο χώρο. Έδειχνε πολύ πιο ήρεμη από όσο ήταν τη στιγμή που δρασκέλισε την κεντρική είσοδο. Καθώς ο νεαρός άντρας ετοίμαζε κάποια ποτά, εκείνη έριξε μια ματιά στη βιβλιοθήκη και έκατσε στο μεγάλο καναπέ.
“Να ήξερες πόσο σε περίμενα”, της είπε με πάθος καθώς έφερνε ένα μεταλλικό δίσκο με ένα μπουκάλι και δύο ποτήρια.
“Είναι τρέλα όλο αυτό, καλέ μου! Δεν το καταλαβαίνεις”, του αποκρίθηκε ήρεμα, αλλά με προβληματισμό.
“Ο έρωτας είναι από μόνος του ένας παραλογισμός, Ευθαλία. Αλλιώς δεν θα είχε τη δύναμη που έχει.”
“Ναι, αλλά καταλαβαίνεις...”
“Σου έφερα το αγαπημένο σου λικέρ. Έχει το χρώμα των χειλιών σου και το άρωμα του κορμιού σου”, της είπε, βουλιάζοντας δίπλα της στον καναπέ. Άφησαν το οινόπνευμα να τρέξει στο αίμα τους. Να βάλει και εκείνο τη δική του συμβολή στη φωτιά που ξεκίναγε να θεριεύει μέσα τους.
“Στην υγειά σου, αγαπημένη μου, στην αγάπη μας”, της ευχήθηκε. Εκείνη τον κοίταξε ίσια στα μάτια.
“Την πιστεύεις;” τον ρώτησε περισσότερο για να τον εξιτάρει παρά επειδή αμφέβαλε.
“Γιατί θες να με δοκιμάζεις, ε;” της απάντησε παιχνιδιάρικα, χαϊδεύοντας τα μαλλιά της τρυφερά.
“Μ’ αγαπάς όσο εγώ;” τον ρώτησε παιδιάστικα.
“Γιατί βάζεις μέτρο στον έρωτα; Αφού το ξέρεις...”
Η Ευθαλία ήπιε μια βαθιά γουλιά από το ποτό της. Άξαφνα σοβάρεψε και με ένα προβληματισμένο μελαγχολικό ύφος του είπε:
“Πόσο πρέπει να σ’ αγαπώ για να μην λογαριάζω τίποτα! Πόσα πρέπει να είσαι για μένα για να αδιαφορώ για τα πάντα!”
Εκείνος την άφησε να συνεχίζει, παρακολουθώντας προσεκτικά το λογισμό της.
“Πόσο τρελή από πάθος πρέπει να είμαι για να αφήνομαι έτσι στα χέρια σου. Ποια δύναμη μας ένωσε ;”
“Η δύναμη που δίνει ζωή, καρδιά μου!” της απάντησε χαϊδεύοντας απαλά τα χέρια της. Εκείνη έγειρε στην αγκαλιά του.
“Τι είναι αυτό που μας κρατάει ενωμένους ενάντια σε κάθε λογική, σε κάθε σκέψη, μου λες ;”
Φίλησε τα χέρια της τρυφερά.
“Γιατί ψάχνεις λογική στον πόθο; Γιατί αναζητάς μέτρο στην αγάπη;” τη ρώτησε.




Η Θάλεια χαμογέλασε γλυκά. Οι εικόνες που ξετυλίγονταν μπροστά της έχοντας ξεφύγει από τις σελίδες του ημερολογίου και τις εξομολογήσεις της γιαγιάς της, την είχαν συγκινήσει. Ποτέ της δεν μπορούσε να φανταστεί, μήτε άλλωστε ήξερε, πόσα συναισθήματα βασίλευαν στην καρδιά εκείνης της γυναίκας.
“Αχ, γιαγιά!” ψιθύρισε με έντονη ρομαντική διάθεση, “Άραγε σε ποια αγκαλιά ακουμπούσες τον έρωτά σου;” είπε και αφέθηκε πάλι στο ταξίδι στο παρελθόν.




Η Ευθαλία ξαπλωμένη στην αγκαλιά του, άφησε το βλέμμα της να ταξιδέψει έξω από το μεγάλο παράθυρο της σάλας. Το νυχτερινό φεγγάρι ολόγιομο έριχνε το φως του σαν μια απόκοσμη δέσμη από τον ουρανό.
“Τι σκέφτεσαι;” την ρώτησε εκείνος.
“Εμάς! Πού πάμε, το αύριο...” του είπε αργά.
“Άφησε επιτέλους το αύριο, Ευθαλία”, της είπε και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Τα χείλη του έψαξαν τα δικά της αργά, αλλά εκφραστικά. Η νεαρή γυναίκα αφέθηκε στο φιλί του. Ένα φιλί που την απογείωσε στο κόσμο των συναισθημάτων, αλλά και του πόθου που φούντωνε μέσα τους πάλι, χωρίς σταματημό.
Έκλεισε το πρόσωπό του στα δύο της χέρια, σαν να κρατούσε ένα φως που την έκαιγε σύγκορμη κάθε φορά που τα κορμιά τους ξεκινούσαν το ταξίδι της ένωσής τους.
Τα χείλη του ταξίδεψαν στο λαιμό της, στους γυμνούς της ώμους, ενώ τα χέρια του άρχισαν να απλώνονται καυτά στο στήθος της.
Οι ανάσες τους πρόσκαιρα σταμάτησαν. Ήθελαν τόσο να αφιερωθούν στις στιγμές. Το σμίξιμό τους γινόταν όλο και πιο τολμηρό, όλο και πιο ηδονικό. Τον άφησε να ταξιδέψει με τα φιλιά του στο γυμνό της στήθος. Ένιωθε τα υγρά του χείλη να σκορπούν κύματα φωτιάς παντού. Τα χέρια του έγιναν κτητικά στην καυτή της σάρκα που άρχισε να σπαρταρά. Αφέθηκαν σε έναν ερωτικό χορό που μόλις ξεκινούσε ασυγκράτητος. Οι πρώτοι της αναστεναγμοί ηδονής φόρτισαν την ατμόσφαιρα. Τα χέρια του κυλούσαν πια σαν λίβας στο γυμνό της σώμα. Τα κορμιά τους άρχισαν να στροβιλίζονται εκεί στον μεγάλο καναπέ, λουσμένα στο φως του φεγγαριού και στα υγρά της ηδονής που ανέβλυζαν σαν χυμοί ζωής από κάθε τους έκφραση.

Τον ήθελε πολύ. Τον ήθελε σαν κολασμένη. Έκλεισε τα μάτια της προσπαθώντας να διώξει τις δυνατές αναστολές που έστηναν πάντα ανάμεσά τους το δικό τους χορό. Κατάφερε να τις αποδιώξει στο κελάρι του υποσυνείδητού της. Άφησε κατά μέρος κάθε σκέψη, έδιωξε μακριά κάθε αμφιβολία και αφέθηκε στην ερωτική του κυριαρχία. Τα χείλη και τα χέρια του έγιναν δαυλοί που πυρπολούσαν τις πηγές της. Τον τράβηξε μέσα στο σώμα της σχεδόν με βία, με πόθο ανείπωτο. Πυροδότησε τον δικό της κυματισμό για να ανταποκριθεί στην κίνησή του. Τύλιξε με ένταση κάθε εκατοστό του κορμιού του με τα πόδια και τα χέρια της. Τον πίεζε, τον ωθούσε, να τον ζήσει βαθύτερα, άναρχα. Δεν ήξερε αν αυτό που ένιωθε ήταν μόνο ηδονή ή και κάτι βαθύτερο. Τον προκάλεσε να την πονέσει, σαν να αποζητούσε από εκείνον να την κάνει δύο κομμάτια. Στροβιλίστηκε πάνω του σαν ερωτική σπείρα με τις φωνές της να δυναμώνουν, να γίνονται ένα παράξενο τραγούδι πόθου - ή θρήνου άραγε;




Η Θάλεια διαβάζοντας το ημερολόγιο της Ευθαλίας, είχε μείνει έκθαμβη. Της ήταν αδύνατον να πιστέψει σε μια τέτοια ολοζώντανη περιγραφή ενός ερωτικού πάθους. Δεν πίστευε αυτό που διάβαζε. Ήταν τόσο δυνατό το βίωμα, που ένιωθε το δικό της κορμί να μπουμπουκιάζει, να ανατριχιάζει. Ταράχτηκε από αυτήν την ταύτισή της με την ίδια γυναίκα από την οποία πήρε το όνομά της. Η ερωτική αυτή εμπειρία έδειχνε τόσο δυνατή, που την ένιωθε να παραμονεύει στο δικό της σώμα. Και φοβήθηκε! Φοβήθηκε σαν ένιωσε το δικό της χέρι να κατεβαίνει αργά. αλλά απειλητικά προκλητικά. στα δικά της πόδια. Να αναζητά τη γύμνια τους ανάμεσά τους. Ένα αίσθημα απωθημένο εδώ και αρκετό καιρό…




Και συνέχιζε να “βλέπει” ή μάλλον να “ζει” την Ευθαλία να παλινδρομεί σαν Αμαζόνα στον εραστή της, σε έναν έρωτα που είχε τα ακραία στοιχεία της ζωής και του θανάτου. Τα νύχια της Ευθαλίας χάραζαν την πλάτη του αγαπημένου της, με τις κραυγές τους να προσπαθούν να κάνουν τον πόνο τους ένα ταξίδι στο ύστατο τέλος. Εκεί που η ζωή ενώνεται σε μια ίδια γραμμή με τον θάνατο. Και εκείνος ασυγκράτητος συνέχιζε το βίαιο πια ταξίδι του μέσα της, ανταποκρινόμενος στο δικό της κάλεσμα.
Ένας σπασμός, μια κορύφωση, ένα ύστατο κουλούριασμα στα κορμιά τους και ύστερα… ω ναι, ύστερα ο σπαραγμός! Πρόσωπα που συσπώνταν, παραμορφωμένα, μουσκεμένα στα δάκρυά τους, και οι πηγές της ένωσής τους μουσκεμένες στους χυμούς των οργασμών τους. Κραυγή!




Το ημερολόγιο έπεσε από τα χέρια της Θάλειας στο πάτωμα. Η αναπνοή της προσπαθούσε να επανέλθει σε κανονικούς ρυθμούς. Τα δάχτυλα του χεριού της τραβήχτηκαν μουσκεμένα ανάμεσα από τα πόδια της, σφραγίζοντας έναν απρόσμενο οργασμό.
“Θεέ μου!” φώναξε. Σοκαρίστηκε! Κοίταξε ολόγυρά της στο έρημο σαλόνι, λες και γύρευε να επιβεβαιώσει την μοναξιά της εκεί. Να κρύψει την ενοχή της. Έτσι ένιωθε, σαν να έκανε κάτι απαγορευμένο. Για λίγα λεπτά δεν είχε καν το κουράγιο να σηκωθεί. Τα πόδια της έτρεμαν. Σηκώθηκε. Πήγε όσο μπορούσε πιο αποφασιστικά στο μπάνιο και έριξε άφθονο κρύο νερό στο πρόσωπό της. Αυτό το βίωμα είχε πάρα πολλά χρόνια να το ζήσει.

Επέστρεψε. Είχε συνέλθει αρκετά. Είχε την ωριμότητα να ελέγξει τις αντιδράσεις της. Έκατσε πάλι στο γραφείο και ρούφηξε μια δυνατή γουλιά απ' το τσάι της. Αποζητούσε έντονα τη δύναμη της καφεΐνης στον οργανισμό της. Το χέρι της σήκωσε το ημερολόγιο από το πάτωμα. Έπρεπε να συνεχίσει. Αυτό το ταξίδι πίσω στο χρόνο έπρεπε απόψε να ολοκληρωθεί. Βρήκε πάλι τη σελίδα όπου είχε σταματήσει. Προσπάθησε να είναι ψύχραιμη. Και αφέθηκε…




Η Ευθαλία άνοιξε τα μάτια της αργά. Το βλέμμα της έπεσε στα δύο μεγάλα μπρούτζινα κηροπήγια απέναντί της. Δίπλα της, εκείνος. Παραδομένοι και οι δύο σε εκείνη την απόλυτη νιρβάνα που συνοδεύει την ερωτική επαφή. Ένιωσε το κορμί της μουσκεμένο να πονάει. Αλλά όσο περνούσε ο χρόνος και οι ρυθμοί της γίνονταν πιο φυσιολογικοί, ήρθε στο πρόσωπό της μια έκφραση απόγνωσης. Σηκώθηκε αργά και ακούμπησε την πλάτη της στον βελούδινο καναπέ. Η χρυσή βέρα στο δεξί της χέρι λαμπύρισε σαν αστραπή για δευτερόλεπτα στο φως του φεγγαριού.




Η Θάλεια έπαψε να διαβάζει. Τα μάτια της αποτύπωσαν τη στιγμή και το μυαλό της άρχισε να κάνει σκέψεις ανομολόγητες. Μια σειρά από ερωτήματα άρχισαν να δημιουργούνται μέσα της. Οι σκηνές συνέχισαν να τρέχουν “μπροστά της”.




Η Ευθαλία είχε πια σχεδόν ντυθεί όπως και εκείνος δίπλα της. Έδειχναν να έχουν επιστρέψει στον κόσμο της λογικής.
“Ώς πού θα φτάσει αυτό;”
“Πάλι ανησυχείς, αγάπη μου;” της απάντησε
“Ως πότε θα μένει κρυφή αυτή η κατάσταση;”
“Μα γιατί πάει συνέχεια ο νους σου στο κακό;” προσπάθησε να την ηρεμήσει.
“Δεν καταλαβαίνεις τι θα γίνει αν μάθει ο Πέτρος; Καταλαβαίνεις; Συναισθάνεσαι τι θα συμβεί;” ρώτησε περισσότερο τρομαγμένη από ποτέ.




Η Θάλεια ένιωσε μια μικρή κραυγή να ξεφεύγει από μέσα της. Ώστε αυτό ήταν, λοιπόν! Αυτό που φοβόταν... Η γιαγιά της είχε εραστή. Και ο... παππούς; Ο παππούς Πέτρος, ο άντρας της άραγε;




“Από τη μία δεν μπορώ να το συνεχίζω αυτό. Δεν το αντέχω, με σκοτώνει. Και από την άλλη δεν μπορώ χωρίς εσένα”, ακούστηκε πάλι η Ευθαλία.
“Τι θέλεις να κάνουμε, λοιπόν; Σ’ αγαπώ, το καταλαβαίνεις; Είναι έγκλημα η αγάπη; Μίλα! Πες μου!” τη ρώτησε εκείνος ταρακουνώντας την.
“Ναι! Για μας τους δύο είναι έγκλημα! Και δεν έχει διέξοδο καμία, γιατί δεν θέλουμε να το παραδεχτούμε ;”




Η Θάλεια έκλεισε το ημερολόγιο, αφήνοντας τον σελιδοδείκτη εκεί. Προσπάθησε να συγκεντρώσει τις σκέψεις της. Η γιαγιά της η Ευθαλία είχε εραστή. Δεν υπήρχε καμία αμφιβολία για αυτό. Δύσκολο για την εποχή της, αλλά πολλές φορές κομμάτι της κρυφής ζωής των ανθρώπων. Όμως, αυτό που την τρόμαζε ήταν κάτι άλλο. Ο τρόμος και η απελπισία που έβγαζε η γιαγιά της για αυτήν την σχέση ξεπερνούσε τα όρια των φυσιολογικών ενοχών που συνοδεύουν τέτοιες σχέσεις ως ένα βαθμό. “Είδε” πριν, διάβασε και “ένιωσε” την απελπισία της ακόμα και τη στιγμή της κορύφωσης της ηδονής της. Όχι ότι ο εραστής της απείχε από αυτό το συναίσθημα, κάθε άλλο μάλιστα. Αλλά τουλάχιστον εκείνος έδειχνε, εξωτερικά ότι μπορούσε να το ελέγχει. Εκείνη όμως;
Και τι να ήταν αυτό που προκαλούσε τόσο τρόμο και τέτοιες βαριές ενοχές;
Έπρεπε να προχωρήσει. Έπρεπε να φτάσει στο τέλος. Πήρε πάλι το ημερολόγιο στα χέρια της. Ακούμπησε με προσοχή στο μεγάλο γραφείο και συνέχισε την ανάγνωση.




Μέρος 2ο

Το φως του ήλιου μπήκε απότομα στην μεγάλη κρεβατοκάμαρα. Η Ευθαλία άνοιξε με δυσκολία τα μάτια της. Οι ακτίνες του ήλιου της προκάλεσαν πόνο στην απότομη είσοδο στο χώρο. Ένιωθε το σώμα της ακόμα βαρύ.
“Αγάπη μου, σε πήρε ο ύπνος;”
Η φωνή του Πέτρου, του άντρα της, ακούστηκε στα αυτιά της σαν ξυπνητήρι. Τον είδε να τον λούζει το πρωινό φως από το παράθυρο. Ανασηκώθηκε στο κρεβάτι της.
“Πότε γύρισες;”
“Έχω λίγη ώρα.”
“Πω πω, με πήρε ο ύπνος, δεν κατάλαβα πως πέρασε η ώρα”, του είπε και ανακάθισε για τα καλά.
Εκείνος την πλησίασε, έκατσε δίπλα της και της έδωσε ένα τρυφερό φιλί.
“Λοιπόν; Πώς περάσατε χθες;” τη ρώτησε με χαμόγελο.
“Χθες ; Πού;” απάντησε εκείνη αμήχανα.
“Α, νομίζω δεν έχεις ξυπνήσει ακόμα για τα καλά. Μα στο καρναβάλι. Δεν μου είχες πει θα βγαίνατε με τις φίλες σου;”
“Α ναι!” απάντησε, προσπαθώντας να μαζέψει το νου της, “Καλά ήταν! Μια χαρά! Έχασες όμως, κρίμα!”
“Τι να κάνουμε; Έπρεπε να πάω στον Πύργο. Η δουλειά δεν είχε αναβολή. Την επόμενη Κυριακή όμως στο υπόσχομαι...” της απάντησε και σηκώθηκε από το κρεβάτι της. Πήγε προς το τραπέζι της τουαλέτας της. Σήκωσε το δίσκο που ήταν εκεί και τον έφερε μπροστά της.
“Σου έφερα το πρωινό σου.”
“Με προσέχεις σαν μωρό!”, του είπε
Της χαμογέλασε. Πήγε προς την τουαλέτα. Με το χέρι του πήρε κάτι και πήγε πάλι προς το μέρος της.
“Νομίζω κάπου το ξέχασες!” της είπε την ίδια στιγμή που στο χέρι του της έδειχνε το μικρό μενταγιόν που στόλιζε την προηγούμενη μέρα το λαιμό της.

Η Ευθαλία ένιωσε σαν κάποιος να την χτύπησε στο κεφάλι. Προσπάθησε με όλες της τις δυνάμεις να απαντήσει ψύχραιμα. Μπροστά της ήταν το μενταγιόν που φόραγε στο λαιμό. Μια χρυσή μικρή αλυσίδα με ένα πανέμορφο γαλάζιο πετράδι. Η χθεσινή της ερωτική κραιπάλη!
“Πού το βρήκες;” τον ρώτησε, χωρίς να είναι σίγουρη αν η φωνή της ακούστηκε φυσιολογική ή βγήκε από μέσα της σαν πεθαμένη.
Ο Πέτρος, ο άντρας της, χαμογέλασε. Πήρε την αλυσίδα και την άφησε δίπλα στην τουαλέτα πάλι. Γύρισε προς το μέρος της.

“Πριν έρθω εδώ, πέρασα από τον Κίμωνα, τον αδελφό μου!”
Η Ευθαλία ένιωθε να μένει χωρίς αναπνοή, ο Πέτρος συνέχισε:
“Το βρήκα στο τραπεζάκι του μαζί με μια Μάσκα. Ορίστε και αυτή!”, την έδειξε στην έντρομη Ευθαλία που κρατούσε την ανάσα της.
“Περάσατε από εκεί χθες μου είπε, με την παρέα σου. Μείνατε πολύ;”
Η Ευθαλία κρεμάστηκε λες καταμεσής του πελάγους από τα λόγια του
“Ναι, είχαμε ξεθεωθεί στο περπάτημα και στο γυρισμό περάσαμε από τον Κίμωνα να πάρουμε μια ανάσα. Πω πω πω πω! Ευτυχώς που μου έπεσε εκεί το μενταγιόν και όχι στο δρόμο γιατί τώρα…”
“Αυτό μου είπε και εκείνος. Το βρήκε λέει μετά σαν φύγατε. Και τη μάσκα σου που είχες ξεχάσει. Έτρεξε να σας προλάβει, αλλά είχατε ήδη απομακρυνθεί. Οπότε, ευκαιρίας δοθείσης, βρήκε εμένα και μου τα έδωσε.”
Η Ευθαλία άρχισε να αναπνέει πιο κανονικά.
“Λοιπόν, εγώ πάω κάτω. Να βάλω κάτι στο στόμα μου, κατέβα να μου κάνεις παρέα”, της είπε και την άφησε χαμογελαστά.
“Ναι… ετοιμάζομαι… Έρχομαι σε λίγα λεπτά...”
Σαν έμεινε μόνη στο δωμάτιο, ήρθε όλη η αγωνία να την φέρει στα πρόθυρα να λιποθυμήσει. Ο Πέτρος! Ο άντρας της! Στον αδελφό του! Ο τρόμος και η αγωνία ήρθε να θρονιαστεί σαν βράχος στην καρδιά της.



Ένας τρόμος και μια πνιχτή κραυγή μέσα στο σκοτάδι όμως βγήκε και από τα χείλη της Θάλειας, καθώς σταμάτησε στις φράσεις που μόλις διάβασε.

“Θεέ μου! Δεν είναι δυνατόν! Ο αδελφός του άντρα της; Δηλαδή… ο εραστής της γιαγιάς, ο άνθρωπος της προηγούμενης ερωτικής νύχτας ήταν ο….”
Έπιασε το κεφάλι της με τα χέρια της αποσβολωμένη.
“Γιαγιά! Πώς είναι δυνατόν;” ψέλλισε, με τη φωνή της να αντηχεί σαν όνειρο μέσα στην απόλυτη σιωπή του μεγάλου σπιτιού. Συνέχιζε να διαβάζει το ημερολόγιο με τρομερή πλέον αγωνία νιώθοντας την καρδιά της να τρέμει σαν το φύλλο σε χειμωνιάτικη αγριωπή νύχτα.



“Ο έρωτας! Ναι!” ήχησαν τα λόγια της Ευθαλίας πίσω απ' το μακρινό χρόνο. Ξεπηδώντας με ασίγαστο πάθος και ένταση από τις επόμενες σελίδες του ημερολογίου της.
“Αυτή η ευλογία και κατάρα μαζί! Αυτό το φλογερό πάθος που σε παρασέρνει σε μια τρομερή τρικυμία χωρίς τέλος. Και πολλές φορές χωρίς ελπίδα. Τον αγάπησα! Τον αγάπησα πέρα από τις δυνάμεις μου….”
Ένιωθε να ακούει δίπλα της, στο χώρο, δυνατά τη φωνή της γιαγιάς Ευθαλίας να αφηγείται, καθώς τα μάτια της ακολουθούσαν τις φθαρμένες από το χρόνο σελίδες.

“Προσπαθήσαμε. Το παλέψαμε. Δοκιμάσαμε τα πάντα. Και εγώ και εκείνος, ο Κίμων. Όμως το πάθος δεν ελέγχεται. Ο έρωτας δεν έχει σταματημό. Και αφεθήκαμε στην αμαρτία. Να μας κυριεύει ο πόθος, η ηδονή, τα υγρά μας κορμιά. Δεν υπήρχε δύναμη να μας σταματήσει. Και παρά το ότι, κάθε φορά που βρισκόμασταν, ξέραμε ότι ακροβατούμε στην καταστροφή για τους τρεις μας, εμείς συνεχίζαμε πιο δυνατά την επόμενη φορά. Η Αποκριά του 1938 εκείνο το βράδυ, λίγο έλειψε να τα τινάξει όλα στον αέρα. Ευτυχώς για λόγους που δεν μπορούσαμε να ερμηνεύσουμε, αλλά ευγνωμονούσαμε, ο Θεός προστάτεψε το μυστικό μας. Όμως μέχρι την επόμενη φορά. Είναι μοιραίο, σαν οι άνθρωποι ακολουθούν τέτοια μονοπάτια, κάποτε να φτάνουν στη μεγάλη στιγμή. Στη στιγμή που δεν έχει γυρισμό...”



Η Θάλεια πήρε μια ανάσα. Ήπιε μια ακόμα γουλιά από το τσάι της. Ένιωθε μπροστά της μια μεγάλη κατηφορική σκάλα να βυθίζεται στην άβυσσο. Και εκείνη να την κατεβαίνει χωρίς σταματημό.

Πάλι οι εικόνες ζωντάνεψαν μπροστά της.



Η Ευθαλία μπήκε στο σπίτι του Κίμωνα. Η όψη της ήταν ντυμένη στην απελπισία.
“Τι έχεις, χαρά μου; τι συμβαίνει ;” τη ρώτησε, αφού την υποδέχτηκε με μια ανοιχτή αγκαλιά. Την ένιωθε λίγο παγωμένη. Με έναν μεγάλο φόβο στο όμορφο πρόσωπό της.
“Πρέπει να σου πω….” του είπε δύσκολα.
“Συμβαίνει κάτι; Ο... Πέτρος;” τη ρώτησε, ετοιμαζόμενος να δεχτεί το χτύπημα.
“Όχι… Κάτι άλλο… που...”
“Μίλα σε παρακαλώ! Εγώ είμαι εδώ, μίλα”.
Γύρισε και τον κοίταξε ίσια στα μάτια. Κατέβασε αργά το βλέμμα της.
“Είμαι έγκυος, Κίμωνα! Περιμένω το παιδί μας!”



Η πνιχτή ανάσα της Θάλειας την επανέφερε στην πραγματικότητα. Δεν μπορούσε να ανασάνει.  Αυτά που έβγαιναν από το ημερολόγιο ήταν τρομερά.



“Είσαι σίγουρη; Θέλω να πω… είναι δικό μας;” τη ρώτησε με τρομερή αγωνία ο Κίμωνας.
“Ναι! Δεν υπάρχει αμφιβολία”.
“Μα πώς… αφού με τον Πέτρο, θέλω να πω… και μαζί του….”
“Κίμωνα, μια γυναίκα πάντα ξέρει τίνος είναι το παιδί που γίνεται στα σπλάχνα της”
Μια απέραντη σιωπή απλώθηκε ανάμεσά τους. Δεν ακούγονταν μήτε οι ανάσες τους. Όλα γύριζαν στο μυαλό τους σαν καταιγίδα.
“Τι θα κάνουμε, Κίμωνα; Τι θα κάνουμε, Θεέ μου;” ακούστηκε ικετευτική η ερώτησή της.
“Ησύχασε, σε παρακαλώ, ησύχασε...”
Προσπάθησε να μαζέψει τις σκέψεις του. Σαν να τακτοποιούσε τις κινήσεις του. Κάποια στιγμή ακούστηκε αποφασιστικά.
“Άκου, αγάπη μου! Εγώ σε λίγες μέρες φεύγω με το καράβι. Ευτυχώς θα πάμε απέναντι στο Μπάρι, Ιταλία. Σε μια βδομάδα θα είμαι πίσω. Θα πάρουμε τις αποφάσεις μας..”
“Ποιες αποφάσεις να πάρουμε, Κίμωνα; Καταλαβαίνεις τι είμαστε; Τι θα πεις στον αδελφό σου; Ξέρεις, παίρνω τη γυναίκα σου; Τι θα πω στον άντρα μου; Κοιμόμουνα με τον αδελφό σου; Διανοείσαι τι έχουμε κάνει;” του είπε γεμάτη σπαραγμό συνεχίζοντας.
“Δεν είμαστε ξένοι! Είσαι γαμπρός μου και είμαι κουνιάδα σου! Δεν υπάρχει μέρος για μας στο φως! Καταλαβαίνεις;”
Έπεσε στην αγκαλιά του σπαράζοντας στο κλάμα. Εκείνος προσπάθησε να την ηρεμήσει, αλλά η προσπάθειά του δεν είχε πολλές ελπίδες. Τα σύννεφα στη ζωή και στη σχέση τους είχαν γίνει μια απότομη καταιγίδα που λυσσομανούσε να τους κατασπαράξει.



Η Θάλεια σηκώθηκε. Δεν μπορούσε να συνεχίσει άλλο. Ήθελε να πάρει αέρα, να αλλάξει λίγο εικόνες. Πήγε στο μπάνιο. Έβρεξε το πρόσωπό της με κρύο νερό. Ύστερα βγήκε στο μπαλκόνι της αυλής. Ένιωσε τον κρύο αγέρα της νύχτας του Φλεβάρη να της δίνει ανάσες. Σήκωσε ψηλά το μέτωπό της στον σκούρο ουρανό. Όλα εκείνα που διάβαζε είχαν γίνει ένας ανεμοστρόβιλος στο νου της. Προσπαθούσε να ταξινομήσει στο μυαλό της όσα έμαθε. Η γιαγιά Ευθαλία είχε ερωτικές σχέσεις με τον αδελφό του Πέτρου, του άντρα της. Και τώρα ήταν έγκυος! Περίμενε το παιδί του. Αμέσως η καρδιά της έσφιξε. Τι απέγινε εκείνο το παιδί; Το ημερολόγιο την καρτερούσε στο ταξίδι της πίσω στο χρόνο.



Η φωνή της Ευθαλίας, ήχησε αχνά πάλι μέσα στο μεγάλο σπίτι. Με την αφήγησή της βαριά και φορτισμένη.
“Λένε ότι οι ανομίες των ανθρώπων βρίσκουνε την απάντησή τους από την ίδια τη ζωή… Όμως δεν είναι σκληρό; Δεν είναι τραγικό; Γιατί η απώλεια να στέκεται άγγελος τιμωρίας;”

Έβγαλε από το γραφείο της ένα σκαλιστό κουτί. Σαν άνοιξε το καπάκι, το εσωτερικό του αποκάλυψε εκτός από κάποια γράμματα και μια φωτογραφία. Την πήρε στα χέρια της αργά, βασανιστικά. Σαν να ήθελε να την κλείσει σφιχτά στην αγκαλιά της. Στο πρόσωπό της βασίλευε η ένταση και βαριά θλίψη. Τα λόγια της ακούστηκαν απόμακρα.

“Αγαπημένε μου. Πού να αποδώσω το χαμό σου; Σε ποιας μοίρας χέρι να ζητήσω την ευθύνη; Σε ποιας δίκη να ζητήσω τα αίτια; Τι να ήταν εκείνο που σε τράβηξε στο βυθό του πελάγους; Λίγες μέρες μετά! Λίγες ώρες έλειπαν για να πιάσει το καράβι σου το λιμάνι της επιστροφής. Λίγες ώρες έλειπαν για να γυρίσεις. Όμως, η ζωή αλλιώς αποφάσισε. Η αντάρα της θάλασσας να ρίξει το πλοίο σας σε αυτά τα σκούρα βάθη. Εκεί που δεν έχει επιστροφή...”



Ένα δάκρυ έκανε ένα μικρό κρυστάλλινο ρυάκι στα μάτια της Θάλειας, σαν τα μάτια της διάβασαν αυτές τις γραμμές. Αυτή η τραγωδία που ξανοίχτηκε μπροστά της δεν είχε τελειωμό. Η Ευθαλία… μόνη… με ένα παιδί στα σπλάχνα της. Ένα παιδί που σε λίγους μήνες θα ερχόταν στον κόσμο γυρεύοντας τη δική του αλήθεια. Συνέχισε το νοερό ταξίδι της κοντά στη γιαγιά της.



“Αγαπημένε μου. Για όλους μας ο χαμός σου ήταν μια ασήκωτη σκιά στις ζωές μας. Ο άντρας μου σε έκλαψε πολύ. Έφυγε απ τη ζωή του το άλλο του μισό. Ένα κομμάτι από εκείνον. Και από εμένα εσύ! Ό,τι αγάπησα πιο παράφορα, πιο αμαρτωλά, πιο κολασμένα. Με τις σκιές των ενοχών να σέρνονται πάνω μου σαν δίκες φοβερές. Εκείνο που με κρατούσε ήταν τούτη η μικρή ζωή που σκιρτούσε μέσα μου. Που ένιωθα τις πρώτες της κινήσεις να δηλώνουν την παρουσία της. Το παιδί μας. Για τη λογική των ανθρώπων, καρπός άνομος και δολερός. Για τη λογική του έρωτα, δικός του καρπός. Το παιδί μας! Όμως… αυτός ο καινούργιος άνθρωπος που σε λίγους μήνες θα ερχόταν στο φως ετούτου του κόσμου έπρεπε να έχει μια ταυτότητα. Και αυτή ήταν η επόμενη μεγάλη μου μάχη με μένα και αυτά που θα με σημάδευαν. Ο καρπός της αγάπης μας έγινε το παιδί το δικό μου και του Πέτρου, του άντρα μου. Η αναγγελία της ύπαρξής του στον άντρα μου, ήρθε να δώσει σε εκείνον ένα πέταγμα στον ουρανό και σε μένα ένα ακόμα τρομερό βάρος στα βήματά μου. Ένα βάρος και μυριάδες παγερές ενοχικές στιγμές βαθιά μέσα στην καρδιά μου.

Έτσι τα μάτια του είδαν το φως της ζωής εννέα μήνες μετά. Ο ερχομός του ήρθε να απαλύνει τη δική σου απώλεια από όλους μας. Για διαφορετικούς λόγους στον καθένα. Ο Πέτρος απέκτησε το δικό του... παιδί, ω Θεέ μου. Εγώ είδα στα μάτια του τη δική σου συνέχεια. Έτσι μεγάλωσε ο μικρός Ευάγγελος!”



Το φλυτζάνι του τσαγιού έγινε κομμάτια στα μάρμαρα του δαπέδου, σαν έφυγε από τα χέρια της σοκαρισμένης Θάλειας! Κράτησε με τα χέρια της το πρόσωπό της! Έντρομη. Με ρίγη να σπαράζουν όλο της το σώμα.

Ο πατέρας της ο Ευάγγελος, λοιπόν! Μόλις είχε μάθει το μεγάλο μυστικό που χρόνια ολάκερα έμενε σε τούτο το μυστικό συρτάρι. Ο πατέρας της ήταν γιος της Ευθαλίας και του Κίμωνα. Η αλήθεια εισέβαλε στο φως γεμάτη φωτιά. Όλα ήταν διαφορετικά. Και εκείνη, ήταν η πρώτη που μάθαινε τη μεγάλη αλήθεια.  Σκέφτηκε ότι ο πατέρας της δεν ήξερε τίποτα. Ζούσε στη δική του άγνοια, όπως αυτή περάστηκε όλα αυτά τα χρόνια. Άφησε τον εαυτό της να επιστρέψει στον κόσμο της Ευθαλίας και του ημερολογίου της.



“Η ζωή πολλές φορές έχει τη δική της δύναμη να σκεπάζει τις ανομίες και να κλείνει τις πληγές. Να τις θεραπεύει εξωτερικά. Όμως οι ουλές και τα σημάδια μένουν ανεξίτηλα στο χρόνο. Ο πόνος βαθαίνει, γίνεται εσωτερικός, απώτερος. Και έρχεται εκείνες τις βασανιστικές νύχτες της κρίσης να δηλώσει την παρουσία του.

Γράφω αυτό το ημερολόγιο με την ελπίδα του εξαγνισμού και της εξομολόγησης. Δεν ξέρω τι θα το κάνω. Σε ποια χέρια θα το αποθέσω, τίμημα μιας έσχατης συγγνώμης και λύτρωσης. Θα έρθει η ώρα που θα το επιλέξω. Η στερνή μου διαθήκη σε κάποιον που εμπιστεύομαι. Μεγάλωσα τούτο το παιδί δίνοντάς του ό,τι μπορούσα σαν μάνα με όλη μου τη λατρεία. Αφοσιώθηκα συνειδητά στον άντρα μου, τον Πέτρο, σαν ένα ύστατο δικό μου τάμα ζωής για να λυτρωθώ από τις ενοχές μου. Μέσα όμως στις μνήμες και στην καρδιά μου βασιλεύει πάντα η δική σου ανάμνηση. Ο δικός μας έρωτας. Μια συνεχής υμνωδία απέναντι σε αυτό που ζήσαμε μαζί.
Όταν θα έρθει η ύστατη ώρα του θανάτου μου, ζητώ απ το Θεό να με κρίνει με κατανόηση και συγχώρεση.”
Ευθαλία Μαραντίτη
Πάτρα 1950



Η Θάλεια έκλεισε ευλαβικά το ημερολόγιο της γιαγιάς της. Αυτά που είχε διαβάσει, είχε ζήσει, είχε νιώσει, της έδιναν την αίσθηση πως είχαν περάσει πάρα πολλά χρόνια από πάνω της μέσα σε μια νύχτα. Ήξερε ότι κρατούσε στα χέρια της την στερνή διαθήκη της γιαγιάς.
Πήρε το ημερολόγιο στην αγκαλιά της. Το κράτησε σφιχτά να το ενώσει με τους δυνατούς χτύπους της καρδιάς της που πάλλονταν από συναισθήματα.  Άφησε το βλέμμα της να μείνει πάνω στο βλέμμα της Ευθαλίας στην φωτογραφία απέναντι. Η Ευθαλία έφυγε στα 69 της χρόνια. Η καρδιά της δεν άντεξε παραπάνω χρόνο σε αυτά που κουβαλούσε. Η Θάλεια, για έναν ανεξήγητο λόγο, την πόνεσε, τη λάτρεψε πιο πολύ, την κατάλαβε. Δεν είχε λόγο κριτή και κατήγορου, αλλά λόγο ανθρώπου, που γίνεται μια σπιθαμή ύλης μέσα στην αντάρα του έρωτα και του πόθου. Αυτής της ανίκητης δύναμης που διαμορφώνει τις ζωές μας.

Σηκώθηκε. Περπάτησε στο μπαλκόνι. Άφησε πάλι τον κρύο αγέρα να τη χαϊδέψει. Τι θα έκανε; Θα μιλούσε στον πατέρα της; Θα του έλεγε την αλήθεια;  Συλλογίστηκε ότι ήταν ήδη στα 80 του. Ποιο θα ήταν το νόημα να ζήσει τώρα ένα τρομερό σοκ; Ένα σοκ με απρόβλεπτες συνέπειες για τη ζωή του. Και γιατί θα έπρεπε να αλλάξει κάτι; Ίσως να δηλητηρίαζε το μυαλό του με αρνητικές σκέψεις για την ίδια τη μητέρα του.

Η Θάλεια σκέφτηκε ότι η ίδια η ζωή φρόντισε να είναι αυτή, η εγγονή της Ευθαλίας, που θα κληρονομούσε την εξομολόγησή της. Έτσι, η αλήθεια της γυναίκας αυτής έφτασε στα σωστά χέρια.
Ο κύκλος έπρεπε πια να κλείσει. Πήρε την απόφασή της.

Γύρισε στο γραφείο. Πήρε στα χέρια της το ημερολόγιο. Δίπλα του ήταν η μάσκα εκείνης της βραδιάς. Φίλησε με σεβασμό τη διαθήκη της γιαγιάς της. Πήρε στα χέρια της τη μάσκα. Το πέρασμα του χρόνου μπορεί να είχε ξεθωριάσει τα χρώματά της, όμως εξακολουθούσε να νιώθει την δερμάτινη υφή της στα χέρια της. Και τα παλιά εκείνα στρας να λάμπουν. Μια μάσκα. Σκέφτηκε ότι αυτή η μάσκα συμβόλιζε την κρυφή αλήθεια. Τα μεγάλα μυστικά. Ύστερα πήρε μια μεγάλη ανάσα.

Το τζάκι έκαιγε για τα καλά εδώ και ώρες. Οι κορμοί της ελιάς είχαν ανταριάσει στη μεγάλη σάλα. Πήρε την πολυθρόνα της γιαγιάς Ευθαλίας και την έσυρε κοντά. Ένιωθε την αψάδα της φωτιάς να της καίει το πρόσωπο. Έσκισε την πρώτη σελίδα από το ημερολόγιο και την πέταξε στα αναμμένα ξύλα. Είδε τις λέξεις να γίνονται στάχτη και να χάνονται στο άπειρο. Ύστερα τη δεύτερη, την τρίτη. Με δάκρυα και συγκίνηση στα μάτια της.

Και εκεί, μέσα σε αυτό το συνεχές φυλλομέτρημα και την πυρπόληση, σαν να το ένιωσε. Ένα τρεμόπαιγμα στο φως των κεριών. Ένα θρόισμα. Μια ανατριχίλα. Ήταν η αύρα της παρουσίας της έντονη στη μεγάλη σάλα. Και στον μεγάλο καθρέφτη πάνω απ το τζάκι σαν να είδε τη μορφή της. Εκείνης!

Η Ευθαλία επέστρεφε! Ήταν εδώ! Παρούσα! Έκανε το διάβα της μέσα στα χρόνια και ήρθε να ακουμπήσει στην εγγονή της. Η Θάλεια ήταν κάπου ανάμεσα στην οπτασία και την πραγματικότητα. Και τότε, μέσα στο τρίξιμο της φωτιάς και στο κάψιμο των σελίδων ακούστηκε η φωνή της, μακρινή, τρυφερή, γαλήνια:

“Σε ευχαριστώ, κόρη μου! Τόσα χρόνια περίμενα το λυτρωμό. Τα χέρια και την καρδιά που θα κρατούσαν τα μυστικά και την αλήθεια μου… Το ημερολόγιό μου διαβάστηκε από τα σωστά χέρια. Θάλεια μου! Σε ευχαριστώ! Τώρα μπορώ να είμαι γαλήνια και ήρεμη. Η αλήθεια βρίσκει τη λύτρωσή της. Το είδα στην καρδιά σου. Στη συγχώρεσή σου ...”

Η Θάλεια ένιωθε εκστατική σ' αυτά τα λόγια. Έβλεπε τα μάτια της, τη μορφή της, την ομορφιά της. Πόσο γαλήνιο, Θεέ μου, ήταν το πρόσωπό της! Και πόσο τρυφερά τα χέρια εκείνα που άγγιξαν τα μαλλιά της, σαν απόκοσμο χάδι πίσω από δεκαετίες…

“Γιαγιά!” είπε με συγκίνηση, σπονδή στην αίσθηση εκείνης…
 Μια παρουσία που έμεινε εκεί, ως την τελευταία σελίδα του ημερολογίου που λαμπάδιασε μαζί με το εξώφυλλό του, τελευταίο απομεινάρι της αλήθειας.
Και τα χέρια της Θάλειας έμειναν άδεια, κενά, να αιωρούνται πάνω απ τη φωτιά, με την αίσθηση της απώλειας δυνατότερη από ποτέ.

Τότε ένα ύστατο δυνατό θρόισμα ενός παράξενου αγέρα ήρθε να αναταράξει την όμορφη πολυκαιρισμένη πια μάσκα. Της έδωσε ένα ακανόνιστο πέταγμα. Κάτι σαν αποχαιρετισμό. Στροβιλίστηκε μπροστά στα μάτια της Θάλειας. Σηκώθηκε λίγο ψηλότερα προς το ταβάνι. Στάθηκε αναποφάσιστη για λίγο πάνω απ το φως, έκανε μια παράξενη υπόκλιση  και ύστερα έπεσε ίσια στο κέντρο της φωτιάς. Η Θάλεια την έβλεπε για μια στιγμή να στέκεται εκεί. Είδε και το πρόσωπο της Ευθαλίας να αντιφεγγίζει στη φλόγα. Και μετά η μάσκα άρχισε να παραμορφώνεται. Να σιγοκαίγεται στην αρχή και ύστερα να λαμπαδιάζει, να γίνεται στάχτη, απομεινάρι. Και στον καθρέφτη, πάντα εκεί ένα διάφανο πρόσωπο με ένα ήρεμο χαμόγελο που το σφράγιζε ένα διαμαντένιο δάκρυ.

Η Θάλεια έστρεψε απότομα το κεφάλι πίσω της. Απόλυτη σιωπή σκέπαζε το μεγάλο σαλόνι. Όλα ήταν σε τάξη. Σε γαλήνη και αρμονία. Τα μάτια της έκαναν ένα αργό εξεταστικό κύκλο στη σάλα. Το φεγγαρόφωτο είχε πια φύγει από το μεγάλο παράθυρο. Τα κεριά στα κηροπήγια είχαν χαμηλώσει αρκετά. Και το μεγάλο ξύλινο γραφείο ήταν απόλυτα τακτοποιημένο και άδειο στην γυαλιστερή του επιφάνεια με το συρτάρι του κενό από κάθε μυστικό.

Τέλος