"Σκέψεις για δύο"
Το ποτό στο ποτήρι μου έκανε μικρές, ανεπαίσθητες αντανακλάσεις στις πρισματικές γωνίες, που έκανε ο πάγος στο εσωτερικό του. Ένιωθα να βυθίζομαι στον παράξενο αυτό μικρόκοσμο. Μπροστά στο βλέμμα μου, το εσωτερικό του ποτηριού, έγινε μια μεγάλη λίμνη. Μια απαστράπτουσα επιφάνεια που γυάλιζε στο φως του λαμπερού ήλιου. Ένιωθα τον εαυτό μου κάπου εκεί, να προσπαθεί να επιπλεύσει σε μια ακίνητη υδάτινη επιφάνεια, που ήταν γεμάτη άπειρα αστραφτερά διαμαντάκια.
Η είσοδός της στην κεντρική αίθουσα του ξενοδοχείου έμοιαζε με εισβολή ενός φωτεινού άστρου σε νυχτερινό ουρανό. Λες και μια παράξενη αύρα πλημμύρισε το χώρο αναγκάζοντας πολλά ζευγάρια μάτια να στραφούν στο μέρος της. Πώς να μην το έκαναν άλλωστε. Αρσενικά αλλά και θηλυκά μάτια. Εντυπωσιακή και επιβλητική βάδισε με το κόκκινο της φωτιάς, εφαρμοστό της φόρεμα κατά μήκος της μεγάλης αίθουσας. Τα μαύρα της μαλλιά, έπεφταν όμορφα και ανέμελα στους γυμνούς της ώμους ενώ το πίσω μέρος του φορέματός της έκανε ένα αβυσσαλέο άνοιγμα φτάνοντας βαθιά στη μέση της εκεί που οι καμπύλες των γοφών της έδειχναν ανάγλυφα το τορνευτό τους σχήμα. Η κίνησή της ανέδειξε μικρό αλλά ικανό μέρος από τις χυτές της γάμπες που ξεχύνονταν μέσα από δύο κατάμαυρες ψηλοτάκουνες γόβες. Τα αργά αλλά σίγουρα βήματά της προκαλούσαν μικρά ηδονικά κύματα στους γοφούς της και πρόστυχες σκέψεις σε κάμποσα ζευγάρια αντρικά μάτια που την ατένιζαν με περισσό θαυμασμό.
Όλα πάνω της ήταν λες και φώναζαν “Μείνε μακριά! Κίνδυνος!”. Ήρθε προς τη ρεσεψιόν του ξενοδοχείου. Την παρατηρούσα, λίγα μέτρα δεξιότερα στη μπάρα του μικρού χαριτωμένου μπιστρό. Στάθηκε ακριβώς μπροστά στη ρεσεψιόν. Γύρισε το πρόσωπό της στο δικό μου. Η ίδια πάντα ανατριχίλα διαπέρασε όλο μου το κορμί. Αυτή η συγκεκριμένη ανατριχίλα, που ένιωθα κάθε φορά που την αντίκριζα στα δικά μας ραντεβού. Η ίδια ανατριχίλα, που ένιωθα κάθε φορά που τα μάτια μου φυλακίζονταν στα δικά της. Με κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο έκφραση ενώ η φωνή της στράφηκε προς την ρεσεψιονίστ.
“Μου δίνετε σάς παρακαλώ το κλειδί του δωματίου μου;”
“Παρακαλώ κυρία μου, όνομα και αριθμός;”
“Διώνη Καλομοίρη, δωμάτιο 434”
…………………….
(Πέντε μήνες πριν)
“Είμαι η Διώνη Καλομοίρη, χαίρομαι πολύ που σε γνωρίζω από κοντά…”
“Ω ευχαριστώ πολύ…” της απάντησα με ένα ελαφρύ ξάφνιασμα.
Το χέρι της ήταν ήδη απλωμένο στο δικό μου, τα μάτια της, γεμάτα ευγένεια και ομορφιά είχαν ήδη κλειδώσει το βλέμμα μου. Ένιωσα τρυφερά τα δάχτυλά της, το θερμό και εγκάρδιο σφίξιμό της. Και τα όμορφα λόγια της που συνέχιζαν:
“Έχουμε μιλήσει στο τηλέφωνο από το help-desk, είμαι από το κατάστημα του Πειραιά. Όλοι έχουν να το λένε με τη διάθεση που δείχνεις να μας βοηθήσεις…”
“Σε ευχαριστώ πολύ”
Αυτή ήταν η πρώτη μας συνάντηση. Ήρθε ξαφνικά στη ζωή μου. Λες και άνοιξες ένα παράθυρο ξαφνικά σε ένα κλεισμένο σπίτι και ξεχύθηκε με μιας το φως σε κάθε του γωνιά, σε κάθε του διάδρομο. Χαμογελαστή, όμορφη και γλυκιά. Με εκείνο το βλέμμα της, αχ εκείνα τα καστανά της εκφραστικά μάτια. Πόση ζεστασιά και θαλπωρή έβγαζαν, να στη δώσουν απλόχερα, χωρίς να χρειαστεί να σκεφτείς, να διστάσεις.
Και θα ήταν αυτό το βλέμμα που άρχιζε αργά μα ουσιαστικά να μιλάει στην καρδιά μου. Μα δεν έμεινε εκεί. Διάβηκε την άμυνα του κορμιού μου. Άγγιξε κάθε μου αίσθηση, ρίγησε τις σκέψεις μου, βάθυνε τα όνειρά μου. Στην αρχή δεν ήθελα να το πιστέψω μα σιγά-σιγά το έβλεπα να ερχόταν. Αργά αλλά όμορφα. Όπως η αύρα της μαγείας απλώνεται ολόγυρά σου και σε συνεπαίρνει. Για να φτάσει σε εκείνο το κρίσιμο σημείο, στο σημείο χωρίς επιστροφή.
…………………..
(Λίγες μέρες πριν)
Ω Θεέ μου πόσο όμορφη ήταν. Πόσο έλαμπε η ημίγυμνη μορφή της στο φως του φεγγαριού. Το δωμάτιό μας είχε πνιγεί στη θέρμη του έρωτα και απεγνωσμένα τα κορμιά μας γύρευαν ένα δρόσο να πάρουν την ανάσα τους. Για να συνεχίσουν ξανά και ξανά στο κάψα των ηδονών. Δεν ξέρω πώς άφησα τον εαυτό μου σε αυτό το ταξίδι. Τι ήταν εκείνο που με τράβηξε κοντά της.
“Τι φοβάσαι;” με ρώτησε με εκείνη την ψιθυριστή της φωνή την ώρα που το κεφάλι της έγερνε στο στήθος μου τρυφερά. Ο βωμός του έρωτά μας, κρατούσε τα γυμνά κορμιά μας αγκαλιά.
“Δεν έπρεπε να γίνει αυτό…” είπα χωρίς να ξέρω καλά-καλά το γιατί.
Με κοίταξε με τα μεγάλα της μάτια. Το βλέμμα της έβγαλε απορία αλλά και μια πίκρα μαζί.
“Γιατί γεμίζεις τις στιγμές σου με ενοχές;”
“Δεν είμαστε μόνοι μας Διώνη και το ξέρεις, δεν βλέπεις ότι δεν είμαστε κάτι συνηθισμένο;…”
“Εκείνο που ξέρω είναι το πώς ένιωθα τους χτύπους της καρδιάς σου, πως έκαιγαν τα χείλη σου, ποια λάβα έβγαζε το κορμί σου”
“Ναι αλλά… έχουμε ζητήματα πίσω μας”
Ανασηκώθηκε λίγο για να με ρωτήσει με σαφήνεια.
“Ένιωσες κάτι κακό από μένα; Ζήτησα κάτι; Με βλέπεις σαν πειρατή στη ζωή σου; Διεκδίκησα τίποτα πέραν απ’ αυτές τις στιγμές; Ακριβές σαν εκείνο το άρωμα κλεισμένο στο μικρό γυάλινο μπουκαλάκι…”
“Όχι δεν είπα κάτι τέτοιο… για μένα μιλάω… Τι θα πω στους δικούς μου;”
“Το κορμί δεν λέει ποτέ ψέματα καρδιά μου…” απάντησε αποστομώνοντάς με.
Είχε το χάρισμα να διαβάζει την ψυχή μου, να μπαίνει στις πόρτες του μυαλού μου. Να ανοίγει τα αισθήματά μου, να βλέπει τα κενά, τις άδειες και σκοτωμένες ώρες. Ήξερε να περπατάει μέσα στις ομίχλες της αποξένωσής μου, να μού δίνει τη δική της πυξίδα για να βγω, να νιώσω, να προσανατολιστώ. Κοντά της θυμήθηκα την έννοια της τρυφερότητας. Το νοιάξιμο. Το τρυφερό χάδι. Τη σημασία, το νόημα. Γέμισε τις στιγμές μου μ’ αυτή τη γλυκιά αναμονή της νέας συνάντησης.
“Ξέρεις με τι ανησυχώ μαζί σου Διώνη; Το ότι δεν μπορώ να πω όχι”
“Το ζήτημα είναι θέλεις να το πεις ή πρέπει να το πεις;”
“Έχει σημασία;”
“Φυσικά και έχει σημασία! Αυτό κι αν έχει σημασία! Μένεις στο πρέπει, κρέμεσαι απ’ αυτό, το μεγαλώνεις. Το κάνεις δικαστή”
“Μα δεν είναι;”
“Δεν ήρθα να χαλάσω τη ζωή σου… ήρθα για σένα μόνο, για λίγες στιγμές… για ένα πέταγμα στο ρίγος της καρδιάς… αν μπορέσω να σε πάρω να ταξιδέψουμε λίγο ψηλά, ως τον ουρανό, στα όνειρα και στη φαντασία των δικών μας στιγμών… και ύστερα να σε γυρίσω πίσω, εκεί που ανήκεις…”
“Ως που θα κρατήσει όλο αυτό; Κάπου δεν πρέπει να έχει ένα τέλος;”
Άφησε το βλέμμα της να καρφωθεί στο ταβάνι ψηλά.
“Ένα τέλος… αυτό γυρεύεις λοιπόν… να ορίσεις το τέλος… ξεκινάς μια διαδρομή και θες να ορίσεις τον τερματισμό… ποιοι είμαστε να ορίσουμε το μυστήριο της ζωής…”
“Φοβάμαι…”
“Πες μου αν θες να σταματήσουμε! Δεν θα σταθώ εμπόδιο σε όποια σου απόφαση…”
Σηκώθηκε ήρεμα, άρχισε να ντύνεται.
“Την Παρασκευή θα είμαι πάλι εδώ. Θα σε περιμένω, στο ίδιο δωμάτιο… ότι και να κάνεις να ξέρεις ότι θα το σεβαστώ… αυτό θέλω να το έχεις καλά στο μυαλό σου. Δεν είμαστε αντικείμενα να ανήκουμε ο ένας στον άλλον. Μοιραζόμαστε οικειοθελώς τις στιγμές μας χωρίς πίσω σκέψεις και δεύτερες επιλογές. Ήρεμα να πάρεις την απόφασή σου”
………………………..
Τώρα…
Πήρε το κλειδί από την ρεσεψιονίστ. Γύρισε, μία ακόμα φορά, στο μέρος μου. Το βλέμμα της αναζήτησε το δικό μου. Προχώρησε στο βάθος του φουαγιέ του ξενοδοχείου. Εκεί, σταμάτησε για λίγο μπροστά στον ολόσωμο μεγάλο καθρέφτη με το χρυσό πλαίσιο. Για ένα δευτερόλεπτο, είδα την αντανάκλασή της στον καθρέφτη. Ήρεμη, γαλήνια.
Ναι! Σηκώθηκα αργά, έδωσα ένα ακριβό φιλοδώρημα στον μπάρμαν και χωρίς να απαντήσω στις θερμές του ευχαριστίες κίνησα προς το μέρος της. Είχε ήδη μπει στο ασανσέρ και έμεινα εκεί μπροστά να παρακολουθώ τις ενδείξεις των ορόφων που αναβόσβηναν. Ήταν αδύνατον να αντισταθώ. Ήταν μια παράξενη σειρήνα. Όχι από αυτές που ήταν τυλιγμένες στην πλάνη και στο φόβο. Είχα πάρει την απόφασή μου. Πάτησα αποφασιστικά το κουμπί του ασανσέρ και οι ενδείξεις των ορόφων άρχισαν να μετρούν ανάποδα. Τέταρτος… τρίτος… ισόγειο.
Το χέρι μου έπιασε το πόμολο της πόρτας. Δωμάτιο 434. Έβαλα δύναμη, η πόρτα ήταν ανοιχτή. Μπήκα με την καρδιά μου να έχει ήδη ανεβάσει σφυγμούς. Το δωμάτιο ήταν μισοφωτισμένο. Την αναζήτησα με τα μάτια μου. Ήταν εκεί απέναντι. Καθόταν ελκυστικά στο κρεβάτι. Τα μάτια της ήταν πάντα εκεί. Για κάποια δευτερόλεπτα μεσολάβησε μια αμήχανη σιωπή, που γρήγορα όμως κόπηκε απ’ το ζεστό της κάλεσμα.
“Ήρθες Χαρά;” με ρώτησε
“Ναι…” της απάντησα πλησιάζοντας. Άπλωσε το χέρι της προσεκτικά
“Τελικά ναι γλυκιά μου! Είναι όμορφη η απλή ζωή, μα μήπως το μυστήριο και το πάθος την κάνουν ομορφότερη;… τι λες;” μου είπε.
Αφέθηκα στην αγκαλιά της, τα χέρια μας έκαναν κύκλο γύρω από τα σώματά μας που ήδη άρχισαν να ετοιμάζονται για το δικό τους χορό της φωτιάς.
“Ναι Διώνη… το μυστήριο και το πάθος… αυτή η αρμονία και των δύο τους είναι που κάνουν τη ζωή ομορφότερη” απάντησα την ώρα που ένιωθα τα δυο της χέρια να τραβούν τη φούστα μου χαμηλά προς τα πόδια μου.
“Καλά μας ταξίδια λοιπόν Χαρά μου…”
Τέλος
Φίλες και φίλοι μου,
το διήγημα αυτό, ήταν η προσωπική μου συμμετοχή στο δεύτερο κύκλο του εξαίρετου δικτυακού δρώμενου, που διοργανώνει η αγαπημένη μας φίλη Mary Pertax εδώ:
Επέλεξα την αρχική δοσμένη εικόνα για να με οδηγήσει στην έμπνευση για αυτό το διήγημα καθώς και τη φράση που την συνοδεύει, η οποία παρουσιάζεται με κόκκινη γραφή. Για μια ακόμα φορά, να ευχαριστήσω την αγαπημένη μας φίλη για τη δυνατότητα που μάς δίνει στο να εμπνευστούμε και να δημιουργήσουμε. Επίσης όλες και όλους τους φίλους για τις εξαίρετες επίσης συμμετοχές-δημιουργίες τους, τις οποίες μπορείτε να αναζητήσετε, μέσω των αντίστοιχων λινκ, στην ιστοσελίδα που σας ανέφερα.
Σας ευχαριστώ για τον πολύτιμο χρόνο σας.



