H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2024

"Αίνιγμα" (32ο Συμπόσιο Ποίησης)

 "Αίνιγμα"


Σημείο υπήρξε αισχρής προδοσίας, 

τεκμήριο είναι αγάπης, φιλίας. 

Τού έρωτα είναι στολίδι τερπνόν, 

Είναι ο πόθος των ζώντων μετά των νεκρών. 


Σαν αίνιγμα βγαίνει, σαν τέτοιο κυλάει, 

στοχασμούς και ταξίδια μακρινά να σε πάει. 

Τη λύση του, κάλεσμα ευθύς πως σού δίνει, 

απάντηση να δώσεις, την αλήθεια να κρίνει. 


Ένα προς ένα τα σημεία μετριούνται, 

σε ερωτήματα καίρια με μιας συναντιούνται. 

Προδοσία το πρώτο κραδαίνει με οργή, 

με ποιο τίμημα ανταλλάχτηκε μια ματιά δολερή; 


Για αγάπη και φιλία το δεύτερο λέει, 

με αισθήσεις ζωής την καρδιάς μας τη ρέε 

Στολίδι του έρωτα το τρίτο αναφέρει, 

σε ηδονών μονοπάτια τη ζωή μεταφέρει. 


Ο επίλογος στέκει σε μια αυλαία, που κλείνει, 

πέρασμα ύστερο των κόσμων, μάς δίνει. 

Τιμή στην απώλεια, δάκρυ στο τέλος, 

τρυφερό την καρδιά μας θα σκίσει σαν βέλος. 

32ο Συμπόσιο Ποίησης

Αγαπητές φίλες και φίλοι, το παραπάνω ποίημα ήταν η ταπεινή μου συμμετοχή στο 

32ο Συμπόσιο ποίησης

που διοργανώνει η αγαπημένη μας φίλη, Αριστέα, στο δικτυακό της μπλογκ

Η ζωή είναι ωραία

19 Ποιήματα, μικρά διαμάντια, έκλεψαν, μία ακόμα φορά, τις καρδιές μας και τα συναισθήματά μας. Θέμα αυτή τη φορά, όπως το καθόρισε η Αριστέα ήταν το "Φιλί" σε όλες του τις έννοιες και τα βιώματα. Νομίζω μία πηγή έμπνευσης με τεράστια δυναμική, ικανή να πυροδοτήσει, όπως και το έκανε, τον ποιητικό οίστρο των συμμετεχόντων.

Στο σύνδεσμο εδώ μπορείτε να δείτε τα τελικά αποτελέσματα και την όμορφη, όπως πάντα,

 32ο Συμπόσιο ποίησης-Τελετή λήξης, η γιορτή μας.

Επίσης και να διαβάσετε όλα τα ποιήματα, που κατέθεσαν με την καρδιά τους οι 17 συμμετέχοντες.

Πολλά και ζεστά συγχαρητήρια καρδιάς στην αγαπημένη φίλη, Χριστίνα, για την εξαίρετη πρωτιά της με το υπέροχο "Άλικο φιλί"

Συγχαρητήρια σε όλες και όλους, δημιουργούς, αναγνώστες. Μα πάνω από όλα, την αγάπη της καρδιάς μας στην αγαπημένη μας φίλη, Αριστέα, που χρόνια τώρα ολάκερα, διοργανώνει και συντονίζει αυτό το ξεχωριστό λογοτεχνικό, ποιητικό δρώμενο, που έχει κερδίσει, πανάξια, την αγάπη και την καταξίωσή από όλους μας.

Συνεχίζουμε...

Εύχομαι ολόψυχα 



Καλή Χρονιά


με Ειρήνη, με Υγεία, με Δικαιοσύνη, με Αγάπη και συλλογικότητα



Πέμπτη 12 Δεκεμβρίου 2024

Βιβλιοαναγνώσεις του ...χειμώνα

 Μεσούσης μιας κοινωνικής παρακμής και κατάπτωσης θεσμών, η πνευματική μας αντίσταση δείχνει να είναι μονόδρομος απέναντι σε όλη αυτή την αποφορά και σαπίλα, που καθημερινά λουζόμαστε.

Οι ταγοί των θεσμών, οι άρχοντες, οι επώνυμοι και ισχυροί, κάθε βαθμίδας, έχουν δημιουργήσει ολόγυρά μας μια πρωτοφανή κοινωνική παρακμή, που χρόνια έχουμε να γνωρίσουμε.

Μια μορφή άμυνάς μας απέναντι σε όλον αυτό τον καθεστωτικό ζόφο, είναι το Διάβασμα και το βιβλίο.


Το βιβλίο λοιπόν αποτελεί ένα "όπλο" πνευματικής συγκρότησης και ανάτασης απέναντι σε όλο αυτό το μοτίβο. Είναι ένα κλασικό καταφύγιο γαλήνης, γνώσης, τέχνης, καλλιέργειας. Και σαν τέτοιο, μάς κρατά πάντα μια υπέροχη συντροφιά.

Την προηγούμενη περίοδο, κράτησα στα χέρια μου, αρκετά βιβλία, που μού χάρισαν εξαίρετες στιγμές. Νιώθω την ανάγκη να τα αναφέρω και να τα παρουσιάσω εδώ στην παρέα μας, ανταλλάσσοντας πάντα γνώμες πάνω σε αυτά.

Ας ξεκινήσω λοιπόν:



"Ανεμοδαρμένα ύψη" της Έμιλι Μπροντέ

Είχα πάρα μα πάρα πολύ καιρό να νιώσω τέτοια συναισθηματική ένταση μετά το διάβασμα ενός βιβλίου. Η Έμιλι Μπροντέ, ήρθε στη ζωή μου να το κάνει με εμβληματικό τρόπο και να μού αφήσει, συναισθηματικά, ένα ανεξίτηλο αποτύπωμα.

Κλείνοντας την τελευταία σελίδα από το θρυλικό αυτό μυθιστόρημα, αναρωτιέται πραγματικά κανείς, πώς είναι δυνατόν μια 27χρονη νεαρή γυναίκα, να εμπνευστεί, να επεξεργαστεί και να γράψει ένα τέτοιο αριστούργημα, το οποίο κοσμεί την παγκόσμια κλασική λογοτεχνία εδώ και δεκάδες χρόνια και φυσικά θα το κάνει και στο μέλλον.
Τα "Ανεμοδαρμένα ύψη", πιθανά να "τρομάξουν" έναν υποψήφιο αναγνώστη με τις 440 σελίδες του αλλά θα τον εκπλήξουν με την ταχύτητα με την οποία θα "ρουφήξει" τις σελίδες αυτές. Ο ρυθμός που σε αγκαλιάζει το έργο είναι τέτοιος, που δεν τον καταλαβαίνεις. Δεν θέλεις να σταματήσεις να μαθαίνεις τη συνέχεια και να βυθίζεσαι στο δραματικό, σκοτεινό κόσμο του Χήθκλιφ και της Καθριν αλλά και των επιγόνων τους. 
Συγκίνηση, αγωνία, οργή, θλίψη, ερωτήματα, συναισθήματα, ομορφιά εξωτερικών χώρων, δύναμη χαρακτήρων, περιγραφές της μοναδικής φυσικής ατμόσφαιρας.
Ένα έργο σταθμός στη λογοτεχνία "εποχής", που αληθινά πρέπει να διαβαστεί από κάθε βιβλιόφιλο, που αναζητά με συνέπεια τους ορίζοντες της γνώσης του.

Το βιβλίο, δεν θα μπορούσε φυσικά, να αφήσει ανεπηρέαστη γενικότερα την τέχνη. Πολύ συγκεκριμένα και ο κινηματογράφος έγινε χώρος για τη μεταφορά και την ανάδειξή του.
Θυμίζω την αναφορά μου στο Σινεφίλ εδώ: https://cinefil-net.blogspot.com/2024/10/blog-post.html


Γιάννης Μαρής

Λατρεμένος μου συγγραφέας, το έχω άλλωστε αναφέρει πολλές φορές. Πατέρας του Ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος.
Δύο βιβλία του, δύο έργα του, με γέμισαν, ξανά, άπειρες συγκινήσεις. Και λέω "ξανά", γιατί και τα δύο βιβλία τα έχω διαβάσει πολλές φορές αλλά πάντα είναι εκεί να κεντρίζουν το ενδιαφέρον μου.
Και τα δύο αυτά μυθιστορήματα, έχουν σημείο αναφοράς την περίοδο της Ελληνικής κοινωνίας της εποχής των Τσιφλικιών στον μαρτυρικό Θεσσαλικό κάμπο. 


"Το μυστικό του άσπρου βράχου"




Το έργο αυτό, γράφτηκε το 1959 και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα "Ακρόπολις", σε συνέχειες.
Ο αγαπημένος δάσκαλος του Ελληνικού αστυνομικού μυθιστορήματος, μάς δίνει εδώ μια υπέροχη αστυνομική περιπέτεια εποχής με ιδιαίτερα έντονη ατμόσφαιρα, συγκινησιακή φόρτιση, πολλές ανατροπές και εκπλήξεις.
Η εποχή των τσιφλικάδων του Θεσσαλικού κάμπου, οι ίντριγκες, τα πάθη και η πλοκή δίνουν, με την πένα του Μαρή, μια συνεχή ανελέητη δράση και αγωνία για την άγνωστη εξέλιξη και την αλήθεια που παραμένει στο σκοτάδι.
Σκιαγράφηση μιας ολάκερης εποχής με τον καλύτερο τρόπο, χαρακτήρες δυνατοί, συναισθήματα πολύ δυνατά.
Ο Γιάννης Μαρής στα καλύτερά του, ένα φινάλε καθηλωτικό γεμάτο συγκίνηση και συναίσθημα.
Το βιβλίο αυτό με συγκινεί πάρα πολύ. Αγαπώ τους χαρακτήρες του, την έντονη δράση του, την πλοκή του, το μεγάλο πραγματικά φινάλε του.
Να πω ότι, στη δεκαετία 1980, γυρίστηκε και σε τηλεοπτική σειρά στη δημόσια τηλεόραση, χωρίς όμως ιδιαίτερη επιτυχία. Θεωρώ ότι αξίζει πολύ μεγάλης προσοχής, καθώς έχουμε πήξει από σειρές εποχής, από τις οποίες όμως απουσιάζει η Ελληνική μυθοπλασία.




"Υποψίες"

Ο νεαρός φοιτητής Γιώργος Έξαρχος αναγκάζεται μετά τον θάνατο του Χρηστάκη Φρατζή να εγκαταλείψει τις σπουδές του στο Παρίσι και να επιστρέψει στη Θεσσαλία. Ο τσιφλικάς, στον οποίο χρωστά μεγάλη ευγνωμοσύνη, του ζήτησε λίγο προτού πεθάνει να προστατέψει τον ανήλικο γιο του. Φθάνοντας, όμως, μετά την ψυχρή υποδοχή που του κάνουν, ιδιαίτερα ο ανιψιός του Χρηστάκη, ανακαλύπτει ότι κάτι δεν πάει καλά.

Γραμμένο το 1964 και δημοσιευμένο στην εφημερίδα "Ακρόπολις", οι "Υποψίες" είναι μία ακόμα δυναμική περιπέτεια έντονης δράσης, με φόντο την εποχή των τσιφλικιών στο Θεσσαλικό κάμπο. Μια περιπέτεια, που μπορεί να μην αγγίζει σε δραματολογικό επίπεδο το "Μυστικό του άσπρου βράχου" αλλά διαθέτει και αυτή το δικό της συναρπαστικό ρυθμό, τους ξεχωριστούς χαρακτήρες, τις ανατροπές και τη συγκινησιακή του φόρτιση.
Θα το απολαύσετε χωρίς ανάσα, θα έλεγα, καθώς καθηλώνει τον αναγνώστη σε όλη του τη διαδρομή.




Ασημάκης Πανσέληνος  "Τότε που ζούσαμε"

Το Τότε που ζούσαμε εκτός από ένα μαγευτικό βιβλίο αναμνήσεων, εκτός από ένα βιβλίο με συγκλονιστικές μαρτυρίες, με γοητευτική ατμόσφαιρα και με ιδέες τολμηρές και ανατρεπτικές, μας βοηθά σήμερα να θυμόμαστε πως τίποτε στη ζωή δεν μας χαρίζεται -ούτε στους ανθρώπους ούτε στους λαούς- αν δεν πολεμήσουμε και αν δεν αντισταθούμε.

"Είταν και κάτι παράξενο που γενόταν τις μέρες εκείνες. Κάτω από τον ίσκιο του θανάτου που παραμόνευε σε κάθε γωνιά, ο έρωτας, όπου μπόρειε, αποτίναζε κάθε σύμβαση και ξανάβρισκε εκείνη την αρχέγονη αγνότητά του. Κυνηγημένοι, σαν τα θηρία οι άνθρωποι, αλλάζαν κάθε βράδυ κρυψώνα. Κι όταν δυο αλλόφυλα πλάσματα βρισκόταν στο ίδιο κρησφύγετο, η διαπίστωση πως δεν είχαν πεθάνει (που εκείνες τις μέρες έπρεπε να γενόταν λεφτό με το λεφτό) ξυπνούσε βίαια το ένστιχτο κι έπεφτε ο ένας στην αγκαλιά του αλλουνού, με δύναμη πληγωμένης ζωής..." (Σελ 436-437)

Ο Ασημάκης Πανσέληνος, γράφει ένα πολύ ιδιαίτερο βιβλίο, ένα ημερολόγιο στις στράτες της ιστορίας του λαού μας από πριν το 1920 στη γενέτειρά του, Μυτιλήνη ως το μαρτυρικό 1944, όπου ο λαός της Αθήνας (και όχι μόνο), βίωνε την κορύφωση της θηριωδίας των Γερμανών Ναζί και των ντόπιων συνεργατών τους, μετέπειτα "νικητών" και στελεχών του κρατικού μηχανισμού.
Και παρά το ότι στο συγκλονιστικό αυτό ημερολόγιο, αποτυπώνεται έντονα και δικαιωματικά η προσωπική του άποψη για τα πολιτικά, ιδεολογικά, κοινωνικά δρώμενα, δεν χάνει στο ελάχιστο την ιστορική του δύναμη και αφήγηση. Μια αφήγηση, που έχει απόλυτο το χαρακτήρα ενός υπέροχου λυρικού κειμένου, που σε ρουφάει ασταμάτητα στις σελίδες του, χωρίς ίχνος κούρασης ή βαρυγκόμιας.

"Η γενιά μας, (γράφει), αναμετρήθηκε σύσσωμη με το θάνατο, ήπιε σταλιά σταλιά το φαρμάκι του, μα υπήρξε προνομιούχα. Έζησε με ένταση κι ενθουσιασμό μια μια τις στιγμές ενός πολυτάραχου αιώνα και φεύγει τώρα πιστεύοντας πως έκανε κάτι, για να νιώσουν οι άνθρωποι σ' όλες της γης τις γωνιές, πως η ανθρώπινη ιδιότητα καθαφτή είναι έννοια σύμφυτη με δικαιοσύνη και λευτεριά"






Θάνος Κονδύλης  "Έγκλημα στην αρχαία Ολυμπία"

Βρισκόμαστε στην Αθήνα του 5ου αιώνα μ.Χ. Ο Αλέξανδρος ο Αθηναίος, αριστοκράτης και πρώην αξιωματούχος με ειδικότητα στην εξιχνίαση εγκλημάτων, φτάνει στην Ολυμπία για να παρακολουθήσει τους Ολυμπιακούς Αγώνες, ως προσκεκλημένος του φίλου του Αγήνορα, αρχιερέα της Ολυμπίας.

Η είδηση της δολοφονίας ενός Σπαρτιάτη αθλητή θα ξεσηκώσει κύματα αγανάκτησης. Η σπαρτιατική ομάδα θα κατηγορήσει την αθηναϊκή για το φόνο και μπροστά στον κίνδυνο της διάλυσης των αγώνων, ο Αγήνορας θα τους πείσει όλους να αναλάβει ο Αλέξανδρος την εξιχνίαση του εγκλήματος, ενώ μαζί του οι Σπαρτιάτες θα του επιβάλουν για βοηθό το Σπαρτιάτη Λεωνίδα.

Οι έρευνες γρήγορα θα αποκαλύψουν σημαντικά στοιχεία, ενώ οι δυο τους θα αναγκαστούν να μεταβούν και στην Αθήνα, όπου θα συνειδητοποιήσουν ότι τελικά η δολοφονία που ερευνούν δεν είναι παρά η αφορμή για μια μεγάλη συνωμοσία που έχει τις ρίζες της έξω από την Ελλάδα.

Ένα συγκλονιστικό πολιτικό θρίλερ δράσης και έρωτα με φόντο την αρχαία Αθήνα και την αρχαία Ολυμπία.

Το παρα-ιστορικό μυθιστόρημα, πάντα έχει τη δική του δυναμική και την ιδιαίτερη αξία του.
Ο Θάνος Κονδύλης, γράφει μια πολύ δυνατή περιπέτεια, με πεδίο δράσης την Ολυμπία των κλασικών Αρχαίων χρόνων. Χώρος γεγονότων από την αρχαία Ήλιδα ως την Αθήνα του Περικλή και τα βουνά της Αρκαδίας.
Πολύ χρήσιμες και σημαντικές πληροφορίες για την κοινωνία της εποχής, τα πολιτεύματα, τη ζωή των κατοίκων.
Με φόντο την Ελληνο-Περσική σύγκρουση, που μαίνονταν εκείνη την εποχή, γράφει ένα μυθιστόρημα με πολύ δυνατούς χαρακτήρες, δυνατά συναισθήματα. Έντονες οι συγκινήσεις, οι ανατροπές, η αγωνία. Ο αναγνώστης θα βγει από την ανάγνωση, κερδισμένος σε γνώση του αρχαίου κόσμου της εποχής, έχοντας διαβάσει μια αφήγηση, που θα τον τραβήξει σε έντονο ρυθμό.




Δημήτρης Χριστοδούλου  "Το πατάρι"

Ο μόνος τρόπος να υπάρχουμε είναι να υπηρετούμε και αυτό κάνουμε. Να, κοίτα τώρα τον Καπογιάννη. Υπηρετεί τη Ρωσία, θα τον σκοτώσουν οι “Ατλαντικοί”. Οι Βενιζαλικοί πάλι, σαν τον πατέρα σου, υπηρετήσανε την Αγγλία και τους σκοτώσανε οι Γερμανόφιλοι και οι Βασιλικοί. Τον Καποδίστρια τον σκότωσαν οι Αγγλογάλοι με τους Μπέηδες για να βγάλουν από τη μέση την πολιτική του Τσάρου. Οι Αυστριακοί σκοτώσανε το Ρήγα για να μην έρθουν οι Γάλλοι στην Μεσόγειο…Κάποιοι θα υπηρετούμε και κάποιοι θα σκοτώνουν! Για ποιά ανεξάρτητη χώρα μιλάς και για ποιά κυριαρχία; Αυτά έχουν γίνει αίμα στους Έλληνες, δεν …(Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου)

O Δημήτρης Χριστοδούλου γράφει ένα μυθιστόρημα, που μάς ταξιδεύει με εντυπωσιακά εμφαντικό τρόπο στα μαύρα χρόνια κάπου το λυκαυγές της δεκαετίας του 1950 στην Αθήνα. Στην Αθήνα, όπου αμέτρητοι άνθρωποι του μόχθου, του πνεύματος και της τέχνης, προσπαθούν να επιβιώσουν σε μια καθημερινότητα που χαρακτηρίζεται από την τρομοκρατία, τις διώξεις, τις εξορίες, τις θανατικές ποινές ακόμα των στρατοδικείων ενός καθεστώτος που αποστολή του ήταν το μίσος και η καταστολή.
Το βιβλίο διαβάζεται απίστευτα άμεσα και γρήγορα καθώς ο ρυθμός του είναι εξαιρετικός. Τα συναισθήματα μεταβάλλονται άμεσα καθώς η αφήγηση προβάλλει την καθημερινότητα της ομάδας των "ηρώων" της πλοκής. Του νεαρού ποιητή Ιάσονα, που αναζητεί πατήματα και διέξοδα μιας νέας ζωής, της Λίτσας, μιας νεαρής γυναίκας με ελεύθερο πνεύμα και ζωή και το Χωματά, έναν αριστερό θεατράνθρωπο αγωνιστή της τέχνης.
Γύρω τους ένα σμάρι λιμοκοντόροι ψευτοδιανοούμενοι, που αναζητούν τη χρήση ενός "εισιτηρίου", που θα τους χαρίσει η εξουσία για να ενταχθούν στα "Οφέλη" της.
Κέντρο δράσης, το "Πατάρι" του "Καφέ Εσπρέσσο", που λειτουργεί ως το σημείο συνάντησης και αφετηρίας αυτής της καθημερινότητας.
Στο πέρασμα του βιβλίου, τα συναισθήματα εντείνονται, η συγκίνηση πολλές φορές είναι έκδηλη και κορυφώνεται στο τέλος που σφραγίζει και το αύριο της ζωής των ηρώων μας.




"Ανθρώπινες σχέσεις" Συλλογή διηγημάτων από συγγραφική Blog ομάδα 

Οι ανθρώπινες σχέσεις, ξέρεις πολύ καλά, πως είναι ένα σχολείο που δεν τελειώνει ποτέ. Κάθε είδους σχέση είναι ένα μάθημα, το οποίο αν κατανοήσεις θα φτάσεις ένα βήμα πιο κοντά στην αυτογνωσία και στην επιτυχία.
Άλλωστε, η ευτυχία είναι σαν την πεταλούδα. Έρχεται για λίγο, κάθεται πάνω σου και φεύγει. Εσύ, όμως βίωσες κάτι μοναδικά που θα θυμάσαι πάντα.
Σ' αυτό το βιβλίο, πρωταγωνιστής είσαι εσύ και εγώ. Αληθινοί ήρωες της ζωής, που παλεύουν σε όλα τα μέτωπα. Είτε πονούν, είτε χαίρονται, είτε αισθάνονται μόνοι και προδομένοι δεν παύουν να νιώθουν, να ελπίζουν, να προσπαθούν.
Θα διαβάσεις ιστορίες που θα συναντήσεις μέσα και θα καταλάβεις πως κάθε μέρα, κάθε στιγμή που περνά, είναι στο χέρι σου να μην παραιτηθείς αλλά να αποκτήσεις εμπειρίες που θα σε αφυπνίσουν για αν γίνεις καλύτερος άνθρωπος.
Διάβασε τις ιστορίες και ρούφα τη ζωή. Όχι με φόβο αλλά με πάθος.

Το βιβλίο είναι πραγματικά ένα αξιοζήλευτο συγγραφικό δημιούργημα μιας εξαίρετης, τρυφερής, εμπνευσμένης παρέας συγγραφέων, που μπορεί να μην είναι ευρέως γνωστοί ή κατά το κοινώς λεγόμενο, "εμπορικοί", καταθέτουν την ψυχή τους και τις εμπνεύσεις τους.
Μιλάμε για μια συλλογή από 38 διηγήματα ισάριθμων συγγραφέων, με εστίαση στις ανθρώπινες σχέσεις, όπως αναφέρει και ο τίτλος. Ανθρώπινες σχέσεις σαν ένα μεγάλο σχολείο, που δεν τελειώνει ποτέ.
Τα διηγήματα είναι προσεγμένα και ισοβαρή ως προς την έκτασή τους, διαβάζονται πολύ εύκολα με διάθεση στον αναγνώστη να προχωρήσει ακόμα παραπέρα.
Κάθε διήγημα μιλάει στην καρδιά μας με το δικό του τρόπο. Πολύ δυνατά τα συναισθήματα, οι εντάσεις, οι συγκινήσεις. 
Θέλω να συγχαρώ όλους αυτούς τους συγγραφείς με την καρδιά μου, θέλω να συγχαρώ το συντονισμό αυτής της συλλογικής προσπάθειας, αξιοζήλευτης στις μέρες μας, όπου κυριαρχεί ο νοσηρός ανταγωνισμός. Εδώ προάγεται η συλλογικότητα και η συντροφιά, που τόσο έχουμε ανάγκη.
Μπράβο και στην Εύα Νάτση, που είχε το συντονισμό αυτής της ομάδας και του συλλογικού αυτού έργου.





Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν  "Η πτώση της Γκοντόλιν"

Η πτώση της Γκοντόλιν είναι το αποτέλεσμα της σύγκρουσης των δύο ισχυρότερων δυνάμεων στον κόσμο: του έκπτωτου Θεού Μόργκοθ, που αντιπροσωπεύει το υπέρτατο κακό, και του Θεού Ούλμο, του Άρχοντα των Υδάτων. Η πανέμορφη Γκοντόλιν είναι η πόλη που έχουν ιδρύσει τα Ξωτικά Νολντόριν σε μια κρυφή και απρόσιτη τοποθεσία, ώστε να μην τους βρίσκει ο Μόργκοθ.

Ο Ούλμο δίνει εντολή σε έναν Άνθρωπο, τον Τούορ, να πάει στην κρυφή πόλη και να μεταφέρει στον βασιλιά της, τον Τούργκον, μήνυμα ότι πρέπει να αντιμετωπίσει τον Μόργκοθ, αν θέλει να απαλλαγεί από αυτόν. Ο Τούορ ξεκινά το δύσκολο ταξίδι για την Γκοντόλιν. Μόλις φτάνει, δίνει το μήνυμα στον Τούργκον, που αρνείται να βγει από την πόλη και να συγκρουστεί με τον Μόργκοθ.

Η άρνηση αυτή έχει τρομερές συνέπειες. Ο Μόργκοθ οργανώνει μια καταστροφική επίθεση στην πόλη και, παρότι η αντίσταση των υπερασπιστών της είναι επική, δεν αποτρέπει την άλωση και τη λεηλασία της. Ο Τούορ και όσα Ξωτικά έχουν επιζήσει καταφεύγουν στα βουνά, απ’ όπου παρακολουθούν συντετριμμένοι την καταστροφή της φλεγόμενης πόλης τους.

Η Πτώση της Γκοντόλιν ήταν, σύμφωνα με τον Τζ. Ρ. Ρ. Τόλκιν, «η πρώτη πραγματική ιστορία αυτού του φανταστικού κόσμου», που μαζί με το Μπέρεν και Λούθιεν και τα Παιδιά του Χούριν τις θεωρούσε τις τρεις Μεγάλες Ιστορίες των Αρχαίων Ημερών.

Το συγκεκριμένο έργο ήταν δώρο της μεγάλης κόρης μου με πολύ-πολύ αγάπη. 







Έρνεστ Χέμινγουαίη  "Ο γέρος και η θάλασσα"

..Αυτός είναι "ψαράς" κι εκείνο "ψάρι". Και το "επάγγελμα", οι δοσμένες αντικειμενικές συνθήκες, καθορίζουνε βασικά τον ψυχισμό και τη συμπεριφορά του ανθρώπου, σε απώτατη ανάλυση. Ο γέρος επιφανειακά, "τυπικά" είναι λεύτερος να μη σκοτώσει το ψάρι, μα ουσιαστικά είναι αναγκασμένος να το σκοτώσει, γιατί είναι ψαράς, "εγώ είμαι ψαράς και συ ψάρι". Ο άνθρωπος είναι λεύτερος, αλλά λεύτερος μέσα στα πλαίσια που διαγράφει η αναγκαιότητα. Ο γέρος αγαπάει το ψάρι, το βλέπει καμωμένο, με όμορφα χρώματα, μεγαλόπρεπο, επιβλητικό, το θαυμάζει, μα το σκοτώνει γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς. Αυτή είναι η αναγκαιότητα που καθορίζει τη ζωή του.

Ένα θρυλικό βιβλίο, που έφερε το βραβείο Πούλιτζερ για το μεγάλο συγγραφέα και τον οδήγησε στο δρόμο για το βραβείο Νόμπελ. Ο "Γέρος και η θάλασσα" είναι μια νουβέλα με τεράστιους και μεγάλους συμβολισμούς. Αρετές που αποτελούν, αξίες ζωής:
Επιμονή, Πίστη στις δυνάμεις μας, Ελπίδα απέναντι σε κάθε δυσκολία, Σεβασμός στον αντίπαλο και τέλος σημασία στη ζωή έχει το βίωμα της εμπειρίας, το ταξίδι παρά ο προορισμός.
Ένα βιβλίο, που στην κυριολεξία ρουφιέται και καθηλώνει τον αναγνώστη του στην αναμέτρηση του γέρου πρωταγωνιστή με τα στοιχεία της θάλασσας αλλά και τον ίδιο τον εαυτό του.
Ο Σαντιάγο μπορεί να είναι ο καθένας από μας, αντιμέτωπος με τον ίδιο του τον εαυτό αλλά και τον τρόπο, που θα αντιμετωπίσει την ίδια τη ζωή. 
Πραγματικά συγκλονιστικό στην κατηγορία "Πρέπει να διαβάσετε"


Ο κόσμος του βιβλίου και της λογοτεχνίας είναι η άμυνα των ανθρώπων της σκέψης και του στοχασμού απέναντι στη χειραγώγηση και στην παρακμή.
Ας τον πορευτούμε συνειδητά, πειστικά και αποφασιστικά.

Συνεχίζω αυτό το ταξίδι και ανανεώνω το ραντεβού των παρουσιάσεων, στο επόμενο.


Παρασκευή 30 Αυγούστου 2024

Μια Ιδέα-Μια Έμπνευση #3, Τρίτος κύκλος, ξεκινάμε

Εδώ είμαστε και πάλι, αγαπημένες φίλες και φίλοι,

Ελπίζω να σάς βρίσκω όλες και όλους καλά, με την αύρα του καλοκαιριού να έχει αφήσει πάνω σας όμορφες ανάσες. (Τώρα θα μου πείτε "τι καλοκαίρι είναι κι αυτό..." αλλά ας κρατήσουμε τις θετικές ματιές). Δεν σάς εύχομαι "καλό χειμώνα", γιατί το θεωρώ παντελώς άκυρο. Θα πω καλό αποκαλόκαιρο σε όλους μας.

Δεν έχετε παράπονο, σάς άφησα να ξεκουραστείτε, να χαλαρώσετε. Τώρα όμως, με τις εντυπώσεις της ατμόσφαιρας του καλοκαιριού και πάντα με ζεστή καρδιά και ενθουσιώδη διάθεση, έρχομαι να επιστρέψουμε στο δρώμενό μας: 



"Μια Ιδέα-Μια Έμπνευση"

Τρίτος κύκλος

Αυτή τη φορά το θέμα μας θα είναι καλοκαιρινό. Και φυσικά θα είναι ανοιχτό σε κάθε είδος ή ύφος, που εσείς θα δώσετε. Δράμα, κομεντί, ρομαντικό, μυστήριο, θρίλερ, ερωτικό... Ότι θελήσετε. Για πάμε να δούμε πού θα βαδίσουμε:

Κεντρική Ιδέα Πλοκής

 Ο θόρυβος των μηχανών ελαττώθηκε. Οι στροφές έπεφταν καθώς το πλοίο ήδη έκοβε ταχύτητα. Έστεκε ψηλά στο κατάστρωμα, το θαλασσινό αγέρι ανέμιζε τα μαλλιά του/της. Στα δεξιά ο μεγάλος λιμενοβραχίονας του λιμανιού οριοθετούσε το λιμάνι. Ένα λιμάνι μεγάλο, όμορφο. Στα δεξιά δεμένα, σαν πολύχρωμα στολίδια διάφορα σκάφη και στα αριστερά στο κέντρο, ο άδειος χώρος για τον οποίο το πλοίο που τον/την μετέφερε ήδη είχε βάλει ρώτα.

Η καλοκαιρινή ζέστη του δειλινού ήταν εμφανής και η υγρασία μούσκευε το κορμί του/της. Άπλωσε το βλέμμα του/της σε όλο το μήκος του λιμανιού. Ένα υπέροχο καρτ-ποστάλ ήταν ζωγραφισμένο στα μάτια του/της.

Λίγα μέτρα χώριζαν το πλοίο από την αποβάθρα και έπρεπε να ετοιμάζεται για την αποβίβαση. Άνοιξε το κινητό του/της. Έψαξε τα μηνύματα, στάθηκε στο τελευταίο και διάβασε προσεκτικά:

“Φτάνει στο τέλος του μήνα. Πρέπει να βιαστείς. Δεν υπάρχει πια χρόνος”

Πήρε μια βαθιά ανάσα. Το είχε διαβάσει άπειρες φορές στη διαδρομή προς το νησί. Έβαλε το κινητό στην τσέπη και κινήθηκε προς την έξοδο. Ένιωθε τόσο παράξενα. Οι σκέψεις έρχονταν να πλημμυρίζουν το μυαλό του/της και έδεναν με την υπέροχη γαλήνη του νησιού.



Πώς σάς φαίνεται; Πιστεύω να δίνει ένα ευρύ πεδίο ερεθίσματος για έμπνευση. Και ναι, πάμε να αναφέρουμε κάποιους όρους και διευκρινίσεις:

  • Μπορείτε να δηλώσετε την πρόθεση συμμετοχής σας εδώ στην παρούσα ανάρτηση.
  • Γράφετε διήγημα με το δικό σας τίτλο και εικόνα επιλογής σας.
  • Στην αρχή, πριν τον τίτλο, αναφέρετε την κεντρική ιδέα, όπως αυτή έχει δοθεί παραπάνω στην παρούσα ανάρτηση.
  • Έκταση διηγήματος: Ελεύθερη, χωρίς όρια.
  • Δημοσιεύετε τη συμμετοχή σας στο δικό σας blog. Με ενημερώνετε ταυτόχρονα με e-mail για να ενημερώνω την ομάδα. (Όποτε είστε έτοιμοι). Τυχόν ... "άστεγοι" φίλοι/φίλες, που συμμετάσχουν, φιλοξενούνται στα δικά μας blogs.
  • ΔΕΝ έχουμε βαθμολογία.
  • ΧΡΟΝΟΣ: Δεν υπάρχει συγκεκριμένος ορισμός χρόνου στη δημοσίευσή σας. Έχετε άνετα το διάστημα να εμπνευστείτε και να γράψετε. Εντάξει, μπορούμε, τύποις, να βάλουμε ένα όριο 30-40 ημέρων, όπως άνετα το κάναμε και στον 1ο κύκλο. Αν οι συμμετοχές δημοσιευτούν νωρίτερα, ο κύκλος κλείνει αντίστοιχα νωρίτερα. 
  • Επαναλαμβάνω ότι η συμμετοχή είναι ελεύθερη και σε επόμενο χρόνο. Δηλαδή ακόμα και τώρα αν κάποιος νιώσει τη διάθεση-έμπνευση να γράψει κάτι και στην κεντρική ιδέα του 1ου κύκλου, είναι ελεύθερος να το κάνει.
Κάτι σημαντικό:

Λόγω ΑΠΟΥΣΙΑΣ μου από 1-8/9 ΜΗΝ ΚΑΝΕΤΕ ΚΑΜΙΑ ΑΝΑΡΤΗΣΗ, καθώς δεν μπορώ να την επεξεργαστώ. 

Διευκρινίσεις πάνω στην κεντρική ιδέα της πλοκής:

  • Ο πρωταγωνιστικός σας χαρακτήρας μπορεί να είναι είτε άντρας είτε γυναίκα.

Αυτή, λοιπόν, φίλες και φίλοι, είναι η βάση της κεντρικής μας ιδέας για το 3ο κύκλο στο δρώμενό μας. Πιστεύω να βοήθησα με τις επεξηγήσεις μας. Αν όχι, είμαστε εδώ να συζητήσουμε κάθε απορία, πρόταση, παρατήρηση. Στις απαντήσεις στα τυχόν σχόλιά σας, θα μπορέσω να δώσω περαιτέρω επεξηγήσεις.

Εξυπακούεται, όπως και στον 1ο κύκλο, ότι οι συμμετοχές μας θα συγκεντρωθούν στο μπλογκ της βιβλιοθήκης μας Μια Ιδέα-Μια Έμπνευση στο οποίο καλό θα είναι να γίνετε ακόλουθοι. 

Στόχος είναι η έμπνευση, με τη συγκεκριμένη ιδέα και η δημιουργική γραφή. Να περάσουμε καλά, να νιώσουμε όμορφα και συλλογικά. Εύχομαι σε όλους μια όμορφη έμπνευση και να εκμυστηρευτώ ότι μετά τα μικρά διαμάντια του 1ου κύκλου, είμαι σίγουρος για την ποιοτική του ανάλογη συνέχεια.

Μία ακόμα φορά, σάς ευχαριστώ για την ανταπόκριση και τη συμμετοχή, μέσα απ' την καρδιά μου.

Τρυγήστε λοιπόν το δέντρο της έμπνευσής σας. 





Παρασκευή 16 Αυγούστου 2024

Καλοκαιρινίες Βιβλιοαναγνώσεις / Μαρίας Κανελλάκη: "Εμπριμέ χρόνια"

 Καλοκαίρι δίχως βιβλίο είναι ζωή χωρίς ...έρωτα. Όπως και να το κάνουμε, αυτή η εποχή που οι αισθήσεις πάλλονται άναρχα και δυνατά, που οι σκέψεις, οι εμπνεύσεις και τα συναισθήματα αποκτούν τη δική τους ένταση, δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς βιβλίο. Έστω και αν οι "άρχοντες" μετατρέπουν ασύστολα, τα καλοκαίρια μας σε καταστροφικές και φονικές πύρινες και μαύρες κηλίδες φωτιάς και στάχτης, για εμάς το βιβλίο είναι ένα από τα δικά μας λιμανάκια.



Το βιβλίο είναι το δικό μας "Απάγκιο", όπως είναι και το όνομα του blog της αγαπημένης μας φίλης, Μαρίας Κανελλάκη. Και φυσικά, δεν το ανέφερα τυχαία το όνομα. 

Είχα λοιπόν τη χαρά να κρατήσω στα χέρια μου, συνειδητά, και την τελευταία εκδοτική δουλειά της αγαπημένης μας φίλης. 

"Εμπριμέ χρόνια"

Ένα ακόμα έργο της, μυθιστόρημα αυτή τη φορά, έρχεται να ανοίξει τον κύκλο των έργων της Μαρίας και να μεγαλώσει και την αγκαλιά των συναισθημάτων, μέσα στα οποία τυλίγει τους αναγνώστες της για να τους χαρίσει, απλόχερα, συγκίνηση, νοσταλγία, μνήμες, ανθρωπιά και διδαχές αξιών.

Τα "Εμπριμέ χρόνια" είναι μια αφήγηση, βγαλμένη από την απλή καθημερινή πραγματικότητα των λαϊκών ανθρώπων, μέσα απ' τη διαδρομή τους στην ιστορία. Το βιβλίο έχει καταλύτη ένα πρόσωπο ιδιαίτερα οικείο στους ανθρώπους της γενιάς του 1960. Τη ΜΟΔΙΣΤΡΑ. Ένα πρόσωπό που για πολλές δεκαετίες ήταν άρρηκτα δεμένο με τη ζωή κάθε οικογένειας. Είτε των "μεγάλων σαλονιών" είτε της λαϊκής οικογένειας.

Η Μαρία Κανελλάκη, "δημιουργεί" την κυρία Τούλα, κόρη μοδίστρας, η οποία δεν περιορίζεται αυστηρά στο συγκεκριμένο ρόλο αλλά, όπως απόλυτα γίνονταν τότε, εκτελούσε άπειρες φορές καθήκοντα: προσωπικού, οικογενειακού συμβούλου, ψυχολόγου εποχής, εξομολογήτριας παθών και πόθων, κρυφού παρατηρητή γεγονότων του παρασκηνίου της κοινωνικής ζωής της γειτονιάς.

"Βάλε καφεδάκι στο μπρίκι να στα πω, Τούλα μου..."

Καθιερωμένη έκφραση-κάλεσμα της πελάτισσας στην ηρωΐδα μας. Και στις 164 σελίδες του βιβλίου θα ακολουθήσουμε τη μοδίστρα μας να απλώνει την παρουσία της σε ιστορίες που συγκλονίζουν, που ταράζουν, πονούν, διασκεδάζουν. Σε ιστορίες με πόνο, δάκρυ αλλά γέλιο και χαμόγελο. Σε ιστορίες με σκοτάδι αλλά  και σε ιστορίες με φως.

Πόσα και πόσα έχει ακούσει μια ...ραπτομηχανή Singer με όλο το μικρόκοσμο γύρω της: Πάγκο, βελόνες, ψαλίδια, μεζούρες, μασουρίστρες, καρφίτσες, πατρόν...

Το μικρό μοδιστράδικο στην οδό Πατησίων. Χούντα, Μεταπολίτευση, πρώτα χρόνια της "Αλλαγής". Μια κοινωνία, που βιώνει τις δικές δομικές αλλαγές και άνθρωποι, που προσπαθούν να προσαρμοστούν μέσα σ' αυτήν την καταιγίδα.

Τα διδάγματα που μάς δίνει η Μαρία Κανελλάκη, πάντα θετικά, πάντα φωτεινά, πάντα με άξονα το θρίαμβο της ανθρωπιάς, της αλληλεγγύης ενάντια στην ανθρωποφαγία και την παλιανθρωπιά του ανταγωνισμού.

Η γλώσσα της απόλυτα λογοτεχνικά οικεία στους αναγνώστες της γενιάς μας, λυρική, λαϊκή, απλή. Οι χαρακτήρες επίσης. Όμως το βιβλίο έχει τη δυναμική να αποτελέσει "εγχειρίδιο" που θα "μπάσει" τις νεότερες γενιές στο κλίμα εκείνης της εποχής. Εμείς θα ξαναζήσουμε, θα θυμηθούμε, θα νοσταλγήσουμε. Οι νέοι αναγνώστες θα μάθουν, θα συγκροτηθούν.

Να προσθέσω και τη δική μου προσωπική εμπειρία για εκείνα τα "Εμπριμέ χρόνια"

Υπήρξα παιδί μιας οικιακής μοδίστρας εκείνης της εποχής. Ναι! Άρα, με το που αναγγέλθηκε το βιβλίο και το θέμα του, αυτόματα άπειρα συναισθήματα πλημμύρισαν την καρδιά. Ιστορίες και βιώματα, που είχα ζήσει σαν παιδί. Έχοντας εμπιστοσύνη στη γραφή της Μαρίας ήξερα τι είχα να περιμένω.

Πέραν αυτού, παρά το δεδομένο της συγκινησιακής φόρτισης, η παρουσίαση του βιβλίου έγινε με αντικειμενικά στοιχεία και ανεπιφύλακτα αποτελεί από μέρους μου μια ισχυρότατη και ανεπιφύλακτη πρόταση για ανάγνωση.

Επίσης δίνω και το λινκ της προσωπικής μου θεώρησης (review), στη σελίδα Goodreads.

"Εμπριμέ χρόνια" my review

Στοιχεία για το βιβλίο:

Εκδόσεις 24 γράμματα

1ο Βραβείο στον 42ο Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό της ΠΕΛ 2024 

Κλείνοντας να ευχηθώ με όλη μου την καρδιά, στα "Εμπριμέ χρόνια" και τη Μαρία Κανελλάκη να ανοίξει τα φτερά της σε ακόμα πιο όμορφους, γαλανούς και ηλιοφώτιστους ουρανούς, έχοντας ήδη κατακτήσει μια θέση στην καρδιά μας.





Δευτέρα 15 Ιουλίου 2024

Καλοκαιρινές ιστορίες ραδιοφωνικών αναμνήσεων...

 


Πόσο αλήθεια καταθλιπτικό είναι ένα καλοκαίρι που περνά και φεύγει μόνο του, χωρίς τη δική μας αγκαλιά, χωρίς να μάς αγγίξει...

Το καλοκαίρι είναι μια εποχή με τα δικά της χαρακτηριστικά, όπως κάθε εποχή άλλωστε. Είναι η φάση του χρόνου, που το ανθρώπινο σώμα ίσως δέχεται τη μεγαλύτερη ένταση από τις εξωτερικές επιδράσεις της φύσης, ολόγυρά μας.
Όλα της τα στοιχεία, ο καταγάλανος ουρανός, ο καυτός ήλιος, τα μοναδικά χρώματα της αυγής, τα αλησμόνητα κάδρα από τα ηλιοβασιλέμματα, η θάλασσα με την αγκαλιά και τα καλέσματά της. Η κάψα σε όλες μας τις αισθήσεις. Μια κάψα, που έρχεται να δοκιμάσει τα όριά μας, τις αισθήσεις μας.

Το καλοκαίρι είναι η εποχή, που η γύμνια στο σώμα μας, δίνει μια πρωτόφαντη ηδονική ανατριχίλα.

Οι ζεστές, πολλά υποσχόμενες νύχτες, τα τραγούδια του τζίτζικα και των τριζονιών.

Πόσο αλήθεια κρίμα είναι να ζεις αυτό το μοναδικό γλέντι της φύσης, καταθλιπτικά. Χωρίς τη δυνατότητα να χαρείς αυτές τις στιγμές, να τις ζήσεις στο απόλυτο, χωρίς όρια. Να γεμίσεις αναμνήσεις και βιώματα.


Και εδώ έρχεται ένας αξέχαστος, αγαπημένος, μοναδικός φίλος. Ένας φίλος που ενυπάρχει στη ζωή μας από τα παλιά εκείνα χρόνια της παιδικής και εφηβικής νιότης.
Το ραδιόφωνο!

Ναι, το δικό μας ράδιο. Η δική μας επαφή με τον έξω κόσμο. Το δικό μας ταίριασμα στις αναμνήσεις.

Από τα μακρινά πλέον (δυστυχώς...) εκείνα καλοκαίρια της εφηβείας, το μικρό εκείνο φορητό ραδιόφωνο ήταν η δική μου συντροφιά στις στιγμές του καλοκαιριού.
Στη μικρή αποθήκη του παλιού πατρικού σπιτιού, εκεί που ήταν χτισμένος ο "δικός μου" κόσμος και το προσωπικό "βασίλειο" των εφηβικών μου αναζητήσεων.

Τότε που σχηματίζονταν και γεννιούνταν οι πρώτες συναισθηματικές εκείνες παραστάσεις στον άδολο κόσμο μας. Τι να θυμηθώ από εκείνες τις στιγμές!

Τους τρεις μόνο ραδιοφωνικούς σταθμούς. Το Πρώτο πρόγραμμα, ο "Ενόπλων" και το Δεύτερο πρόγραμμα. Και κάπου εκεί, σε κάποια καλοκαίρια, εμφανίστηκαν οι "Πειρατές"!
Είμαστε η τυχερή γενιά που ζήσαμε τους πρώτους "πειρατές" του ραδιοφώνου. Τότε που το κάθε τραγούδι, το αγκάλιαζαν δεκάδες αφιερώσεις των ακροατών.

"Ο Γιάννης αφιερώνει στη Σοφία με πολύ αγάπη και στο σταθμό μας. Ευχαριστούμε και ανταποδίδουμε..."

Τη θυμάστε αυτή τη φωνή άραγε; "Ευχαριστούμε και ανταποδίδουμε". Και το ραδιόφωνο γινόταν ο νοερός εκείνος τόπος συνάντησης εκατοντάδων ανθρώπων, δεμένων με τους καημούς τους αλλά και τα τραγούδια.

Το καλοκαίρι ήταν η εποχή των αφιερώσεων, των εκπομπών αγάπης. 




Ύστερα στη δεκαετία του 1980, γεννήθηκε η εποχή των FM.
Ποιοτικό σήμα, καλύτερες και πλουσιότερες εκπομπές. Πιο πολύ "πειρατές" με καλύτερα οργανωμένους ερασιτεχνικούς ραδιοφωνικούς σταθμούς.

Ήταν η εποχή των φοιτητικών χρόνων. Τότε που το καλοκαίρι γινόταν το πεδίο των διαβασμάτων για τη Φθινοπωρινή εξεταστική του Σεπτέμβρη. 

Τότε έζησα τη μαγεία του Πετρίδη, τα "Τραγούδια της παρέας", τη Ρενάτα Δικαιοπούλου, την Έφη Μεταλλινού, τον μοναδικό και λατρεμένο Γιώργο Παπαστεφάνου, τον 'Ακη Έβενη με το θρυλικό "Στούντιο 344" και την ξένη μουσική. Ναι, στο ραδιοκασετόφωνο, που βλέπετε, την ώρα των νυχτερινών διαβασμάτων στις ζεστές εκείνες καλοκαιρινές νύχτες, το ένα χέρι ήταν έτοιμο να πατήσει το play για να γραφτεί στην κασέτα το τραγούδι, που θα ξεχώριζα.

Έτσι απέκτησα μια μεγάλη συλλογή από κασέτες, όλες γραμμένες στις μοναδικές εκείνες ιστορίες ραδιοφώνου, που έδιναν στα χαμένα καλοκαίρια μας, ένα όμορφο χρώμα, ένα κίνητρο, μια συντροφιά, μια διάθεση και προσδοκία. Ακόμα και ένα σχέδιο αν θέλετε.

Ω πόσο διαφορετικά ήταν εκείνα τα καλοκαίρια... Χωρίς κλιματισμό, με ανοιχτές αυλές, με ανοιχτές αλάνες, με πόρτες δεκτικές για φίλους και γνωστούς. Με όνειρα, που το ραδιόφωνο τους έδινε υπόσταση και υπόσχεση για να τα διεκδικήσει κανείς. Με τα θρυλικά μικρά τρανσιστοράκια, τα φορητά κασετόφωνα αν θέλετε, που πήγαιναν παντού! Σε κάθε αγκαλιά, σε κάθε τσέπη, φορεμένα σε κάθε ώμο, σε κάθε παραλία και βραχάκι.

Αμέτρητες είναι οι ιστορίες ραδιοφώνου στα καλοκαίρια της μνήμης μας και όχι μόνο. Ιστορίες που καθιστούν αυτό το μέσο μοναδικό και αναντικατάστατο φίλο σε κάθε μας μετακίνηση, σε κάθε ελεύθερη προσωπική ή συλλογική στιγμή.


Καλές μου φίλες και φίλοι,
το μικρό αυτό εξομολογητικό κείμενο ψυχής είναι η δική μου συμμετοχή στο όμορφο δρώμενο, που ξεκίνησε η αγαπημένη μας φίλη, Μαρία Νικολάου στο προσωπικό της μπλογκ, στο σύνδεσμο που παραθέτω παραπάνω.

Βάλτε μουσική και εμπνευστείτε.
Γιατί η ζωή είναι ένα ραδιόφωνο.
Παίζει της στιγμές μας την μια πίσω από την άλλη όσο εμείς φτιάχνουμε νέες.

Αυτό μάς λέει η Μαρία και έχει απόλυτο δίκιο. Ας την ακολουθήσουμε στην προτροπή της να μιλήσουμε για αυτές τις μοναδικές, όμορφες ιστορίες. Μαρία μου, σε ευχαριστούμε.











Τρίτη 4 Ιουνίου 2024

"Μια Ιδέα-Μια έμπνευση" Ολοκλήρωση δεύτερου κύκλου του δικτυακού μας δρώμενου

 "Μια ιδέα-μια έμπνευση"

Τέλος 2ου κύκλου


Φίλες και φίλοι αγαπημένοι, ένας ακόμα κύκλος από το αγαπημένο μας δρώμενο, φτάνει στην ολοκλήρωσή του. Νομίζω ότι όλη αυτή η δημιουργική προσμονή είναι υπέροχη. 

Καταθέσατε όλοι σας κομμάτι της καρδιάς σας, τα συναισθήματά σας, το χιούμορ σας, τη δοτικότητά σας, την πλοκή σας.

Για να κάνουμε έναν μικρό απολογισμό να δούμε, τι μάς έδωσε αυτός ο δεύτερος κύκλος:

Αυτή τη φορά είχαμε 17 συμμετοχές με ισάριθμα διηγήματα (!), τρία παραπάνω από τον πρώτο κύκλο.

Κατά σειρά: Ρούλα Σμαραγδάκη, Κική Κωνσταντίνου, Άννα Φλο., Πίπη, Μαρία Γ., Βασίλης Διακοβασίλης, Αννίκα, Ρένα Χριστοδούλου, Κατερίνα V., Ουρανία Παντελίδου, Mary Pertax, Μαρίνα Τσαρδακλή, Μαρία Κανελλάκη, Ελένη Φλογερά, Mia Petra, Γιάννης Πιταροκοίλης, Μαρία Νικολάου

Να καλωσορίσουμε τις νέες μας φίλες, που έδωσαν με την αύρα της συμμετοχής τους και το δικό τους στίγμα στην παρέα μας.

Στο ταξίδι του 2ου κύκλου μας, οι ήρωές μας και οι χαρακτήρες μας, σύμφωνα με την κεντρική ιδέα, θα πάρουν το δρόμο προς το βουνό, στο απομακρυσμένο η και πολλές φορές εγκαταλειμμένο σπίτι, στο οποίο θα κληθούν να βρεθούν αντιμέτωποι με κάποια κρίσιμα πρόσωπα, που επηρέασαν καθοριστικά τη μοίρα της ζωής τους. 

Σε αυτήν εδώ τη σελίδα, στο μπλογκ της βιβλιοθήκης μας, παρουσιάζεται μια συνοπτική περίληψη από όλα τα διηγήματα του 2ου κύκλου με τις αντίστοιχες παραπομπές

Κύκλος #2: Παρουσίαση διηγημάτων

Η περίληψη είναι ένα χρήσιμο εργαλείο για να έχεις κάποιος μια σύντομη περιεκτική ματιά σε όλα τα διηγήματα.


Να θυμίσω ότι στο μπλογκ της βιβλιοθήκης του δρώμενού μας

Μια ιδέα-μια έμπνευση

βρίσκονται πια 14 + 17= 31 διηγήματα (!)

Ναι, μιλάμε πλέον για μια χρυσή βιβλιοθήκη, η οποία αποτελεί μια υπέροχη συλλογή από τις δικές σας πνευματικές και συγγραφικές δουλειές. Ένα κληροδότημα άξιο αναφοράς, φίλες και φίλοι. Είναι η καρδιά σας, οι εμπνεύσεις σας, η συγγραφή, το ύφος σας, οι δικοί σας χαρακτήρες με τα όνειρα και τα πάθη τους. Τις λύπες και τα χαμόγελά τους.

Κλείνοντας, λοιπόν, το 2ο κύκλο, να θυμίσω ότι, ανά πάσα στιγμή, όποιος τυχόν το επιθυμήσει, μπορεί να γράψει σε όποιον κύκλο επιθυμεί ή τον εμπνεύσει η κεντρική ιδέα.

Για μια ακόμα φορά, θέλω να σάς ευχαριστήσω, για την αγάπη με την οποία τυλίξατε αυτό το δρώμενο. Το κάνατε κομμάτι της καρδιάς σας, το κάνατε μεράκι σας, αφιερώσατε το χρόνο σας. Για μένα ιδιαίτερη τιμή και χαρά να το ζω και να το φροντίζω.

Είμαστε πια στο καλοκαίρι. Ήδη θα αρχίσω να αναζητώ την κεντρική ιδέα του 3ου κύκλου, που θα δουλευτεί μέσα στην κάψα της εποχής. Για να συνεχίσουμε αυτό που, συλλογικά, έχουμε ξεκινήσει. 

Προχωράμε λοιπόν.





Τετάρτη 22 Μαΐου 2024

"Χειμωνιάτικο τριαντάφυλλο" (Διήγημα-συμμετοχή στο δρώμενο "Μια ιδέα-μια έμπνευση #2")

 Χειμωνιάτικο τριαντάφυλλο


Κεντρική ιδέα της πλοκής

Το παλιό οικογενειακό σπίτι στο ορεινό χωριό, έχει την αγάπη σας αλλά περιμένει και τη φροντίδα σας. Η κατάστασή του είναι κακή και εσείς σχεδιάζετε να το ανακαινίσετε. Βρίσκεστε ήδη εκεί αλλά ένα αναπάντεχο πρόβλημα καθιστά άμεσα αναγκαία την επίλυσή του. Ο μοναδικός / μοναδική, από τη γειτονική κωμόπολη, που θα ανέβει στο σπιτικό προκαλεί πραγματικό σοκ με την άφιξή του / της. Ίσως να μη περιμένατε ποτέ να βρεθεί απέναντί σας. Η ξαφνική χιονοθύελλα έχει τα δικά της σχέδια και θα σάς αναγκάσει να μείνετε εκεί, στον ίδιο κλειστό χώρο μέχρι να απεγκλωβιστείτε. Η νύχτα και το παρελθόν έρχεται ξανά. Τι μπορεί άραγε να κουβαλάει αυτό το πρόσωπο; Είχατε ποτέ σχέση μαζί του; ή μήπως προκύπτει μια έμμεση σχέση μαζί του; Τι μπορεί να φέρει; Τι μπορεί να αλλάξει; Μπορείτε να το αφήσετε στην άκρη; 




Είναι στιγμές, που η φύση έχει το δικό της μοναδικό τρόπο να εκφράζει τις στιγμές της. Αυτές που εμείς οι άνθρωποι, δύσκολα μπορούμε κατανοήσουμε. Για τους “μυημένους”, για εκείνους που αγαπούν να αφήνονται στις μορφές και στα πρόσωπα, που εκείνη παίρνει, όλα αυτά τα φαινόμενα με τα οποία μιλάει στη δική της γλώσσα, είναι μοναδικά. Ένας συννεφιασμένος ουρανός, τα τραγούδι της βροχής, η ζωγραφική του χιονιού, η αντάρα του αγέρα, όλα μαζί και το καθένα ξεχωριστά, μιλάνε στις αισθήσεις μας. Αφήνουν το δικό τους αποτύπωμα σε κάθε μας στιγμή, μπολιάζονται με την ανάσα μας.

Κάτι τέτοιες σκέψεις, περνούσαν απ’ το μυαλό του Δημήτρη Γερακίτη, καθώς σφίγγοντας το τιμόνι του αυτοκινήτου του, έπαιρνε τις μεγάλες στροφές στις παρυφές του βουνού. Με το δρόμο να ξετυλίγεται μπροστά του σαν φίδι και τα ψηλά δέντρα του δάσους να στροβιλίζονται μπροστά στα μάτια του, σαν να δίνουν το δικό τους χορό. Το βλέμμα του αρέσκονταν να ταξιδεύει ολόγυρα και να δέχεται τα εξωτερικά ερεθίσματα. 

Ανέκαθεν λάτρευε αυτή τη διαδρομή. Και ένιωθε τυχερός, που το πατρικό σπίτι της γυναίκας του, της Φαίδρας είχε γίνει για την οικογένειά του, το μικρό τους πολύτιμο καταφύγιο. Καταφύγιο γαλήνης και χαλάρωσης, ψυχικής και σωματικής ηρεμίας, ξεκούρασης πνευματικής. Ένα σημείο αναφοράς για όλους τους. Για τους δυο τους είχε ξεκινήσει από τον καιρό, που δεν είχαν ακόμα παντρευτεί. Οι γονείς της γυναίκας του, το είχαν παραδώσει με ανοιχτή την καρδιά και την ευλογία να το χαίρονται και να το προσέχουν. Άλλο που δεν ήθελαν. Καλοκαίρια και χειμώνες, στέγασε στιγμές από τον έρωτά τους. Τα ερωτικά τους βογγητά βρήκαν ανοιχτό χώρο να ξεχυθούν στο διπλανό δάσος. Τα όνειρά τους βρήκαν στέγη στην αυλή του όταν τα βλέμματά τους, απλώνονταν πάνω ψηλά στον ολοφώτιστο ουρανό για να συναντήσουν τ’ αστέρια. Τώρα πια, ο αριθμός των ατόμων, που φιλοξενούσε το σπίτι στο χωριό, είχε αυξηθεί κατά ...δύο.
Τα παιδιά τους, τα μωρά τους.  Ο “μεγάλος”, ο Γιάννης, στα τρία του και η στερνή τους κόρη, η Έλενα, πριν λίγους μήνες είχε κάνει τα πρώτα της βηματάκια. Οι καρποί της ζωής τους.

Να γι’ αυτήν τους την εκλεκτή “παρέα”, ανέβαινε τώρα μόνος στο βουνό προς το σπίτι. Γιατί στη σχέση τους, στην οικογένεια, την αίσθηση της “παρέας” την είχαν κατακτήσει. Έπρεπε να ανέβει στο σπίτι, να κάνει κάποια απαραίτητη συντήρηση, για να ανέβει μετά η Φαίδρα με τα παιδιά. Και δεν εύρισκε καθόλου άσχημη αυτήν την ιδέα. Ήθελε πολύ να βρεθεί εκεί, μόνος, να βιώσει τη μαγική σιωπή του σπιτιού μέσα στο περιβάλλον. Χαιρόταν ακόμα να το περιποιηθεί, να το “στολίσει”, έτσι ώστε να το βρουν έτοιμο να τους φιλοξενήσει. Σχεδίαζε μάλλον και κάποιες μικρές πιθανές εκπλήξεις ώστε να το αντάμωμά τους να είναι ακόμα καλύτερο.

Αυτό το αντάμωμα, το σμίξιμο. Πόσο έντονα το ένιωθε κάθε φορά! Λες και τού έλειπαν. Ζούσε και ανέπνεε για τη στιγμή, που τα χέρια του θα τους αγκάλιαζε. Έφτανε μάλιστα να αναρωτιέται το λόγο αυτής της εμμονής. Το αίσθημα της απουσίας. Τι έπαιζε στο μυαλό του; Ποιες σκέψεις τού έκαναν μικρά ή μεγάλα καψόνια; 

Να συντροφιά με εκείνα και με τούτα, δεν κατάλαβε για πότε έφτασε στη διασταύρωση. Στα δεξιά γύρω στο χιλιόμετρο ήταν το χωριό. Εκείνος συνέχισε. Το σπίτι τους ήταν στις παρυφές του χωριού, λίγο ψηλότερα. Είχε κάνει τον εφοδιασμό του από το σπίτι, δεν ήθελε κάτι. Αν χρειαζόταν θα κατέβαινε αργότερα. 

Σε λίγο είχε φτάσει πια. Το σπίτι ήταν παλιό κλασικό χωριάτικο, σε καλή κατάσταση. Συνδυασμός πέτρα και ξύλο. Αυτό που λάτρευαν όλοι. Με μια καλή αυλή, που είχε κήπο με δέντρα και λουλούδια. Ο καιρός ήταν βαρύς. Από τα χαμηλά του βουνού, ένιωθε την υγρασία που βγάζει ο χιονιάς. Όσο ανέβαινε ψηλότερα λευκά κομμάτια χιονιού γίνονταν όλο και πιο συχνά. Στο χωριό και στο σπίτι βρήκε ένα καλό στρώμα χιονιού να σκεπάζει το δάσος και όλα τριγύρω.

Έφτασε. Μπαίνοντας στην αυλή, είδε, για μια ακόμα φορά, εκείνον τον κορμό του έλατου, που έχασκε σπασμένος, σαν μυτερό σπαθί στραμμένο στον ουρανό. Ένα θέαμα που δεν μπορούσε να περάσει απαρατήρητο. Ο ξεραμένος κορμός έστεκε ίσιος ψηλά με την άκρη του αιχμηρή, ορφανή από κλαδιά και φυλλώματα. 
Άφησε το αυτοκίνητο στην αυλή. Αυτό που του τράβηξε την προσοχή ήταν οι τριανταφυλλιές. Οι χειμωνιάτικες εκείνες ποικιλίες, που ύψωναν περήφανα και ανεκτικά το ανάστημά τους στο κρύο. Τις πρόσεχαν πολύ όλα αυτά τα χρόνια με ιδιαίτερη περιποίηση.
Ο Δημήτρης λάτρευε το χειμωνιάτικο τριαντάφυλλο, το ρόδο του χειμώνα. Σε σημείο πάθους. Και να τώρα, μέσα στην αχλή που έβγαζε το χιόνι, λίγα από αυτά έστεκαν εκεί, παράξενα ανθισμένα, λες βγαλμένα από άλλο κόσμο, το δικό τους.

Μπήκε μέσα, μετέφερε τα όσα πράγματα είχε μαζί του. Τα τακτοποίησε ανάλογα. Τού πήρε κάποια ώρα να κάνει όσα είχε κατά νου, σε πρώτη φάση. Η ώρα ήταν προχωρημένη, προς το απομεσήμερο. Είχε βγει έξω στην αυλή, έκανε τη βόλτα και την επιθεώρησή του και ύστερα ζούσε το μοναδικό συναίσθημα να βηματίζει στο εσωτερικό του σπιτιού απολαμβάνοντας όσα εκείνο ήθελε να του πει, τυλιγμένο στην απόλυτη σιωπή του. Έβαλε αρκετά ξύλα στο μεγάλο τζάκι της σάλας και άναψε φωτιά. Έπρεπε να κρατήσει όλη τη νύχτα, να ζεστάνει το σπίτι, να το βρουν όπως έπρεπε έχοντας φύγει η υγρασία. Έφαγε κάτι πρόχειρο για μεσημέρι και ξάπλωσε στον ξύλινο καναπέ μπροστά στο τζάκι για λίγο. Ο ήχος των ξύλων που άρχισαν να καίγονται, η μυρωδιά, η μουσική, που έφερνε απ’ έξω ο αέρας. Οι σκιές που χόρευαν στο δωμάτιο απ’ τη φωτιά που δυνάμωνε. Οι αναμνήσεις που κλωθογύριζαν εκεί κοντά. 

Σηκώθηκε, έβαλε ένα ποτό και ξεκίνησε αργά να περπατά μέσα στη μεγάλη σάλα. Τα ξύλινα βαριά έπιπλα, το μεγάλο τζάκι στη μια γωνιά του τοίχου. Οι γλώσσες της φωτιάς που ζωγράφιζαν μεγάλες και απόκοσμες σκιές παντού. Το τρίξιμο που έκαναν τα χοντρά κλαδιά καθώς παραδίνονταν στη φλόγα. Η Φαίδρα είχε ένα μοναδικό γούστο και αισθητική να ντύνει το χώρο με τη δική της παρέμβαση. Πήλινα βάζα, παραδοσιακά. Κηροπήγια γυάλινα και μεταλλικά, ανθοδοχεία, μικρά και μεγάλα. Όμορφα κάδρα στους πέτρινους τοίχους. Περπάτησε προς τη μεγάλη σερβάντα. Σε κεντρική θέση δέσποζε μια οικογενειακή φωτογραφία και των τριών τους. Ο ίδιος αγκαλιά με τη Φαίδρα και δεξιά και αριστερά στην αγκαλιά τους, τα μικρά τους. Έστεκαν έξω στο μπαλκόνι του σπιτιού, με φόντο το μεγάλο έλατο στην αυλή, που έστεκε περήφανο και φουντωτό. Ένιωσε πολύ τρυφερά. Άπλωσε το χέρι του και τα ακροδάχτυλά του χάιδεψαν τα πρόσωπα όλων με συγκίνηση. Οι δικοί του άνθρωποι, ο κόσμος του. Μόνο μια τέτοια μοναχική επίσκεψη  στο σπίτι, τού έδινε αυτήν την ευλογημένη στιγμή να τη ζήσει. Βημάτισε στα δεξιά, πέρασε τη μεγάλη βαριά μπορντό μπερζέρα, που λάτρευε η Φαίδρα, καθώς έστεκε στο παλιό ξύλινο γραφείο του πατέρα της. 

Πάνω στην επιφάνεια ήταν ένα τετράδιο με έγχρωμο σκληρό εξώφυλλο. Η αλήθεια είναι ότι δεν το θυμόταν. Η ομορφιά του και η περιέργειά του, τον έκαναν να πλησιάσει. Δεν είχε τίποτα εξωτερικά σαν ετικέτα που θα μπορούσε να μαρτυρά κάποιον κάτοχο με ιδιωτικό περιεχόμενο. Άνοιξε το εξώφυλλο. Οι πρώτες σελίδες ήταν άδειες. Κάπου στην τρίτη σελίδα το είδε!

Γραμμένο με μπλε στυλό:

“Καθώς το χιόνι περιμένει με πέπλο, την αχλή κρύου δειλινού, 
ένα γυμνό κλαδί…”

Το διάβασε ξανά και ξανά, προσεκτικά. Του άρεσε πολύ. Πόσο όμορφοι στίχοι αλλά μια απόπειρα για ένα ποίημα, που έμεινε στη μέση. Χάρηκε, ένιωσε όμορφα. Γνώρισε το γραφικό χαρακτήρα της Φαίδρας. Η αγαπημένη του λοιπόν, ξεκίνησε να γράφει ένα ποίημα; Όλα αυτό έδειχναν. Ένα ποίημα, που έμεινε ημιτελές να περιμένει την ολοκλήρωσή του.

Με μιας συνειδητοποίησε την εικόνα που περιέγραφε ο μισοτελειωμένος στίχος: Το χιόνι περιμένει με πέπλο. Το βλέμμα του στράφηκε έξω απ’ το παράθυρο. Είχε ήδη σουρουπώσει για τα καλά αλλά το μάτι μπορούσε να διακρίνει σε κοντινή απόσταση. Ναι! Όλα έξω ήταν λευκά, σκεπασμένα με ένα πέπλο χιονιού. Και μετά… “την αχλή κρύου δειλινού”. Ήταν τόσο παράξενο! Το χιόνι περίμενε την αχλή του κρύου δειλινού. Ο στίχος περιέγραφε την εικόνα, που έβλεπε. Η αχλή του δειλινού είχε αρχίσει να σκεπάζει τα πάντα. Την έβλεπε να έρχεται από το βάθος του βουνού και να ζυγώνει. Μια λευκή αχλή σαν ομίχλη σκέπαζε κάθε τι στο διάβα της. “Ένα γυμνό κλαδί…” Έτρεξε δεξιότερα και το είδε πάλι. Το γυμνό χοντρό κλαδί του έλατου, κατάξερο ξεχώριζε μέσα απ’ την αχλή που έφερνε το δείλι.

Μα… τι γινόταν; Πόσο γνώριμη ήταν αυτή η εικόνα για τη Φαίδρα για να αποτελέσει την έμπνευση για το ποίημά της. Ένα ποίημα, που δεν τελείωσε και έμεινε μισό. Γιατί άραγε; Τι διέκοψε τη γραφή του; Η κούραση; Τα βλέφαρα, που έκλεισαν; Η έλλειψη έμπνευσης; Κάτι απρόσμενο; Τι ήθελε να εκφράσει η σύντροφός του με τα λόγια αυτά της καρδιάς της; Τι ήταν αυτό που την ωθούσε εκεί; Ένα ρομαντικό βλέμμα έξω από το παράθυρο, με θέα τη φύση; Άνετα θα μπορούσε κάποιος να το πει. Να κάτι, που θα συζητούσε μαζί της. Ενθουσιάστηκε στην ιδέα ότι η Φαίδρα, άρχισε να εκφράζει γραπτά σκέψεις της.

Έξω άρχισε να χιονίζει όλο και με μεγαλύτερη ένταση. Άφησε το τετράδιο με σεβασμό στην επιφάνεια του γραφείου. Θα είχε την ευκαιρία να πάρει τις απαντήσεις του από την ίδια όταν θα έρχονταν με τα παιδιά. Δεν είχε κάτι άλλο να κάνει. Δεν θα ρίσκαρε να κατέβει στο χωριό με τέτοιο χιόνι. Υπήρχε κίνδυνος να αποκλειστεί. Θα το άφηνε, με το καλό, για το αυριανό φως της μέρας. Δεν έσβησε το τζάκι, έριξε δυο-τρία μεγάλα κούτσουρα για να κρατήσουν όλο το βράδυ και ανέβηκε στη σκάλα της εσωτερικής σοφίτας, που ήταν η κρεβατοκάμαρά τους. 

Άφησε το σώμα του να απλωθεί στο κρεβάτι και τυλίχτηκε με ένα χοντρό πάπλωμα. Είδε το μαξιλάρι της κενό δίπλα του και την νοστάλγησε τόσο. Σαν να του έλειπε καιρό. Το χέρια του απλώθηκε στο μέρος της, αναζητώντας το κορμί και το σχήμα της. Τη φαντάστηκε γυμνή και υγρή να καίει απ’ την προσδοκία μιας ηδονής που απλώνονταν στο σώμα τους, καθώς εκείνο αποζητούσε την ερωτική τους καταιγίδα. Είδε το πρόσωπό της στις σκιάσεις που έκανε το μικρό φωτιστικό δίπλα του, τα χείλη της να τρεμοπαίζουν, το στήθος με τις ορθωμένες θηλές να ανεβοκατεβαίνει μαζί με την ανάσα της, τα γυμνά της πόδια. Λες και το κρύο έφυγε με μιας από το δωμάτιο και μια πρωτόφαντη θέρμη απλώθηκε στην καρδιά του. Έβλεπε με έναν τρόπο τα ακροδάχτυλά του να ταξιδεύουν σμιλεύοντας κάθε εκατοστό πάνω της. Να περνά από τα μέρη εκείνα που έκαιγαν περισσότερο, που μούσκευαν στην προσμονή της επαφής. Τόσο πολύ; Σκέφτηκε. Έξω ο αέρας λυσσομανούσε, τα κλαδιά στα δέντρα χτυπούσαν, τα βλέφαρά του βάραιναν, βάραιναν, όλο και πιο πολύ. Και η εικόνα της Φαίδρας άρχισε να αργοσβήνει από τη θωριά του και να τον τραβά να βυθιστεί στην αγκαλιά του σκοταδιού.


Κάποιος θόρυβος ήταν που τον ξύπνησε. Ήρθε αχνά στις αισθήσεις σαν να επέστρεφε από κάτι μακρινό. Βρισκόταν κάπου ανάμεσα στον ύπνο, στο όνειρο και στο εξωτερικό ερέθισμα, που τον ωθούσε να ξυπνήσει. Στην αρχή δεν μπορούσε να ξεχωρίσει τι ήταν αυτό, που άκουγε. Προσπαθούσε με αγωνία να ανοίξει τα βαριά του μάτια. Ο ήχος γινόταν όλο και πιο σαφής, αργά μα σταθερά. Δεν καταλάβαινε τι ώρα ήταν. Αν ήταν ακόμα νύχτα, αν είχε ξημερώσει, ή αν ήταν πρωί. Λες και ο χρόνος είχε χαθεί. Ναι! Αυτό που τώρα άκουγε, ήταν σαφές. Ήταν ομιλίες. Μα… πώς ήταν δυνατόν; Κάθε αίσθηση ύπνου χάθηκε από μέσα του αλλά εκείνο, που ένιωθε ήταν ένα μπλέξιμο στην αίσθηση του χρόνου. Σηκώθηκε στο κρεβάτι. Οι ομιλίες που άκουγε ήταν μια γυναικεία και δυο παιδιών. Μα ήταν δυνατόν; Σκέφτηκε. 

Βγήκε από τη σοφίτα, αθόρυβα και στάθηκε στο μικρό χολ λίγο πριν τη σκάλα. Από εκεί  μπορούσε να δει ολοκάθαρα τι γινόταν κάτω στο σαλόνι. Και αυτό που είδε, ούτε καν το περίμενε! 

Η Φαίδρα! Η γυναίκα του! Αν είναι δυνατόν; Πότε ήρθε; Τι έκπληξη ήταν αυτή; Δεν πήρε χαμπάρι, δεν άκουσε τίποτα; Κρυφό τού το κράτησαν; Πάλι αυτή η αίσθηση του άναρχου χρόνου. Μα… έριξε μια ματιά στη Φαίδρα, την έβλεπε καλύτερα στις σκιές που έκανε η φλόγα στο τζάκι. Νύχτα ήρθαν; Το πρόσωπό της; Το πρόσωπό της, τα μαλλιά της ήταν κάπως… διαφορετικά, κάπως αλλαγμένα. Δεν μπορούσε να προσδιορίσει αυτές τις αλλαγές αλλά έδειχνε να έχουν περάσει κάποια χρόνια. Και… τα παιδιά! Ω… ένα αγόρι και ένα κορίτσι. Μα αυτά τα παιδιά, που έβλεπε τόσο προσηλωμένα δίπλα στη μητέρα τους να μιλούν… όχι δεν ήταν ακριβώς τα δικά τους. Τα παιδιά αυτά δεν ήταν μωρά! Αυτά ήταν τουλάχιστον τέσσερα χρόνια μεγαλύτερα. Ανατρίχιασε! Τι συνέβαινε! Τι ζούσε;

Πλησιάσε να ακούσει ομιλίες, κρύφτηκε στο φιλόξενο σκοτάδι των ίσκιων. Λίγα μέτρα πιο κάτω, στο μεγάλο τραπέζι του σαλονιού, τρία πρόσωπα έστεκαν δίπλα το ένα στο άλλο. Η Φαίδρα στο κέντρο και δεξιά και αριστερά της, τα δυο παιδιά. Τα χέρια τους ήταν ενωμένα σφιχτά, σαν άτυπη αγκαλιά. Κράτησε την ανάσα του όσο γίνονταν και έτσι μπορούσε να ακούει πια καθαρά τα λόγια της, που έδειχνε να εξηγεί στα παιδιά τους:

“Τα χρόνια πέρασαν. Μεγαλώσατε και εσείς. Ένιωσα τη στιγμή ότι ήρθε πλέον η ώρα να μάθετε όλη την αλήθεια για εκείνη τη μέρα. Με ρωτούσατε ξανά και ξανά τι έγινε εκείνο το βράδυ, όμως εγώ… ακόμα δεν εύρισκα τη δύναμη να το ζήσω ξανά. Τώρα όμως είναι η ώρα. Και διάλεξα τη βραδιά, που έγινε…”

Τα παιδιά σφίχτηκαν ακόμα περισσότερο στην αγκαλιά της. Πέρασε τα χέρια της ολόγυρά τους σαν φτερούγες φροντίδας. Εμφανώς συγκινημένη, ήπιε μια γουλιά νερό και συνέχισε:

“Εκείνη τη μέρα, είχαμε έρθει πάλι εδώ. Το λατρεύαμε το σπίτι. Και πριν γεννηθείτε και από τότε, που ήρθατε στη ζωή. Τότε ήσασταν μικρά, η Έλενα ήταν μωρό, μόλις είχε περπατήσει. Είχαμε αποφασίσει να περάσουμε το Σαββατοκύριακο εδώ. Ο καιρός σύντομα χάλασε. Από Βορρά, πάνω απ’ το βουνό ήρθαν άγρια μαύρα σύννεφα. Σηκώθηκε αγέρας, άρχισε να χιονίζει. Σύντομα όλα καλύφτηκαν από ένα πέπλο χιονιού, (“Το χιόνι περιμένει με πέπλο…”, σκέφτηκε ο Δημήτρης), το βράδυ όλα ήταν κατάλευκα και στο δάσος άρχισε να απλώνεται η αχλή του δειλινού. (“Την αχλή κρύου δειλινού…”, σκέφτηκε πάλι ο Δημήτρης, φέρνοντας κατά νου το ποίημα της Φαίδρας), Όλα άρχισαν να φαίνονται θολά. Θέλατε να βγείτε στην αυλή να παίξετε με το χιόνι. Δεν σας χαλάσαμε χατίρι, ήταν πρώτη φορά, που βλέπατε χιόνι στη ζωή σας. Κάνατε σαν τρελά απ’ τη χαρά σας. Ειδικά εσύ Έλενα σαν μικρή πεταλούδα. Τρέχαμε όλοι ολόγυρα. Πετάγαμε ο ένας στον άλλον χιονόμπαλες, κυνηγώντας τον πατέρα σας. Τα γέλια σας έδιναν και σε μάς ανάσα ζωής…”

Πήρε μια ανάσα συνεχίζοντας…

“Γυρίζατε γύρω-γύρω από το μεγάλο μας έλατο έξω στην αυλή. Έμοιαζε με μεγάλη κατάλευκη νύφη με τον κορμό της ήδη γερτό απ’ τα χρόνια. Ήταν γεμάτο χιόνι. Ταλαντεύονταν απ’ το μεγάλο βάρος του χιονιού και το δυνατό Βοριά, που το έδερνε πάνω ψηλά.. (Κόμπιασε…) Ξάφνου ο κορμός άρχισε να τρίζει, έντονα, ανατριχιαστικά. Το δέντρο λύγισε απ’ το βάρος. Ήσασταν ακριβώς από κάτω. Όλων μας τα μάτια στράφηκαν ψηλά. Ο ήχος που έβγαλε το σπάσιμο του κορμού ακούστηκε τρομερός. Εσείς… παγώσατε ακριβώς από κάτω… Εγώ το ίδιο αρκετά μέτρα μακρύτερα… Ο πατέρας σας… δεν δίστασε μήτε μια στιγμή… Την ώρα, που ο μεγάλος κορμός κόπηκε στα δυο και το πάνω μέρος του έπεφτε ίσια κατά πάνω σας, εκείνος… όρμησε φωνάζοντας… βούτηξε την τελευταία στιγμή και σάς έσπρωξε… πέσατε λίγα μέτρα πιο πέρα, τόσα όσα για να γλιτώσετε… Εκείνος… (λύγισε…). Εκείνος… δεν πρόλαβε… το σπασμένο κομμάτι του δέντρου σωριάστηκε πάνω του… η τελευταία του ανάσα έσβησε στην αγκαλιά μου…(Έκανε κάποια δευτερόλεπτα να συνέλθει για να συνεχίσει).  Έτσι έφυγε ο πατέρας σας εκείνη τη νύχτα… τώρα πια τα ξέρετε όλα”

Τα παιδιά της ρίχτηκαν σφιχτά στην αγκαλιά της κλαίγοντας μαζί με εκείνη.
“Μαμά…” ακούστηκε η Έλενα.

Την ίδια στιγμή, το μικρό κρυστάλλινο κηροπήγιο έφυγε απ’ τα χέρια του Δημήτρη πάνω στην άκρη της σκάλας. Κύλισε στο πάτωμα, έφυγε στα σκαλιά και έγινε χίλια δυο κομμάτια, σκορπώντας τρομάρα στους τρεις τους. 

Εκείνος… έμεινε μετέωρος στην άκρη της σκάλας. Είδε τα βλέμματά τους να αναζητούν αυτό το “κάτι” και το “πώς” έπεσε και έσπασε το κηροπήγιο. Όμως δεν μπορούσαν να διακρίνουν απολύτως τίποτα. Ο Δημήτρης έστεκε εκεί δακρυσμένος, ανάμεσα στο πέρασμα του χρόνου και των στιγμών του, με το βλέμμα του να προσπαθεί να τους αγκαλιάσει όσο πιο δυνατά μπορούσε σε μια ατέρμονη αγκαλιά. Ένιωθε πανάλαφρος, απαλλαγμένος από κάθε σωματικό και υπαρξιακό βάρος. Αιωρήθηκε στο χώρο για να βρεθεί κοντά τους. Πόσο θα ήθελε να νιώσει το άγγιγμά τους. 


Το πρωί, σηκώθηκε ξαλαφρωμένη με το πρώτο φως του ήλιου. Είχε πια χαράξει για τα καλά. Τα παιδιά κοιμόταν στο δωμάτιό τους. Ένιωθε την καρδιά της ήρεμη, γαλήνια. Έκατσε στην άκρη του κρεβατιού πάνω στη σοφίτα, στη δική τους σοφίτα. Ξάφνου το βλέμμα της έπεσε στο τετράδιό της, δίπλα στο κομοδίνο. Παραξενεύτηκε. Ήταν ανοιχτό στη σελίδα με το μισοτελειωμένο της ποίημα. Αυτό που είχε κάποτε αρχίσει για να ξορκίσει εκείνη τη νύχτα. Το τράβηξε κοντά της και έμεινε έκθαμβη. Το ποίημα ήταν συμπληρωμένο. Διάβασε:

“Καθώς το χιόνι περιμένει με πέπλο,
 την αχλή κρύου δειλινού, 
ένα γυμνό κλαδί θα σπάσει τα δεσμά της ζωής.
Σαν σπαθί θα χωρίσει τα μονοπάτια των ονείρων.
Χλωμή βασίλισσα, η απώλεια, 
Κυρά θα μπει στις μνήμες ν’ αγναντεύει.

Μια νύχτα, όμως πάλι, το σμίξιμο των κόσμων, καρτερά.
Σκοτάδι και φως να ενώσει, πόνο και χαρά να φιλιώσει.
Και ανάμεσα στους κήπους τους λευκούς,
αγέρωχο κλαδί αγκαθωτό υψώνεται
Ρόδο περήφανο, έχοντας, κορυφή  του, το χειμώνα.

Βελούδινα τα πέταλα, μέσα στις δροσοσταλίδες της Ηούς
χοές στις μνήμες τα δάκρυα, βάλσαμο στην καρδιά θα δώσουν”

Μα… πότε το τελείωσε το ποίημα; Δεν θυμόταν να το είχε γράψει, θυμόταν μόνο να είχε μείνει στις δύο πρώτες σειρές! Αλμυρά δάκρυα γέμισαν το πρόσωπό της, κατέβηκαν μικρά ρυάκια στα μάγουλά της, άγγιξαν τα χείλη της. Έσφιξε το τετράδιο στην αγκαλιά της σαν να κρατούσε ένα ανεκτίμητο κόσμημα. Το δωμάτιο πλημμύρισε από ένα λεπτό υπέροχο άρωμα. Τα μάτια της στράφηκαν στην τουαλέτα δίπλα στο κρεβάτι. Και εκεί, ναι εκεί…. Δίπλα ακριβώς στη δική τους οικογενειακή φωτογραφία ήταν ένα πανέμορφο τριαντάφυλλο! Ένα από αυτά της δικής τους τριανταφυλλιάς. Έστεκε εκεί καρτερικά ολάνοιχτο μπουμπούκι, αυτό! Το δικό τους χειμωνιάτικο τριαντάφυλλο.

“Αγάπη μου…” ψιθύρισε δυνατά.



Το παραπάνω διήγημα, ήταν η προσωπική μου συμμετοχή, στο δικτυακό λογοτεχνικό δρώμενο "Μια ιδέα-Μια έμπνευση",  στο 2ο κύκλο συμμετοχών και θεματολογίας. Όλα τα διηγήματα, μικρά διαμαντάκια, μπορείτε να τα διαβάσετε είτε αναλυτικά είτε στην παρουσίασή τους, στο μπλογκ του δρώμενου: 



Υ.Γ. Φυσικά θα ακολουθήσει η δημοσίευσή του στο μπλογκ της βιβλιοθήκης του δρώμενου καθώς και το κλείσιμο του 1ου κύκλου.

Σάς ευχαριστώ, με την καρδιά μου για το χρόνο, τα συναισθήματα και τη συμμετοχή σας.