Η Ζωή είναι Δώρο. Σαν ένα σπιτικό Ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι γεμάτο γεύσεις

Παρασκευή, 27 Μαρτίου 2020

Σκέψεις και στιγμές εν μέσω κορονο-περιορισμού


Σκέψεις και στιγμές εν μέσω κορονο-περιορισμού

Είμαι από εκείνους που βγαίνω δύο φορές τη μέρα έξω εν μέσω αυτής της πρωτοφανούς κρίσης. Μία το πρωί για τις ανάγκες των μικρών μας αγορών ως σπίτι και την ανάγκη του Άρη και μία το απόγευμα για έναν προσωπικό περίπατο πάντα με τον Άρη συντροφιά. Αργά πολύ τη νύχτα θα περπατήσω ολόγυρα το σπίτι έξω έτσι για μια τελευταία ματιά.

Όλα είναι τόσο παράξενα. Αυτή η ερημιά περνάει αντιφατικές εντυπώσεις. Από τη μία σε γαληνεύει λόγω της ησυχίας που απολαμβάνεις. Από την άλλη σε τρομάζει παγερά για την "απουσία" ζωής. Πολλές φορές οι δρόμοι και η πόλη παραπέμπει σε ταινίες θρίλερ.



Είναι αρκετές οι φορές που σκέφτομαι ότι όλες εκείνες οι κινηματογραφικές ταινίες που μιλούσαν για τον φανταστικό τρόμο, για την επιστημονική φαντασία, για γκρίζους και αλλόκοτους κόσμους, που κάποτε τις ειρωνευόμασταν, να τώρα που βλέπουμε μπροστά μας μια εικόνα τους.

Σπίτι στην οικογένεια κάνουμε διάφορα πράγματα, είτε ατομικά είτε ομαδικά. Θυμηθήκαμε επιτραπέζια παιχνίδια όμορφα και συλλογικά. Κάνω την γυμναστική μου σπίτι. Έχω ακούσει ραδιοφωνικό θέατρο, θρυλικές παραστάσεις με ηθοποιούς που άφησαν εποχή. Ήδη έχω ακούσει δύο έργα του Αλεχάντρο Κασόνα:  "Η Κυρά της αυγής", "Τα δέντρα πεθαίνουν όρθια".  

Θυμήθηκα κάποια παλιά μου pc games στον υπολογιστή και άρχισα να τα "σκαλίζω" ξανά. Το διάβασμα συνεχίζεται κανονικά. Φυσικά συνεχίζω να ζωγραφίζω ή να καλλιτεχνώ.

Κάτι ...παράξενο. Ανακάλυψα τον παραμυθένιο, επικό κόσμο του Τόλκιν. Ναι! Νιώθω να έχω ανάγκη να ξεφύγω λίγο από τον γκρίζο και ψυχρό "ορθολογισμό" και να αφεθώ σε ένα κόσμο γεμάτο ξωτικά, μάγους, νεράιδες, δράκους, βασιλιάδες. Έτσι βούλιαξα στον κόσμο του "Άρχοντα των δαχτυλιδιών" και είδα ολάκερη την θρυλική τριλογία. Ένα πραγματικό έπος με άπειρους συμβολισμούς και, γιατί όχι, επίκαιρα μηνύματα για τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, την εξουσία, τη δύναμη. Για τη φιλία και την αγάπη. Για την απώλεια. Και πλημμύρισα συγκίνηση, πρωτόγνωρη για μένα.

Θέλω να γράψω. Ναι, νιώθω να με πνίγει μια έντονη έμπνευση αλλά, αυτή τη στιγμή, άμορφη, άναρχη, που πολλές φορές με πνίγει γυρεύοντας να μπει σε κάποιες όχθες και να διοχετευθεί κάπου συγκεκριμένα.

Τα κανάλια τώρα. Μια υπόθεση που βρωμάει στην κυριολεξία από πολλές απόψεις. Πρώτα-πρώτα από την ποιότητα και την κατεύθυνση της ειδησεογραφίας τους πάνω στο θέμα της πανδημίας. Αναμασάται μια συγκεκριμένη προπαγάνδα και ο νοών νοείτω.
Από την άλλη το πρόγραμμά τους! Υποτίθεται ότι οι πολίτες περιμένουν, στον εγκλεισμό τους, ένα γεμάτο πρόγραμμα που θα τους ψυχαγωγήσει, θα τους στηρίξει, θα τους ανεβάσει. Δηλαδή: Σειρές, ταινίες, ντοκιμαντέρ, παιχνίδια, αθλητικά έστω και παλιά. Αντ' αυτού βλέπουμε ένα πρόγραμμα γεμάτο διάφορες τηλεοπτικές περσόνες που μας μαυρίζουν την ψυχή στην κυριολεξία, μέρα και νύχτα. Ήμαρτον δηλαδή πραγματικά. Για μια ακόμα φορά τα ιδιωτικά κανάλια κατακλύζονται από σκουπίδια και αρρώστια.

Τέλος βλέπω κοινωνίες και λαούς ολάκερους να υποφέρουν. Ένα κοινωνικό κράτος διαλυμένο στο όνομα του καπιταλισμού, της "ελεύθερης αγοράς", των συμφώνων σταθερότητας και διεθνών οργανισμών που αποδεικνύονται κενοί ανθρωπιάς.

Βλέπω και άλλους λαούς, μικρούς, αδύναμους, Κούβα, να αναδεικνύει τον ιδεολογικό πολιτισμό της, τη δύναμη της επιστήμης της, την αλληλεγγύη της. Βλέπω "εχθρούς" να στηρίζουν την Ιταλία με ιατρικές αποστολές υψίστης τεχνολογίας (Ρωσία), ενώ οι "σύμμαχοι" και οι "συνέταιροι" να σφυρίζουν αδιάφορα. Βλέπω εδώ στην πατρίδα μας η κυβέρνηση να επιδοτεί με εκατομμύρια ιδιωτικές κλινικές "ξενοδοχεία", οι οποίες επιστημονικά και κοινωνικά είναι απούσες και ξεκρέμαστες και δεν επιστρατεύονται αμέσως χωρίς δεύτερη κουβέντα ή δεκάρα. 

Είμαι βαθύτατα ανήσυχος που τα εργασιακά μας δικαιώματα διαλύονται στο όνομα της πανδημίας, που οι τράπεζες δεν προχωρούν σε αναστολή εισπράξεων. Δεν ξέρω αν αυτά ήρθαν για να ...φύγουν. 

ΝΑ ΤΑ ΘΥΜΑΣΤΕ ΟΛΑ ΑΥΤΑ την ώρα που πρέπει.
Και όταν κάποιοι με "ξύλινο" λόγο μας έλεγαν για τη σημασία του δημόσιου τομέα, του κοινωνικού κράτους, της κοινωνίας της αλληλεγγύης, που φώναζαν για την κτηνωδία του καπιταλισμού. Να το θυμάστε καλά.

Νιώθω να σας κούρασα, δεν θα είναι η τελευταία φορά που θα μοιραστώ τέτοιες σκέψεις μαζί σας. Καλή δύναμη. Μένουμε δυνατοί! Μένουμε άνθρωποι! 

Παρασκευή, 20 Μαρτίου 2020

Μια Άνοιξη στην ομίχλη

Λένε ότι πολλές φορές η αυριανή μέρα μπορεί να είναι τόσο διαφορετική ώστε να μην υπολογίζεις καν τι θα αλλάξεις όχι μόνο στη ζωή σου αλλά και στα ίδια σου τα όνειρα, στους πόθους.
Ακόμα στις προσευχές σου. Ναι. Ειδικά σε αυτές. Σε εκείνες δηλαδή τις πολύ προσωπικές στιγμές που βρίσκεσαι είτε μπροστά σε μια απόλυτη περισυλλογή είτε μπροστά σε ένα εικονοστάσι είτε μπροστά σε ένα αναμμένο καντήλι.




Κοιτάς το ημερολόγιο και βλέπεις ότι είμαστε στην Άνοιξη. Και ύστερα αναρωτιέσαι και διαπιστώνεις ότι σου λείπουν οι ίδιες οι παραστάσεις της. Τελειώνει ο Μάρτης και δεν έχω ακόμα χαρεί ένα Ανοιξιάτικο τοπίο. Μονάχα την θολερή ομίχλη της νύχτας νιώθεις στο πετσί σου να επικάθεται στα λίγα βήματα που κάνεις για να αποφύγεις τον συνωστισμό.

Σκέφτομαι τι έχει γίνει στα προσωπικά μου βιώματα απ την αρχή του χρόνου. Ξεφυλλίζω τις σελίδες των εξελίξεων. Οι πρώτες ευχές της Πρωτοχρονιάς αφορούσαν το νέο σπιτικό μας, την ολοκλήρωσή του. Το νέο πατρικό σπίτι. 
Ήταν το πρώτο όνειρο που ξεθώριασε αμέσως! Το φύλλο που δεν το βρήκε καν η Άνοιξη. Τα οικονομικά αδιέξοδα οδήγησαν στο κλείσιμο των ονείρων στο ξύλινο παλιό σεντούκι που θα κάθεται εκεί να προσδοκά τον ερχομό μιας άλλης Άνοιξης, λαμπερής και αρωματισμένης.




Η μικρή μας κόρη, ξεκίναγε τα πρώτα της βήματα στη δουλειά της. Μαλλιά και Νύχια. Κάτι που της άρεσε, που το πάλεψε, το οργάνωσε. Έχτισε τις πρώτες της επαφές, τα ραντεβού του ξεκινήματος. Και ήρθε ο Κορονοϊός να βάλει και αυτό το όνειρο στο σεντούκι του. Έβλεπα στη γειτονιά μας, ένα μαγαζί που ετοιμάζονταν με φροντίδα να ανοίξει. Κομμωτήριο και Νύχια. Ένιωθα τα όνειρα των παιδιών που το άνοιγαν. Τώρα το βλέπω κλειστό μαζί με άλλα και σκέφτομαι πόσο πίσω τους πήγε όλο αυτό.

Έτσι θυμάμαι τη φορά που στεκόμουνα στο μικρό εκκλησάκι στο δάσος, την ώρα που άναβα το κερί μου, στην παράκλησή μου για τον κόσμο και τους δικούς μου, έκλεινα με την παράκληση να γίνει το όνειρό μας με το σπιτικό μας πραγματικότητα.
Σήμερα, συνειδητοποίησα πόσο τραγικά μπορεί να αλλάξει το είδος της παράκλησης.


Το τρίτο και μεγαλύτερο σοκ ήρθε την Τρίτη 17 Μάρτη. Όταν ξαφνικά ο Άρης "βάρυνε" μέσα σε μια νύχτα. Όταν βαριανάσαινε. Όταν δεν μπορούσε να κάτσει. Όταν τον βλέπαμε να χώνει τη μουσούδα του στο άνοιγμα της μπαλκονόπορτας να ανασάνει. Και ήρθε η διάγνωση. 
"Περικάρδια αιμορραγία".

Μεταφέροντάς τον εσπευσμένα στο κτηνιατρικό κέντρο για παρακέντηση αφαίρεσης αίματος από το περικάρδιο, με μάτια γεμάτα δάκρυα, συνειδητοποίησα πόσο μέσα σε λίγους μήνες μπορεί να αλλάξουν οι παρακλήσεις μας. Παναγιά μου σώσε τον Άρη μας!


Τότε ναι, ένιωθα να πεθαίνω μαζί του. Να σφίγγω το στόμα μου να μην κραυγάσει στα πέρατα μέσα στο αυτοκίνητο. Δεν θα ξεχάσω ποτέ το βλέμμα του. Να αναζητά βοήθεια. Σιωπηρά, με μια βουβή αξιοπρέπεια.

450 ml αίματος αφαιρέθηκαν από την καρδιά του που "κολυμπούσε" στο αίμα. Στην αγκαλιά μου! Μαζί με τα θαυματουργά χέρια των κτηνιάτρων. 
Η Θεραπεία του ολοκληρώθηκε. Είναι καλά, σπίτι μας, αδυνατισμένος, ζωηρός, δεκτικός όπως πάντα. Όμως η αναζήτηση των αιτιών ανοίγει μονοπάτια δυσερεύνητα και άγνωστα. Ιδιοπαθές περιστατικό; Θα επαναληφθεί; Αν επαναληφθεί τότε θα απαιτηθεί λεπτή εγχείρηση καρδιάς. Και αυτά τα ψήγματα από καρκινικά κύτταρα που βρέθηκαν; Οι ογκολόγοι τα εκτίμησαν ότι δεν μπορούν να τα αποκλείσουν. Την Δευτέρα θα κάνουμε Η/Γ να δούμε αν αιμορραγεί ξανά. Αν όχι κλείνουμε μια πόρτα σκοτεινή. 

Δεν ήθελα να τις ζήσω τέτοιες στιγμές αλλά είναι κομμάτι της ζωής μας. Και οφείλω τώρα να αναπροσαρμόσω τις προσευχές μου στα νέα δεδομένα. Και να βάλω και πρώτιστη προτεραιότητα να απαλλαγεί η ανθρωπότητα από τον εφιάλτη της πανδημίας! Να λιγοστέψουν οι θάνατοι, να αντιμετωπιστεί η κρίση. Μια κρίση που θα είναι μεγάλη και διαρκής. 

Και είναι η ώρα να καταλάβουμε ότι αυτή η πανδημία "ξεβράκωσε" στην κυριολεξία εκείνες τις πολιτικές και ιδεοληψίες του καπιταλισμού, που θεώρησαν την υγεία ως εμπόρευμα και παράγοντα κόστους. Σήμερα μετράνε φέρετρα δυστυχώς οι λαοί τους.

Δείτε την αναλογία νοσοκομειακών κλινών/πληθυσμό στην Κίνα, την Ιαπωνία, Κορέα, Κούβα, Ρωσία  και δείτε τα στοιχεία στις μεγάλες Δυτικές χώρες: ΗΠΑ, Γαλλία, Ιταλία, Αγγλία, για να αντιληφθείτε το έγκλημα σε βάρος της κοινωνίας. Ήρθε η ώρα η λογική των αριθμών, των μνημονίων, των ΑΕΠ, των ελλειμμάτων και των ιδιωτικοποιήσεων να πεταχτεί στα σκουπίδια. εκεί που ανήκει πραγματικά! Μαζί με τους εκφραστές της.


Εύχομαι όσο το δυνατόν πιο άμεσα, η ομίχλη που στάθηκε πάνω στην Άνοιξη να ελαφρύνει και να φύγει μια για πάντα. Να προσέχετε, να χαμογελάτε, να αγωνίζεστε, να είστε σε εγρήγορση. Έτσι ώστε να προσευχόμαστε για όλο και πιο θετικά δημιουργικά πράγματα.



Κυριακή, 15 Μαρτίου 2020

"Το σπίτι στο λόφο" (Διήγημα)


"Το Σπίτι στο Λόφο"

(Ερωτικό ρομαντικό δράμα)

Διαβάστε το με αυτήν τη μουσική


“Κώστα κοίτα!” Του είπε με το λαχάνιασμα στη φωνή της έντονο. Ο ανήφορος στο λόφο τους είχε καταβάλλει. Γύρισε προς το μέρος της να πάρει μια ανάσα.
“Τι έγινε;” Τη ρώτησε. Είχε σταθεί. Το χέρι της έδειχνε στην κορυφή του λόφου.
“Πόσο όμορφο!”
Ο νεαρός άντρας γύρισε τα μάτια του προς την κορυφή. Στεκόταν εκεί πληγωμένο, ερειπωμένο αλλά αγέρωχο. Στην κορυφή του λόφου. Ένα παλιό πέτρινο αρχοντικό με δύο πατώματα. Και γύρω-γύρω πολλά κυπαρίσσια, πανύψηλα, περήφανα λες και διαγωνίζονταν το ένα το άλλο ποιο θα αγγίξει πρώτο τον ουρανό. 
Ο Κώστας έμεινε να το κοιτάζει με μια έκφραση γεμάτη συγκίνηση.
“Αυτό είναι ναι!” της είπε με κάποια σιγουριά στο λόγο του.
“Ποιο;”
“Το παλιό πέτρινο σπίτι στο λόφο”
Η νεαρή κοπέλα τον κοίταξε με μια έκφραση γεμάτη ερωτήματα.
“Το ξέρεις;”

Εξακολουθούσε να το κοιτάζει με θαυμασμό.
“Φυσικά και το ξέρω” της απάντησε με ένα γλυκό χαμόγελο.
“Και γιατί δεν μου είπες τίποτα πριν καθώς ανεβαίναμε;”
Την έπιασε τρυφερά από το χέρι.
“Γιατί ήθελα να σου κάνω έκπληξη, ήθελα να σε φέρω εδώ, να το δεις, έλα πάμε!” 
Την τράβηξε με ενθουσιασμό.
“Είσαι θεότρελος” του απάντησε προσπαθώντας να συντονίσει τα βήματά της στα δικά του. 
“Είμαι ερωτευμένος” της φώναξε χωρίς να την κοιτάξει.

Η Κατερίνα χαμογέλασε αυτάρεσκα. Άρχισαν σιγά-σιγά να ανεβαίνουν στην κορυφή. Ένα μεγάλο χωμάτινο μονοπάτι, παλιός δρόμος, οδηγούσε προς τα εκεί σαν ένα πελώριο φίδι στο λόφο. Ήταν γυμνός από δέντρα και μονάχα θάμνοι κάλυπταν την επιφάνειά του. Ολόγυρα στο μεγάλο σπίτι τα πανύψηλα κυπαρίσσια σχημάτιζαν κάτι σαν αυλόγυρο της φύσης που κρατούσε λες στην αγκαλιά του το μεγάλο σπίτι.
“Τι το ιδιαίτερο έχει αυτό το σπίτι Κώστα;” τον ρώτησε καθώς πια απείχαν λίγα μέτρα από εκεί.
“Οι παλιοί μιλάνε για μια πολύ παλιά ιστορία, κάπου στην αρχή του αιώνα μας”
“Ωωωωω ξέρουμε κάτι για αυτήν;”
“Ναι, ξέρω. Φρόντισα πριν έρθουμε να μάθω. Είχα διαβάσει κάποια πράγματα για την ιστορία του σπιτιού αλλά τώρα έχω κλείσει τον κύκλο των όσων έχω μάθει”
“Περιμένω να την ακούσω”, του είπε.
“Φτάσαμε!” Απάντησε εκείνος. Σταμάτησαν λίγα μέτρα πριν το κτίριο. Γύρισαν το βλέμμα τους προς τα πίσω από εκεί που ξεκίνησαν.
“Θεέ μου είναι υπέροχα από εδώ!” αναφώνησε η Κατερίνα. Άπλωσαν πέρα το βλέμμα τους ως κάτω εκεί που ξεκινούσε η παλιά κωμόπολη. Και ύστερα η θάλασσα. Μουντή, βαριά. Με τις ανταύγειες του χειμωνιάτικου ουρανού.
“Να εκεί βλέπεις; πέρα δεξιά, εκεί που τελειώνουν τα σπίτια ήταν το παλιό λιμάνι”
“Τώρα;”
“Με την κρίση του μεσοπολέμου μαράζωσε. Παλιά είχε μεταλλεία εδώ πίσω απ το βουνό. Όλη η παραγωγή ερχόταν εδώ στο λιμάνι και έφευγε με καράβια. Μετά ήρθε ο πόλεμος. Η εξόρυξη σταμάτησε, τα μεταλλεία έκλεισαν και έτσι το λιμάνι δεν είχε πια ζωή, έσβησε μαράζωσε”
“Όπως και το σπίτι στο λόφο”, του είπε η Κατερίνα σαν να συντόνιζε τις σκέψεις της μαζί του.
“Ακριβώς, μόνο που σβήνοντας το λιμάνι πήρε μαζί του και το σπίτι”
Τον κοίταξε στα μάτια.
“Δηλαδή”
“Η ιστορία του σπιτιού είναι άμεσα δεμένη με το λιμάνι Κατερίνα”
“Με ποιο τρόπο; ποιος έμενε εδώ; κάποια πλούσια οικογένεια της πόλης;”
“Όχι ακριβώς, και συγκεκριμένα τούτο το σπίτι και το λιμάνι κάτω τα έδενε κάτι συγκεκριμένο”
“Θα μου πεις; Αδημονώ”
“Ένα άλλο ας πούμε σπίτι, ένα σπίτι διαφορετικό”
“Δηλαδή;”

Σταμάτησε λίγο την αφήγησή του. Την έπιασε τρυφερά απ το χέρι.
“Πάμε να το δούμε όσο γίνεται. Γιατί μέσα δεν μπορούμε να μπούμε. Όλα είναι ερειπωμένα”
“Θέλω να μου πεις, μου ξύπνησες τη φαντασία μου τώρα…”
Την πήρε αγκαλιά και την τράβηξε προς τη μεγάλη κεντρική πόρτα του σπιτιού. Στάθηκαν μπροστά στη μεγάλη πόρτα. Τα σκαλίσματα στην σοβατεπί ήταν πανέμορφα αν και το πέρασμα του χρόνου και της εγκατάλειψης ήταν ολοφάνερα παντού. Στην είσοδο αλλά και παντού αγριόχορτα και αγριολούλουδα. Ο Δυνατός Βοριάς έδερνε το σπίτι από παντού όπως έστεκε εκτεθειμένο εκεί ψηλά. Από τα παντζούρια, βαριά και όμορφα ξύλινα, όσα είχαν μείνει, κρέμονταν στην εγκατάλειψη. Πολλά από αυτά χτυπούσαν στον γδαρμένο τοίχο απ’ τη δύναμη του αγέρα.

“Λοιπόν;” τον ρώτησε ξανά. Γύρισε προς το μέρος της. Πήρε το πρόσωπό της στα χέρια του τρυφερά. Χάιδεψε τα καστανά μαλλιά της και ξεκίνησε. Αργά, ήρεμα, με μια διάθεση ποιητική αλλά και μια συγκίνηση που ολοένα δυνάμωνε καθώς περπατούσαν αργά κάνοντας την περίμετρο του μεγάλου σπιτιού. Έτσι νοερά η σκέψη και η φαντασία τους έτρεξε πολλές δεκαετίες πριν ζώντας την ίδια την ιστορία του.

@@@@@@@@@@@@@@@

Τα βήματά της μέσα στην ξανθή θάλασσα από τα στάχυα της έδιναν μια κίνηση σαν το μικρό κύμα που αναδεύει τη θάλασσα. Η Δάφνη. Στη φλόγα της νιότης. Ψηλή, λυγερόκορμη, έλαμπε μέσα στην απέριττη ομορφιά της. Τα καστανά της μαλλιά χύνονταν λεύτερα στο γλυκό της πρόσωπο. Ο αέρας πάνω ψηλά στο λόφο τα έκανε να ανεμίζουν άτακτα. Τα αμυγδαλωτά της μάτια ταξίδευαν πέρα μακριά στον ορίζοντα. Προσπαθούσαν να βρουν προσμονές να σκαλώσουν, όνειρα να σταθούν. Από τη μια το μεγάλο πέτρινο αρχοντικό που έστεκε περήφανο στην κορυφή του λόφου. Με τα ψηλά κυπαρίσσια που χάιδευαν τον ουρανό. Με τα χωράφια του ολόγυρα που ζωγράφιζαν πολύχρωμους καμβάδες πάνω στο κορμί της φύσης. Αλλά και με τον Κωνσταντή. Το μονάκριβο παλικάρι του σπιτιού. Σμιλεμένο μέσα στο πάθος και στην αψάδα της νιότης αλλά και της θέρμης της ψυχής του. 

Από την άλλη κάτω η πόλη. Μια μικρή πολιτεία με τους ανθρώπους της, τα σπίτια τους, τις ζωές τους. Κάπου εκεί και το δικό της. Και το λιμάνι! Ναι το λιμάνι που τα βράδια στολίζονταν με μικρά και μεγάλα πολύχρωμα φώτα που έλαμπαν στην προβλήτα του αλλά και στα μικρά πλακόστρωτα στενά του. Το λιμάνι. Εκεί που τα καράβια έδεναν στο ντόκο για να πάρουν στα αμπάρια τους το πολύτιμο μετάλλευμα από τα μεταλλεία. Τα καράβια που  ερχόταν και έφευγαν στολισμένα σαν πυγολαμπίδες τις νύχτες. Λουσμένα στο φως των αστεριών και του φεγγαριού. 

Τα καράβια με τους αξιωματικούς και τους ναύτες, τους εμπόρους και επιβάτες, που ξεχύνονταν στο λιμάνι για να ξαποστάσουν τις λίγες ελεύθερες στιγμές τους μέχρι να ξαναπιάσουν πάλι τις θέσεις τους στο ξεφόρτωμα, στο φόρτωμα, να κλείσουν τις δουλειές τους και στο καινούργιο ταξίδι. Εκεί έπαιζαν τα μάτια της Δάφνης. Κάθε φορά που θα ανέβαινε ξέγνοιαστη στον ελεύθερο χρόνο της στο λόφο. Και κάπου εκεί θα μπλέκονταν τα όνειρά της για το αύριο της ζωής της.

“Δάφνη!”

Η κρυστάλλινη φωνή του Κωνσταντή σταμάτησε το ταξίδι των ματιών της. Γύρισε και τον είδε να στέκεται λίγο έξω απ την μεγάλη αυλή του πέτρινου σπιτιού. Το χαμόγελό του ήταν γεμάτο από το χρυσάφι που έδιναν οι ακτίνες του ήλιου στο γέρμα. Όπως κάθε σούρουπο, έτσι και τώρα την καρτερούσε να την ανταμώσει εκεί ψηλά και να αγκαλιάσει την καρδιά του με την παρουσία της και την προσδοκία του λόγου της.

“Γεια σου Κωνσταντή!”

Εκείνος την πλησίασε. Στάθηκε δίπλα της με το χαμογελαστό πρόσωπό του να αντικρίζει το δικό της. Ήταν καιρό ερωτευμένος μαζί της. Έναν έρωτα βαθύ, απόλυτο, φορτωμένο με την μορφή της, τα γραμμένα της χείλη, το χυμώδες κορμί της. Την καρδιά της ολάκερη μέσα στα χέρια του. Έναν έρωτα που κρυφόπαιζε στα λόγια τους φοβισμένος να ειπωθεί διάπλατα και ανοιχτά. 
Και για τη Δάφνη δεν της ήταν αδιάφορος. Την τραβούσε η παρουσία του, η αύρα του. Την γοήτευε αφόρητα ο πόθος του, την κανάκευαν τα γλυκά του λόγια, την φούσκωναν το ότι γέμιζε τα όνειρά του με την ανάσα της.

“Γεια σου και σένα Δάφνη” Της αποκρίθηκε συνεχίζοντας “Σήμερα είσαι τόσο όμορφη”
“Βρίσκεις;” τον ρώτησε γεμάτη με εκείνο το παιχνιδιάρικο ύφος της, σαν το πέταγμα της άγουρης πεταλούδας πάνω στα ανθισμένα λουλούδια.
“Πόσες φορές πρέπει να στο πω για να το νιώσεις Δάφνη”
Πετάρισε δίπλα του γεμάτη τσαχπινιά. Της άρεσε να τον αναστατώνει.
“Πάμε να περπατήσουμε;” Της είπε.

Άρχισαν να τρέχουν πάνω στο λόφο. Ξεμάκρυναν λίγο απ το σπίτι, τράβηξαν έξω απ τον αυλόγυρο, πέρασαν τα όρια απ τα μεγάλα κυπαρίσσια. Κίνησε τα βήματά της πιο γρήγορα, όλο και πιο γρήγορα. Σε λίγο έτρεχε ανάμεσα στα χωράφια με εκείνον ξωπίσω της. Την πρόφτασε. Άπλωσε τα δυνατά του χέρια και την άδραξε απ τους καρπούς.
“Περίμενε!”
Εκείνη γέλασε.
“Γιατί πρέπει πάντα να φεύγεις; ένα σου λόγο θέλω, ένα σου βλέμμα”
“Τι βλέμμα;” Του είπε γυρίζοντας απότομα στο πρόσωπό του. Τα χείλη τους ήρθαν πολύ κοντά, οι καυτές τους ανάσες έσμιξαν αναστατωμένες. Άπλωσε τα χέρια του στα δικά της, τα τράβηξε στην αγκαλιά του.
“Πες μου”, της είπε, “Δεν νιώθεις τίποτα για μένα; Δάφνη; Σ’ αγαπώ! Πόσες φορές πρέπει να στο πω”

Τον κοίταξε στα μάτια. Απ τη μια το ένιωθε ότι συνέβαινε, το περίμενε ότι κάποια στιγμή θα της το έλεγε. Απ την άλλη ξαφνιάστηκε, λες και τώρα συνειδητοποιούσε τη σημασία του.
“Δεν μιλάς; Ξέρεις ότι για μένα είσαι μια ολάκερη ζωή” της είπε.
“Δεν ξέρω….” Ψέλισε, “Ναι…” Κόμπιασε.
“Δεν είμαι τίποτα για σένα; τίποτα;” της είπε ικετευτικά.
“Είσαι Κωνσταντή, ναι, είσαι….”

Τα πρόσωπά τους πλησίασαν ακόμα πιο πολύ. Την τράβηξε απαλά στην αγκαλιά του, τα χείλη τους έσμιξαν σε ένα απαλό, τρυφερό φιλί. Η καρδιά της Δάφνης χόρευε σε έναν άναρχο ρυθμό. Τα συναισθήματα έστηναν  χορό μέσα της. Τράβηξε το κεφάλι της να γείρει στον ώμο του στο πλάι και την έκλεισε στην αγκαλιά του. Ένιωθε τους χτύπους της καρδιάς της αλλά συνάμα το βλέμμα της όπως ήταν στραμμένο έβλεπε τα φώτα του λιμανιού να αρχίζουν να ανάβουν σιγά σιγά στο δειλινό που προχωρούσε. Αυτά τα φώτα που πάντα μέσα της ασκούσαν τη δική τους γοητεία και σιγοτραγουδούσαν το δικό τους κάλεσμα.

Άρχισαν πάλι να περπατούν. 
“Θέλω να σε βάλω στο πλάι μου για μια ζωή Δάφνη, να γίνεις δική μου, γυναίκα μου στο σπιτικό μας”
“Εδώ στο λόφο; στη πόλη αυτή;”
“Ναι εδώ. Σε τούτο το λόφο, ψηλά. Λουσμένοι στον αγέρα και στον ήλιο. Στα αστέρια και στο φεγγάρι”
“Η ζωή Κωνσταντή; Η νιότη μας; που θα ζήσουμε τη νιότη μας; Εδώ; σε τούτο το χωριό;”
“Στο σπιτικό της δικής μας αγάπης Δάφνη” της είπε.
Την αγκάλιασε στο πλάι του ξανά. Εκείνη σκεφτόταν. Όλα! Τη φλόγα μέσα της. Τα ταξιδιάρικα όνειρά της. Το λιμάνι, τα φώτα του. Τα καράβια του έφευγαν και ξανοίγονταν για τις μεγάλες πολιτείες.

Εκείνο το βράδυ είχε βγει βόλτα στη παραλία με τις φίλες της. Εκεί, στο μεγάλο δρόμο που έμοιαζε με νυφοπάζαρο. Και να τα αγόρια της μικρής πόλης να τις ακολουθούν κατά πόδας. Να τα γέλια, τα πεταρίσματα. Το φλέρτ.
“Πω πω πέρασε η ώρα, βράδιασε, πρέπει να φύγουμε” Ακούστηκαν οι φίλες της. “Δάφνη καλό βράδυ, να γυρίσεις και εσύ”
“Ναι κορίτσια, θα γυρίσω και εγώ”
Αποχαιρετίστηκαν. Οι φίλες της χάθηκαν στα στενά προς τα σπίτια τους. Η Δάφνη κοντοστάθηκε. Για μια ακόμα φορά τα φώτα του λιμανιού πιο πέρα είχαν ήδη ανάψει. Το κάλεσμα, το δικό τους τραγούδι. Χωρίς να το καταλάβει άρχισε να περπατάει στην προβλήτα του λιμανιού. Έφτασε στα στενά του. Τα μάτια της έπεσαν σε δυό μεγάλα καράβια που έμεναν ακίνητα και φωτισμένα στο λιμάνι. Σαν δυο μεγάλα πουλιά ταξιδιάρικα σε άλλες πολιτείες και θάλασσες. Φορτωμένες υποσχέσεις.

Χωρίς να το καταλάβει είχε πια προχωρήσει για τα καλά στο λιμάνι. Πίσω της τα φώτα απ τα μαγαζιά την έλουζαν στα μαλλιά της. Γύρισε ξαφνικά το βλέμμα της προς τα εκεί. Μαγαζιά ολόφωτα, με άντρες πολλούς αλλά και γυναίκες φανταχτερές, προκλητικές, ατίθασες. Τα μάτια της καρφώθηκαν λαίμαργα στις αγκαλιές. Και πιο εκεί ένα μεγάλο σπίτι, το μικρό πανδοχείο στο λιμάνι με τα κόκκινα φώτα του, πόσο όμορφο και αινιγματικό έδειχνε. Είδε πολλά ζευγάρια να μπαινοβγαίνουν στα σκαλιά του και ρόδισε το πρόσωπό της.

“Προσέχετε θα χτυπήσετε!” 

Η Δάφνη γύρισε απότομα. Το χέρι ενός άντρα την κράτησε λίγο πριν πέσει πάνω στον κάβο. 
“Με συγχωρείτε” πρόλαβε να τραυλίσει. Τα μάτια της έμειναν ακίνητα στα δικά του. Ήταν όμορφος καλοντυμένος. Έλαμπε στη νιότη και στο ντύσιμό του. Κάποιος έμπορος θα είναι, σκέφτηκε.
“Έτσι απρόσεχτα περπατάτε πάντα;”
“Περπατούσα και αφαιρέθηκα λίγο”
“Είναι επικίνδυνο αυτό” της είπε με γοητεία χωρίς να την αφήνει απ τα μάτια του. Συνέχισε:
“Φοίβος” της είπε απλώνοντας το χέρι του στο δικό της. Είδε το δισταγμό της. Εξακολουθούσε να τον κοιτά ξαφνιασμένη.
“Εσεις;” επέμενε εκείνος.
“Δάφνη…” κατάφερε να ψελλίσει απλώνοντας και το δικό της χέρι. Στο άγγιγμά τους ένιωσε τη θέρμη του και την τόλμη του.
“Λοιπόν Δάφνη; να τολμήσω να ρωτήσω τι θέλει μια όμορφη γυναίκα εδώ στα δικά μας μέρη;”
“Δικά σας; θέλετε να πείτε…”
“Είμαι έμπορος και με έφερε κάποιο απ τα καράβια”, της είπε.
“Σε αυτά εδώ;” τον ρώτησε περισσότερο ξεθαρρεμένη τώρα, κοιτώντας με θαυμασμό.
“Ναι στον Ωκεανό” της είπε δείχνοντας το ένα από τα δύο καράβια στο βάθος.
"Κάνω συχνά αυτό το ταξίδι γιατί κλείνουμε κάποιες δουλείες με τα μεταλλεία, είσαι εδώ ντόπια;"
"Ναι, ναι..." Του απάντησε σφιγμένη η Δάφνη.

Ξεκίνησαν να περπατούν, να μιλούν για κάμποση ώρα.
“Πρέπει να φύγω, έχω αργήσει”, του είπε.
“Να σε συνοδεύσω”
“Όχι ευχαριστώ”
Άπλωσε το χέρι του στο δικό της, ένιωσε να ριγά στο σφίξιμο του.
“Χάρηκα που σε γνώρισα Δάφνη”, της είπε.
Του χαμογέλασε αμήχανα τραβώντας το χέρι της.
“Να σε περιμένω αύριο στις επτά το απόγευμα εδώ;” την ρώτησε.
"Έτσι είστε πάντα εσείς απ τις μεγάλες πόλεις; τόσο βιαστικοί;" αντέδρασε εκείνη.
Την κοίταξε βαθιά στα μάτια,
"Αν κάτι μας τραβήξει σοβαρά την προσοχή ναι!" της είπε με περισσό θάρρος που την αναστάτωσε πιο πολύ.
“Καληνύχτα” Του είπε γυρίζοντας την πλάτη της και επιταχύνοντας τα βήματά της. Μέσα της η καρδιά της  χόρευε έναν τρελό ρυθμό καθώς ένιωθε τη ματιά του στην πλάτη της. Ήθελε τόσο να γυρίσει να τον δει.

“Σηκώνει σύννεφα απόψε”, ακούστηκε η φωνή του Κωνσταντή καθώς το βλέμμα του απλώθηκε πέρα στον ορίζοντα στη θάλασσα.
“Που;” ρώτησε η Δάφνη.
“Να εκεί δεν βλέπεις απέναντι”, της έδειξε με το χέρι του. Την έσφιξε στο πλάι του καθώς είχαν σταθεί στην κορυφή του λόφου. Ο σημερινός τους περίπατος, όπως πάντα, δυό τους, στην αύρα του ανέμου που έδερνε βροχιάρης το λόφο. Ένιωσε το ελαφρύ τρέμουλο του κορμιού της.
“Τι έχεις απόψε;” την ρώτησε.
“Τίποτα, σαν τι να έχω”, του είπε.
“Να, σε βλέπω λίγο σφιγμένη, λίγο ταραγμένη”
“Όχι, απλά κάνει ψύχρα Κωνσταντή”, του είπε.
Εκείνος κοίταξε το ρολόι του.
“Επτά η ώρα, μίκρυνε πολύ η μέρα” είπε. Την τράβηξε στην αγκαλιά του. Αφέθηκε στα χέρια του σαν άβουλο μικρό πουλί. Τα χείλη του Κωνσταντή ταξίδευαν στο λαιμό της, στους ώμους της. Όμω το δικό της βλέμμα της απλώθηκε πέρα στο λιμάνι. Έψαξε τα φώτα του που ήδη είχαν ανάψει. Το σχήμα των καραβιών. Φαντάστηκε τον κάβο και κάποιον να περιμένει εκεί μόνος.

Η Ώρα πήγε οκτώ και ο Φοίβος σηκώθηκε από τον μεγάλο κάβο. Έριξε μια τελευταία ματιά ολόγυρα γυρεύοντας τη μορφή της. Ξεφύσηξε δυνατά και πήρε το δρόμο της επιστροφής προς το μικρό Πανδοχείο με μια μικρή μελαγχολία στο πρόσωπό του.


“Θέλω να ζήσουμε μαζί Δάφνη!” της είπε καθώς γύριζαν στο σπίτι για το δρόμο της επιστροφής.
“Αργήσαμε Κωνσταντή, πρέπει να γυρίσω”, του είπε.
Χώρισαν λίγο έξω από τη μεγάλη αυλή. Το φιλί της ήταν κρύο, τυπικό, αμήχανο. Και η νύχτα για το νεαρό παλικάρι ξεκινούσε με βαριές ανάσες και πολλά ερωτήματα καθώς την έβλεπε να κατεβαίνει το χωμάτινο μονοπάτι προς τη πόλη.

Την επόμενη μέρα την ίδια ώρα ο Φοίβος ήταν πάλι εκεί στο ίδιο μέρος. Και περίμενε. Ώσπου την είδε από μακριά να πλησιάζει προσεκτικά. Το χαμόγελο έλαμψε στο πρόσωπό του.
“Επιτέλους ήρθες!” Της είπε.
“Πάμε να περπατήσουμε;” τον ρώτησε.

Ξεκίνησαν. Στα χρώματα του δειλινού τα σώματά τους έτσι κοντά το ένα στο άλλο έγιναν δυο μαβιές σκιές από ψηλά κατά μήκος της παραλίας. Και της μίλησε, για εκείνον. Για τα όνειρά του, τη δουλειά του, τους άλλους κόσμους του. Και η Δάφνη ταξίδευε. Σε όνειρα που αποκτούσαν σχήμα, σε προσδοκίες που ντύνονταν με μέλλον. Γέμισε με καλούδια, με ζωή, με πολύχρωμα φώτα,  με ταξίδια σε πολλούς τόπους. Αχ πόσο της άρεσαν τα ταξίδια.

Και εκεί κάπου στο τέρμα του γιαλού. Με τον ήλιο να έχει χαθεί στην αγκαλιά της θάλασσας έγειρε στην αγκαλιά του, γεύτηκε το φιλί του, τρυφερά στην αγκαλιά του. Μόνο που φεύγοντας το βλέμμα της πλανήθηκε αντίκρυ ψηλά στο λόφο. Και το μεγάλο σπίτι στο λόφο ορθώνονταν ψηλά ένας παγερός σκούρος όγκος.

“Κωνσταντή δεν έχουμε ζωή εδώ”, του είπε και εκείνος ένιωσε την καρδιά του να παγώνει σαν να την άγγιξε σκληρό μάρμαρο.
“Δάφνη!”
“Δεν θέλω να ριζώσω εδώ, δεν θέλω να βουλιάξω στη μιζέρια αυτής της πόλης και στα νοτισμένα γκρίζα σοκάκια της, θέλω να ζήσω…”
“Δάφνη! Με τι θα αντάλλαζες τη μαγεία αυτής της θέας. Τι καλύτερο θα ήταν απ το να αγγίζεις τον ουρανό κάθε πρωί και να τον αποχαιρετάς το βράδυ σαν σμίγουν τα χέρια σου με το φεγγάρι”
Δεν απάντησε. Μήτε σε αυτό μήτε σε πολλά.
“Θέλω να ζήσω Κωνσταντή!” του είπε σαν χώρισαν. Και εκείνος δεν ήξερε πως να νιώσει σαν τα τρεμάμενα χείλη της τον αποχαιρετούσαν με ένα φιλί στο μάγουλο.
“Αν μ αγαπάς πραγματικά κατάλαβε με”, του είπε καθώς γύρισε μια τελευταία φορά να τον κοιτάξει όπως την θωρούσε ενώ κατηφόριζε ήδη το μεγάλο χωμάτινο μονοπάτι.

Πολλά δειλινά τον βρήκαν να στέκει ολομόναχος εκεί ψηλά στο λόφο και τα μάτια του να πονούν απ την προσμονή. Η Δάφνη δεν ανέβαινε πια στο μεγάλο πέτρινο σπίτι. Ώσπου αποφάσισε εκείνος να πάρει την κατηφοριά και να πάει να την ψάξει, να την βρει. Και το έκανε εκείνο το σούρουπο. Έφτασε ως κάτω στη βάση του λόφου, πήρε το δρόμο προς το λιμάνι, πέρασε μέσα απ τα στενά του και βάδιζε προς τη πόλη, στο σπιτικό της. 

Ώσπου λίγο έξω από το μικρό πανδοχείο την είδε! Γεμάτη φλόγα στο πρόσωπο και χάρη στο κορμί να πηγαίνει προς την είσοδο. Και παγωμένος χωρίς ανάσα την είδε να ρίχνεται στην αγκαλιά ενός άντρα. Και τους δυό τους τύλιξε το κόκκινο φως της εισόδου του Πανδοχείου σαν οι φιγούρες τους χάνοντας στα εσωτερικά σκαλιά του. 

Αλλοπαρμένος και ασταθής έμεινε να κοιτά αποσβολωμένος τα φωτισμένα παράθυρα του πανδοχείου. Σε κάποιο δωμάτιο από αυτά ο Φοίβος τύλιγε τα χέρια του δυνατά γύρω απ το κορμί της Δάφνης που σπαρταρούσε στα χέρια του. Έβγαζε το φουστάνι της απαλά την ώρα που τα χείλη του έκαιγαν τα δικά της. Και με το βλέμμα του χάιδευε κάθε εκατοστό του γυμνού κορμιού της στα χέρια του. Το περίγραμμα των γυμνών σωμάτων τους έγινε γκρίζο πίσω απ την κουρτίνα καθώς οι σκληρές ρώγες από το στήθος της έγιναν μικρές πηγές ηδονής και ζωής στα χείλη του Φοίβου.

Ο Κωνσταντής πήρε αργά και βουβά το δρόμο του γυρισμού. Παγωμένος, ανέκφραστος. Με τα μάτια του να καίνε από τα πύρινα δάκριά του. Ναι τα δάκρυά που έκαναν υγρές γραμμές στο πρόσωπό του την ίδια στιγμή που ο Φοίβος την έκανε δική του. Την ίδια στιγμή που τα χέρια του ταξίδευαν στο μουσκεμένο της είναι και τα χείλη του σκορπούσαν φωτιά στα υγρά της πόδια. 

Ο ανήφορος φαινόταν βουνό στον Κωνσταντή. Και αγκομαχούσε. Όπως αγκομαχούσε την ίδια στιγμή και η Δάφνη όταν τα ανοιχτά της πόδια τυλίχτηκαν στο δυνατό κορμί του Φοίβου και τα αδημονούντα χέρια της τον τραβούσαν την ώρα που μπήκε μέσα της με πάθος. Και τα πετράδια με τους θάμνους φάνηκαν αλλόκοτα απόψε στον Κωνσταντή. Σκληρά, κοφτερά, σαν βασανιστικά καρφιά στα πόδια του. Σαν τους αναστεναγμούς εκείνης την ώρα που κυμάτιζε το κορμί της ηδονικά και αχόρταγα. 

Ο Γολγοθάς στην κορυφή του λόφου. Η Ανάβαση στην κορύφωση της ηδονής. Τέσσερις καρδιές που πάλλονταν για διαφορετικό λόγο. Και την ώρα που εκείνη φώναξε “Σε θέλω μέσα μου να τελειώσεις”, εκείνος στην άλλη άκρη είχε πια φτάσει στο τέλος. Στο τέλος του λόφου. Στο μεγάλο πέτρινο σπίτι. 
Τη στιγμή που τα υγρά της κορύφωσης κυλούσαν ανάμεσα στα καυτά της πόδια και οι κραυγές τους άγγιζαν τις καρδιές τους, γίνονταν φωνές που έσμιγαν με τον αγέρα και έφταναν ως πάνω ψηλά στο λόφο. Την ίδια ακριβώς στιγμή το ύστατο δάκρυ κυλούσε στο μάγουλο του Κωνσταντή σαν αποχαιρετισμό στη ζωή καθώς το πόδι του πέταξε μακριά το σκαμνί κάτω απ τα πόδια του, αφήνοντας το κορμί του να αιωρείται άψυχο, κρεμασμένο στο σχοινί του μεγάλου πεύκου.

Οι ανάσες του Φοίβου και της Δάφνης γεννούσαν το δικό τους τραγούδι λες και συνόδευαν το βουή που έκαναν τα αψηλόκορφα κυπαρίσσια και τα πεύκα ολόγυρα στο πέτρινο σπίτι στο λόφο. 

@@@@@@@@@@@@@

“Θεέ μου τραγικό, τι πόνος!” Είπε έντονα συγκινημένη ίσως και δακρυσμένη η Κατερίνα όταν ο Κώστας τελείωσε τη διήγησή του.
“Και τι αντίθεση!” Της απάντησε ο Κώστας αγκαλιάζοντάς την στοργικά.
“Ξέρουμε τι απέγινε η Δάφνη;”
“Έφυγε με τον Φοίβο αμέσως μετά. Κάποιοι λένε ότι παντρεύτηκαν πέρα μακριά σε άλλες πολιτείες”
“Και ο Κωνσταντής…..”
"Να εδώ!", της είπε καθώς στάθηκαν κάτω από ένα τεράστιο πεύκο που υψώνονταν αρχοντικά μπροστά τους με τα κλαδιά του απλωμένα ψηλά στον ουρανό.
Πήραν το δρόμο προς την εξώπορτα.

“Αυτή είναι η ιστορία του μεγάλου πέτρινου σπιτιού στο λόφο. Από τότε λένε, κανείς δεν έζησε ξανά εδώ. Το σπίτι ερήμωσε, χάνεται χρόνο με το χρόνο μέσα στη λήθη και στο πόνο.
“Σ’ αγαπώ!” Του είπε εκείνη αγκαλιάζοντάς τον.
“Και εγώ Κατερίνα!”

Έριξαν μια τελευταία ματιά στο σκούρο βαρύ όγκο του σπιτιού και πήραν τον κατήφορο στο μεγάλο χωμάτινο δρόμο. Βάδιζαν βουβοί. Και μέσα σε αυτή τη φορτισμένη σιωπή, γεμάτη συγκίνηση, ακούγονταν ανατριχιαστικά εκείνη η βουή που έκαναν τα κυπαρίσσια στην ένταση του αγέρα, εκείνη τη γνώριμη βουή στην απόλυτη νεκρική γαλήνη που συναντάς στα κοιμητήρια.

Τέλος






Subscribe to our newsletter

Follow by Email