Η Ζωή είναι Δώρο. Σαν ένα σπιτικό Ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι γεμάτο γεύσεις

Κυριακή, 23 Φεβρουαρίου 2020

"Ένα χειμωνιάτικο βράδυ" (Συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο: "Μια ιστορία από στιχάκια")

Για το καινούργιο μας δικτυακό δρώμενο έχουμε ήδη μιλήσει στο μπλογκ της Κατερίνας



Δικτυακό λογοτεχνικό δρώμενο



Ξεκινάμε ένα συλλογικό έργο σε μορφή πρόζας (γραπτού λογοτεχνικού λόγου), στις "γραμμές" του οποίου θα υπάρχουν στίχοι από Ελληνικά τραγούδια. Είναι μια πολύ ενδιαφέρουσα και δύσκολη, θα έλεγα, απόπειρα, η οποία φιλοδοξούμε στην τελική της μορφή να δώσει μία όμορφη συλλογική νουβέλα. Στην συγγραφή συμμετέχουν δεκαέξι (16) φίλες και φίλοι με τα προσωπικά του μπλογκ.


Μου έπεσε ο κλήρος και η τιμή να κάνω το ξεκίνημα δίνοντας το πρώτο κεφάλαιο όπως ακολουθεί. Καλό ξεκίνημα λοιπόν. Σας ευχόμαστε καλή ανάγνωση. 





Διήγημα

Ένα χειμωνιάτικο βράδυ

Το φως του φεγγαριού έλουζε το μεγάλο σαλόνι. Ένα ασημένιο ποτάμι από φως κυλούσε απ τη μεγάλη μπαλκονόπορτα μέχρι μέσα στο κέντρο του. Το μεγάλο τραπέζι με τα ασημένια κηροπήγια και εκείνη τη φωτογραφία στα δεξιά έπαιρναν το ασημένιο του χρώμα. Αριστερά η μεγάλη βεράντα με τις βαριές κουρτίνες. Το τζάκι στο βάθος, σβηστό, φάνταζε επιβλητικό. Δίπλα του η μεγάλη ξύλινη εσωτερική σκάλα που οδηγούσε στα πάνω δωμάτια.

Η παγερή σιωπή στο χώρο έσπαγε από την υπόκωφη βουή της καταιγίδας που πλησίαζε από το Νότο. Ένα μπουκάλι ποτό μισοάδειο πάνω στη ροτόντα, ένα άλμπουμ με φωτογραφίες μισάνοιχτο στην μεγάλη πολυθρόνα και το μαύρο πιάνο έδεναν με όλο το σπίτι. Μια ξαφνική αστραπή άπλωσε με μανία το αστραφτερό φως της πάνω στη φωτογραφία μιας όμορφης καστανής γυναίκας που χαμογελούσε αινιγματικά.

“Έρχεται καταιγίδα” Ακούστηκε η φωνή μιας ηλικιωμένης γυναίκας από τα πάνω δωμάτια.
“Ναι το βλέπω” απάντησε μια αντρική φωνή.

Άνοιξε η πόρτα του πάνω δωματίου. Κοντά στα πενήντα, καλοστεκούμενος, επιβλητικός. Η μορφή του φάνταζε παράξενα στο χώρο. Κατέβηκε αργά τη μεγάλη σκάλα προς το σαλόνι. Φαινόταν κουρασμένος και βαρύθυμος. Το γλυκό του πρόσωπο φάνηκε στο φως του φεγγαριού που όλο και λιγόστευε καθώς τα σύννεφα το είχαν ήδη αγκαλιάσει. Τα κουρασμένα καστανά του μάτια με τις ρυτίδες στο πρόσωπό του.  Κατέβηκε, πλησίασε στη μεγάλη βεράντα και το βλέμμα του έψαχνε πέρα μακριά προς τις σκιές της πολιτείας.
“Γύρω σκοτάδι, κι ούτε ένα φως, τώρα κοιμάται η πολιτεία…” ψιθύρισε μονάχος συνεχίζοντας
“Κανείς το δίκιο δεν ζητά μέσα στου ύπνου τη μαγεία...”i
Άναψε τα δύο μεγάλα όρθια φωτιστικά. Ένα γλυκό φως πλημμύρισε το χώρο. Πήγε στο μπαράκι, έβγαλε ένα κρυστάλλινο ποτήρι και το γέμισε με το αγαπημένο του Αμερικάνικο μπούρμπον. Στο στόμα του τρεμόπαιξε ένα τσιγάρο. Ρούφηξε τη πρώτη δυνατή γουλιά νιώθοντας το ποτό να τον σιγοκαίει. Οι σκέψεις του έκαναν φωναχτά το δικό τους ταξίδι.
“Την ώρα τούτη στοργικά όλους η νύχτα αγκαλιάζει, κι ούτε ζήλεια ούτε καημός τη σκέψη τους δεν την ταράζει...”ii
Το βλέμμα του καρφώθηκε στο ημερολόγιο.
“Δεκαπέντε του Γενάρη” μουρμούρισε.
“Πέρασε τόσος καιρός, αλήθεια πόσος. Κι απ όλα περισσότερο αυτό που με πειράζει είναι την απουσία σου πως πάω να συνηθίσω”iii

Το πρόσωπό του έγινε ξαφνικά γκρίζο. Συνέχιζε να μιλάει έτσι. Άλλωστε το είχε πια συνηθίσει τελευταία και το είχε αποδεχτεί. Του έκανε παρέα πολλές φορές στη σιωπή του.
“Θα ήσουν τώρα κοντά μου έτσι δεν είναι Ερατώ;”
Έσυρε τα βήματά του δίπλα στη βιβλιοθήκη. Στην επιφάνεια του δρύινου γραφείου ήταν απλωμένες παλιές εφημερίδες. Σαν ένα κάποιο χέρι να της είχε αφήσει εκεί εντελώς ξαφνικά. Κάποιες από αυτές ήταν τσαλακωμένες απ τη φθορά του χρόνου. Τα μάτια του άρχισαν να ταξιδεύουν πάνω στους μεγάλους τίτλους: 
“Τραγικό τροχαίο δυστύχημα”
“Ερατώ Δημοπούλου-Οικονόμου. Για άγνωστους λόγους το αυτοκίνητο που οδηγούσε έφυγε από το δρόμο και έπεσε στο γκρεμό στη θάλασσα. Η 37χρονη οδηγός βρήκε τραγικό θάνατο”.
“Η ιατροδικαστική έρευνα δεν έδειξε κάτι ύποπτο στην νεαρή οδηγό του αυτοκινήτου που έπεσε στο γκρεμό παρασύροντάς την…”
“Απαρηγόρητος ο σύζυγος της νεαρής Ερατούς, Δημήτρης Οικονόμου για τις συνθήκες του τροχαίου…”
“Εξετάζεται το αυτοκίνητο από εμπειρογνώμονες για πιθανότητα δολιοφθοράς”
“Αναζητείται το κόκκινο αυτοκίνητο που ακολουθούσε την πορεία της σύμφωνα με αυτόπτες μάρτυρες για αναζήτηση περαιτέρω στοιχείων”

Έφυγε βιαστικά απ το γραφείο σαν να ήθελε να αποφύγει τη συνέχεια. Είχε πια σταθεί μπροστά στη μεγάλη φωτογραφία στο πιάνο, ήπιε μια δεύτερη δυνατή γουλιά και συνέχισε:
“Άραγε γιατί έφυγες εκείνη τη νύχτα; Τι σε οδήγησε σ’ αυτή τη φυγή; Εγώ; Πάντα εγώ με τις ηλίθιες συμπεριφορές και ανασφάλειες μου. Αχ να μπορούσες να μου φωνάξεις τι σε έκανε να φύγεις εκείνη τη μέρα. Τώρα, εγώ μόνος. Ήξερες πως με φόβιζε στη ζωή μου αυτό Ερατώ, ήξερες τον τρόμο που ένιωθα στη μοναξιά και στην απώλεια. Ήξερες ότι φοβόμουνα ακόμα και την ευτυχία. Ίσως γιατί δεν την πίστεψα ποτέ. Θυμάσαι;” Είπε και γέλασε πικρά. Τα μάτια του στράφηκαν στη βεράντα. Η καταιγίδα είχε πια πλησιάσει, τράβηξε κατά κει. 

“Θυμάσαι εκείνη τη νύχτα; Να εκεί κάτω στον κήπο πριν πολλά χρόνια. Θα ‘ταν τρεις το πρωί και σε ρώτησα αν νιώθεις γεμάτη πλάι μου και τότε με τα μεγάλα μάτια σου γύρισες και μου ‘πες: Θυμάμαι, όταν ήμασταν παιδιά, τα όνειρα που κάναμε θυμάμαι, νομίζαμε με μια δρασκελιά τον ουρανό θα φτάναμε”iv

Τις σκέψεις του διέκοψε η κ. Ερασμία. Η Οικονόμος του σπιτιού. Μια γλυκύτατη όμορφη γυναίκα που ζούσε χρόνια στο σπίτι εκεί προσφέροντας τις υπηρεσίες αλλά και την αγάπη της.
“Κύριε Δημήτρη, η ώρα είναι περασμένες εννέα. Με θέλετε τίποτα άλλο; “
”Όχι όχι Ερασμία, να πας να ξαπλώσεις, να ξεκουραστείς”
“Έχετε τίποτα; Σας βλέπω λίγο ταραγμένο απόψε”
“Δεν είναι τίποτα Ερασμία, άργησα σήμερα στη δουλειά και νιώθω κουρασμένος. Μήπως με ζήτησε κανείς το πρωί;”
“Ναι πήρε τηλέφωνο ο κύριος Γιάννης, θέλει μου είπε να σας δει”
“Ο Γιάννης; Καλά Ερασμία, του είπες θα είμαι εδώ απόψε;”
“Ναι, νομίζω πως θα έλθει, έτσι κατάλαβα”
“Εντάξει Ερασμία μου, πήγαινε και θα τα πούμε το πρωί. Η ώριμη γυναίκα έφυγε. Εκείνος κάθισε στη πολυθρόνα. Ο Γιάννης. Αδελφικός του φίλος από τα παιδικά του χρόνια. Είχε να τον δει πάνω από ένα μήνα. Κούνησε το κεφάλι του πικρά θέλοντας να διώξει κάποιες αναμνήσεις που τον κύκλωναν ξανά.

Άδειασε το ποτό και προσέθεσε και άλλο. Και κάποια στιγμή το έκανε ασυναίσθητα χάνοντας το λογαριασμό. Βυθίστηκε αργά στο λήθαργο του ποτού. Δεν ήξερε καν πόση ώρα είχε περάσει. Γύρισε και κοίταξε πάλι τη φωτογραφία στο πιάνο. Έξω η καταιγίδα είχε πια ξεσπάσει. Έβαλε ένα δίσκο να παίζει. Ο Ήχος του πιάνου από τα πρελούδια του Σοπέν γέμισε το χώρο προσπαθώντας να γαληνέψει την αψάδα της βροχής. 
“Το κομμάτι που σου άρεσε να παίζεις στο πιάνο αγάπη μου…  Ποτέ δεν θα μάθεις πόσο μου λείπεις. Δεν την αντέχω τόση μοναξιά. Δεν ξέρω πια τι θέλω. Μην με παρεξηγείς.v Τι με έπιασε απόψε Θεέ μου, νιώθω τόσο παράξενα. Αναρωτιέμαι γιατί; Τι με βαραίνει; 

“Αν κάποτε χαθώ Δημήτρη…..”

Αυτή η φωνή εισέβαλε στο χώρο μαζί με τον πάταγο της αστραπής που αυλάκωσε τον ουρανό. Γύρισε έντρομος το πρόσωπό του. Εκεί! Στα σκαλιά, στο μεσιανό της σκάλας, εκεί! Μια μορφή! Αχνή, διάφανη. Ανατρίχιασε σύγκορμος

“Ερατώ!”

Άπλωσε το χέρι προσπαθώντας να σηκωθεί απ τη πολυθρόνα καταβάλλοντας προσπάθεια. 

“Εγώ… δεν ήθελα να σε αφήσω μόνο απόψε…”
“Μα πως είναι δυνατόν, δεν μπορεί….”
“Είμαι αυτό που ζήτησες αγαπημένε μου, η παρουσία μου. Όμως θέλω να ξέρεις κάτι….”
Ένιωθε πλέον να ζει μέσα σε μια παραζάλη.
“Τι να ξέρω; τι δεν ξέρω Ερατώ;”
“Το λόγο της απουσίας μου… τι έγινε εκείνο το βράδυ, μήπως είναι ώρα να το μάθεις;”
“Να μάθω τι παραπάνω Ερατώ;”
Έβλεπε μέσα στη ζάλη του τη μορφή της να έρχεται και να χάνεται μπροστά της.
“Την αλήθεια Δημήτρη! Μπορείς; Αντέχεις;”
Άπλωσε τα χέρια του να την πλησιάσει. Ένιωθε τη μορφή να απομακρύνεται, να χάνεται μέσα στο ημίφως του χώρου ακούγοντας μαζί και τον παράταιρο ήχο να αργοσβήνει.
“Μπορείς; μπορείς;”

Το κουδούνι της εξώπορτας τον επανέφερε απότομα στην πραγματικότητα. Ο ήχος του ακούστηκε τόσο δυνατός στα αυτιά του.
“Ο Γιάννης! Αυτός θα ‘ναι ναι!” φώναξε με χαρά. Έτρεξε προς τη πόρτα προσπαθώντας να αλλάξει ψυχολογία . Την τράβηξε ανοίγοντάς την. 

Στη λάμψη της καταιγίδας τρεμόπαιξε μια επιβλητική γυναικεία μορφή. Τα μάτια του άνοιξαν διάπλατα.
“Εσύ;”
Το γυναικείο χέρι με το μαύρο γάντι έπιασε το μεγάλο μπρούτζινο πόμολο σπρώχνοντας την πόρτα προς τα μέσα.
“Καλησπέρα Δημήτρη! Δεν με περίμενες ε;”


Πηγές στίχων




i“Γύρω σκοτάδι” Στίχοι Μάνος Κουφιανάκης σε μουσική Κώστα Χατζή από το έργο “Ρεσιτάλ”
ii“Γύρω σκοτάδι” Στίχοι Μάνος Κουφιανάκης σε μουσική Κώστα Χατζή από το έργο “Ρεσιτάλ”
iii“Νύχτωσε νύχτα” Στίχοι Αφοί Κατσιμίχα από το έργο “Όταν σου λέω πορτοκάλι να βγαίνεις”
iv“Θυμάμαι” Στίχοι Κώστας Χατζής, από το έργο “Ρεσιτάλ”
v“Ποτέ δεν θα μάθεις” Στίχοι Έλενα Καρρά, σε μουσική Αντώνη Βαρδή, τραγουδά ο Γιάννης Βαρδής.

Όσοι θέλετε μπορείτε να ακούστε τα αντίστοιχα τραγούδια εδώ:












Καλή συνέχεια εύχομαι στους υπόλοιπους και καλό ξεκίνημα.
Πιστεύω ότι θα πάει πολύ όμορφα το δρώμενο και θα βγει ένα εξαίρετο συλλογικό έργο.











Σάββατο, 25 Ιανουαρίου 2020

Ας γνωρίσουμε τον Γιώργο Δερβεντλή

Φίλες και Φίλοι.
στο σημερινό μου θέμα θα ήθελα να κάνω αναφορά και να παρουσιάσω καλύτερα έναν εξαίρετο Φίλο που βρίσκεται στην δικτυακή μας γειτονιά όπου αθόρυβα και διακριτικά προσφέρει τις δικές του εξαίρετες λογοτεχνικές δημιουργίες.

Να σας γνωρίσω λοιπόν καλύτερα τον:

Γιώργο Δερβεντλή



Θα τον συναντήσουμε στο ιδιαίτερο προσωπικό του blog:



Ο Γιώργος έχει μια ιδιαίτερα ερωτική, θα την έλεγε κανείς, σχέση με την πεζογραφία του τρομακτικού και του φανταστικού. Η Δύναμη της συγγραφικής του φαντασίας έχει μια εντυπωσιακή δύναμη αλλά και μια ανάλογη οξυδέρκεια, μέσα απ' την πλοκή της, να προσεγγίζει και να αναδεικνύει σύγχρονα και μεγάλα κοινωνικο-πολιτικά ζητήματα.

Η σύγχρονη κρίση, η ισοπέδωση του ανθρώπου των καιρών μας. Η κρατική τρομοκρατία και ο φασισμός. Η καταστολή. Όλα αυτά δένονται επίσης και με την άριστη ματιά του στο ψυχολογικό υπόβαθρο βιωμάτων μας, τα οποία μελετά, θίγει αλλά μέσα στα σκοτάδια του ασυνείδητου στήνει διηγήματα που ταράζουν με όλη τη σημασία της λέξεις.

Μπορούμε επίσης να τον συναντήσουμε και στο προσωπικό του site εδώ:


Το Συγγραφικό του έργο

Ο Γιώργος έχει εκδώσει τρία βιβλία:

"Ερημότοποι"


Το Βιβλίο αφορά την πρώτη ανθολογία Post apocalyptic και ο Γιώργος συμμετέχει με ακόμα οκτώ εξαίρετα διηγήματα πάνω στο συγκεκριμένο είδος.




Ένα μυθιστόρημα ιστορικής φαντασίας. Ένα άγριο κοινωνικό-πολιτικό παραμύθι που ταράζει και βάζει σε άπειρες σκέψεις τις χειραγωγημένες και συμβιβασμένες συνειδήσεις. Ένα βιβλίο που σπανίζει στην βιβλιογραφία μας.






"Η Μοναξιά πονάει και σκοτώνει. Τι άραγε μπορεί να γίνει όταν δύο μοναχικές καρδιές που είναι εθισμένες στο λάθος αποφασίσουν να ενωθούν και ως που μπορούν να φτάσουν"

Ένα κοινωνικό δράμα σε σκοτεινές αποχρώσεις, όπως αυτές μπορεί να τις δίνει ο Γιώργος. Ένα μυθιστόρημα που θα σας ανεβάσει έντονα σφυγμούς αλλά και συναισθηματική φόρτιση.

Στο προσωπικό του blog, ο Γιώργος Δερβεντλής, έχει δημοσιεύσει σε συνέχειες κάποια διηγήματα που πραγματικά αποτελούν μικρά διαμαντάκια στο χώρο του μυθιστορήματος φαντασίας και τρόμου με στοιχεία επιστημονικής φαντασίας. Είναι αυτό που διεθνώς οριοθετούμε ως:
Fantasy, Horror, Sci-Fi.

Η παράδοξη υπόθεση των Αρτίστικ δολοφονιών

Η σκοτεινή ομολογία της Κλάρα Ντόνοβαν

Ανθρώπινα παιχνίδια

Σταχυολόγησα, ενδεικτικά, κάποια από τα έργα, που πραγματικά αποτελούν υποδειγματική γραφή στο συγκεκριμένο είδος.

Σας αφήνω να τον απολαύσετε. Σας αφήνω να παρασυρθείτε στους σκοτεινούς του κόσμους. Εκεί που κυριαρχεί το φανταστικό, το τρομακτικό και το παράξενο.
Και όπως ο ίδιος λέει:   "Συλλέκτης μουσικών και εικόνων που εξιτάρουν τους φαντασιογόνους κάλυκες του εγκεφάλου"





Δευτέρα, 13 Ιανουαρίου 2020

Τα πρώτα βήματα του χρόνου σε σκέψεις



Συνήθως δεν έγραφα προσωπικές στιγμές στο ιστολόγιό μου. Όχι ότι δεν ήθελα αλλά απλά δεν είχε τύχει μέχρι τώρα. Δεν είμαι από τους ανθρώπους που κρατώ τα εσώψυχά μου ως καλά κρυμμένα εφτασφράγιστα μυστικά. Συγκυρία λοιπόν.

Τώρα, στα πρώτα βήματα της νέας χρονιάς νιώθω απέριττη την ανάγκη να εκφράσω και να μοιραστώ πράγματα. Η Περασμένη χρονιά σηματοδότησε την απαρχή ενός κορυφαίου προσωπικού αλλά και οικογενειακού ονείρου. Ένα όνειρο ζωής που έδενε το παρελθόν με το μέλλον. Τους δικούς μας γονείς, το δικό μας παρόν και το αύριο των παιδιών μας. Το παλιό εκείνο πατρικό σπίτι να γυρίσει σελίδα στο χρόνο και ένα καινούργιο αύριο να το βρει.

Δυστυχώς το όνειρο αυτό, για μια σειρά αντικειμενικούς λόγους, κύρια οικονομικούς, δέχεται ισχυρότατο πλήγμα. Και ένα τέτοιο πλήγμα διαχέεται, όπως είναι φυσικό, στην ψυχολογία μας, με τον πλέον εμφαντικό τρόπο. Σε αυτές τις στιγμές, οφείλω να κρατώ, άσβηστη την ελπίδα και να πιστέψω σε ένα ..θαύμα. Ναι σε ένα θαύμα αλλαγής των δεδομένων. Όλο αυτό με έχει ταράξει. Άσχημα. Δυνατά.

Προσπάθεια για αντίδραση; Ναι! Το Blogging, οι διάφορες δραστηριότητες, μια καταιγίδα έμπνευσης που έρχεται εν ριπή να βγει από μέσα μου. Αχαλίνωτη, Ορμητική, Άναρχη. Και να ζητάει τα πάντα! Λες και γυρεύουν διέξοδο όλα εκείνα τα απωθημένα μέσα μου. Και εδώ αρχίζει ένας χορός, μια αμάχη σκέψεων. Είναι όμορφα όλα τούτα; Να δημιουργώ; ή μήπως όλα είναι μάταια, κενά, ναρκισσιστικά. Κινηματογράφος, λογοτεχνία, ποίηση, κατασκευές, ζωγραφική. Όλα μαζί βγαίνουν σαν καταιγίδα μέσα μου. Λένε ότι πολλές φορές η μεγάλη έμπνευση μπορεί να σε σκοτώσει. Να σε πνίξει.

Και μετά αρχίζουν τα ερωτήματα και ο διάλογος με ...μένα. Γιατί τα κάνεις όλα αυτά; Που αποσκοπείς; Τι θέλεις πραγματικά; Ξέρεις; Ποια παρόρμηση σε οδηγεί που; 

Να ξέρετε, η τέχνη θέλει μοίρασμα. Δεν αντέχεται να την κουβαλάς μόνος σου. Κινδυνεύεις. Θέλει μοίρασμα, κουβέντα, κριτική, αποδοχή, απόρριψη, προσπάθεια, αναγνώριση. 
Βλέπω τους φίλους εδώ να ανοίγουν τα φτερά τους στις στράτες αυτού που αγαπούν. Και πόσο τους χαίρομαι. Ίσως μερικές φορές να τους ζηλεύω, με την καλή έννοια. Τους ζηλεύω γιατί τολμούν! Κυνηγούν το όνειρό τους. 

Μετέτρεψα κάποια έργα μου σε e-books. Εντάξει. Ένα ελεύθερο, ένα προς πώληση. Αυταπάτη; Ψευδαίσθηση; Ίσως. Ήδη μεταφράζω το "Ραίημοντ και Ναντίν" για να το διαθέσω και αυτό ξενόγλωσσο. Ίσως να κυνηγώ χίμαιρες.

Θέλω να φτιάξω ένα μπλογκ στο οποίο να έχω κοινοποίηση αποκλειστικά της συγγραφικής μου δουλειάς. Αυτό πως το λες; Μανία; Υστερία; Ψώνισμα; Είναι ακόμα κάποιες στιγμές που θέλω να πατήσω τα κουμπιά και να τα εξαφανίσω όλα! Να τα σβήσω! Σαν τον παράφρονα επιστήμονα που πατά τα κουμπιά της καταστροφής. Και μετά να γελώ παράφορα για τον πόνο που θα μου προκαλέσω.

Είναι και εκείνος ο φόβος του θανάτου που με περιτριγυρίζει τελευταία. Και έρχεται σαν πανικός, σαν τρόμος, σαν σκιά. Παράλογος, αποκρουστικός. Δεν είναι δυνατόν η πρώτη σκέψη της νέας μέρας να είναι η απώλεια. Δεν γίνεται. Είναι νοσηρό. 

Οφείλω να βρω τα μέτρα και τα σταθμά μου. Ίσως να είναι κρίση ηλικίας. Ίσως να έρχονται όλα μαζί. Μια κρίση απολογισμού. Ένα κρυφό παιχνίδι δαιμόνων που έρχεται και ριζώνει στο μυαλό σου και σου ισοπεδώνει τα πάντα που έκανες. Που βάζει την αμφιβολία στο αίμα σου και την απόγνωση στην καρδιά σου.

Θα τα καταφέρω.... Πρέπει...

"Υπάρχει ένας πύργος που λέγεται κάστρο της αμφιβολίας. Και αυτός που το διοικεί λέγεται γίγαντας της απόγνωσης"
Τζωρτζ Μπύνυαν




Subscribe to our newsletter

Follow by Email