Η Λάθος στιγμή
“Μα
εγώ Άρη μου σε βλέπω
σαν φίλο !”
ακούστηκαν
τα λόγια της μαχαιριά. Ένιωσε τις ρίζες
της καρδιάς του να κομματιάζονται σε
χίλια δυό κομμάτια.
“Σε
βλέπω σαν Φίλο !...”. Είπε τη φράση μόνος
του δυνατά, μία ακόμα φορά. Να την ακούσει
πάλι. Να την συνειδητοποιήσει. Έστεκε
εκεί απέναντι από το Νεοκλασικό
σπίτι της, ίσκιος
μονάχος και παράξενος. Αντίκρυ
του έστεκε η θάλασσα.
Σκοτεινή, ανταριασμένη. Μέσα στην καρδιά
εκείνης της νύχτας του χειμώνα. Συντροφιά
με τις αναμνήσεις που επέστρεφαν σαν
την καταιγίδα που παραφύλαγε στο πέλαγος
απέναντι.
Έριξε
μια ακόμα ματιά στο σπίτι της. Έστεκε
εκεί απέναντι από τη λάμπα
του δρόμου, μια όμορφη επιβλητική βίλα.
Είχε αφήσει τη μοτοσυκλέτα
του δίπλα στο φανάρι
για να περπατήσει προς τα εκεί. Το βλέμμα
του χαίδεψε τα παραθυρόφυλλά της, τις
γλάστρες στο μπαλκόνι,
την μεγάλη πόρτα φτιαγμένη από ξύλο.
Εκείνη
την πόρτα που διάβηκε εκείνη την άγρια
νύχτα. Μια νύχτα σαν την αποψινή, άγρια,
χειμωνιάτικη. Με τον ουρανό
βαρύ,
σαν την καρδιά του. Και τα
αισθήματά του να βράζουν μέσα του καυτά
και να τον λιώνουν όπως η υψικάμινος
τα σκληρά μέταλλα.
Πριν
εικοσιδύο
χρόνια
! Πόσος καιρός ! Πόσοι χειμώνες κύλησαν
από εκείνη τη νύχτα που άλλαξε η ζωή του
συθέμελα. Που ο κόσμος έγινε μια κινούμενη
άμμος απειλώντας
να τον τραβήξει σε μια άγνωστη κάθοδο.
Την νύχτα εκείνη που όλα στη ζωή του
γράφονταν ξανά. Απ την αρχή ! Λες και δεν
έζησε τίποτα πριν. Κι όμως εκείνη τη
νύχτα ήταν που το παζλ απέκτησε το τελικό
του σχήμα και μορφή. Μόνο που δεν ήξερε
που θα το οδηγούσε η ζωγραφική
της
ζωής.
Η
Εριέττα.
Μια γλυκιά όμορφη νεαρή γυναίκα,
ψηλόγλινη, με μαλλιά σκούρα μαύρα που
έκαναν άπειρες μικρές-μικρές τόσα δα
μπούκλες.
Με τα εκφραστικά της μάτια και το χαμόγελο
στα χείλη. Όλα
ξεκίνησαν
νωρίς το
βράδυ. Σαν να το ζούσε μπροστά του. Ένα
ημερολόγιο πίσω
στο χρόνο.
“Εριέττα ! Τι έκπληξη είναι
αυτή γλυκιά μου !”
“Θα με αφήσεις να περάσω
κύριε Άρη ή θα με παρατήσεις εδώ έξω,
δεν βλέπεις ; πω πω σήμερα, πάγωσα”
“Έλα πέρασε...”, την οδήγησε
στο εσωτερικό του σπιτιού.
“Δεν πιστεύω να ενοχλώ ;”,
τον ρώτησε καθώς κάθισε στον καναπέ
τακτοποιώντας τα πράγματά της.
“Να ενοχλείς ; εσύ ; ε όχι
δα !”
“Ο
Ουρανός είναι γεμάτος σύννεφα.
Να δεις που θα το γυρίσει σε
χιόνι !”
“Τόσο πολύ ;”
“Σίγουρα. Ήδη ρίχνει ψιλές
νιφάδες”
“Τι να σου φέρω να σε ζεστάνω
;”
“Ένα κονιάκ θα μου έκανε
καλό”
“Έφτασε”
Πήγε στο μπαρ απέναντι να
ετοιμάσει τα ποτά. Η Εριέττα άπλωσε το
βλέμμα της ολόγυρα σε μια απαλή βελούδινη
ματιά. Πήρε στα χέρια της το μικρό ξύλινο καρουζέλ που έστεκε όμορφο επάνω στην βιβλιοθήκη. Κοίταξε έξω στον κήπο και
είπε:
“Αυτές σου οι τριανταφυλλιές
! Μέσα στην καρδιά του χειμώνα σαν νύφες
ντυμένες στο λευκό και στο ροζ !”
“Α είναι οι λατρείες μου
και το ξέρεις”, της απάντησε καθώς
έφτασε κοντά της με τα ποτά.
“Είδα
και το ποδήλατό
σου έξω ! Πες μου ότι το χρησιμοποιείς
ακόμα ;”
“Καλά το λες ! Αχώριστος
φίλος μου, πάντα”.
“Στην υγειά μας Άρη ! Καλώς
σε βρήκα !”
“Καλώς όρισες Εριέττα !”
Η Κοπέλα άφησε το ποτήρι
της στο τραπέζι, άνοιξε την τσάντα της
και έβγαλε ένα μικρό κουτάκι όμορφα
στολισμένο.
“Αυτό για σένα !”
“Τι κάνεις ; είσαι με τα
καλά σου ; μα γιατί ;”
Τον κοίταξε στα μάτια, όμορφα
εκφραστικά.
“Έτσι. Το είδα, μου άρεσε,
το πήρα, ξέρω ότι σου αρέσουν αυτά τα
καλλιτεχνικά όμορφα πράγματα”
“Τι είναι ;”
“Άνοιξε
να δεις. Ένα διακοσμητικό κουτί.
Δια χειρός
μιας εξαίρετης φίλης μου που κάνει
τέτοια”
Το άνοιξε, με τα μάτια να
λάμπουν, το απόλαυσε.
“Είναι τέλειο, σε ευχαριστώ
γλυκιά μου”
Την πλησίασε, έσκυψε και τη
φίλησε απαλά στο μάγουλο.
Στάθηκαν ο ένας απέναντι
στον άλλο. Με ζεστασιά στην καρδιά.
Γνώριμοι από την εφηβεία τους. Βουτηγμένοι
στις αναζητήσεις της νιότης, στα
μικρά και μεγάλα δράματα που χάραξαν
αργότερα τη ζωή τους. Ανοιχτές αγκαλιές
ο ένας για τον άλλον στα προβλήματά
τους.
“Εμείς
παιδί μου δεν κάνουμε ο ένας έξω απ τον
άλλο. Θα ήμασταν σαν τα ...ψάρια
έξω απ το νερό”, του έλεγε πολλές φορές
όταν συνειδητοποιούσαν το δέσιμό τους.
Μίλησαν για κείνους, για
τις ζωές τους, τι τους βάραινε, τι τους
σημάδευε.
“Κάτι μου είπες στο τηλέφωνο
Άρη ! Για κάτι που σε βασανίζει, σε
απασχολεί...”, τον ρώτησε.
“Ναι Εριέττα. Κάποτε ο
πατέρας, μου μίλησε για κάποιο μεγάλο
μυστικό. Ότι σαν ωρίμαζε ο χρόνος θα μου
το έλεγε…
“Λοιπόν ;”
“Δεν πρόλαβε, άλλωστε θα
στο είχα πει...”
“Τι φαντάζεσαι ότι μπορεί
να είναι ;”
“Δεν ξέρω, εκείνο όμως που
ξέρω είναι ότι μου έχει γίνει έμμονη
ιδέα να μάθω….”
“Η Μητέρα σου ;”
“Δεν μου είχε πει τίποτα
πριν πεθάνει. Βλέπεις όλα έγιναν τόσο
γρήγορα...”
προσπάθησε να τον ηρεμήσει.
Ησύχασε, όλα θα γίνουν.
“Εσύ πως είσαι τι κάνεις
;” την ρώτησε σαν να ήθελε να καταχωνιάσει
την έγνοια του.
Το πρόσωπο της κοπέλας
βάρυνε.
“Τι συμβαίνει ; Εριέττα
μίλα μου !”
Είχε το νου του στο βλέμμα
της, στα χείλη της. Η σχέση τους ήταν
παράξενη. Μια ακροβασία ανάμεσα στον
έρωτα και τη φιλία. Του άρεσε να την
κοιτάζει στα μάτια, τόσο πολύ.
Του μίλησε, του άνοιξε την
καρδιά της:
“Οι σχέσεις μου… τα αδιέξοδά
μου… κάτι δεν κάνω καλά Άρη ! Δεν γίνεται,
δεν μπορεί όλοι να έχουν άδικο και εγώ
στον κόσμο μου… η μοναξιά. Δεν την αντέχω
τη μοναξιά. Και αυτό με οδηγεί σε επώδυνους
...συμβιβασμούς...”
“Ησύχασε ! Άκου...”
Της μίλησε, άνοιξαν την
καρδιά τους. Την ηρέμησε. Την έκανε να
νιώσει διαφορετικά, ώριμα, σίγουρα. Έτσι
που σαν ήρθε η ώρα να φύγει η διάθεσή
της ήταν εντελώς διαφορετική.
“Φεύγεις ;”
“Το
...Ωρολόγιον είναι
αμείλικτο”, του είπε χαριτολογώντας.
Την αποχαιρέτισε κοιτώντας
την να ξεμακραίνει έξω στο δρόμο τυλιγμένη
στο παλτό της μέσα στο κρύο. Ένα κρύο
που, χωρίς να ξέρει, απειλούσε και τις
δικές του ώρες.
Γιατί εκείνη η νύχτα έμελε
να είναι η μεγάλη νύχτα των αποκαλύψεων.
Γιατί οι απαντήσεις που ζητούσε έφτασαν
μπροστά του με ένα τρόπο τόσο απλό αλλά
συνάμα και τόσο βίαιο.
Μια
εφημερίδα
! Μια παλιά κιτρινισμένη εφημερίδα
καταχωνιασμένη,
διπλωμένη στο
βάθος του συρταριού του γραφείου του.
Οδηγημένο το χέρι του εκεί, άγνωστο από
ποια μοίρα. Για να τον οδηγήσει στην
αλήθεια.
Η
φωτογραφία μιας γυναίκας στην κάτω
σελίδα. Η είδηση για ένα τροχαίο θανατηφόρο
ατύχημα που οδήγησε στο θάνατο εκείνη
την όμορφη γυναίκα. Τα μάτια του πάγωσαν
μπροστά στην εικόνα της. Κάπου αλλού
είχε δει αυτήν την εικόνα ! Πολλές ναι,
πολλές φορές ! Μα να ! Εκεί στο βάθος,
στην ασημένια κορνίζα της βιβλιοθήκης.
Έντρομος σηκώθηκε προς τα εκεί. Πήρε
την κορνίζα μπροστά του. Κοίταζε τις
δύο φωτογραφίες και όλο και περισσότερο
έβλεπε μπροστά του την ίδια όμορφη
γυναίκα. Και ύστερα ! Το όνομά της ! Ματίνα
Αγραφιώτου ! Και ο συνοδηγός ! Το όνομα
του συνοδηγού, ο Πατέρας του ! Σώος με
σοβαρά τραύματα. Μαζί
τους
και ένα μικρό αγόρι. Το
χέρι του έτρεμε. Το αγόρι σώθηκε. Το
όνομά του
…. Άρης ! 18 μηνών !
Όλα έγιναν γύρω του ένα
χάος. Μια άναρχη εικόνα. Διάβασε, σκέφτηκε,
σύγκρινε, αντιστοίχησε πράγματα και
καταστάσεις και η αλήθεια ήρθε απρόσκλητη
μπροστά του όπως δεν την είχε ποτέ
φανταστεί.
Και τότε, ναι τότε… τίποτα
δεν τον χωρούσε στο σπίτι. Όλα έγιναν
εκεί μια φυλακή που τον έπνιγε. Ντύθηκε
και βγήκε σχεδόν τρέχοντας στον χιονισμένο
δρόμο. Η Χιονοθύελλα που είχε ξεσπάσει
έπλεκε μπροστά του ένα κατάλευκο πέπλο.
Μπήκε στο αυτοκίνητό του. Χωρίς να ξέρει
το γιατί, βρέθηκε πίσω από τη μεγάλη
ξύλινη αυτή πόρτα του σπιτιού της
Εριέττας. Χτύπησε δυνατά.
Μια ανείπωτη αγωνία
ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της καθώς τον
είδε αλλόφρονα μπροστά της.
“Άρη ! Τι συμβαίνει ; τι
έπαθες ;”
“Να περάσω μέσα ! Σε ικετεύω
άφησέ με να περάσω μέσα !”
Δεν υπήρχε περίπτωση να του
αρνηθεί. Το έκανε.
Βρέθηκαν στο σαλόνι του
μεγάλου σπιτιού.
“Τι συμβαίνει ; πες μου ;
είσαι σε άθλια κατάσταση ; τι έγινε μετά
που έφυγα ;” του φώναξε παρακλητικά.
“Εριέττα ! Τα ανακάλυψα όλα
! Τα πάντα, αυτά που δεν ήξερα… όλα”
“Πες μου”
“Η Μητέρα μου…. Εριέττα…
η πραγματική μου μητέρα… είναι άλλη...”
Η Κοπέλα έμενε ολόρθη
εμβρόντητη ανίκανη να πει λέξη. Μόνο
τον άκουγε και τον κοίταγε.
“Η Πραγματική μου μητέρα
είναι ….. εκείνη η γυναίκα… η φωτογραφία…”
Της τα είπε όλα !
“Ω Θεέ μου !” συνέλαβε τον
εαυτό της να ψιθυρίζει, την ίδια στιγμή
που συνειδητοποίησε ότι έπρεπε να τον
βοηθήσει να το διαχειριστεί.
“Κάτσε”, του είπε. Την
ακολούθησε. Εκείνη συνέχισε:
“Καταλαβαίνω πως νιώθεις….”
“Ποιος είμαι Εριέττα ; από
που έρχομαι ; ποια ήταν η γυναίκα που
ήξερα όλα αυτά τα χρόνια σαν μητέρα μου
; ποια ήταν η Γυναίκα στο αυτοκίνητο
εκείνο το βράδυ ; καταλαβαίνεις ;”
“Ναι”, του είπε αποφασιστικά
και πρέπει να μαζέψεις τα συναισθήματά
σου. Ότι κάνεις από εδώ και πέρα οφείλεις
να το κάνεις μεθοδικά.
“Εριέττα !” είπε κοιτώντας
την ίσια τα μάτια σχεδόν μέσα στην
αγκαλιά της.
“Τι ;”
“Σ’ Αγαπώ Εριέττα ! Ναι !
Πάντα σ΄αγαπούσα !”
Η Γυναίκα έδειξε να
ξαφνιάζεται, ένας κόμπος ανέβηκε στο
λαιμό της. Δεν ήξερε πως να το διαχειριστεί
όλο αυτό.
“Άρη σε παρακαλώ !”
“Εριέττα ! Σ’ αγαπώ ! Πάντα
σ’ αγαπούσα ! Χρόνια τώρα ! Δεν σου λέω
ψέμματα”, της φώναξε γεμάτος αγωνία.
“Δεν είπα γλυκέ μου ότι λες
ψέμματα… απλά… να… άκου Άρη ! Εγώ… όλα
αυτά τα χρόνια.. για μένα είσαι κάτι άλλο
!”
“Τι Εριέττα ;”
“Για μένα είσαι κάτι μεγάλο,
μια άλλη παρουσία στη ζωή μου, ένας
Φίλος, ένας δικός μου άνθρωπος, έτσι σε
βλέπω Άρη… και εγώ σ’ αγαπώ αλλά… “
Σηκώθηκε όρθιος. Έδειξε σαν
να έχει πέσει παγωμένο νερό στο κορμί
του.
“Μ’ Αγαπάς αλλά… πως
γίνεται αυτό πες μου !” την άρπαξε απ
τους ώμους.
“Άρη ! Τι είναι αυτό που σε
κάνει να το λες αυτό τώρα ! Γιατί τώρα ;
γιατί αυτή τη στιγμή ;” του φώναξε και
αυτή με τη σειρά της “Ποτέ σου δεν
αποφάσιζες να διεκδικήσεις ή να κάνεις
κάτι την ώρα που έπρεπε Άρη ! Πάντα
αναβλητικός, πάντα διστακτικός, πάντα
με το φόβο και την ανασφάλεια. Πάρε
επιτέλους μια πρωτοβουλία Άρη ! Πάλεψέ
την !” φώναζε πλέον εκείνη.
..................................
Τα εκτυφλωτικά φώτα και η
κόρνα ενός αυτοκινήτου τον επανέφεραν
στην σημερινή πραγματικότητα, εικοσιδύο
χρόνια μετά από εκείνη τη νύχτα.
Επανήλθε ταραγμένος στο
σήμερα. Τραβήχτηκε στην άκρη του δρόμου.
Οι αναμνήσεις διακόπηκαν βίαια όπως
βίαια άλλαξε και η ζωή του εκείνη τη
νύχτα.
Σήκωσε πάλι τα μάτια του.
Το μεγάλο παράθυρο του νεοκλασικού
σπιτιού ήταν φωτισμένο. Πίσω απ τις
κουρτίνες είδε δύο ίσκιους. Μιας γυναίκας
και ενός άντρα που ενώθηκαν σε μια
αγκαλιά. Πάγωσε λίγο το βλέμμα του επάνω
τους.
“Ελπίζω να είσαι ευτυχισμένη
Εριέττα ! Γιατί η καρδιά σου το αξίζει
ψυχούλα μου ! Καληνύχτα...”
Έριξε μια τελευταία ματιά
στο παράθυρο. Ύστερα γύρισε απότομα την
πλάτη του και κίνησε με γοργά βήματα
στην μοτοσυκλέτα του. Ο Ήχος των στροφών
της μεγάλης μηχανής συναγωνίζονταν τον
θόρυβο του λυσσασμένου Βοριά εκείνης
της νύχτας.
Το Διήγημά μου αυτό είναι η προσωπική μου συμμετοχή στο όμορφο Δικτυακό Δρώμενο που διοργανώνει η εξαίρετη φίλη μας, το "Δελφινάκι" μας στο blog του εδώ:
Το Δρώμενο αφορά το παλιότερο αντίστοιχο Φωτογραφικό Αλφάβητο στο οποίο είχαν επιλεγεί 24 λέξεις, μία για κάθε γράμμα του αλφάβητου. Πάνω σε αυτές τις λέξεις δημιουργήθηκε το παραπάνω διήγημα και αυτές ήταν:
Άρης, Βίλα, Γλάστρες, Δια χειρός, Εφημερίδα, Ζωγραφική, Ημερολόγιο, Θάλασσα, Ίσκιος, Καρουζέλ, Λάμπα, Μοτοσυκλέτα, Νεοκλασικό, Ξύλο, Ουρανός, Ποδήλατο, Ρίζες, Σύννεφα, Τριανταφυλλιά, Υψικάμινος, Φανάρι, Χιόνι, Ψάρια, Ωρολόγιον
Να ευχαριστήσω το Δελφινάκι για την όμορφη αυτή έμπνευσή του που μας έδωσε την ευκαιρία, μία ακόμα φορά να εκφράσουμε κάποια μας δημιουργία.
Και μην ξεχνιόμαστε αγαπητές Φίλες και Φίλοι. Εντός των ημερών, μας περιμένει η Συνέχεια της "ΕΛΟΥΑΖ".









