H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Δευτέρα 6 Μαρτίου 2017

Ιστορίες Noir: "ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΕΝΟΣ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ"


Η Ενότητα, "Ιστορίες Noir", αναφέρεται σε κάποια δικά μου μικρά διηγήματα. Διάφορες ιστορίες, με κάποια κοινά χαρακτηριστικά από αυτά που δίνουν τον χαρακτήρα του "Noir".

***************************************************

"ΜΙΑ ΕΠΙΣΚΕΨΗ ΕΝΟΣ ΑΚΑΘΟΡΙΣΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ"


-"Κύριε Καθηγητά, με θέλετε τίποτα άλλο ;" ήταν η φωνή της συμπαθητικής Γραμματέας που φάνηκε στην πόρτα του γραφείου.
-"Όχι Έφη παιδί μου, μπορείς να φύγεις, είναι άλλωστε αργά" αποκρίθηκε ο Καθηγητής καθισμένος στο βαρύτιμο γραφείο του.
-"Αργήσατε σήμερα κ. Καθηγητά, θα μείνετε πολύ ; "
-"Ναι, είχα κάτι εκκρεμότητες, πέρασε η ώρα και δεν το κατάλαβα, όχι, θα φύγω, το παρακάναμε σήμερα, φύγε εσύ, κλείστα όλα" της αποκρίθηκε καθώς άρχισε να μαζεύει τα έγγραφα που ήταν ριγμένα άτακτα μπροστά του.
-"Πέφτει βαριά ομίχλη έξω, να προσέχετε, καλή σας νύχτα".
-"Καληνύχτα Έφη, ευχαριστώ, θα τα πούμε από Δευτέρα πια, καλό ΣαββατοΚύριακο"
-"Καλό ΣαββατοΚύριακο, επίσης" είπε η νεαρή κοπέλα με ένα εκφραστικό χαμόγελο και χάθηκε κλείνοντας τη πόρτα πίσω της.
Σηκώθηκε, τέντωσε λίγο το πιασμένο του κορμί. Στα ώριμα πια χρόνια του, το αίσθημα του μουδιάσματος σαν κάθονταν με τις ώρες στο γραφείο ήταν πια έντονο. Απομακρύνθηκε από το γραφείο με τη βαριά βιβλιοθήκη πίσω του, γραφείο ακαδημαϊκού και κίνησε στο μεγάλο παράθυρο που έβλεπε πέρα στον ανοιχτό ορίζοντα. Ήταν ήδη περασμένες εννέα, οι νύχτες του Φθινοπώρου εκεί έπεφταν βαριές. Το βάθος της Πόλης είχε χαθεί μέσα σε μια έντονη Ομίχλη που σάλευε αργά τα βήματά της ανοίγοντας την αγκαλιά της καταπίνοντας αργά τα πάντα στο διάβα της.
Κοντοστάθηκε λίγο στο παράθυρο αφήνοντας το βλέμμα του και τη σκέψη του λεύτερη να ταξιδέψει στις διαθέσεις της εικόνας που η φύση απλόχερα και χαρισμάτικα του έδινε μπροστά του. Η Ομίχλη και τα φώτα της Πόλης έδιναν πέρα μακριά στο σκούρο όγκο του Βουνού παράξενο ίσως φοβιστικό σχήμα. Από το γραφείο του πήρε από το πακέτο του ένα τσιγάρο, το άναψε νωχελικά, σκεπτικά και στράφηκε πάλι στο μεγάλο παράθυρο.

Δεν είχε καταλάβει πόσος χρόνος είχε περάσει έτσι με τον εαυτό μου κρεμασμένο στις διαθέσεις της νυχτερινής εικόνας όταν γύρισε προς το γραφείο. Έκατσε και άρχισε να παίρνει τα προσωπικά του αντικείμενα για να φύγει όταν τα έντονα χτυπήματα στην πόρτα του τον έκαναν να απορήσει με ανησυχία
"Ποιος είναι ;" αποκρίθηκε με έκδηλη ανησυχία.
Η βαριά ξύλινη πόρτα άνοιξε και η είσοδος καλύφτηκε από την επιβλητική μορφή ενός παράξενου άντρα.
-"Τα σέβη μου καθηγητά Χατζηγιώργο"



Η Φωνή του ακούστηκε σαν απόκοσμη, απειλητική. Ήταν ψηλός, γύρω στα 40, κλασικό καπέλο Fedora που έκανε μια έντονη σκιά στο σμιλεμένο πρόσωπό του και στα μάτια του. Η καμπαρντίνα του ήταν με σηκωμένους γιακάδες. Φόραγε σκούρο κοστούμι κλασικής γραμμής, καλοφτιαγμένο και δερμάτινα μαύρα γάντια. Μια μορφή λες και ερχόταν πίσω από έναν ακαθόριστο χρόνο.
Ο Καθηγητής ένιωσε την ανάσα του να πνίγεται και μια αδιόρατη απειλή αμέσως τον έλουσε. Ανασηκώθηκε.
-"Ποιος είστε, τι θέλετε ;" κατάφερε να βγάλει τη φωνή του προσπαθώντας να ξεπεράσει το πρώτο σοκ.
-"Χαίρομαι που είμαι κοντά σας" είπε ο άντρας μπροστά του, που χωρίς δεύτερη κουβέντα ή κάλεσμα, έκλεισε την πόρτα πίσω του και γύρισε προς το μέρος του όρθιος επιβλητικός.
-"Δεν με περιμένατε ε ;" αποκρίθηκε εκείνος με ένα εμφανές και απόλυτο θράσος και κάθισε απέναντί του στην πολυθρόνα.
-"Ποιος είστε Κύριε τέτοια ώρα ; έτσι απρόσκλητος, τι θέλετε, γνωριζόμαστε ; αν δεν φύγετε θα καλέσω την Αστυνομία....!" έκανε ο καθηγητής με εμφανή προσπάθεια να ανακτήσει μέρος της χαμένης του κυριαρχίας. Το χέρι του κινήθηκε προς το τηλέφωνο του γραφείου.
-"Μην κάνετε τον κόπο...! δεν λειτουργεί" ακούστηκε η φωνή του παράξενου επισκέπτη ατάραχη στην πολυθρόνα του.
Φοβισμένος ο Καθηγητής σήκωσε το ακουστικό διαπιστώνοντας με απόγνωση τη σιωπή μιας νεκρής γραμμής. Ασυναίσθητα έπιασε το κινητό του από το γραφείο σε μια προσπάθεια να ξεκινήσει μια κλήση.
"Δεν θα σας το συμβούλευα κ. Καθηγητά....!" έκανε ο άλλος με μια απότομη κίνηση εγκαταλείποντας την πολυθρόνα του βρισκόμενος ακριβώς μπροστά στο γραφείο του Χατζηγιώργου. Ο Καθηγητής είδε στο χέρι του με το δερμάτινο γάντι την σκοτεινή κάνη ενός όπλου να τον σημαδεύει. Ο άλλος είχε το αριστερό του χέρι απλωμένο ζητώντας του το τηλέφωνο. Ο Καθηγητής το έδωσε, εκείνος το πήρε ήσυχα χωρίς να στρέψει την κάνη του όπλου του από τα μάτια του καθηγητή που ξέσφιξε τον κόμπο της γραβάτας του.
-"Τι θέλετε Κύριε ; μπαίνετε στο γραφείο μου με ένα πιστόλι, δεν σας ξέρω, τι ζητάτε από μένα ;"
Ο Άλλος έκανε να γυρίσει λίγο στο πλάι, ο καθηγητής σε μια απελπισμένη κίνηση έκανε να αρπάξει το βαρύ press papier από το γραφείο του, όμως ο άντρας όρμησε επάνω του τον άρπαξε με το ένα του χέρι τραβώντας τον από το γραφείο. Η Ώθηση της σπρωξιάς του πέταξε τον καθηγητή στο πάτωμα στο πλάι. Εκείνος αφού η σκληρή άκαμπτη έκφραση του προσώπου του μονομιάς επανήλθε στα ήρεμα πλαίσια, του άπλωσε το χέρι να τον βοηθήσει να σηκωθεί
"Κύριε Καθηγητά, θα σας παρακαλούσα να μην με ξαναφέρετε στην επώδυνη θέση να σας φερθώ έτσι" είπε και τον κοίταξε βαθιά στα μάτια. Ο Καθηγητής σηκώθηκε, τακτοποίησε το σακάκι του και κάθισε λαχανιασμένος αποκαμωμένος στο γραφείο του.
"Ενώ το να μπαίνετε οπλισμένος σε ένα γραφείο και να με απειλείτε το νιώθετε καλύτερα"
Εκείνος, έβγαλε την καμπαρντίνα του, την δίπλωσε με τάξη αφήνοντάς στην βαριά πολυθρόνα. Ο Όγκος του όπλου του ξεχώριζε κάτω από το σακάκι του. Έκανε ένα γύρω στο γραφείο στο πλάι. Περιεργάστηκε τα πράγματα και το χέρι του έπεσε σε ένα ξύλινο καλοσκαλισμένο εικόνισμα του Ιησού. Το πήρε στα χέρια του.
"Ο Χριστός.... ο Υιός του Θεού που θυσιάστηκε για τους αδύνατους, τους ανήμπορους, ο αίρων την αμαρτία του κόσμου....". Την τελευταία του κουβέντα την τελείωσε καρφώνοντας με το βλέμμα τον καθηγητή.
"Είστε Χριστιανός κ. Χατζηγιώργο έτσι ; βλέπω".
"Για τις θρησκευτικές μου πεποιθήσεις ήρθες εδώ απόψε να με κρατάς ;"
"Λοιπόν κ. Χατζηγιώργο" άρχισε ο άλλος με γλώσσα ψυχρή σαν υπολογιστής.
"Η Γραμματέας σας έφυγε, είναι ήδη στο δρόμο, στη Σχολή δεν βρίσκεται κανείς απολύτως. Ο Security στο φυλάκιο εισόδου είναι ένα χιλιόμετρο από το γραφείο σας και η συντροφιά του αυτή τη στιγμή δεν νομίζω να του προκαλέσει κάποια ...διάθεση ας το πούμε να σας επισκεφτεί. Συνεπώς....! είμαστε μόνοι. Απολύτως μόνοι. Θα παρακαλούσα λοιπόν.... αντιλαμβάνεστε"
Ο Καθηγητής εξεμάνη χωρίς όμως να αποτολμήσει κάτι
"Ποιοί είστε πανάθεμά σας....! ποιος είσαι ; τι θέλετε εδώ ; τι ζητάτε ; χρήματα ; τι ;"
Ο Άλλος σηκώθηκε, πήγε στο διπλανό μεγάλο ερμάριο, άνοιξε ένα ξύλινο κουτί με πούρα.
"Επιτρέπετε...." έδωσε απάντηση στον εαυτό του παίρνοντας ένα πούρο που το άναψε. Έκατσε και πάλι στην πολυθρόνα. Ο Βαρύς καπνός γέμισε το χώρο.
"Είστε ο καθηγητής Ιάκωβος Χατζηγιώργος, πρύτανης της Πανεπιστημιακής σχολής της Πόλης, εξέχον μέλος της τοπικής κοινωνίας, εκλεκτή παρουσία στις κοσμικές και ...εθνεγερτικές εκδηλώσεις, προνομιακός προσκεκλημένος στις συνάξεις των πολιτικών αρχόντων τούτης της Πόλης και του Νομού και όχι μόνο, σωστά κ. Καθηγητά ;" τον κάρφωσε με την εκροή του καπνού.
"Γνωρίζετε το βιογραφικό μου άριστα βλέπω...."
"Μια πόλη λοιπόν, μια Πανεπιστημιακή σχολή, γεμάτη αίγλη, διακρίσεις, φοιτητές και απόφοιτους με όνομα, με μεταπτυχιακά, με χορηγίες μεγάλων επιχειρήσεων. Μια σχολή με ...αυτό που λέμε άριστη έξωθεν καλή μαρτυρία... έτσι κ. Καθηγητά ;"
"Δεν σας καταλαβαίνω..."
"Έξωθεν άριστη μαρτυρία λοιπόν αλλά με πόρτες ερμητικά κλειστές....! με αίθουσες επτασφράγιστες...! με δωμάτια φοιτητών άβατα... απρόσιτα... απομονωμένα... έτσι κ. Καθηγητά ;"
"Δεν μπορώ να σας παρακολουθήσω.... και το κυριότερο.... μου ζητάτε να κάνω διάλογο με κάποιον άγνωστο που δεν ξέρω τι είναι και τι θέλει..."
"Ένα ένα κ. Καθηγητά μη βιάζεστε". Εκείνος, ανασηκώθηκε λίγο από την πολυθρόνα, έβγαλε από το εσωτερικό του σακακιού του ένα κίτρινο φάκελο και τον απόθεσε μπροστά στα μάτια του καθηγητή ενώ επέστρεψε στην πολυθρόνα του, συνεχίζοντας να καπνίζει το πούρο του με τα μάτια του πάντα καρφωμένα απέναντί του. Ο Χατζηγιώργος έπιασε με αγωνία το φάκελο, τον άνοιξε, και τα χέρια του ψηλάφισαν μερικές φωτογραφίες που ξεχύθηκαν μπροστά στα εμβρόντητα μάτια του.
Το γλυκό πρόσωπο ενός νεαρού παιδιού απέσπασε το βλέμμα του καθηγητή τη στιγμή που ιδρώτας άρχιζε να αχνοφαίνεται στο μέτωπό του.
"μα ...... αυτός.... αυτός είναι ο...."
"Ο Ασημάκης Δέλβενης κ. Χατζηγιώργο....! για προσπαθείστε λίγο...." έκανε εκείνος με φωνή από το παρελθόν.
Ο Καθηγητής προσπαθούσε να τραυλίσει κάτι χωρίς επιτυχία. Ο άλλος σηκώθηκε κάνοντας μικρά βήματα μπροστά του.
"Ασημάκης Δέλβενης. Φθινόπωρο στα 18 του χρόνια. Φτωχόπαιδο από μια λαϊκή γειτονιά της Αθήνας, πάλευε με τους γονείς του χρόνια να καταθέσει τα όνειρά του σε ένα Πανεπιστήμιο και ο αγώνας του τον έφερε πρωτοετή φοιτητή στη Σχολή σας. Στη Σχολή που διοικείτε κ. Χατζηγιώργο...! Πριν δύο ολάκερα χρόνια έτσι ; Οι γονείς του έκαναν τη ζωή τους κόλαση, ξεπουλήθηκαν για να τον εμπιστευτούν στην εκπαιδευτική κοινότητα της πόλης σας, στα χέρια σας κ. Καθηγητά, των υφισταμένων σας, των λειτουργών σας, που εσείς εποπτεύατε. Τον εμπιστεύτηκαν στα χέρια της καθώς πρέπει κοινωνία της πόλης σας, της ...ηθικής, της άμεμπτης... της ...φιλοΧρίστου"
Άξαφνα έσκυψε από πάνω του απειλητικά με τη φωνή του να σπάει από συγκίνηση
"Και ο Ασημάκης Δέλβενης βρέθηκε νεκρός, γκεμισμένος στα βράχια, φαγωμένος από τα όρνια, κυνηγημένος από τα απάνθρωπα μαρτύρια κάποιων ....ευγενών συμφοιτητών του, σπουδαστών σας κ. Καθηγητά, γνωστών και ονομαστών οικογενειών..."
"Τι ζητάτε από εμένα δυό χρόνια μετά Κύριε" ψέλλισε ο Χατζηγιώργος. "Η Υπόθεση αυτή μας ταλαιπώρησε όλους, μας τσάκισε, και φυσικά κρίθηκε και από τη δικαιοσύνη, τι άλλο θέλετε, τι παριστάνετε ;"
"Σας τσάκισε ε ; τόσο ώστε να πάρει το Πανεπιστήμιό σας μια χορηγία που θα τη ζήλευαν ακόμα και Αμερικάνικα κολέγια από την εταιρεία στην οποία βασικός μέτοχος είναι ο αξιότιμος Βουλευτής και τέως Υπουργός κ. Ανδρογέρακας.....! έτσι ; μια χορηγία που εκταμιεύτηκε στη σχολή σας κ. Χατζηγιώργο, ως δια μαγείας, μόλις η υπόθεση κακοποίησης του Δέλβενη βγήκε στο φως εδώ από τις εκκλήσεις των γονιών του και της κοπέλας του ναι ; τόσο σας τσάκισε ;"
"Μα τότε ο Δέλβενης ήταν ζωντανός...... τι σχέση έχουν αυτά που μου λέτε, είστε τρελός ;"
"Ο Δέλβενης ήταν ζωντανός ναι στο σώμα αλλά ήδη πεθαμένος στην ψυχή, δολοφονημένος από την εκλεκτή παρέα των σπουδαστών σας και προστατευόμενων του εκλεκτού Βουλευτού σας και χορηγού σας"
"Που τα ξέρετε όλα αυτά, τι ξεστομίζετε ;" αντέκρουσε ο καθηγητής παγωμένος πια.
"Όσο για τη ....δικαιοσύνη... ναι... τη δικαιοσύνη των ...αρχόντων, η υπόθεση δεν έφτασε καν σε ακροατήριο....! δεν στοιχειοθετήθηκε κατηγορία....! έγιναν ανακρίσεις σαν ξέσπασε ο θόρυβος στα ΜΜΕ, αλλά οι ανακρίσεις δεν οδήγησαν πουθενά κ. Καθηγητά....!"
"Μα ....... δεν υπήρχε αυτουργία που να φτάσει ; ποιος να κατηγορηθεί...."
Ο Άλλος αγρίεψε.... χτύπησε το χέρι του στα μούτρα του στο γραφείο.
"Τα ήξερες όλα καθηγητά Χατζηγιώργο....!"
"Όχι...."
"Πάψεεεεε......! τα ήξερες όλα, χαρτί και καλαμάρι. Όλοι σας.....! η γνωστή παρέα με τους άντρακλες.....! τους επιβήτορες....! τους γαμιάδες....! κάποιοι καθηγητές σου, κάποια άλλα παιδιά, άνθρωποι της εστίας, τα ξέρατε πολλοί.....! και όχι μόνο ήξερες αλλά άκουσες κιόλας....!"
"Είσαι άρρωστος.....δεν ξέρεις τι λες"
"Άκουσες Χατζηγιώργο....! τότε που σε φώναξε ο υπεύθυνος σίτισης της σχολής στις αποθήκες. Τότε που κατεβήκατε δυό σας και άκουσες τα μαρτύρια. Να τον καψωνάρουν, να τον προπηλακίζουν, να τον ξεφτιλίζουν, άκουσες τα παρακάλια του....! άκουσες τις κραυγές του, τις παρακλήσεις του, τα δάκρυά του, όλα.....!"
Ο Καθηγητής άρχισε να χάνει πλέον τον κόσμο γύρω του.
"Πως τα ξέρεις αυτά ; ποιος ; ...... τι ;"
"Και τότε είπες στο δικό σου να κλείσει το στόμα του με το σκεπτικό μην γίνει θόρυβος....! ότι θα το τακτοποιούσες προσωπικά. Και σαν οι δικοί του σε επισκέφτηκαν εδώ μέσα τους είπες να μην δώσουν συνέχεια, ότι έχει υπερεκτιμηθεί το γεγονός, ότι ο γιος τους είναι ....κάπως ....ευαίσθητος.... άλλωστε έτσι δεν τον αποκάλεσες καθηγητά Χατζηγιώργο στον Βουλευτή φίλο σου ; και εκείνος τι σου αποκρίθηκε ; αυτή η κρυφή αδελφή θα μας δημιουργήσει προβλήματα....! και δεν είναι προς το συμφέρον της σχολής".
"Ψέμματα.....! ψέμματα.....!" ξέσπασε ο Καθηγητής καθώς σηκώθηκε όρθιος. "Πως μπορείς.... πως ξέρεις....."
Ο Άλλος τον κοίταξε με αηδία.
"ψέμματα...... και αυτά εδώ είναι ψέμματα ;"
Έβγαλε από το σακάκι του έναν δίσκο DVD. "Βάλτο στον Υπολογιστή σου.....! δες τα βίντεο που τράβηξαν οι ...εκλεκτοί σου αριστούχοι και μεθαυριανά στελέχη... δες τα ντε....! δες τα κατορθώματά τους....! την αντριοσύνη τους..."
Εβαλε το dvd στον Η/Υ. Τα δευτερόλεπτα που πέρασαν μέχρι να τρέξει το περιεχόμενο έκαναν τα χέρια του να τρέμουν. Οι πρώτες εικόνες που αντίκρισε τον έκαναν να πατήσει το stop σε απόγνωση.
"Που τα βρήκες ;" τον ρώτησε μούσκεμα στον ιδρώτα.
"Φροντίσατε να τα εξαφανίσετε έτσι ; με επιμέλεια, με παρεμβάσεις άνωθεν, με απειλές για κλειστά στόματα και δίκες, όλη η εκλεκτή σας παρέα του καθώς πρέπει κόσμου σας. Του κόσμου της σιωπής και της υποταγής".
"Ποιος σε έστειλε εδώ ; οι δικοί του ;" ρώτησε με αγωνία ο καθηγητής.
Ο Άλλος χαμογέλασε ειρωνικά "Οι δικοί του εδώ και χρόνια είναι κομμάτια. Πούλησαν τα χωράφια τους και το βιος τους σε δικηγόρους μπας και μαζέψουν στοιχεία για να στοιχειοθετηθεί κατηγορία μήπως και δικαιωθεί το παιδί τους στο δικαστήριο αλλά βλέπεις.... Όχι κ. Καθηγητά δεν με έστειλαν οι δικοί του αν αυτό είναι το θέμα σου..."
"Τότε.....ποιος"
"Αυτό είναι το πρόβλημά σου ;"
Ο Καθηγητής κάτωχρος πια, φοβισμένος, σηκώθηκε και στάθηκε στο πλάι του γραφείου του προς το παράθυρο.
"Έκανα ότι μπορούσα.... ναι, έμαθα, αλλά.... θεώρησα ότι το γεγονός πήρε μεγαλύτερες διαστάσεις από ότι ήταν, μετά.... ήρθαν οι γονείς του, δεν μου ονόμασαν την παρέα που τον ενοχλούσε, δεν ήξεραν, προσπάθησα να τους ησυχάσω, κάλεσα τον Δέλβενη, προσπάθησα να τον ενισχύσω ψυχολογικά, να διακωμωδήσω τα ..καψόνια, του έλεγα να μη δίνει παραπάνω σημασία. Ύστερα ... ήρθαν τα γεγονότα, η εξαφάνιση του παιδιού, κάποιοι άρχισαν αόριστα να μιλάνε για συγκεκριμένα πρόσωπα, φοβήθηκα, άρχισαν τα τηλέφωνα, οι πιέσεις, το τέλος...." εκεί κάπως λύγισε.
Ο Άλλος σηκώθηκε πηγαίνοντας δίπλα του. Τα βλέμματά τους απλώθηκαν παράλληλα πέρα στον ορίζοντα από το παράθυρο, έξω στο σκοτάδι με τα θολά φώτα.
"Έγινες εκπαιδευτικός κ. Χατζηγιώργο, καθηγητής Πανεπιστημίου. Έγινες παιδαγωγός, ανέβηκες τα σκαλιά της πυραμίδας, έγινες πρύτανης και υπεύθυνος της σχολής σου. Σμίλευες με τη διοίκησή σου νεανικές ψυχές και όνειρα. Εκατοντάδες οικογένειες σου εμπιστεύτηκαν τα παιδιά τους στον κόσμο της γνώσης. Και εσύ..... εσύ έγινες έμπορος....! έμπορος φήμης, κοινωνικού κύκλου, κοσμοπολιτισμού. Δέθηκες με τους άρχοντες, εξαγοράστηκες, έτσι κέρδισες τη θέση του πρύτανη. Ξεφτέλισες το ρόλο σου, έκανες τη σχολή σου φυτώριο δεσμοφυλάκων που μήτε στα πιο υπανάπτυκτα στρατόπεδα δεν τα συναντάς. Γαλουχούσες φίδια στο στρώμα σου, τους έδωσες τη δύναμη και την ασυλία να κομματιάσουν ένα παιδί..." μετακινήθηκε από το παράθυρο απέναντί του συνεχίζοντας
"Και δεν έφτανε αυτό. Σαν βρήκανε το παιδί πάλι προσπάθησες να τα μπαλώσεις. Να τα σκεπάσεις.
"Όχι...." έκανε ο άλλος φοβισμένος.
"Πάψε.....! πάψε κάθαρμα..."
Τον κοίταξε μαλακώνοντας τον τόνο της φωνής του χωρίς όμως αυτή να χάσει ίχνος από τη μεταλλική της σκληρότητα.
"Έχεις παιδιά κ. Καθηγητά ;"
Ο άλλος ξαφνιάστηκε "Τι σχέση έχουν τα παιδιά μου με την υπόθεση ; τι σε νοιάζει ;"
Γύρισε και τον κοίταξε με καρφωμένο βλέμμα.
"Ο Μεγάλος γιος σου έφυγε πέρυσι για το Λουξεμβούργο είναι έτσι ;"
"Τι ανακατεύεις το παιδί μου με όλα αυτά ;"
"Το παιδί σου Χατζηγιώργο έφυγε στο Λουξεμβούργο πέρυσι το Φθινόπωρο, λίγο καιρό μετά τα γεγονότα με το θάνατο του Δέλβενη σωστά ;"
"Δεν σε καταλαβαίνω" έσκουξε ο καθηγητής.
"Στο Λουξεμβούργο το παληκάρι σου, καλά να είναι το παιδί, είναι Υπεύθυνος εξωτερικών πωλήσεων στην INFOACTIVE SOLUTIONS SA, μια εταιρεία διεθνούς φήμης λογισμικής υποστήριξης συστημάτων πληροφορικής, τα λέω καλά ; καθηγητά ;"
Ο καθηγητής άλλαζε χρώματα....
"Η Εταιρεία που δουλεύει ο γιός σου αγαπητέ κόβει συνέχεια τιμολόγια με την ETERNAL MARKET ΑΕ στην Αθήνα. Έτσι ; της πουλάει λογισμική υποστήριξη σύμφωνα πάντα με τα τιμολόγια. Ποιος είναι βασικός μέτοχος στην ETERNAL MARKET Χατζηγιώργο ; και ποια εταιρεία είναι από τους εκλεκτούς χορηγούς στη σχολή σου ;"
Ο Καθηγητής σούρθηκε ως το γραφείο του λουσμένος στον ιδρώτα...
"Καταραμένε.....! που στο διάβολο βρέθηκες στο δρόμο μου ;" βόγγηξε ο Χατζηγιώργος.



Ο Άλλος πήγε απέναντί του από την έξω μεριά του γραφείο εκεί που ήταν η πολυθρόνα που καθόταν.
"Έτσι έκλεισε ο κύκλος κ. Καθηγητά. Ο κύκλος της εξαγοράς, της σιωπής. Και είσαστε όλοι μια χαρά. Ποια υπόθεση να πάει σε δίκη ; η ψυχολογική βία δεν θα στοιχειοθετούσε έγκλημα κατά της ζωής. Ο Δέλβενης αυτοκτόνησε, δεν δολοφονήθηκε κατά το νόμο. Το ότι κάποιοι τον πίεζαν ψυχολογικά σιγά μην οι δικηγόροι των εκλεκτών σου φοιτητών άφηναν να αποκτήσει έννοια αυτουργίας. Άντε το πολύ πολύ να έμπαινε κάποιας μορφής ηθική αυτουργία με τις γνωστές αποφάσεις"
Τα τελευταία του λόγια ήταν ήρεμα, μια παράξενη παγωνιά ήταν απλωμένη στο βλέμμα και στη κορμοστασιά του έτσι όπως έστεκε αντίκρυ στον καθισμένο Χατζηγιώργο.
"Τέλος πάντων τι θέλεις από μένα πες μου" μίλησε ο τελευταίος. "Αν θες χρήματα, αν θες κάτι πες μου, τι θες που να σε πάρει ο διάολος ;"
Ο Άλλος έκατσε ήρεμα στην πολυθρόνα του με το βλέμμα του πάντα στα δικά του.
"Όλα τακτοποιήθηκαν καθηγητά. Η Υπόθεση μπήκε στο αρχείο ουσιαστικά. Ο Δέλβενης έγινε τροφή για τα αγρίμια του δάσους. Τα τελευταία του βήματα τον έσυραν μόνο, έρημο. Σε απόγνωση. Λες και ένας ολάκερος κόσμος φυλακίστηκε στις αίθουσες της εστίας, ένα σώμα και μια σκέψη, ένας κρατούμενος που περίμενε την ώρα και τη στιγμή που οι δεσμοφύλακές του, σαν κτηνώδεις ΕΣΑτζήδες, πότε θα τους έκανε κέφι να ξεκινήσουν τα παιχνίδια τους μαζί του. Έφυγε, έφυγε έντρομος κείνο το απόγευμα. Έτσι..... γυμνός, με άδεια χέρια και παγωμένη ψυχή, με τα γέλια των θηρίων σου να του τρελαίνουν το μυαλό, με την ντροπή των κοριτσιών και το χλευασμό τους για τις αδυναμίες του. Και εκεί έπεσε στο γκρεμό, ελεύθερος, απαλλαγμένος. Άπλωσε τα μαύρα φτερά του μια για πάντα..."
Ο Χατζηγιώργος έκανε να ανάψει ένα τσιγάρο από το πακέτο του λαχανιασμένος.
"Είναι η ώρα να πάρεις το κόστος που σου αναλογεί καθηγητά Χατζηγιώργο" έκανε εκείνος με ένα ατσάλινο βλέμμα. Ο Καθηγητής τρέκλισε πίσω την καρέκλα του προσπαθώντας να σηκωθεί.

"Είναι η ώρα του δικού σου Φόβου, του δικού σου τρόμου. Του δικού σου λογαριασμού".
Ο Χατζηγιώργος είδε το χέρι του να κινείται στο εσωτερικό του σακακιού. Το γκρί μεταλλικό πιστόλι άστραψε στα χέρια του.
"Τι πας να κάνεις...... στάσου..... δεν βγαίνει πουθενά έτσι σταμάτα....."
Ο Άλλος ανασηκώθηκε σημαδεύοντάς τον πια με την κάνη του όπλου του.


"Φοβάσαι ε ; τρέμεις.... χαχαχαχαχαχαχαχα... γιατί κ. Καθηγητά ; θυμήσου λίγο τον Δέλβενη ε ;"
Ο Καθηγητής έκανε προς τα πίσω με απλωμένα τα χέρια παρασύροντας πράματα στην υποχώρησή του ενώ τα μάτια του Άλλου μεταλλικά, παγωμένα, τον κάρφωναν στα μάτια.
"Μηηηη σταμάταα........"
"Να θυμάσαι το Φόβο κ. καθηγητά....! να θυμάσαι τον τρόμο....! να τον νιώθεις όταν δεν τον περιμένεις"
Το χέρι του πάτησε την σκανδάλη και ένας απόλυτος κρότος σαν βροντή γέμισε μαύρο τα πάντα ολόγυρα. Ένα απίστευτο μαύρο του πιο απόλυτου σκοταδιού.

...........................................................................
...........................................................................

Ο Θόρυβος από την πορσελάνινη καφετιέρα που έγερνε στα χέρια της ώριμης καλοφτιαγμένης Γυναίκας στο μπαλκόνι ακούστηκε μεταλλικός
"Πως είσαι έτσι Ιάκωβε ; Θεέ μου.....! τι έχεις ; είσαι κάτωχρος....! συνέβη τίποτα τη νύχτα"
Ο Καθηγητής Χατζηγιώργος έσυρε αργά ίσως ανισόρροπα τα βήματά του προς το μπαλκόνι κρατώντας το στήθος του ισιώνοντας τα μαλλιά του..
"Είχα μια φριχτή νύχτα....! " κόμπιασε, προσπαθώντας να προσαρμοστεί στα δεδομένα της κουβέντας με τη Γυναίκα του.
"Εφιάλτη έβλεπες Ιάκωβε ; μα είσαι χάλια" έκανε εκείνη παρατηρώντας τον με προσοχή. Η Φωνή της υπηρεσίας δίπλα διέκοψε την παρατήρησή της, ο καθηγητής είχε ήδη κάτσει βαρύς στον καναπέ του μπαλκονιού.
"Να φέρω καφέ στον Κύριο ;"
"Ναι παιδί μου και δυνατό μάλιστα" έκανε εκείνη συνεχίζοντας
"Πρέπει να ήταν κάτι πολύ άσχημο, πως είσαι τώρα ;"
"Όλα καλά Δήμητρα, όλα εντάξει, θα περάσει, σοκ ήταν, θα φύγει, θα ξεχαστεί... ήταν..."
"Μα τι ήταν τι είδες ;"
Έκατσε νωχελικά κάπως ανακουφισμένα στον καναπέ της βεράντας, το πρωινό φως της μέρας τον έφερνε γρήγορα σε ισορροπία.
"Άστο καλύτερα, ας μην το θυμηθώ, κάτι μακρινό, νόμιζα ξεχασμένο, ας το αφήσω να ξεχαστεί, άλλωστε δεν έχει και σημασία τώρα πια" αποκρίθηκε κοιτώντας πέρα στον κήπο.
"Και καλά θα κάνει" τον ενίσχυσε εκείνη συνεχίζοντας "και ...κοίτα να συνέλθεις, απόψε έχουμε την εκδήλωση στο αμφιθέατρο της σχολής"
"Ποια εκδήλωση έκανε εκείνος κάτι σαν αφηρημένος"
"Το ξέχασες Ιάκωβε ; ... απόψε είναι η τελετή απονομής της χορηγίας από την ETERNAL MARKET για την νέα χρονιά και οι βραβεύσεις των αριστούχων, θα είναι και ο Στάθης εκεί, μου τηλεφώνησε πριν ξυπνήσεις.
"Ποιος Στάθης έκανε εκείνος" κάπως...
Η Γυναίκα του τον κοίταξε παράξενα αφήνοντας την κούπα με τον καφέ στο τραπέζι.
"Ο Στάθης Ανδρογέρακας καλέ μου, έλεος, τι έχεις πάθει, σύνελθε.... πιες τον καφέ σου"
"Η Εκδήλωση" είπε με στοχασμό, "Ναι, έχεις δίκιο, σήμερα είναι, πήγα να το ξεχάσω"
"Είναι όλα έτοιμα Ιάκωβε, με πήραν από τη σχολή το πρωί, οι προετοιμασίες, τα πράγματα, όλα εντάξει".
Σηκώθηκε, αργά, πήρε την κούπα με τον καφέ και βάδισε αργά στο μπαλκόνι. Το βλέμμα του απλώθηκε ως πέρα τον ορίζοντα. Ο Ήλιος πια είχε ανέβη λούζοντας τα απέναντι βουνά και την μικρή κοιλάδα της Πόλης

"Ναι, όλα εντάξει..., όλα τακτοποιημένα, με κάθε τάξη και σιγουριά, προβλέψιμα, λαμπερά..." έφυγαν οι λέξεις από το στόμα του καθώς ακουμπούσε την κούπα του πάνω στο πέτρινο γείσο του μπαλκονιού ενώ η γυναίκα του εξακολουθούσε να τον παρατηρεί λες και με κάτι απορούσε.

Τέλος

Σημείωση: Τα ονόματα, τα γεγονότα αυτού του διηγήματος είναι παντελώς φανταστικά και δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα, πράγματα, καταστάσεις, γεγονότα, είναι απολύτως συμπτωματική.

 ***************************************************

Σημείωση Πνευματικής Ιδιοκτησίας:
Οι "Ιστορίες Noir" είναι δημιούργημα πνευματικής ιδιοκτησίας. Δεν επιτρέπεται η Αντιγραφή, η Αναδημοσίευση, η οποιαδήποτε χρήση κειμένων χωρίς την έγγραφη Άδειά μου. 
Important Note:
The reproduction, publication, modification, transmission or exploitation of any work contained herein for any use, personal or commercial, without my prior written permission is strictly prohibited.






Ανθρώπινες Εξομολογήσεις σε μια Δύσκολη Νύχτα

 


-"Πάμε για ένα ποτό ; τι λες", του είπε έτσι στα καθούμενα ο Στέφανος. Ήταν Σαββατόβραδο, δεν υπήρχε η πίεση του χρόνου, είχαν βαρεθεί στο σπίτι του Γιάννη και η πρόταση ακούστηκε δελεαστική στην ατμόσφαιρα. 

Έξω έκανε σχετικό κρύο. Ο Φλεβάρης είχε μπει με άγριες διαθέσεις. Η κλασική σόμπα πετρελαίου αγκομαχούσε να ζεστάνει το παλιό σπίτι αλλά η θέρμη της αγκάλιαζε μονάχα το χώρο άντε στα δύο κοντινά της δωμάτια, μέχρι εκεί. 

-"Και δεν πάμε¨, αποκρίθηκε ο Γιάννης, "βέβαια κάνει ψοφόκρυο ε ;" 

-"έλα μωρέ, γιατί έξω θα μείνουμε, άντε να κάτσει να περπατήσουμε λίγο, έλα ετοιμάσου" 

-"Άντε βρε παιδιά, Σάββατο είναι, καλά λέει ο Στέφανος" ακούστηκε η φωνή της Κυρά-Γιωργίας, της Μάνας του Γιάννη καθώς μπήκε στο δωμάτιο 

Ο Γιάννης σηκώθηκε και άρχισε να ετοιμάζεται. Ο Στέφανος γύρισε προς το μέρος της Κυρά-Γιωργίας. Τα βλέμματά τους συναντήθηκαν κάπου στο μέσο του δωματίου. Σαν να πάγωσαν για λίγα δευτερόλεπτα. 

-"Απόψε ;" τον ρώτησε κοιτάζοντάς τον με έκδηλη αγωνία ίσια στα μάτια σαν να κρεμόταν απ την απάντησή του. Ο Στέφανος έβγαλε και άναψε ένα τσιγάρο, αργά, ο καπνός έκανε παράξενα σχέδια στο κέντρο του δωματίου, έκανε δυο βήματα στο πλάι 

- "Ναι, απόψε" 

Την είδε να σφίγγει νευρικά τα χέρια της και να στριφογυρίζει άναρχα γύρω απ τον εαυτό της. 

- "Φοβάμαι παιδί μου... πως να στο πω... δεν ξέρω..." 

Ο Στέφανος πήγε κοντά της, την έπιασε τρυφερά με σεβασμό απ τους ώμους 

- "Μην ανησυχείς Κυρά-Γιωργία, όλα θα πάνε καλά" 

- "Τι λέτε εσείς οι δυο ;" ακούστηκε η φωνή του Γιάννη καθώς μπήκε στο δωμάτιο, με το δερμάτινο μπουφάν στα χέρια του. 

- "Έτοιμος.... πάμε ;" 

- "Φύγαμε, θα πάμε με το δικό μου τ αμάξι, τόχω ήδη έξω" 

- "Εντάξει, Μάνα..." έκανε ο Γιάννης στην Κυρα-Γιωργία, η οποία τους κοίταγε λες και ήταν κρεμασμένη επάνω τους 

- "Μάνα, μην βιαστείς να σβήσεις τη σόμπα, έχει πολύ κρύο απόψε, άστην λίγο, θα την σβήσω εγώ σαν γυρίσουμε" 

- "Εντάξει παιδί μου, άντε να πάτε στο καλό, καλή σας διασκέδαση" έκανε εκείνη ενώ έδειχνε την αμηχανία της. 

- "Καληνύχτα Κυρα-Γιωργία, θα τα πούμε πάλι" είπε ο Στέφανος βγαίνοντας από την πόρτα προς την αυλή. 

- "Φύγαμε" είπε ο Γιάννης φορώντας το δερμάτινο μπουφάν

Ο Κρύος αέρας σκαμπίλισε έντονα τα πρόσωπά τους. Κινήθηκαν γρήγορα στην αυλή, πέρασαν την εξώπορτα και μπήκαν βιαστικά στο αυτοκίνητο του Στέφανου που ήταν έξω απ την πόρτα.

Ο εσωτερικός χώρος του Ford Cortina τους φάνηκε σαν ζεστό καταφύγιο. Το αυτοκίνητο ξεκίνησε. 

- "Πάμε στον "Μύθο" ; πρότεινε ο Στέφανος 

- "Πάμε ναι, καλά είναι", απάντησε ο Γιάννης. 

Ο "Μύθος" ήτανε ένα πολύ όμορφο κλασικό Bar όχι πολύ μακριά από τα σπίτια τους. Είχε πολύ ζεστό καλλιτεχνικό χρώμα, διακόσμηση ανάλογη, μουσική πολύ ατμοσφαιρική και κόσμο συμβατό με τα γούστα τους. 

Ο Γιάννης με τον Στέφανο ήταν συνομήλικοι. Αδελφικοί φίλοι, μεγάλωσαν αντάμα από τότε που κατάλαβαν τον κόσμο. Τα σπιτικά τους χωρίζονταν με έναν τοίχο. Οι οικογένειές τους επίσης ήταν δεμένες στο δικό τους αγώνα για τη ζωή σε πολύ δύσκολα και πονεμένα χρόνια. 

Στο δρόμο η κουβέντα τους ήταν κοινότυπη. Χωρίς τίποτα το ξεχωριστό. Άλλωστε σε δεκαπέντε λεπτά έφτασαν. 

Η Βαριά κλασική διπλή ξύλινη πόρτα του Bar άνοιξε στο πέρασμά τους. Κοντοστάθηκαν στην είσοδο. Είχε αρκετό κόσμο. Ένα όμορφο άρωμα πλανιόταν στην ατμόσφαιρα, η μουσική ήταν εξαίρετη. Έριξαν μια ερευνητική ματιά ολόγυρα για να βρουν που να καθίσουν. 

- "Πάμε στη μπάρα να κάτσουμε ; είναι πιο ήσυχα" πρότεινε ο Στέφανος. Ο Γιάννης βρήκε τη σκέψη σωστή και βολεύτηκαν άνετα στα όμορφα δερμάτινα ψηλά καθίσματα στη μεγάλη ξύλινη μπάρα. Χαιρέτισαν τον ψηλό καλοσυνάτο μπάρμαν με τα μαλλιά και το μούσι και παρήγγειλαν 

- "Ένα Canadian club με πάγο" ζήτησε ο Στέφανος 

- "Το κλασικό για μένα Δημήτρη, Vodka με Καλούα" είπε ο Γιάννης 

Έπιασαν λίγο την κουβέντα με τον Δημήτρη τον κεντρικό μπάρμαν, η ατμόσφαιρα και η διάθεση ήταν πολύ καλή. Μαζί με την κουβέντα τους τα μάτια τους γυρόφερναν με τον συνήθη εξεταστικό τρόπο το χώρο μέσα στο bar. Παρατηρήσεις, σχόλια για γυναικείες παρουσίες, για ζευγάρια, για μοναχικούς πότες στη μπάρα. Χαμόγελα, πειράγματα, εναλλαγές στη σοβαρότητα της κουβέντας και τα ποτήρια διπλασιάστηκαν. 

Ο Ήχος του "Let me roll it" με τη φωνή του Paul McCartney πλημμύριζε όμορφα το χώρο. 

Η κουβέντα μεταξύ τους άρχιζε να γίνεται πιο προσωπική. Ο Στέφανος παράγγελνε τα τρίτα τους ποτά όταν κοίταξε τον Γιάννη στα μάτια εκφραστικά 

- "Πόσα έχουμε ζήσει ρε φίλε έχεις αναλογιστεί ; τι πράγματα μας έχουν δέσει, από παιδιά..." 

- "Θυμάσαι τότε που με τον Κώστα στη μεγάλη πέτρα στην αλάνα εκείνο το καλοκαιρινό βράδυ αποφασίσαμε να εξομολογηθούμε ανοιχτά ποιος ήταν ο καλύτερός μας φίλος ;" πήρε τη σκυτάλη ο Γιάννης 

- "Τι πας και θυμάσαι χαχαχαχα, φυσικά το θυμάμαι" αποκρίθηκε ο Στέφανος. 

Ο Γιάννης αποτελείωσε τη γουλιά του μένοντας με το ποτήρι να αιωρείται στο χέρι του 

- "Εσύ ήσουνα ο καλύτερός μου φίλος" είχα πει τότε 

- "Το θυμάμαι μικρέ" απάντησε ο Στέφανος. Το προσωνύμιο "μικρέ" του το συνήθιζε για έναν άγνωστο λόγο. Χωρίς διακοπή συνέχισε 

- "Ξέρω ότι σε βαραίνουν πράγματα Γιάννη, ειδικά από τότε που έφυγε ο πατέρας σου. Όλη αυτή η φάση στο σπίτι σου, έμεινες μόνος, στα δεκαοκτώ σου, πάνε τόσα χρόνια..." 

- "Έξι χρόνια, έξι ολάκερα χρόνια" ακούστηκε σαν παρεμβολή η φωνή του Γιάννη. 

- "Σαν να μεγάλωσες απότομα ρε φίλε, σαν να φορτώθηκες πράγματα δύσκολα, δεν ξέρω... είναι και η Κυρά-Γιωργία...." 

Ο Γιάννης αντιλήφθηκε το φίλο του να κομπιάζει, να δίνει περισσότερο χρόνο να σκεφτεί τι θα ακολουθούσε στα λόγια του. 

- "Δύσκολη Γυναίκα και ψυχολογία" αποκρίθηκε ο Γιάννης. 

- "Ναι, ίσως κάτι να την βασανίζει, δείχνει να έχει κρεμαστεί στην κυριολεξία επάνω σου, παράξενα, ασυνήθιστα θα έλεγε κανείς, δεν σε προβληματίζει ;" 

- "Αρκετά Στέφανε, ήδη μου έχει δημιουργήσει προβλήματα, τα ξέρεις, αυτό το κόλλημα...." 

- "Ίσως να έχει και άλλες αιτίες" βάθυνε τη χροιά της φωνής του ο Στέφανος με ένα άλλο ύφος. Ο Γιάννης τον κοίταξε. 

- "Δηλαδή ; τι έχεις κατά νου" 

Ο Στέφανος έδειξε να σφίγγεται. Πήρε μια βαθιά ανάσα. 

- "Είναι μερικά πράγματα στη ζωή μας που μπορεί να γίνονται άθελά μας, να μην τα ξέρουμε, αλλά πιστεύω δεν πρέπει να μας κάνουν να αλλάξουμε απόψεις" 

Ο Γιάννης τον άφησε να συνεχίσει ρουφώντας το λίγο υπόλοιπο της γλυκιάς βότκας στο ποτήρι του. 

- "Δημήτρη πιάσε δυο καινούργια...." γύρισε ο Στέφανος στον μπάρμαν. Συνέχισε την κουβέντα του εμφανώς φορτισμένος. 

- "Άμα δένεσαι με έναν άνθρωπο και ξέρεις πράγματα για αυτόν, τότε το δέσιμο είναι πιο δυνατό, πιο ανθρώπινο, έτσι δεν είναι ;" είπε και τον κοίταξε. 

- "Ναι, είναι σωστό αυτό που λες, είναι πράγματα που κουβαλάμε και κάποια στιγμή το φορτίο τους είναι ασήκωτο....αληθινά", απάντησε ο Γιάννης. 

Τα ποτά ήρθαν, τα τέταρτα ποτήρια. 

Ο Ήχος της μουσικής των Moody Blues έφτανε στα αυτιά τους σαν χάδι. 

- "Γιάννη...." έκανε ο Στέφανος σαν να πήρε την απόφαση, "με βαραίνει κάτι μέσα μου, καιρό τώρα, νομίζω ότι πρέπει να στο πω, να το κουβεντιάσουμε", τα δάχτυλά του τρεμούλιασαν σπασμωδικά καθώς ξεκίνησε να παίρνει ένα τσιγάρο από το πακέτο του, ο Γιάννης του ζήτησε τσιγάρο, του προσέφερε. Τα χέρια του έτρεμαν καθώς η φωτιά του αναπτήρα άναβε διαδοχικά τα δυό τσιγάρα στο στόμα τους, ο Γιάννης τον άφησε σιωπηρός να συνεχίσει. 

- "Θέλω όμως ρε φίλε πριν στο πω να ξέρεις κάτι. Και αυτό το κάτι θα στο πω με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου..." κόμπιασε.

- "Προχώρα...." σαν κάλεσμα ακούστηκε η προστακτική του Γιάννη. 

- "Θέλω να σου πω.... κοίτα..... μικρέ θέλω να ξέρεις ότι δεν θα σε πουλήσω ποτέ....! ότι κι αν γίνει, ότι κι αν μάθεις, για μένα δεν θ αλλάξει τίποτα, είναι όλα όπως πριν... θα είμαι κοντά σου πάντα, σε κάθε στιγμή καλή ή κακή". 

Σταμάτησε. Στο πρόσωπο του Γιάννη ζωγραφίστηκε ένα απίστευτα ζεστό διακριτικό χαμόγελο. 

- "το ξέρω φίλε...." 

- "Είναι κάποια πράγματα που έχουν να κάνουν με τη Μάνα σου, με την Κυρά-Γιωργία, ξέρεις..." άρχισε πλέον με περισσότερη αποφασιστικότητα. 

- "Σε ακούω" 

- "Γιάννη, άκου.... η ζωή μας παίζει κάποια μεγάλα παιχνίδια. Πολλές φορές θα βρεθούμε σε στιγμές που δεν περιμέναμε. Που δεν φανταζόμασταν ότι συνέβαιναν σε μας". 

Ο Γιάννης άκουγε με προσοχή και μια παράξενη γαλήνη τον μονόλογο του φίλου του, που συνέχιζε: 

- "Ήρθε η στιγμή, δεν ξέρω... που πρέπει να μάθεις κάποια πράγματα για σένα" 

- "Για μένα ; δηλαδή ;" ρώτησε εκφραστικά ο Γιάννης. 

- "Ξέρω ότι ο Πατέρας σου ήθελε να σου μιλήσει για ένα μεγάλο μυστικό σαν ωριμάσει ο χρόνος. Ένα μυστικό για τη ζωή σου. Όμως ο θάνατός του τον πρόλαβε". 

Στο πρόσωπο του Γιάννη ζωγραφίστηκαν πολλά. Ο Στέφανος συνέχιζε 

- "Θα ξέρεις ότι η φωτογραφία στο σπίτι της Τομαζίνας Γιάννη δεν είναι τυχαία έτσι ; " 

- "Ναι το ξέρω, μου έχουν πει πολλές φορές", απάντησε ο Γιάννης ενώ ένα παράξενο χαμόγελο άρχισε να ζωγραφίζεται κρυφά στο πρόσωπό του σαν κοιτούσε ίσια μπροστά στους μεγάλους καθρέφτες μπροστά τους. 

- "Θέλω να μου υποσχεθείς ότι αυτό που θα σου πω θα το πάρεις ψύχραιμα, δεν θέλω να αντιδράσεις σπασμωδικά, δεν θέλω να βγάλεις συμπέρασμα έτσι πάνω στο άκουσμά του". 

- "Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα χάσω τον έλεγχό μου ; " 

- "Μικρέ.... δεν είναι απλό αυτό που θέλω να σου πω και μη με ρωτήσεις αμέσως που το ξέρω και γιατί" 

- "Προχώρα"...! έκανε ο Γιάννης τελειώνοντας το ποτό του. Ο Στέφανος ήπιε και εκείνος την τελευταία γουλιά ενώ με το βλέμμα του παράγγειλε τα επόμενα. Η Ζάλη στο κεφάλι τους πλέον είχε στρογγυλοκαθίσει για τα καλά, όμως αυτή η ελαφριά μέθη ήταν εκείνη που άνοιγε διάπλατα τις καρδιές. 

- "Άκου λοιπόν, θέλω να ξέρεις ότι η Κυρά-Γιωργία ..... (κόμπιασε σαν αν πνίγεται, ανάσανε βαριά και συνέχισε), η Κυρά-Γιωργία δεν είναι η πραγματική σου Μητέρα....! η πραγματική σου Μητέρα είναι η Τομαζίνα, ναι η γυναίκα της φωτογραφίας"


Ήταν σαν να έπεσε κεραυνός σιμά τους. Παρά το ότι η μουσική συνέχιζε τον υπέροχο ρυθμό της και τις μελωδίες της γύρω τους, παρά το ότι το μαγαζί ήταν ένα μικρό μελίσσι από κόσμο, εκείνοι βουτήχτηκαν στη σιωπή....! μια σιωπή που λες και έκανε τους χτύπους της καρδιάς να ηχούν σαν κύμβαλα. Ακούστηκε τρεμάμενη η φωνή του Γιάννη 

- "Το ξέρω.....!!!" 

Ο Στέφανος παραπάτησε από το σκαμπό του μπαρ σαν να δέχτηκε πιστολιά 

- "Τι είπες ;" 

- " Το ξέρω Στέφανε...!" 

- "Από πότε..... πως.... " 

- "Εδώ και έξι χρόνια....." έκανε ο Γιάννης ενώ τα μάτια του πια ήταν υγρά. 

Ο Στέφανος ήπιε μια δυνατή γουλιά από τα καινούργια ποτά που ήδη είχαν φτάσει, άναψε τσιγάρο έκθαμβος και είπε: 

- "Και πως άντεξες ρε φίλε να το κρατήσεις κρυφό ; πως ;" 

- "Άντεξα....! ναι.... εγώ το ξέρω....πως.... με τι κόστος, με τι βάρος συναισθηματικό.... " 

- "Στο είπε κανείς ; πως ;" 

- "Όχι όχι δεν μου το είπε κανείς. Τα βρήκα όλα στα απόκρυφα του γραφείου, στα συρτάρια. Είναι όλα γραμμένα φίλε μου, βρήκα τα πάντα. 

- ".................." 

- "Ο Πατέρας μου είχε αφήσει βιβλίο ολάκερο με τη μεγάλη αλήθεια που δεν πρόλαβε να μου πει. Έμαθα για εκείνη, την Τομαζίνα, τον μεγάλο έρωτα της ζωής του, την απίστευτη και κυνηγημένη ιστορία της σχέσης τους, τα βιώματά τους, έμαθα για τα όνειρά της, για τις μεγάλες της αποφάσεις, για την υπέρτατη θυσία της, για Μένα....! ναι για μένα, για τον τραγικό χαμό της τρεις μέρες μετά τη γέννα μου, για την εξέλιξη, για την Κυρά-Γιωργία, όλα, τα πάντα" 

Ο Γιάννης έσπασε συναισθηματικά. Οι δυό φίλοι αγκαλιάστηκαν σε ένα θέαμα που οι άγνωστοι συνδαιτήμονες του μπαρ θεωρούσαν ανεξήγητο. 

- "Μέρες και Χρόνια ολάκερα ένιωθα το τεράστιο βάρος να με λιώνει να με συνθλίβει. Και τα πελώρια "γιατί", να με τσακίζουν αλλά δεν μίλαγα γιατί αυτή η Γυναίκα η Κυρά-Γιωργία δεν έπρεπε να κλονιστεί". 

- "Άκου Γιάννη, καιρό τώρα η Μάνα σου βασανίζεται από τον εφιάλτη αυτό. Πως θα το μάθεις, πως θα το πάρεις αν το μάθεις, ποιος θα στο πει, ποια θα είναι η συμπεριφορά και η αντίδρασή σου απέναντί της. Με φώναξε πολλές φορές να το κουβεντιάσουμε να βρούμε μια λύση. Διάλεξε εμένα πιεστικά να στο πω, εμένα ναι, σε παρακαλώ λοιπόν, σε εξορκίζω μην την ταράξεις, μην την απορρίψεις. Η θέση της κρέμεται από μια κλωστή. Ξέρω είναι παράξενη, δύσκολη, περίεργη, πιεστική αλλά δεν παύει να είναι η Μάνα που σε μεγάλωσε". 

- "Ποιος φόβος σε κάνει να πιστεύεις κάτι τέτοιο φίλε μου ; όλα αυτά τα χρόνια της σιωπής μου ήταν για αυτόν τον λόγο. Πόσες και πόσες φορές δεν άνοιγα πλάγια τέτοιο θέμα για θετούς γονείς στο σπίτι μόνο και μόνο για να τονίσω την ψυχολογία της και να σπάσω τους φόβους της. Δεν υπάρχει περίπτωση από μένα αγόρι μου να την απορρίψω. Κάθε άλλο. Και στο λέω από βάθους ψυχής." 

Ο Στέφανος ανάσανε σαν να έφυγε από πάνω του ένα βάρος. Τον κοίταξε και του είπε: 

- "Για μια ακόμα φορά είμαι περήφανος που είμαι φίλος σου, θέλω να το πιστέψεις". 

- "Τι σου είπε σαν σε έβαλε να μου το πεις ; " 

- "Είναι τρομοκρατημένη, με παρακάλεσε να σου μιλήσω, να σε προετοιμάσω" 

Ο Γιάννης χαμογέλασε... σαν να είχαν περάσει χρόνια ολάκερα από πάνω τους οι δύο φίλοι συνέχισαν να μιλούν, αυτή τη φορά πιο ελεύθερα, λιγότερο πιεστικά. Η Ζάλη του ποτού, η ατμόσφαιρα στο bar, το ίδιο το θέμα τους είχε λες απογειώσει σε συναισθήματα υπέρβασης και λύτρωσης 

- "Πάμε ; " είπε κάποια στιγμή ο Γιάννης. 

- "Ναι, πάμε, άλλωστε έχουμε να ...ολοκληρώσουμε το δεύτερο μέρος τούτης της βραδιάς, περιμένει, μας περιμένει. Για κείνην οι ώρες που είμαστε εδώ θα φαίνονται αιώνες ολάκεροι να περνάνε βασανιστικά από πάνω της, θα αφήσεις εμένα να ταιριάξω το θέμα έτσι ; " του είπε ο Στέφανος 

- "Μπορώ να κάνω κι αλλιώς ; είχες το ρόλο του μαέστρου σήμερα, οφείλεις να τον τελειώσεις αδελφέ μου..." 

Πλήρωσαν, μάζεψαν τα πράγματά τους, χαιρέτισαν τον μπάρμαν και τα παιδιά του μαγαζιού και μέσα στην αντάρα του ποτού στο κεφάλι τους αλλά και το βάρος στα συναισθήματά τους κίνησαν το δρόμο του γυρισμού. 

Μόλις δρασκέλισαν την αυλόπορτα του σπιτιού του Γιάννη, οι παλμοί στις καρδιές και των δύο χτύπησαν κόκκινο για διαφορετικούς λόγους προσμονής. 

Η Κυρά-Γιωργία άνοιξε έχοντας στο πρόσωπο ένα χρώμα ενός απόκοσμου ανθρώπου. Ο Γιάννης διακριτικά άφησε να μπει τελευταίος δίνοντας χρόνο στο φίλο του και στη Μάνα του να έχουν μια βιαστική κουβέντα στο διπλανό δωμάτιο. 

-" Τι έγινε ; " με κόπο άρθρωσε το ερώτημά της η Κυρά-Γιωργία έχοντας κρεμαστεί από το φίλο του γιου της. Εκείνος την πήρε αγκαλιά και αργά με σαφήνεια όσο μπορούσε της είπε για όλα τα αποψινά. 

- "Θεέ μου ηξερε ; ....τόσα χρόνια ; και δεν μίλησε ; δεν είπε κουβέντα ;" έκανε εμβρόντητη η Κυρά-Γιωργία. 

- "Ηξέρε Μάνα ναι.....!" έσπασε την κουβέντα τους η φωνή του Γιάννη που πλησίασε κοντά τους. 

-"Ήξερε ναι", συνέχισε, "ήξερε ότι δυο διαφορετικές γυναίκες έχουν την ίδια αποστολή, την ίδια μεγάλη προσφορά στη ζωή, χωρίς να αναιρεί η μία την άλλη" 

Την πήρε στην αγκαλιά του τρυφερά και ανθρώπινα. Εκείνη κούρνιασε μέσα της χωρίς να μιλά μονάχα με τα δάκρυα της λύτρωσης να λούζουν τα σκαμμένα από την αγωνία μάγουλά της. Ο Στέφανος είχε τραβηχτεί διακριτικά έξω απ το δωμάτιο συγκινημένος. 

- "Δυό γυναίκες λοιπόν Μάνα....! εκείνη που γεννά, που δίνει τη ζωή της για να ζήσει αυτό το θαύμα και το δώρο ζωής, αυτή που θυσιάζεται για να αφήσει πίσω της το πετράδι του έρωτά της, ανεξίτηλο στο χρόνο και εκείνη που το βρίσκει, το μαζεύει και το μεγαλώνει, το στηρίζει. Δύο ρόλοι συμπληρωματικοί Μάνα....! όχι ανταγωνιστικοί όπως φοβόσουνα." 

- "Παιδί μου...!" έκανε εκείνη αφήνοντας ακόμα περισσότερο τον εαυτό της να χαθεί στα νεανικά του χέρια. 

- "Μάνα...!... Έτσι είναι....! έτσι πρέπει να είναι....!" έκανε ο Γιάννης δακρυσμένος τη στιγμή που το βλέμμα του αντάμωσε το βλέμμα Εκείνης, της πανέμορφης Γυναίκας που τον κοίταζε τόσο εκφραστικά από τα βάθη του χαμένου χρόνου της μέσα από την Νικέλινη βαρύτιμη κορνίζα στην βαριά ξύλινη τουαλέτα. 

Σαν ένα δάκρυ θαμπό να αυλάκωσε το όμορφο πρόσωπό της.



Η Ιστορία αυτή είναι η προσωπική μου συμμετοχή εδώ: Family stories #2 της εξαίρετης Φίλης Αριστέας. Ειλικρινά την ευχαριστώ για το έναυσμα και το κίνητρο που μας έδωσε με το θέμα αυτό για να εκφραστούμε. Πάντα να είναι καλά και να μας δίνει τα ερεθίσματα για κάθε τι όμορφο που μπορεί να γεννηθεί στη δημιουργία μας.