H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Σάββατο 14 Ιανουαρίου 2023

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 28η δημοσίευση

  


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7
















Ανάρτηση 24

Ανάρτηση 25

Ανάρτηση 26 

Ανάρτηση 27

Αγαπημένες φίλες και φίλοι, μετά τη διακοπή της γιορταστικής περιόδου, επανέρχομαι στο μυθιστόρημά μας για τη συνέχεια και την ολοκλήρωσή του. Σήμερα ανεβαίνει το 28ο μέρος.

Στην 27η δημοσίευση, παρακολουθήσαμε τις εξελίξεις, που είχαμε αμέσως μετά τον όλεθρο των Αργείων και των συμμάχων τους, στη μάχη μπροστά στη Θήβα. Οι εναπομείναντες Αργείοι με το βασιλιά Άδραστο, σε τραγική κατάσταση, αποφασίζουν να ζητήσουν από τους Θηβαίους, να θάψουν τους νεκρούς τους και φυσικά να αποχωρήσουν ηττημένοι. Ακολουθώντας τις αυστηρές διαταγές του Κρέοντος, οι Θηβαίοι αρνούνται σκληρά κάθε τέτοια συζήτηση και οι Αργείοι φεύγουν απελπισμένοι. Ο Άδραστος αποφασίζει να ζητήσει τη μεσολάβηση του Θησέα, βασιλιά της Αθήνας.

Στο μεταξύ, η Αντιγόνη έρχεται αντιμέτωπη με τις κραυγαλέα σκληρές αποφάσεις του Κρέοντα. Η ίδια διεκδικεί την ταφή του αδελφού της Πολυνείκη μαζί με όλους τους νεκρούς. Η σύγκρουσή τους είναι απόλυτη και καθοριστική για τη συνέχεια.

Τέλος στο Άργος, η Εριφύλη, βασανίζεται από τρομερούς εφιάλτες στους οποίους κυριαρχούν τα δώρα της Αρμονίας, που πήρε απ' τον Πολυνείκη. Ψυχανεμίζεται ότι κάτι τρομερό έχει συμβεί στη Θήβα.


Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη


Μια διαφοροποίηση για το σημερινό κεφάλαιο: Αυτήν την εκπληκτική μουσική, που μπορεί να συνοδέψει όλη σας την ανάγνωση, και όχι μόνο, την επιλέξαμε ΜΑΖΙ με τη Γλαύκη. Είναι κοινή μας πρόταση, ειδικά για αυτό το κεφάλαιο. Αφεθείτε λοιπόν. Η μουσική είναι του Ramin Djawadi από το θρυλικό φυσικά Games of thrones.


28η Δημοσίευση

Κεφάλαιο 3.8  Μετά το θάνατο ο θρήνος

 

3.8.1 Απαγορευμένες χοές

 

Έπρεπε να προλάβει. Δεν είχε χρόνο. Όλα έτρεχαν γύρω χωρίς τη δική της θέληση. Ο Κρέοντας είχε δώσει τις διαταγές του και εκείνη είχε πάρει τις αποφάσεις της. Εκείνες που ακολουθεί το ανθρώπινο γένος από τότε που πήρε πνοή ζωής απ τους Θεούς. Δεν είχε να δώσει λόγο σε κανέναν παρά μονάχα στη συνείδησή της. Και στα συναισθήματά της που την έπνιγαν. Όλα είχαν τελειώσει ολόγυρα στα τείχη της Θήβας. Η νίκη είχε στεφανώσει τα όπλα των συμπατριωτών της όμως ο θάνατος δεν χωρίζει ξένους και δικούς. Και έπεσε πάνω στη γενιά της χωρίς να κάνει διάκριση. Η αδελφή της βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στον ναό της Παλλάδας. Τα αδέλφια της είχαν σκοτωθεί με τα ίδια  τους τα χέρια. Η μάνα της έδωσε ή ίδια τέλος στη ζωή της μην αντέχοντας το χαμό τους. Ο  πατέρας της έφυγε εξόριστος και πέθανε τυφλός, σε ξένη γη. Μια αλληλοσφαγή με διακύβευμα ένα θρόνο και μια εξουσία. Αξίες και συναισθήματα κυλίστηκαν στου θανάτου την αντάρα.

 

Για την Αντιγόνη ο χρόνος αυτές τις στιγμές δεν ήταν σύμμαχος, έπρεπε να βιαστεί. Οι Θηβαίοι είχαν ήδη αρχίσει να περισυλλέγουν, να τιμούν και να καίνε στην ιερή πυρά τα σώματα των νεκρών τους. Τυλίχτηκε στον μαύρο της χιτώνα της. Πήρε στο χέρι της δύο μικρά χάλκινα δοχεία. Στο ένα είχε νερό και στο άλλο μέλι. Έριξε και ένα μαύρο πέπλο στο πρόσωπό της και βγήκε. Ο ήλιος είχε ήδη γείρει πίσω απ τα βουνά στη δύση. Η ατμόσφαιρα ήταν άσχημη και ανατριχιαστική έξω απ τα τείχη της πόλης. Μεγάλες φωτιές είχαν ανάψει ολόγυρα για να καούν οι νεκροί. Μπορούσες να διακρίνεις τις μορφές των Θηβαίων που περιδιάβαιναν ανάμεσα στα σώματα των νεκρών. Το έργο τους ήταν κοπιαστικό και είχε ήδη ξεκινήσει απ την αυγή της μέρας. Θέαμα τρομερό και απόκοσμο συνάμα. Μια απαίσια μυρωδιά είχε σκεπάσει τον κάμπο και παντού ακούγονταν θρήνοι, οδυρμοί και οιμωγές.

 

Ήξερε κατά που θα πάει. Ήξερε που είχαν πέσει νεκρά τα αδέλφια της. Έριξε μια ματιά γύρω της. Στρατιώτες και πολίτες τριγύριζαν παντού. Προχώρησε έξω από τις Νήιστες πύλες. Άρχισε με αγωνία να ψάχνει. Ευτυχώς δεν είχε πέσει ακόμα το σκοτάδι και τα βήματά της, την έφεραν στο μέρος της τραγωδίας. Ένιωσε ένα κόμπο συγκίνησης στο λαιμό της. Η αίσθηση του καθήκοντος της έδωσε δύναμη να τον προσπεράσει. Δεν είχε την πολυτέλεια να λυγίσει. Ειδικά τώρα. Περπάτησε αρκετά μέσα σε ένα περιβάλλον γεμάτο οδύνη και σπαραγμό. Μάνες θρηνούσαν τους γιους τους, γυναίκες τους άντρες τους, από κοντά νεαρά παιδιά που αποχαιρετούσαν τους πατεράδες τους. Οι ιερές νεκρικές φωτιές αγκάλιαζαν τα σώματα των νεκρών για να γίνουν τύμβοι και ταφικά μνημεία αργότερα. Ο πόλεμος! Η κατάρα αυτής της αιώνιας ανθρωποσφαγής, που μονάχα δεινά και θρήνους κουβαλά. Η φρίκη του και τα αποτελέσματά του. Όταν η λογική, ο νους και η ανθρωπιά χάνονται μπροστά στη δίψα για την εξουσία και τους θρόνους. Τότε όλα ισοπεδώνονται. Χάνονται στο δόλο της εξουσίας. Όμως το γένος των ανθρώπων, ποτέ δεν στάθηκε με περίσκεψη μπροστά στην καταστροφή αυτή. Παρασύρεται μανιασμένο στη δίνη των αξιώσεών του. Δεν μένει στο να απολαύσει αυτό που απλόχερα η μάνα Γη προσφέρει για να ζήσουν όλοι. Μα διαλέγει την ιδιοκτησία, αυτό το συνεχές παραπάνω που αποκτιέται με την επιβολή, την αρπαγή, το αίμα. Μονάχα σαν πάψουν οι μάχες, σαν σταματήσουν οι βοές των αλόγων και των αρμάτων, σαν κόψει η κλαγγή των ασπίδων και των σπαθιών το στρίγγλισμα, τότε και μόνο τότε έρχεται το αποτέλεσμα. Το αίμα, ο θάνατος, ο θρήνος, ο χαμός.

 

Ένα σκίρτημα στην καρδιά της μαρτύρησε μέσα της ότι έφτασε. Τον είδε. Ήταν εκεί. Ο Πολυνείκης. Ένα κομμάτι απ την ίδια της τη ζωή.  Το σώμα του Ετεοκλή έλειπε. Είδε στρατιώτες ολόγυρά της. Δεν την αναγνώριζαν. Ρώτησε για τον νεκρό βασιλιά και αδελφό της. Της έδειξαν, καθώς  είχαν ήδη τοποθετήσει το σώμα του πάνω στην ξεχωριστή πυρά κατά πως έπρεπε λίγο πιο πέρα. Ήταν ένα μέρος με ιερή σημασία για τη Θήβα. Εκεί που η Ήρα θήλασε τον Ηρακλή μωρό, εξαπατημένη από το Δία. Έμειναν οι δυό τους. Εκείνη κι αυτός. Ποια μοίρα άραγε την όρισε να είναι εκείνη η τελευταία απ’ τα παιδιά του Οιδίποδα. Γονάτισε δίπλα στον Πολυνείκη. Κοίτονταν εκεί παγωμένος και χλωμός. Άπλωσε το ένα  της χέρι να αγγίξει το μέτωπό του. Ένα της δάκρυ κύλησε στα μάγουλά της και έπεσε σπονδή στο πρόσωπό του. Τα μάτια του, αχ αυτά τα μεγάλα του μάτια. Πόσο εκφραστικά την κοίταζαν τότε που ήταν παιδιά. Πότε με αγάπη, πότε για να την μαλώσει, πότε για να παίξει μαζί της παλιότερα. Προσπάθησε να δει μέσα από τα μάτια του. Αυτό το γυάλινο βλέμμα την φόβισε και την έκανε να ανατριχιάσει.

“Σε ποιους κόσμους αγαπημένε ταξιδεύει το βλέμμα σου άραγε;” τού είπε ψιθυριστά σαν να τον νανούριζε, “άραγε να βλέπεις τον αδελφό σου τώρα πια; Τη μητέρα; Την αδελφή μας; Τον πατέρα μας; Τουλάχιστον τώρα νιώθεις την παρουσία τους; Γαλήνεψε μήπως η ανταριασμένη σου καρδιά; Η αδικία που ένιωθες έφυγε; Σαν το αστροπελέκι του Δία που χάνεται με τη βροντή του...”

 

Άπλωσε το τρεμάμενο χέρι της με προσοχή στο κεφάλι του. Νόμιζε ότι το άγγιγμά της θα του κάνει κακό, θα τον πληγώσει. Χάιδεψε τα σκονισμένα του μαλλιά, καθάρισε το μέτωπό του από τα χώματα και τα ξερόχορτα που είχε πετάξει ο άνεμος πάνω του. Και αργά-αργά τα δάχτυλά της κατέβηκαν στα μάτια του.

“Έχε γεια Πολυνείκη αδελφέ μου! Δεν σου ‘φερα νομίσματα αγαπημένε να βάλω στα πονεμένα σου μάτια. Σου ‘φερα όμως τη συγχώρεση και τη γαλήνη που γυρεύεις στον κόσμο του Άδη. Ξέρω ότι ο Αιακός, ο μεγάλος αυτός και δίκαιος κριτής θα είναι ήπιος μαζί σου. Θα σού δώσει ελαφρυντικά και κάποιες αιτίες. Και θα σε περάσει σε φιλόξενο πεδίο να ανταμώσεις με τον αδελφό σου όπως πρέπει σαν ίδιο αίμα. Όπως τότε, στα παιδικά και νεανικά σας χρόνια…”

Τα δάχτυλά της έκλεισαν απαλά και σφάλισαν για πάντα τα δυό του μάτια καθώς οι σταγόνες από τα δάκρυά της γίνονταν μικρές στάλες βροχής στο πρόσωπό του, που έρχονταν να ξεπλύνουν τις στάχτες που έπεφταν από τον ουρανό γεννήματα της πυράς ολόγυρα.

“Ελπίζω τώρα να νιώθεις καλά αγαπημένε! Κοιμήσου ήσυχος, γαλήνιος, χωρίς τις σκέψεις της Έριδας και της Άτης να σε τυφλώνουν. Θα ανταμώσουμε όλοι μαζί όπως κάποτε στου κάτω κόσμου τα δώματα”

 

Πήρε μια μεγάλη ανάσα σαν να συνήλθε. Με το ένα χάλκινο δοχείο με το νερό ράντισε το σώμα του νεκρού. Το ίδιο έκανε και με το άλλο με το γάλα. Ένας αναστεναγμός ανακούφισης βγήκε βαθιά από την ψυχή της. Οι νεκρικές χοές τίμησαν τον καταραμένο και αποκηρυγμένο αδελφό της.

Το βλέμμα της έπεσε στη μεγάλη του πληγή στο σώμα. Ένα κόκκινο μεγάλο αποτύπωμα απλώνονταν από εκεί έχοντας γίνει ένα κρύο στρώμα στο δέρμα του. Σαν να ένιωσε τον ύστατο πόνο του. Όχι, δεν ήθελε αυτό να το δει! Όπως δεν ήθελε να δει και τις πληγές των άλλων δικών της, της μάνας της και του Ετεοκλή. Αίμα βγαλμένο από τα σπλάχνα τους, ίδιο με το δικό της. Σαν να έφευγε και άδειαζε και τη δική της ζωή. Πώς ήταν δυνατόν να έγιναν όλα αυτά τόσο γρήγορα; Πόσο μακριά θα πήγαινε αυτή η κατάρα στη γενιά της σκέφτηκε! Όμως, έδιωξε τις σκέψεις.

“Έλα καλέ μου, ώρα για το στερνό σου ταξίδι…” είπε. Έριξε μια ματιά γύρω της. Άφησε τα δοχεία κάτω και προσπάθησε να τον σηκώσει. Κατάλαβε ότι ήταν αδύνατον. Τότε τον έπιασε από τα χέρια και με μια παράξενη δύναμη, που δεν μπορούσε καμία λογική να δικαιολογήσει την προέλευσή της, άρχισε να το σέρνει προς την πυρά που καίονταν ήδη το σώμα του Ετεοκλή.

“Εκάτη εσύ, χθόνια Θεά, δώσε δύναμη στα χέρια μου να εξαγνίσω τον αδελφό μου! Μην με εγκαταλείπετε στην ώρα τούτη!”

Άρχισε να τραβάει, να σπρώχνει με όση δύναμη είχε. Τα χέρια της μάτωσαν απ την προσπάθεια και χοντρές στάλες ιδρώτα πλημμύρισαν το πρόσωπό της. Έπεφτε κάτω και σηκωνόταν. Όμως τίποτα δεν έδειχνε να μπορεί να την σταματήσει. Άρχισε να φωνάζει και να σκούζει σαν θεριό απ την προσπάθεια. Ώσπου με μια ύστατη προσπάθεια γεμάτη πάθος και πίστη, κατάφερε να αποθέσει τον νεκρό Πολυνείκη δίπλα στον αδελφό του.[1]

 

Έπεσε στα γόνατα εξουθενωμένη και εξαντλημένη. Τους έβλεπε εκεί και τους δύο αγκαλιασμένους στο στερνό τους ταξίδι. Όπως ήθελε να τους βλέπει.

“Αλλιώς ονειρεύτηκα αδελφοί μου την πορεία σας στη ζωή. Αλλιώς τις αγκαλιές σας. Έχετε γειά! Και εσύ περαματάρη, φρόντισε να τους περάσεις στου Χάροντα τα χέρια με τιμή..”

Σε λίγο οι ιερές φλόγες εξάγνιζαν τα νεκρά τους σώματα αποχαιρετώντας την ψυχή τους που ήδη ταξίδευε στον Άδη γυρεύοντας τη γαλήνη που δεν κατάφεραν να βρουν ανάμεσά τους. Έμεινε εκεί γονατιστή, άδεια από δυνάμεις. Με μόνη συντροφιά τα δάκρυά της που είχαν γίνει πια ποτάμια στην πατρική γη. Η οδύνη της έγινε κραυγή, φωνή μεγάλη που υψώθηκε στο δείλι στον κάμπο της Θήβας. Μα μέσα της ένιωθε και μια λύτρωση, μια ανακούφιση. Είχε κάνει το χρέος της απέναντι στον αδελφό της αλλά και στους νόμους των Θεών. Πίσω της δεν μπορούσε να δει το σκληρό βλέμμα του Θηβαίου αξιωματικού, που την κοιτούσε καλά να παραβαίνει την αυστηρή εντολή του βασιλιά του.

 

3.8.2  Το Άργος θρηνεί

 

 Από ψηλά στην ακρόπολη του Άργους φάνηκε η σκόνη που σήκωναν τα άλογα των αγγελιοφόρων καθώς κάλπαζαν μανιασμένα προς την πόλη. Διάβαιναν κάτω το δρόμο που έρχονταν από τις Μυκήνες. Οι πρώτοι κάτοικοι που έμεναν μακριά είχαν ήδη δει τους καβαλάρηδες που έτρεχαν όσο μπορούσαν πιο γρήγορα να φέρουν το μήνυμα της επιστροφής του βασιλιά. Αλίμονο! Μια αναγγελία καταστροφής, οδύνης και πόνου. Πίσω τους ακολουθούσαν όσο μπορούσαν σε ταχύτητα οι δεκάδες στρατιώτες που είχαν σωθεί με επικεφαλής τον Άδραστο και τον Ίαμο, που είχε πια αναλάβει καθήκοντα επικεφαλής αξιωματικού. Από την όψη των αγγελιοφόρων αλλά και κάποια πρώτα κοφτά τους λόγια, ένας ψίθυρος ανησυχίας, φόβου και αγωνίας άρχισε να απλώνεται σε ολάκερο τον Αργολικό κάμπο. “Που είναι ο στρατός;” ήταν μια φράση που έρχονταν στο στόμα όλων. Οι αγγελιοφόροι φώναζαν ειδοποιώντας ότι “φτάνει ο βασιλιάς!”. Έφτανε όμως πως; Στην αναχώρηση του στρατού έτρεμε η γης και η σκόνη, απ τα άλογα και τα άρματα, είχε σκεπάσει τον κάμπο. Τώρα τι;

 

“Κυρά μου έρχονται αγγελιοφόροι! Ο βασιλιάς επιστρέφει!” φώναξε η Θεανώ, η γηραιά ακόλουθη της Αμφιθέης, της γυναίκας του Άδραστου. Μπήκε λαχανιασμένη στο παλάτι γεμάτη αγωνία.

“Ποιος στο είπε; Τους είδες;” πετάχτηκε σαν ελατήριο εκείνη.

“Ναι Κυρά μου, ακούγονται παντού ψίθυροι σε ολάκερο το Άργος, όλος ο κόσμος μιλάει για αυτό”

“Θεανώ! Οι ψίθυροι δεν είναι είδηση, μην με αναστατώνεις!”

Πριν αποτελειώσει τη φράση της ακούστηκαν από μακριά οι ήχοι από τις σάλπιγγες που ανήγγειλαν πάντα την άφιξη του βασιλιά στην πόλη.

“Έρχονται! Ω Δία! Σφίγγεται η ανάσα μου απ την αγωνία!” φώναξε δυνατά η Αμφιθέη.

“Στο είπα κυρά μου…”

“Άσε τα λόγια και πήγαινε να φωνάξεις τα παιδιά μου. Η Αργεία και η Δηιπύλη περιμένουν πως και πως τους άντρες τους. Εγώ θα φωνάξω τον Αιγιαλέα. Ο Κυάνιππος με την Ιπποδάμεια είναι ήδη εδώ. Θέλω τα παιδιά μου κοντά μου αυτήν την ώρα, πρέπει να είμαστε όλοι μαζί” της είπε. Η ώριμη γυναίκα έφυγε γρήγορα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Η Αμφιθέη βγήκε στο αίθριο. Η ματιά της στράφηκε πέρα στον ορίζοντα, εκεί στο δρόμο που κατέβαινε από τις Μυκήνες. Στον ίδιο δρόμο που, πριν μέρες, έβλεπε το στρατό να φεύγει και να σηκώνει το χώμα στον αγέρα αλλά και τον τρανταγμό της γης από τον καλπασμό των αλόγων, τώρα δεν έβλεπε τίποτα από όλα αυτά. Παρά μονάχα λίγη σκόνη που σήκωναν τα άλογα των αγγελιοφόρων.

“Μα που είναι; Από που έρχονται;” σκέφτηκε μεγαλόφωνα καθώς οι πρώτες μαύρες σκέψεις έζωναν την καρδιά της. Έβλεπε ήδη κάτω χαμηλά στα σπίτια της πόλης τον κόσμο να έχει αρχίσει να βγαίνει απ τα σπίτια του και να καρτερά. Τους έβλεπε από ψηλά εκεί  μικρές φιγούρες σαν μυρμήγκια να πηγαινοέρχονται μαρτυρώντας την αγωνία τους.

 

Τα ίδια ερωτήματα έσφιξαν και την καρδιά της Εριφύλης, της Αργείας, της Δηιπύλης και των παιδιών τους. Σε κάθε Αργίτικο σπίτι οι καρδιές άρχισαν να χτυπούν δυνατά. Και τότε ήταν που άρχισε να φτάνει στα αυτιά της Αμφιθέης ένας παράξενος ήχος, μονότονος, στριγγός. Σαν κραυγές οδύνης, σαν γοερό κλάμα. Μια παράξενη βοή άρχισε να έρχεται πέρα από τον Ίναχο ποταμό, να περνά στα πρώτα σπίτια, να αγγίζει το κέντρο του Άργους και να φτάνει ως ψηλά στο παλάτι στην ακρόπολη.

“Ω πολεμόχαρε Άρη και εσύ Λοξία Φοίβε, δείξτε έλεος στη γη και στα σπίτια μας” είπε τρέμοντας η Αμφιθέη.

 

Ο Ηρόδικος, έχοντας μείνει επικεφαλής της φρουράς που έμεινε στο Άργος, κατέβηκε να υποδεχτεί σύμφωνα με τα καθιερωμένα τους αγγελιοφόρους. Η αγωνία όλων άρχισε να ανεβαίνει κατακόρυφα. Σε λίγο έφτασαν στο παλάτι η Αργεία με την Δηιπύλη. Μαζί τους ήταν και τα νεαρά παιδιά τους, ο Θέρσανδρος με τον Διομήδη. Κάθε στιγμή που περνούσε ήταν και ένα σφίξιμο στις ανάσες τους. Οι τρεις γυναίκες κοιτούσαν η μία την άλλη σιωπηρά. Στην κεντρική αίθουσα είχαν φτάσει και τα υπόλοιπα παιδιά του. Η έκφραση στο πρόσωπό τους τα έλεγε όλα. Κάποια στιγμή έγιναν όλοι ένα σώμα καθώς τα δάχτυλα των χεριών τους είχαν πλεχτεί το ένα μέσα στο άλλο.

 

Το ύφος του Ηρόδικου τα έλεγε όλα. Ίσως καν να μην χρειαζόταν λόγια για να περιγράψει τα όσα έμαθε από τους αγγελιοφόρους. Το σοκ ήταν τέτοιο που του πήρε χρόνο να μιλήσει. Αναλογίστηκε το μέγεθος της καταστροφής προσπαθώντας να το συνειδητοποιήσει. Έψαχνε να βρει τον τρόπο που θα μιλούσε στη βασίλισσα και στις κόρες της που περίμεναν. Δεν είχε άλλη επιλογή. Έμεινε λίγο στο στρατώνα του παλατιού για να δώσει οδηγίες αλλά και μόνος του, για να μπορέσει να βρει έστω μια ελάχιστη ικμάδα αυτοκυριαρχίας.

 

Τον είδαν να ανεβαίνει την εξωτερική κλίμακα προς τη κεντρική αίθουσα όπου τον περίμεναν. Η αίσθηση της κακής είδησης είχε αρχίσει να ριζώνει πια μέσα τους. Κάποια στιγμή τον είδαν απέναντί τους. Έτρεξαν κοντά του.

“Λέγε Ηρόδικε, τι έμαθες;” τον ρώτησε η Αμφιθέη. Εκείνος κόμπιασε, προσπάθησε να δείχνει ψύχραιμος.

“Έρχεται ο βασιλιάς! Σε λίγο θα είναι εδώ!”.

Η Αμφιθέη έβγαλε έναν συριγμό ανακούφισης.

“Ω Δία ύψιστε σε ευχαριστώ!” ήταν τα λόγια της.

“Οι άλλοι;” το ερώτημα της Αργείας ήρθε σαν μαχαιριά.

“Δεν ξέρω… το μόνο που ξέρω είναι ότι όπου να ‘ναι φτάνει ο βασιλιάς και θα μας ενημερώσει, δεν είχαν να μου πουν τίποτα παραπάνω οι αγγελιοφόροι…” ψέλλισε ο Ηρόδικος μεταθέτοντας τις τρομερές ειδήσεις σε κάποιο άλλο στόμα απ το δικό του. Η Δηιπύλη έτρεξε πάνω του, τον έπιασε απ τους ώμους με περισσό θάρρος.

“Μίλα Ηρόδικε! Τι έμαθες;”

“Δεν ξέρω κάτι παραπάνω κυρά μου, με τρώει και μένα η αγωνία….” της είπε. Τραβήχτηκε από κοντά της, “πρέπει να φύγω, να υποδεχτώ το βασιλιά”.

Εκείνες έμειναν πίσω όπως ακριβώς πριν. Η Αμφιθέη της πήρε στην αγκαλιά της. Η είδηση ότι ο άντρας της ήταν ζωντανός της είχε δώσει ένα ελάχιστο ψήγμα θετικής σκέψης.

“Μάνα αν έχει γίνει κάτι…” ψιθύρισε με σπαραγμό η Αργεία.

“Σταμάτα κόρη μου, μην προτρέχεις!”

 

Πως είναι αλήθεια να βιώνεις αυτήν την εμπειρία! Να περνάς ανάμεσα από το λαό της πόλης σου νικημένος. Να νιώθεις δεκάδες ζευγάρια μάτια να σε κοιτούν κρεμασμένα στα χείλη σου. Καρτερώντας ένα σου νεύμα, μια σου λέξη, μια είδηση, μια απάντηση στα ερωτήματά τους.

“Τι έγινε βασιλιά;”

“Που είναι ο υπόλοιπος στρατός μας; Εμείς βλέπουμε εδώ λίγες δεκάδες στρατιώτες. Που είναι οι άλλοι;”

“Τα παιδιά μας; Οι άντρες; Οι πατεράδες μας;” Αμείλικτα ερωτήματα, το ένα μετά το άλλο σαν καταιγίδα. Και εσύ να μην μπορείς να τους κοιτάξεις στα μάτια. Να περπατάς με σκυμμένο κεφάλι για να κρύψεις τα δάκρυα που ήδη μούσκευαν το πρόσωπό σου. Να πορεύεσαι ανάμεσα σε κάποιες δεκάδες από ταλαιπωρημένους στρατιώτες, ψυχικά κουρέλια. Και να σκέφτεσαι τι θα πεις! Πως θα απαντήσεις σε όλα αυτά; Αυτά που σε λίγο τον καρτερούσαν. Δεν άντεχε να βλέπει τα πύρινα βλέμματά τους, τα σφιγμένα τους πρόσωπα, τα απλωμένα χέρια τους. Ένας εφιάλτης έτρεχε εμπρός του και ήταν ανίκανος να τον σταματήσει. Ήξερε ότι δεν ήταν όνειρο, ήταν αλήθεια, δεν μπορούσε να ξυπνήσει και να τον διώξει πέρα μακριά. Θα έπρεπε να μάθει να ζει μαζί του, να τον αντιμετωπίσει, να κριθεί για όλο αυτό.

 

Ο Ηρόδικος τον υποδέχτηκε. Δεν είπαν πολλά. Το βλέμμα του Άδραστου τα έλεγε όλα. Άφησε το άλογό του, έριξε αρκετό νερό πάνω του να πάρει μια ανάσα που τόσο είχε ανάγκη.

“Είναι επάνω;”

“Σας περιμένουν βασιλιά μου”

“Γιατί ποιος άλλος είναι;”

“Οι γιοι, οι κόρες σας και τα παιδιά τους”

Ο Άδραστος ένιωσε τον κόμπο να τον σφίγγει. Ήταν ώρα να αναμετρηθεί με την αλήθεια και την πραγματικότητα. Πήρε μια βαθιά ανάσα και άρχισε να ανεβαίνει στα πάνω δώματα του παλατιού.

 

3.8.3  Η ώρα της τραγικής αλήθειας

 

Ανέβηκε τα σκαλοπάτια που οδηγούσαν στην μεγάλη αίθουσα. Όλοι οι υπηρέτες και οι ακόλουθοι είχαν παραταχθεί δεξιά-αριστερά να τον καλωσορίσουν. Έβλεπε τα μάτια τους καρφωμένα στα δικά του. Όλα είχαν ξεκινήσει. Και έπρεπε να τελειώσουν. Να φτάσουν στην τρομερή αλήθεια.

 

Στο κεφαλόσκαλο ψηλά είδε τη μορφή της Αμφιθέης να στέκεται εκεί κορυφαία. Πιο πίσω της οι δυό μεγάλες παντρεμένες κόρες του, η Αργεία με την Δηιπύλη και πιο πέρα τα τρία μικρότερα παιδιά του με τον Αιγιαλέα μπροστά τους.

 

“Άντρα μου! Καλώς όρισες!” ήταν η πρώτη φωνή εκείνης.

“Πατέρα!” οι δεύτερες φωνές πιο πίσω.

 

Πώς να το χειριστείς, Τι να κάνεις; Πώς να ξεκινήσεις;

 

“Γυναίκα μου! Παιδιά μου αγαπημένα” ήταν οι πρώτες του κουβέντες. Ρίχτηκε ο ένας μέσα στην αγκαλιά του άλλου, ένα αλλόκοτο ανθρώπινο κουβάρι εκεί στην είσοδο της κεντρικής αίθουσας. Προσπαθούσαν να βαστάξουν στιγμές μέσα από τις αγκαλιές τους. Ο Άδραστος πνίγηκε στην αγκαλιά τους κάτι που όμως κράτησε για πολύ λίγο καθώς οι δυό μεγάλες κόρες τους τραβήχτηκαν απότομα η μία μετά την άλλη. Δεν άργησε καθόλου να έρθει το πρώτο αμείλικτο ερώτημα που τον τσάκισε.

 

“Πατέρα πού είναι ο Πολυνείκης;” Απ’ την Αργεία και τον Θέρσανδρο πιο πίσω, που είχε έρθει κοντά τους.

“Ο Τυδέας;” ήχησε η δεύτερη ερώτηση σαν μαχαιριά στο κορμί του, από τη Δηιπύλη.

 

Τι να πει; Πώς να το ξεστομίσει; Δεν είχε όμως άλλη επιλογή αλλά μήτε χρόνο για αυτά που είχε στο νου του.

“Κόρες μου…”

Τον κοίταξαν στα μάτια. Ύστερα για δευτερόλεπτα κοιτάχτηκαν μεταξύ τους και με τη μητέρα αλλά και τα παιδιά τους.

“Πατέρα μίλα! Έρχονται με το στρατό έτσι δεν είναι; Πες! Έρχονται πίσω με τους άλλους!” φώναξε η Αργεία.

“Νικηθήκαμε κόρες μου! Οι Θεοί δεν έστερξαν κοντά μας, μάς γύρισαν την πλάτη…”

Τα βλέμματά τους έγιναν αλλόκοτα, γυάλινα. Άρχισαν να τρέμουν.

“Τι θες να πεις πατέρα;”

“Θέλω να πω…. Απ’ το στρατό που έφυγε από εδώ, απ’ το στρατό μας… γλίτωσαν λίγοι, οι άλλοι…”

“Οι άλλοι τι πατέρα; Πού είναι; Πότε θα έρθουν;” ούρλιαξε η Δηιπύλη.

Ο Άδραστος ένιωθε να μην έχει ανάσα μέσα του. Τις τράβηξε κοντά του, στην αγκαλιά του. Μαζί και τα δυό του εγγόνια που κοίταζαν αποσβολωμένα.

“Πού είναι ο πατέρας μας βασιλιά μας; ακούστηκε η φωνή του Θέρσανδρου, ολάκερο παλικάρι πια.

“Δεν θα έρθουν…. Έμειναν εκεί…”

“Εκεί;”

“Ναι…. Για πάντα! Στην αγκαλιά της αφιλόξενης γης, στο Θηβαϊκό κάμπο….”

 

Οι δύο μεγάλες κόρες του έβαλαν τα χέρια τους γεμάτες τρόμο στα μαλλιά και στα μάγουλά τους.

“Ο Τυδέας πέθανε στα χέρια του Πολυνείκη….στης μάχης την αντάρα. Ο Πολυνείκης σκοτώθηκε με τον αδελφό του, ο ένας με το χέρι του άλλου! Από κοντά κι η μάνα τους…..  Ύστερα όλοι! ...Ναι… όλοι…. Ο Αμφιάραος ο άντρας της αδελφής μου, ο Καπανέας, ο Ιππομέδοντας,  ο Ετέοκλος, ο Παρθενοπαίος, όλοι….”

Οι κραυγές τους είχαν σκεπάσει τα λόγια του.

“Πώς έγινε αυτό το κακό άντρα μου;” ρώτησε γεμάτη σπαραγμό η Αμφιθέη.

“Δεν έχει σημασία το πώς έγινε, σημασία έχει ότι έγινε. Και ενώ όλα είχαν ξεκινήσει καλά, τη δεύτερη μέρα ήρθε η καταστροφή…” συμπλήρωσε εκείνος.

 

Εκείνη τη στιγμή άκουσε μια ακόμα γυναικεία φωνή πίσω του. Μια φωνή από μια επίσης τραγική παρουσία, που είχε τρυπώσει στην αίθουσα χωρίς να την αντιληφθούν.

“Αδελφέ μου, που είναι ο άντρας μου;”

Γύρισε απότομα το κεφάλι του προς τα πίσω.

 

“Εριφύλη!”

Πήγε κοντά του. Τον έπιασε από τον ώμο.

“Σε ρώτησα πού είναι ο άντρας μου;”

Ο Άδραστος χαμήλωσε τα μάτια. Η αδελφή του με έντονα τα συναισθήματα στο πρόσωπο.

“Ώστε βγήκε αληθινός! Ώστε είχε δίκιο λοιπόν… είναι έτσι Άδραστε;”

Εκείνος κούνησε καταφατικά το κεφάλι. Εκείνη συνέχισε μονολογώντας:

“Ώστε  δεν έμεινε κανείς ζωντανός, εκτός από έναν. Όπως το είχε δει. Όπως το είχε μαντέψει. Ένας όλεθρος λοιπόν. Όλοι νεκροί εκτός από σένα….” Τον κοίταξε στα μάτια.

“Πως έφυγε;”

Ο Άδραστος κόμπιασε. Δεν ήξερε αν έπρεπε να πει την αλήθεια.

“Στην αντάρα της μάχης Εριφύλη. Κάποια στιγμή υποχωρούσαμε όλοι. Η φυγή μας έγινε πανικός. Έτρεχε με το άρμα του να ξεφύγει. Τον καταδίωκαν πίσω του…”

“Κυνηγημένος λοιπόν…. Τρομαγμένος….” είπε εκείνη.

“Ο φόβος είναι ανθρώπινο συναίσθημα αδελφή μου. Κανείς δεν γεννιέται ήρωας. Σαν όλα χάνονται γύρω σου, δεν είναι εύκολο να σταθείς…”

“Και μετά;” τον ρώτησε.

“Μετά έγινε κάτι που δεν μπορεί ανθρώπινος νους να εξηγήσει. Λες και οι Θεοί πρόσθεσαν τη δική τους επιλογή σε όλο αυτό. Κάποια στιγμή άνοιξε η γη και χάθηκε στο χάσμα της μαζί με τον Βάτωνα, τον ηνίοχό του…”

“Δειλός λοιπόν;”

“Όχι! Σε παρακαλώ. Ο Αμφιάραος ποτέ δεν πίστεψε σε αυτήν την εκστρατεία. Απ’ την αρχή μιλούσε για αυτό που ήρθε μετά. Αν δεν έχεις μέσα στην καρδιά σου κάτι αδελφή μου είναι αδύνατον να πολεμήσεις γι αυτό. Θα το εγκαταλείψεις. Αφού το θεωρείς μάταιο. Αυτή είναι η αλήθεια”

 

Η Αργεία ήταν εκείνη που συνέχισε:

“Ο Πολυνείκης απ’ το χέρι του αδελφού του…”

“Αλίμονο, αλληλοσφάχτηκαν μεταξύ τους τα αδέλφια…” πρόσθεσε ο Άδραστος.

Τα παιδιά άκουγαν σοκαρισμένα, σιωπηρά. Η Δηιπύλη συνέχισε:

“Να λοιπόν τώρα πατέρα, το κέρδος του πολέμου. Της σφαγής το όφελος! Η εκστρατεία σας σε ξένη γη έγινε τάφος για το Άργος και τους Αχαιούς. Και των αδελφών η αμάχη για το θρόνο και την εξουσία, πνίγηκε στο αίμα. Τι κερδίσατε λοιπόν από αυτή σας την εκστρατεία; Πες μου πατέρα τι; (φώναξε…). Πού είναι τα μεγάλα εκείνα λόγια των πολέμαρχων;

“Ποιος θα ακούσει τώρα των γυναικών και των παιδιών τα μοιρολόγια;” είπε η Αμφιθέη.

“Και ποιος θα αντικρίσει τα μάτια τους;” τόνισε όλο νόημα η Εριφύλη.

 

“Πάψτε! Δεν είναι ώρα ακόμα για θρήνους!” πετάχτηκε άξαφνα ο Άδραστος έχοντας ανακτήσει το σθένος του.

“Τι άλλο μας περιμένει ακόμα αδελφέ μου;” τον ρώτησε η Εριφύλη.

“Έχουμε χρέος μπροστά μας, καθήκον και αποστολή. Για αυτό πρέπει να βιαστούμε πολύ”

“Τι συμβαίνει άντρα μου;” ρώτησε η Αμφιθέη.

“Οι Θηβαίοι απαγόρεψαν να τιμήσουμε και να κάψουμε τους νεκρούς μας όπως είχαμε χρέος…”

Επιφωνήματα απόγνωσης ακούστηκαν μέσα στην αίθουσα.

“Τι θες να πεις; Θα μείνουν άθαφτοι να τους φάνε τα όρνια;”

“Τον Τυδέα και τους νεκρούς της πρώτης μάχης τους τιμήσαμε, τους θάψαμε. Όμως οι άλλοι…. Αυτό διέταξε ο Κρέων ο βασιλιάς τους τώρα”

“Και εσείς τι κάνατε;” ρώτησε έντονα η Αμφιθέη.

“Εμείς; Τι θα μπορούσαμε να κάνουμε γυναίκα, ηττημένοι, ντροπιασμένοι, τσακισμένοι; Πήγαμε, παρακαλέσαμε, ικετέψαμε. Αλλά τίποτα!”

“Πού είναι ο τάφος του άντρα μου;” πετάχτηκε με τρόμο και αγωνία η Δηιπύλη.

“Τον θάψαμε εκεί. Στη γη της Θήβας, σε ένα ξέφωτο έξω από τα τείχη. Τουλάχιστον αυτόν τον τιμήσαμε”

“Μήτε τον άντρα μου νεκρό δεν μπορώ να τιμήσω…” ψέλλισε η Δηιπύλη

Η φωνή του έγινε αποφασιστική και τα συναισθήματά του δραματικά έντονα. Τις έπιασε από τους ώμους.

“Πρέπει να βιαστούμε, δεν έχουμε χρόνο. Φεύγουμε σε λίγες ώρες για την Αθήνα”

“Τι να κάνουμε εκεί πατέρα;” ρώτησε η Αργεία.

“Θα πάμε ικέτες στο βασιλιά Θησέα! Θα τον παρακαλέσουμε να μας βοηθήσει. Όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο για μας αλλά και για ...εκείνους. Είναι η μοναδική μας ελπίδα.”

Η Δηιπύλη με την Αργεία άρχισαν να τραβούν τα μαλλιά τους με οδύνη.

“Τι μας έμελε να ζήσουμε Ήρα, θεά του γάμου!”

“Τρέξτε να ειδοποιήσετε και τους ανθρώπους των άλλων Ηρόδικε!” έδωσε την εντολή του.

 

Αντιμέτωπη με τα παιδιά της

 

Την περίμεναν από ώρα. Η Ευρυδάμεια τους είχε ενημερώσει ότι η μητέρα τους ήταν στου αδελφού της το παλάτι, στον Άδραστο μαζί με τις άλλες γυναίκες, για να μάθει τι είχε γίνει με την επιστροφή τους απ τη Θήβα. Στα αυτιά τους είχαν φτάσει εδώ και ώρα, από έξω οι οιμωγές και τα κλάματα. Ο θρήνος που είχε σκεπάσει την πόλη είχε φροντίσει ύπουλα να απλωθεί και στη δική τους καρδιά. Ο Αλκμαίων ήταν μεγαλύτερος από τον αδελφό του τον Αμφίλοχο. Στα δεκατρία περίπου εκείνος, ενώ ο μικρός στα έντεκα. Από τότε που ο πατέρας τους είχε φύγει με το στρατό για τη Θήβα, τους έτρωγε η αγωνία. Τα λόγια του είχαν φωλιάσει στην καρδιά τους σαν μια πέτρα που δεν μπορεί κανείς να την κουβαλήσει.

 

Τους βρήκε και τους δυο να την περιμένουν στο δώμα του σπιτιού τους. Μπήκε μέσα αλαφιασμένη, βουβή. Μόλις τους είδε έμεινε ακίνητη στη θέση της. Τα βλέμματά τους ήταν καρφωμένα ίσια στα δικά της. Προσπαθούσαν να τρυπήσουν τη σκέψη της, να μπουν μέσα, να την διαλύσουν. Μετά από λίγο έκανε ένα βήμα πιο μπροστά προς το μέρος τους.

 

“Ο πατέρας;” ακούστηκε η ερώτηση του Αλκμαίωνα σαν μαχαιριά στην καρδιά της. Δεν απάντησε.

“Γύρισε με τους άλλους;” ήρθε η δεύτερη ερώτηση του Αμφίλοχου, σαϊτιά στο σώμα της.

Έκανε ένα ακόμα βήμα προς το μέρος τους.

“Ο πατέρας σας…” ξεκίνησε να λέει.

“Δεν θα γυρίσει ποτέ!” της απάντησε με πέτρινη παγωμένη φωνή ο μεγάλος της γιος. Εκείνη ανατρίχιασε. Έγνεψε καταφατικά στο ερώτημά του. Ο Αμφίλοχος ξέσπασε σε λυγμούς.

“Το ήξερα…” συνέχισε στον ίδιο παγωμένο τόνο ο Αλκμαίων.

“Πώς… πού…” κατόρθωσε να τον ρωτήσει.

“Μάς το είχε πει… πριν φύγει μάς το είπε ότι δεν θα γυρίσει. Σήμερα το βλέπουμε με τα μάτια μας” της απάντησε πνίγοντας τον κόμπο που τον έπνιγε.

Πήγε κοντά τους. Προσπάθησε να τους πάρει στην αγκαλιά της.

“Μείνε εκεί!” της είπε τρέμοντας ο Αλκμαίων. Ο Αμφίλοχος είχε προλάβει να γείρει λίγο στα χέρια της.

“Αυτό που ήθελες έγινε τελικά!” της πέταξε με ένα ύφος που φοβόταν ότι έκρυβε και μίσος απέναντί της.

“Τι εννοείς ήθελα;” του απάντησε.

“Έτσι δεν αποφάσισες; Πριν φύγουν εσύ δεν ήσουν εκείνη που ανάμεσα στον πατέρα και στον βασιλιά είπες να γίνει αυτή η εκστρατεία; Έγινε λοιπόν μητέρα. Και τώρα να τα αποτελέσματα”

“Ένας άνθρωπος γύρευε και εκείνος την επιστροφή στο σπίτι του. Κάτι που δικαιούταν και του το άρπαξαν. Είχε κάθε δικαίωμα να το διεκδικήσει” απάντησε σε μια προσπάθεια να ανοίξει κουβέντα. Τα παιδιά, κύρια ο Αλκμαίων έδειξαν απ την αρχή προκατειλημμένα. Εκείνη όμως το προσπάθησε.

“Η Μοίρα είναι για να την διεκδικούμε παιδιά μου! Δεν είμαστε ξεκομμένοι από τους άλλους ανθρώπους. Κάποιοι μας ζήτησαν βοήθεια και τη στήριξή μας. Στη δική τους θέση σήμερα είμαστε εμείς. Εμείς που θα ζητήσουμε τη βοήθεια των Αθηναίων για να απαιτήσουμε το δικό μας δίκιο…”

“Ο πατέρας ήξερε και σε είχε προειδοποιήσει…”

“Ο Πατέρας σας μπορεί να ήξερε και να επαληθεύτηκε. Όμως δεν κρίνουμε μια απόφαση από το αποτέλεσμα αλλά απ την ώρα που την πήραμε γιε μου. Και εκείνη την ώρα το δίκιο φώναζε να στηρίξουμε τον Πολυνείκη”

“Μητέρα είχες μια αρμοδιότητα και πήρες μια απόφαση. Ο πατέρας σε παρακάλεσε, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, σού εξήγησε…”

“Ο πατέρας σας απαίτησε! Αξίωσε!”

“Ποια είναι η διαφορά λοιπόν;”

“Η διαφορά είναι στη στάση του απέναντί μου. Και στο ρόλο που με καλούσε να έχω”

“Τι απέγινε ο πατέρας;” ρώτησε ο Αμφίλοχος.

Η Εριφύλη τους είπε όλα όσα έμαθε. Μόνο που φρόντισε προσεκτικά να μην μεταφέρει στα παιδιά της την τελευταία εικόνα ενός δειλού Αμφιάραου στο πεδίο της μάχης. Δεν τους είπε ότι τράπηκε σε φυγή. Δεν χάλασε στα μάτια της ψυχής τους την ηρωική εικόνα που έχουν για εκείνον.

“Δεν έμεινε τίποτα για να τον τιμούμε, για να τον νιώθουμε κοντά μας” είπε συγκινημένος ο Αλκμαίων.

“Οι Θεοί διάλεξαν να τον πάρουν κοντά τους με αυτόν τον τρόπο, ένα δικό τους τρόπο”

Προσπάθησε να πάει κοντά τους. Να τα αγκαλιάσει. Όμως ο Αλκμαίων έκανε ένα βήμα πίσω.

“Άφησέ μας να τον τιμήσουμε με το δικό μας τρόπο” της είπε με το κρύο του βλέμμα. Ένα βλέμμα που η Εριφύλη ήταν σίγουρη ότι θα έβλεπε μόνιμα πια απέναντί της. Πήρε μαζί του τον αδελφό του και βγήκαν από το δώμα. Έμεινε μόνη της. Άρχισε να συνειδητοποιεί ότι πλέον θα ένιωθε όλο και πιο μόνη σε εκείνο το σπίτι. Ο Αμφιάραος ήταν πολύ δυνατή προσωπικότητα για να αφήσει τις επιρροές στα παιδιά του ελεύθερες. Θα προσπαθούσε να αλλάξει αυτήν την εικόνα. Ήξερε ότι θα ήταν πολύ δύσκολο. Μέσα της ένιωθε ότι έκανε αυτό που της υπαγόρευσε η συνείδησή της.

 

Έκανε κάποια βήματα στο σπίτι τους. Στη μνήμη της ήρθαν πάλι εκείνες οι απαίσιες εικόνες του πρόσφατου εφιάλτη της. Ταραγμένη πήγε στο προσωπικό της δώμα. Έψαξε με προσοχή αλλά και αγωνία σε κάποιες κρύπτες. Το κουτί με το περιδέραιο. Το δώρο που της έδωσε ο Πολυνείκης πριν πάρει την απόφασή της. Με χέρι που έτρεμε κατάφερε τελικά να ανοίξει το σκαλιστό κουτί. Η λάμψη από το περιδέραιο απλώθηκε στα μάτια της, την τύλιξε, την έκανε να ανατριχιάσει σύγκορμη σαν κάποια παράξενη δύναμη να την κατέλαβε και να την έπαιρνε στο δικό της κόσμο.

(Συνεχίζεται...)

 



[1]     Το μέρος αυτό ονομάστηκε “Σύρμα Αντιγόνης” (Παυσανία “Ελλάδος περιήγησις” Βοιωτικά. Κεφάλαιο 25, παράγραφος 2)

Τετάρτη 4 Ιανουαρίου 2023

"Του βερνικιού το φέγγος" (Ποίημα συμμετοχή μου στο 29ο "Συμπόσιο ποίησης")

 29ο "Συμπόσιο Ποίησης"

Πίνακας του: Wim van de Water

"Του βερνικιού το φέγγος"


Τίποτα δεν άλλαξε στης όψης σου το σχήμα

κι ο χρόνος αναλλοίωτος χάιδεψε την υφή σου.

Γλυκόπιοτος και φιλικός στο στάσιμό σου εστάθη,


Σαράκι δεν εμόλεψε, του βερνικιού το φέγγος σου

και τ’ άρωμα του ξύλου, σαν το κρασί παλιώνει.

Μονάχα κάτι χαρακιές το σώμα σου διαβαίνουν,

ρυάκια φιδίσια γράφουνε, μοναχικά δρομάκια.


Διάβηκα μέσα τους να μπω, ξανά να περπατήσω,

τις θύμησες ακάλεστες ξανά να ζωντανέψω.

Πληγές, γδαρσίματα, γωνιές ξανά να τις αγγίξω,

τραγούδια τόσα να μου πουν, στιγμές να περιγράψουν.


Τα σκαλιστά τα γείσα σου ολόγυρα να θωρήσω,

και στις καμπύλες των ποδιών τα χάδια μου να αφήσω.

Το ίδιο χυτά, ομορφόστεκα, σαν ερωμένης γάμπες,

που ηδονές παράταιρες στον έρωτα χαρίζουν.


Πάνω αντιφεγγίζεται του φεγγαριού το θάμπος,

σαν χύνεται στο σώμα σου κρυφά απ’ το παραθύρι.

Σχήματα κάνει αλλόκοτα, ονείρων χαρακτήρες

σαν τότες που ερχότανε να με κρυφοκοιτάξουν.


Τότες που στέγη εύρισκα φυγάς του κάθε φόβου,

τότες που μ’ αγκάλιαζες το δάκρυ μου να κρύψεις,

παιδί κοντά σου, ζήταγα τον κόσμο το δικό μου,

γυρεύοντας ανασασμό και ονείρωνε ταξίδια.


Θυμάσαι άραγε πες το μου, δικές μου πολιτείες,

που έστηνα στου ίσκιου σου τη φιλική την κλίνη;

Τι στράτες αναρίθμητες έφτιαξα εκεί δα κάτω;

και πόσους φόβους έθαψα στα ακροπόδαρά σου;


Στιγμές ήταν που αχολόχαγε τ’ αστραποβρόντι απάνω,

χάραζε τότε ο ουρανός με φωτεινές λεπίδες

και κρότος απροσμέτρητος τον τρόμο του σκορπούσε.

Τότες ήταν που λούφαζα στα πόδια σου σφιγμένος,

με τρέμουλο αχόρταγο το σώμα να σφαδάζει.


Κι όταν ο χρόνος μ΄ έφερε αντίκρυ σου να κάτσω,

ισότιμα να σε θωρώ, να σε σφτιχταγκαλιάσω.

Θυμάσαι πόσα αράδιασα παιχνίδια απάνωθέ σου;

σπιτάκια, πόλεις και χωριά ζωντάνεψαν αγόγγυστα,

στην αγκαλιά σου μέσα.

Κλάματα, γέλια και φωνές, χτυπήματα ολούθε.


Κείνες τις τόσες ζωγραφιές, των μολυβιών γεννήματα,

αυτές που ζήση εύρισκαν στο ξύλο σου επάνω,

μπογιές, χρώματα, χάρακες, διαβήτες, μουσαμάδες,

χορό έπιαναν τρελό στης έμπνευσης τον οίστρο.


Κείνο το ράδιο έλεγα, θυμήθηκες καθόλου;

γλυκόλαλο, περίτεχνο, αχώριστη συντροφιά μας,

πόσες γιορτές ανάγγειλε με μάς ολόγυρά του.

Μα να! Καλούδια τόσα πάνω σου με μιας να ζωντανεύουν!


Κουλούρια, πίτες και γλυκά, με ευχές ευλογημένα,

τσουρέκια ομορφοζύμωτα, καλάθια γεμισμένα,

αγάπης γεννήματα πολλά, γιορτάδες να ζυγώνουν,

στο σώμα πάνω σου ζωή απέκτησαν με χάρη.


Κοίτα να δεις θυμήθηκα, κοίτα να δεις τι βλέπω,

ολόγυρά σου κάθονται τόσοι αγαπημένοι,

γιορτές και ευχές να δίνουνε, φιλιά να ανταλλάζουν,

στο φαγητών το άρωμα και στου κρασιού τη γεύση.


Πάντα εσύ επίκεντρο σε κάθε ψυχής το ρίγος.

Δάκρυ, χαμόγελο και φως. Σκοτάδι και αντάρα.

Ζωή και θάνατος μαζί, δάκρυα και φοβέρες,

ένα μαζί σου γίνηκαν, μπολιάστηκαν κοντά σου.


Πόσων σοφών κληρονομιές απλώθηκαν σιμά σου,

βιβλία και τετράδια, συγγράμματα και γκραβούρες.

Θυμάσαι δα το θόρυβο το ρυθμικό εκείνο,

τα γράμματα σαν χόρευαν στων πλήκτρων το χορό,

της μηχανής το γράψιμο, προίκα για συντροφιά σου.


Πάνω σου επρωτόγραψα τα γράμματα εκείνης,

στου λούστρου σου τη ζάλη μου, έβλεπα τη μορφή της,

το σώμα της ολόγυμνο να καίει τα σωθικά μου,

τα στήθια της να λάμπουνε στου καντηλιού το φέγγος.

Έρωτας αχαλίνωτος ο πόθος μου για εκείνη,

και προσμονή εναγώνια την πόρτα μου να κρούσει,

αντίκρυ μου στην καρέκλα σου, γαλήνια ν’ ακουμπήσει,

τα χέρια της να αγγίξουνε τις σκαλιστές σου άκρες.


Τραγούδι όμορφο να πουν, σχήματα να χαράξουν,

στο νοτισμένο θάμπος σου, το αποτύπωμά τους,

αγκαλιασμένους να μάς βρει, αυγής η πρώτη αχτίδα.


Στιγμές πολλές, ατέλειωτες, αχόρταγες στη μνήμη,

επάνω σου φωλιάσανε τραπέζι αγαπημένο.

Καρδιάς μας μέρος τρυφερό, σημαδιακό, μεγάλο!

Κοίτα η ζήση τώρα δα, παράθυρα που ανοίγει,

και ρίχνει μπρος στο βλέμμα σου εκεί παρατημένο.


Σε δώμα μέγα φωτεινό βουβό σκαρί να στέκει.

Έρημο, μόνο και βαρύ να σέρνει τη σιωπή του,

έκθεμα αξιοσέβαστο σε βλέμματα εμπόρων.

Μπορεί να λάμπεις άψογο δεόντως στολισμένο,

πολλά επιφωνήματα η όψη σου να σέρνει.


Όμως εγώ μπορώ να δω ίσια μες στην καρδιά σου,

τη μοναξιά σου απόλυτη σαν πάγο να σε δένει,

χωρίς τους χτύπους της καρδιάς, τραπέζι ακριβό μου,

πού να διαβαίνει άραγε απόψε ο λογισμός σου.


Όμως εδώ είμαι έφτασα, με αγκαλιά ανοιγμένη,

με θέληση ακλόνητη κοντά μου να σε πάρω,

να σε θωπεύσω όπως παλιά με των χεριών το χάδι,

και της ζωής μου τα αύριο μαζί σου να τα ζήσω,

τραπέζι μου μονάκριβο, τραπέζι αγαπημένο.



Το παραπάνω μου ποίημα, ήταν η συμμετοχή μου στο 29ο δικτυακό "Συμπόσιο ποίησης". Το αγαπημένο και καταξιωμένο ποιητικό δρώμενο, που διοργάνωσε για μια ακόμα φορά η αεικίνητη φίλη Airis, στο μπλογκ της  "Η ζωή είναι ωραία"

26 Υπέροχα ποιήματα, για μια ακόμα φορά, κλήθηκαν να αποδώσουν, με τη δική τους έμπνευση, την έννοια της λέξης "Τραπέζι". Και προέκυψαν και πάλι, εξαίρετα διαμαντάκια, που ξεχωρίζουν για την έμπνευση, το λυρισμό και τα συναισθήματά τους.

Εδώ: Λήξη του 29ου συμποσίου ποίησης-η γιορτή μας θα ενημερωθείτε για τα τελικά αποτελέσματα του διαγωνισμού και φυσικά θα διαβάσετε όλα τα ποιήματα, ακολουθώντας τους σχετικούς συνδέσμους.

Να κάνω αναφορά στο ποίημα, που κέρδισε την κορυφαία διάκριση και αγαπήθηκε περισσότερο. Είναι το: "Και δειπνήσαμε αγάπη" της αγαπημένης μας φίλης, ποιήτριας, Σταυρούλας Δεκούλου. Μπορείτε να το διαβάσετε στο προσωπικό της μπλογκ στο σύνδεσμο που σάς έδωσα. 

Τα πιο θερμά μου συγχαρητήρια στην προσωπική της δημιουργία, που πάντα τιμάει την ποίηση με τον καλύτερο τρόπο. Πολλά συγχαρητήρια σε ΟΛΕΣ τις συμμετοχές και ΟΛΟΥΣ τους δημιουργούς, που κατέθεσαν την ψυχή τους, δίνοντας πολύ όμορφα ποιήματα.

Τέλος πολλά συγχαρητήρια στην αγαπημένη μας φίλη Airis για το ότι κρατά ζωντανό εδώ και χρόνια, το εξαίρετο αυτό δρώμενο και τη δυνατότητα που μάς δίνει για να μένει αεικίνητη η φλόγα της δημιουργίας.