H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Σάββατο 30 Ιουλίου 2022

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 12η Ανάρτηση

 "Τα δώρα της Αρμονίας"


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7





Στην προηγούμενη 11η δημοσίευση, είχαμε τη συνέχεια στο κεφάλαιο 2.6
Μια συγκλονιστική συνάντηση συμβαίνει στον Κολωνό της Αθήνας. Ο Πολυνείκης συναντά τον πατέρα του, τον Οιδίποδα, παρουσία των δύο αδελφών του, Αντιγόνης και Ισμήνης, σε μια υπαρξιακή προσπάθεια να τον πείσει να τον ακολουθήσει στο να προσπαθήσουν μαζί να επιστρέψουν στη Θήβα αλλά και ο ίδιος να διεκδικήσει τα δικαιώματά του από τον αδελφό του. Παρακολουθήσαμε έναν συγκλονιστικό διάλογο στον οποίο κυριάρχησε η οριακά ακραία σκληρότητα του Οιδίποδα προς το γιο του αλλά και το συναισθηματικό σοκ του τελευταίου.
Η αποχώρηση, συντετριμμένα, του Πολυνείκη στη Θήβα θα σημαδέψει τη συνάντηση αυτή. Στο τέλος του κεφαλαίου βιώνουμε την "έξοδο" του πάλαι ποτέ ένδοξου βασιλιά της Θήβας προς το θάνατο με τη λύτρωσή του.

Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Σήμερα, το μουσικό θέμα, που επέλεξε η αγαπημένη μας φίλη, είναι και πάλι υπέροχο. Ας το απολαύσουμε ξεκινώντας το διάβασμά μας.



12η Ανάρτηση

Κεφάλαιο 2.7 Σκέψεις πολέμου   (Μέρος Α')

 

Τα πρώτα κιτρινισμένα φύλλα είχαν κάνει την εμφάνισή τους στα δέντρα του κάμπου. Ο Σεπτέμβρης αυτής της χρονιάς είχε μπει γλυκός και ήπιος. Χωρίς εξάρσεις και ακραίες αλλαγές στον καιρό. Ο Πολυνείκης με τον Τυδέα είχαν αφήσει τον εαυτό τους να κάθεται νωχελικά και να ξεκουράζεται πάνω στους ξύλινους πάγκους εκεί στην ακροθαλασσιά της Ναυπλίας, του μικρού οικισμού έξω από το Άργος. Είχαν ανάγκη από μία βόλτα στην εξοχή μαζί με τις οικογένειές τους. Το καλοκαίρι έφευγε και ένα Φθινόπωρο με πολλές δουλειές, που απαιτούσε η γη, έρχονταν μπροστά τους. Πιο πέρα στην άκρη της θάλασσας οι δύο γυναίκες τους περπατούσαν δίπλα η μία στην άλλη, ήρεμες να συζητούν.

 

“Κοίταξέ τους!” είπε κάποια στιγμή ο Τυδέας στον Πολυνείκη δείχνοντας προς το μέρος τους.

“Απολαμβάνουν την ηρεμία” απάντησε εκείνος.

Πιο μπροστά τους έτρεχαν στην άμμο της παραλίας ξέγνοιαστα δύο μικρά αγόρια. Οι φωνές τους έσπαζαν την ηρεμία του τοπίου.

“Πότε πέρασαν δέκα χρόνια Τυδέα!” ρώτησε ο Πολυνείκης το φίλο του.

“Σαν ένα φως σε μια δάδα. Που ανάβει και σβήνει. Πέρασαν φίλε μου” απάντησε ο Τυδέας.

“Ο Θέρσανδρος με τον Διομήδη! Τα παιδιά μας! Έγιναν δέκα χρονών”

“Το πίστευες ποτέ ότι εκείνη τη νύχτα που διασταυρώναμε τα ξίφη μας έξω απ την πύλη του βασιλιά θα μας οδηγούσε σήμερα εδώ;” ρώτησε ο Τυδέας.

“Όταν οι Θεοί ορίζουν τις ζωές μας όλα μπορούν να γίνουν, φίλε μου”

“Ζούμε μια ευτυχισμένη ζωή Πολυνείκη”

Ο άλλος σηκώθηκε λίγο όρθιος. Έδειχνε να έρχεται μια νοσταλγία, μια μελαγχολία στο πρόσωπό του. Κάτι τον πονούσε πολύ.

“Κι όμως Τυδέα, κάτι λείπει!”

Ο φίλος του τον κοίταξε στα μάτια με ειλικρίνεια.

“Ξέρω τι θα πεις! Και σε μένα λείπει η πατρίδα μου Πολυνείκη”

“Νοστάλγησες ποτέ να γυρίσεις στην Καλυδώνα; Δεν θέλεις να νιώσεις μια δικαίωση; Να αλλάξεις τη μοίρα που σού όρισε ο Άγριος;”

Ο Τυδέας τον κοίταξε στα μάτια με κάποια ενοχή.

“Ναι δεν το απαρνούμαι, εσύ;”

“Ύστερα από όσα έγιναν στον Κολωνό στην Αθήνα…”

“Λες τότε με τις αδελφές και τον πατέρα σου, τότε που πήγες να τον παρακαλέσεις”

“Ναι, για τότε μιλάω. Είχα μια ορμή μέσα μου τότε που με έκαιγε. Αν μου έλεγες τότε αύριο εκστρατεύουμε στη Θήβα θα σου έλεγα πάμε χωρίς δεύτερη κουβέντα” είπε ο Πολυνείκης.

“Σε κλόνισε η στάση του;” τον ρώτησε ο Τυδέας.

“Και όχι μόνο. Αυτά που έγιναν μετά δεν ήταν λίγα” του απάντησε εμφανώς στενοχωρημένος.

“Μιλάς για το θάνατο του Οιδίποδα” του είπε ο Τυδέας.

Ο Πολυνείκης έδειξε να βουλιάζει πίσω στις σκέψεις του.

“Όταν το έμαθα από τον απεσταλμένο που έστειλαν οι αδελφές μου λίγο μετά σαν γύρισαν στο σπίτι, θυμάσαι το πόσο κλονίστηκα, το πόσο με επηρέασε…”

“Ναι! Για ένα διάστημα ήσουν άλλος άνθρωπος”

“Δεν κατάφερα να τον πείσω Τυδέα. Αλλά το κυριότερο δεν κατάφερα να τον κάνω να με δει με άλλο μάτι. Δεν μόνιασε ποτέ μαζί μου. Έφυγε ανταριασμένος. Οι κατάρες και τα αναθέματά του έμειναν βαθιά μες στην καρδιά μου”.

Σαν κάποιος κόμπος να τον έπνιγε στο λαιμό. Ο Τυδέας τον ρώτησε.

“Πέρασαν τόσα χρόνια όμως...”

“Ναι! Όλα άλλαξαν πάλι μέσα μου. Ρίξαμε τότε το βάρος στις οικογένειες μας και καλά κάναμε . Όμως τώρα νιώθω πάλι άλλος άνθρωπος. Κάθε μέρα πια που περνάει νιώθω όλο και πιο έντονα την ανάγκη να γυρίσω στη Θήβα!” του είπε και τα μάτια του έλαμψαν. Συνέχισε: “Κάθε στιγμή βλέπω μπροστά μου τα μάτια της μάνας μου τη μέρα που έφυγα. Κάθε ώρα έρχονται στο νου μου τα πρόσωπα της Αντιγόνης και της Ισμήνης”

Το πρόσωπό του είχε ντυθεί με ένταση που πρώτη φορά έβλεπε ο φίλος του.

“Πολλές φορές έρχεται στο νου μου αυτός! Ο επίορκος αδελφός μου, ο Ετεοκλής! Τον βλέπω σε εφιάλτες να γελά κομπάζοντας για το διωγμό μου…”

Γύρισε απότομα στον Τυδέα πιάνοντάς τον από τους ώμους δυνατά:

“Τυδέα θέλω να γυρίσω στη Θήβα. Όχι διωγμένος μήτε επισκέπτης! Αλλά για να διεκδικήσω τα δικαιώματά μου, τη γη μου. Για μένα και το γιό μου!”

“Σε καταλαβαίνω… τι μπορούμε να κάνουμε όμως” σχολίασε ο Τυδέας.

“Να μιλήσουμε στον Άδραστο! Είναι το μόνο που μπορούμε να κάνουμε”

“Και να ζητήσουμε τι Πολυνείκη; Τι δουλειά έχει εκείνος στα δικά μας προβλήματα;”
“Είμαστε γαμπροί του Τυδέα! Έχουμε δικαιώματα. Θέλω να πω… είμαστε παιδιά του, μπορεί να μάς βοηθήσει”

“Να του μιλήσουμε τότε, αλλά καταλαβαίνεις τι ακριβώς μπορεί να του ζητάς;”

Ο Πολυνείκης πάγωσε για μια στιγμή.

“Μπορεί να βρεθεί λύση, δεν είναι ορισμένο ότι είναι ανάγκη να ζητήσουμε κάτι με τη βία”

“Μην είσαι αφελής Πολυνείκη. Αν ο αδελφός σου ήθελε να συζητήσει μαζί σου, θα το είχε κάνει. Τότε που σε έδιωξε”

“Πέρασαν τόσα χρόνια Τυδέα! Μπορεί να έχει αλλάξει γνώμη”

“Και πως θα το δούμε αυτό; Πως θα το ξέρουμε;”

“Δεν ξέρω… δεν έχω κάνει προχωρημένες σκέψεις. Αν δεν μιλήσουμε στον Άδραστο δεν μπορούμε να πούμε τίποτα”

“Εντάξει, ας του κάνουμε μια πρώτη κουβέντα να δούμε τις διαθέσεις και τις σκέψεις του”

Σταμάτησαν να συζητούν για αυτό έχοντας συμφωνήσει. Εκείνη τη στιγμή οι δύο γυναίκες τους είχαν φτάσει κοντά τους.

“Τι λέτε εσείς εδώ;” ρώτησε η Δηιπύλη χαμογελώντας”

“Για τις δουλειές μας γυναίκα” απάντησε ο Τυδέας κλείνοντας οριστικά κάθε κουβέντα πάνω σε αυτό. Πίσω τους έφτασαν και τα δύο μικρά, ο Θέρσανδρος με τον Διομήδη. Όλοι μαζί αγκαλιασμένοι ξεκίνησαν να παίρνουν το δρόμο της επιστροφής. Οι αναμνήσεις και η νοσταλγία είχαν μπει για τα καλά στο μυαλό τους.

 §

“Μητέρα πάψε! Σου έχω πει ότι δεν θέλω ποτέ να κάνεις κουβέντα για αυτό το θέμα!”

Η Φωνή του Ετεοκλή ήχησε απόλυτη και ενοχλητικά σκληρή στα αυτιά της Ιοκάστης. Ήταν η ίδια η γνώριμη αντίδρασή του στις λίγες φορές που του απηύθυνε τέτοια ερώτηση.

“Παιδί μου μην αντιδράς έτσι. Αδελφός σου είναι. Λείπει χρόνια. Δεν θέλεις να κάνουμε μια προσπάθεια; ” τον ρώτησε επιστρατεύοντας όλη την κουρασμένη διάθεσή της. Ο γιος της, για μια ακόμα φορά ήταν απορριπτικός.

“Όχι μου είναι παντελώς αδιάφορος. Δεν υπάρχει για μένα μάνα. Δεν έχω αδελφό! Άλλωστε μόνος του την πήρε τέτοια απόφαση να φύγει. Δεν τον έδιωξα”

Η Ιοκάστη τον κοίταξε προσεκτικά με ύφος αυστηρό.

“Παίζεις με τις λέξεις και τις έννοιες γιε μου και αυτό δεν είναι καλό. Ξέρεις καλά ότι η απόφασή σου δεν τού άφηνε άλλη λύση”

“Δηλαδή υποχρεωτικά θα έπρεπε να τού παραχωρήσω τα δικαιώματά μου;” της είπε.

“Δεν θέλω να επανέλθουμε σε κάτι που έχει λυθεί με μια σας συμφωνία, εδώ μπροστά μας, σε όλη σου την οικογένεια” του είπε αφοπλίζοντας κάθε του επιχείρημα λογικής. Όμως η έπαρση της εξουσίας είχε προ πολλού φωλιάσει στο νου και στην καρδιά του αγοριού της. Εδώ και χρόνια. Από τότε. Συνεπώς το να περιμένει να αλλάξει θα ήταν κάτι παραπάνω από μια ουτοπία. Ο Ετεοκλής συνέχισε προσπαθώντας να προσπεράσει την αιχμή της μητέρας του.

“Άλλωστε τώρα έχω το γιο μου μητέρα! Ο Λαοδάμαντας μεγάλωσε πια. Έγινε ολάκερος άγουρος έφηβος. Δεν νομίζεις ότι αυτός θα είναι ο διάδοχός μου; Το παλικάρι μου! Ο εγγονός σου μητέρα! Κουβαλάει τη φλόγα του πατέρα του, τη ρώμη του. Την αγάπη του για την πατρίδα και τη γη του”

 

Η Ιοκάστη έδειξε να συγκινείται. Τα χρόνια και οι σκιές της ζωής της είχαν αφήσει πάνω της καταλυτικά τη σφραγίδα τους. Η τραγική αυτή μορφή δεν ήξερε πια πού να μπορέσει να βρει τη γαλήνη της σαν μητέρα. Ο θάνατος του Οιδίποδα, έριξε πάνω της βαρύ, του πόνου το σημάδι. Χρόνια τώρα βουβά θρηνούσε το χαμό του. Η αναφορά του γιου της στον Λαοδάμαντα άλλαξε λίγο τη διάθεσή της.

“Το εγγόνι μου ναι! Το χαίρομαι και το καμαρώνω γιε μου! Το θαυμάζω. Όπως καμαρώνω και εσένα. Αλλά είμαι μάνα. Και ποτέ μα ποτέ ένας άντρας δεν θα μπορέσει να μπει μέσα σε αυτό το ευλογημένο βίωμα. Κανείς σας δεν θα καταλάβει τι είναι για μια μάνα τα παιδιά της. Κανείς σας δεν έχει τη δύναμη να υπερβεί τη θέση του και να δει ότι για μια μητέρα το παιδί της δεν μπαίνει σε ζυγαριά για να μοιραστεί την εύνοια και την αγάπη της. Για εκείνη κάθε της παιδί είναι κομμάτι απ τη ζωή της. Είναι αίμα της. Δεν βάζει στη ζυγαριά μήτε ανθρώπων νόμους, μήτε κρίση της αρχής, μήτε απόφαση της εξουσίας. Δεν λογαριάζει συμφωνίες και αποφάσεις γραμμένες στων ανθρώπων τον πάπυρο αλλά κοιτάζει στα μάτια τη δύναμη των Θεών, το δώρο και την ευλογία τους. Οπότε δεν θα σταματάς ποτέ να ακούς τη φωνή μου για τα αδέλφια σου”

“Μητέρα μην κρίνεις τους άλλους!” της είπε αυστηρά και συνέχισε “δες τις δικές σου επιλογές πού μας οδήγησαν στη ζωή! Ομόκλινη του γιου σου έγινες το ξέχασες;”

Η Ιοκάστη πετάχτηκε σαν να χτύπησε αστροπελέκι του Δία.

“Δεν το περίμενα ποτέ αυτό από σένα γιε μου! Ποτέ ακούς; Δεν περίμενα να με χτυπήσεις στην κατάρα που σημάδεψε τη ζωή μου!”

“Γιατί; Ετσι δεν έγιναν τα πράγματα; Και εσύ και ο πατέρας που, άδικη κατάρα ξεστόμισε; Γιατί να τα λογαριάσω όλα αυτά; Γιατί να προσμετρήσω τέτοιες ανόσιες κουβέντες και νουθεσίες;

“Ετεοκλή! Αλίμονο! Πόσο η αλαζονεία σου γέμισε την καρδιά! Ο πατέρας σου είναι νεκρός εδώ και χρόνια. Πόση αμετροέπεια πλημμύρισε τη σκέψη σου! Λες και οι αποφάσεις οι δικές μου και του Οιδίποδα σου ήταν συνειδητές μας επιλογές. Αυτό λες; Αυτό αποτολμάς να ισχυριστείς;”

“Τι σημασία και διαφορά έχει μάνα; Δεν έγιναν; Δεν μας έσπρωξαν στην καταστροφή;”

“Για μας ναι ήταν αλλιώς. Εσύ με τ’ αδέλφια σου όμως πού; Πώς χαλάστηκε η ζωή σου απ αυτό Ετεοκλή; Δεν είδα αυτό το ανόσιο που λες να σε εμπόδισε να γίνεις βασιλιάς της Θήβας και να καμαρώνεις! Αν το λοιπόν σε βάραινε μια τέτοια ζωή γιατί αρπάχτηκες στου θρόνου τα προνόμια;”

“Δεν περίμενα να με υποστηρίξεις!” της είπε θυμωμένα.

“Δεν περίμενα να μην έχεις επιχειρήματα στις δικές σου επιλογές. Τα κρίματα τα δικά μου και του πατέρα σου τα έκριναν οι Θεοί! Τα δίκασαν. Πρόσεξε λοιπόν των δικών σου αποφάσεων τις συνέπειες γιε μου”

“Με καλείς να υπακούω σε λόγια της οργής και σε αναθέματα;”

“Σε καλώ να λογαριάζεις της λογικής και της σωφροσύνης τις επιταγές. Το ανάθεμα του πατέρα σου είναι σημείο παιδί μου. Είναι ματιά στο μέλλον”

“Πολύ ωραίος τρόπος μα την Παλλάδα! Φεύγω, δεν συνεχίζω άλλο αυτήν την κουβέντα. Και δεν θέλω να την κάνουμε ξανά. Η Θήβα έχει βασιλιά και μετά διάδοχό του. Κανείς, ξένος, δεν έχει το παραμικρό δικαίωμα σε αυτήν!”

Έφυγε βιαστικά από την αίθουσα του παλατιού την ώρα που η Ιοκάστη ψιθύριζε μόνη της πίσω του.

“Και εγώ έχω παιδιά η δύσμοιρη. Και ποιος ξέρει ποια άλλη τραγωδία μού κρατάνε οι Θεοί για τα στερνά μου χρόνια…”

Ακούμπησε κουρασμένη πάνω στο ξύλινο τραπέζι βαστώντας το πρόσωπό της.

“Παλλάδα Αθηνά μου! Της πόλης μας προστάτιδα. Και εσύ Άτροπος, παρθένα από τις Μοίρες, οδηγήτρα του μέλλοντός μας. Κόρη και εσύ του Δία και της Θέμιδας, υφάντρες της κλωστής της ζωής μας. Στη θλίψη, στον πλούτο, στα ταξίδια και στην τύχη. Σε σας προσπέφτω η δύσμοιρη να σταματήσετε τούτο το κακό που με βαραίνει. Να δώσετε ένα τέλος. Ένα γλιτωμό τουλάχιστον για τα παιδιά μας. Να σταματήσει σε μας κάθε ανόσιο βήμα”

Άφησε τα δάκρυά της να τρέξουν καυτά στα ρυτιδωμένα μάγουλά της. Ένιωσε τους λυγμούς να τραντάζουν το στήθος της. Ένας σπαραγμός που δεν ήξερε αν είναι λυτρωτικός ή αν ήταν προμήνυμα μιας νέας καταστροφής, που πλανιόταν στον αγέρα σαν ασίγαστη απειλή και φόβος.  

 

§

Στην κεντρική αίθουσα του θρόνου στο παλάτι επικρατούσε ένα κλίμα αναβρασμού και αγωνίας. Ο Άδραστος με τους δύο του γαμπρούς. Τον Πολυνείκη και τον Τυδέα. Η παρουσία ακόμα του Ηρόδικου, του πιστού του ανθρώπου φανέρωνε ότι κάτι σοβαρό περίμεναν οι άρχοντες εκεί στο παλάτι.

“Πότε γύρισαν’” ρώτησε ο Αδραστος τον αξιωματικό τους.

“Δεν έχουν πολύ ώρα βασιλιά μου” απάντησε ο Ηρόδικος συνεχίζοντας “Τού είπα να αφήσει τα πράγματά του και να έρθει εδώ. Τον περιμένω από ώρα σε ώρα”

“Ποιον έστειλες;” τον ρώτησε ο Πολυνείκης.

“Πήγε ο Καλλίμαχος. Ένας εξαίρετος αξιωματικός και άνθρωπός μας. Μαζί με δύο άλλους μαζί. Εμφανίστηκαν, όπως είπαμε, σαν έμποροι. Έμειναν λίγες μέρες στη Θήβα και σε λίγο θα είναι ενώπιόν μας.

“Τον εμπιστεύεσαι;” ρώτησε ο Άδραστος αλλά ο Ηρόδικος ήταν σαφέστατος.

“Σαν αδελφό μου. Δοκιμασμένος χρόνια βασιλιά μου”

“Άντε επιτέλους να δούμε τι θα μάθουμε” απάντησε με αγωνία ο Πολυνείκης.

Δεν περίμεναν πολύ ώρα ώσπου ένας φρουρός ανήγγειλε την άφιξη του. Του δόθηκε η εντολή να τον περάσει μέσα πράγμα που έγινε.

 

Ο Καλλίμαχος ήταν ένας άντρας κοντά στα τριανταπέντε. Ψηλός, λιγνός και νευρώδης. Υποκλίθηκε με περισσή ταπεινότητα στους παρόντες και παρέμεινε σιωπηρός μπροστά τους. Ο Άδραστος του έδωσε το έναυσμα να ξεκινήσει την αφήγησή του.

“Βασιλιά μου, σύμφωνα με τις οδηγίες σας, μαζί με δύο άντρες μου, ξεκινήσαμε για τη Θήβα σαν έμποροι. Έτσι περάσαμε και τα τείχη της πόλης ύστερα από κάμποσες μέρες ταξίδι. Δεν είναι δα και εύκολο αυτό το ταξίδι άρχοντά μου, το ξέρεις δα. Ο Θησέας μπορεί να καθάρισε τα στενά στα Γεράνεια από τους ληστές αλλά τα μονοπάτια είναι δύσβατα και απόκρημνα. Οι δρόμοι στενοί”

“Τα ξέρω αυτά Καλλίμαχε” σχολίασε ο βασιλιάς ζητώντας να μπει τέλος στη φλυαρία του. Για το σκοπό του ταξιδιού σου με νοιάζει. Οι παρόντες, τέντωσαν την προσοχή τους να ακούσουν.

“Στη Θήβα βασιλεύει ο Ετεοκλής, γιος του Οιδίποδα. Μάλιστα διάδοχό του έχει ορίσει το γιο του…”

Ο Πολυνείκης ένιωσε την καρδιά του να σφίγγει. Τον διέκοψε:

“Έχει γιο; Έμαθες σίγουρα;”

Ο Καλλίμαχος τον κοίταξε για μια στιγμή. Ο Άδραστος μπήκε στη μέση:

“Απάντησε ελεύθερα Καλλίμαχε, όσους βλέπεις εδώ είναι άνθρωποι εμπιστοσύνης”

Εκείνος συνέχισε:

“Ναι, η πόλη μιλάει για αυτόν. Ο γιος του είναι κοντά στα δέκα. Το όνομά του είναι Λαοδάμαντας. Ο βασιλιάς έχει ορίσει τον κύκλο της διαδοχής”

Ο Άδραστος έριξε μια ματιά στον Πολυνείκη. Είχε ήδη γίνει κόκκινος από την εσωτερική του ένταση. Ο Καλλίμαχος συνέχισε:

“Το εμπόριο στην πόλη καλά κρατεί. Η αγορά ήταν πλούσια και τα δρομολόγια των εμπόρων πολλά. Η εικόνα που αντίκρισα ήταν καλή”

“Για τα τείχη και την οχύρωση είδες αυτά που σου είπα;” τον ρώτησε ο Ηρόδικος.

“Ναι. Η πόλη είναι άριστα οχυρωμένη. Τα τείχη της είναι πανύψηλα, κλείνουν ολόγυρα με επτά αντίστοιχες πύλες”

“Ναι, αυτές είναι που χαρακτηρίζουν την πόλη, οι εφτά πύλες της” μουρμούρισε ο Πολυνείκης μέσα απ τα δόντια του.

“Υπάρχουν φανερά σημάδια ότι τα τείχη έχουν βελτιωθεί, ειδικά οι πύλες”, συνέχισε την αναφορά του.

“Κάτι άλλο που σου έκανε εντύπωση; Κάτι που να άκουσες στην αγορά;” τον ρώτησε ο Άδραστος.

“Ναι, πράγματι κάτι έπεσε στην αντίληψή μου….”

“Δηλαδή τι;” μπήκε στη μέση ο Πολυνείκης.

“Να, σε μια κουβέντα σε ένα καπηλειό κάποιοι συζητούσαν για τα άδυτα του παλατιού. Για την οικογένεια του βασιλιά; Δεν ξέρω, κάτι τέτοιο. Και μιλούσαν με προσοχή”

“Σαν τι κουβέντιαζαν;” ανέβαινε η αγωνία του Πολυνείκη.

“Να, έλεγαν για έναν άλλο αδελφό που είχε ή που έχει ο βασιλιάς. Πως ήταν να γίνει αυτός βασιλιάς αλλά έφυγε. Κάτι τέτοιο. Και έλεγαν και άλλα πράγματα άρχοντά μου, που… ανατρίχιαζα στο άκουσμά τους”

“Όπως;” τον ρώτησε πάλι.

“Να, ότι τα παιδιά αυτά ήταν γιοι κι αδέλφια μαζί του ίδιου πατέρα…”

Ο Πολυνείκης έκλεισε τα μάτια του σφιχτά. Το τραγικό του δράμα, μία ακόμα φορά, έρχονταν στην επιφάνεια.

“Για αυτόν τον άλλο τον αδελφό τι ξέρανε; Τι λέγανε;”

“Έδειξαν να μην ξέρουν καν αν ζει. Μονάχα ότι έφυγε λένε απ την πόλη πριν πολλά χρόνια…”

 

Οι υπόλοιπες ερωτήσεις δεν έβγαλαν κάτι ξεχωριστό από τον Καλλίμαχο. Έτσι η ενημέρωσή του ολοκληρώθηκε. Ο ίδιος αποχώρησε αφού πήρε την εύνοια των παρευρισκομένων για το έργο του. Έμειναν οι υπόλοιποι για να εκτιμήσουν την κατάσταση. Ο Πολυνείκης έδειχνε φανερά ταραγμένος. Μίλησε πρώτος:

“Ακούσατε; Δεν έχει ιερό και όσιο. Δεν σέβεται τίποτα. Σαν να μην έγινε τίποτα ποτέ. Βασιλεύει και όρισε και διάδοχο στη Θήβα” ακούστηκε δυνατά η φωνή του και συνέχισε: “Δεν μπορεί να μείνει έτσι αυτό, δεν είναι δυνατόν αυτός ο άνθρωπος να σφετερίζεται έτσι το θρόνο, να εξουσιάζει μια πόλη καταπατώντας κάθε έννοια και κάθε του λόγο”

Οι υπόλοιποι τον άκουγαν προσεκτικά και προσπαθούσαν να συνηθίσουν στην απρόσμενη έντασή του.

“Δεν γίνεται να μείνει έτσι αυτό βασιλιά Άδραστε! Τυδέα, αδελφέ μου πια, μπορεί να σε λέω έτσι, αυτό δεν θα μείνει χωρίς απάντηση. Δεν το ανέχομαι. Πετάχτηκα σαν σκουπίδι φυγάς απ’ τη γη μου,   γυμνός από κάθε μου δικαίωμα. Με την αυθαίρετη επιλογή του ίδιου του αδελφού μου. Ως εδώ όμως !”

Ο Άδραστος έδειχνε σκεφτικός και προβληματισμένος.

“Παιδί μου Πολυνείκη. Απ την πρώτη στιγμή που ήρθατε στο Άργος σας είδα σαν παιδιά μου. Μάλιστα εγώ ο ίδιος ήμουνα εκείνος που συμφώνησα να σας στηρίξω σε κάθε σας αγώνα να επιστρέψετε δικαιωμένοι στις πατρίδες σας. Αλλά εδώ… μιλάμε για τον ίδιο σου τον αδελφό…”

“Που δεν διστάζει καθόλου να ποδοπατήσει τον αδελφό του απέναντι στον ίδιο του το λόγο!” απάντησε ο Πολυνείκης.

“Ναι… δεν έχεις άδικο. Περίμενα, μα τους Θεούς, να έχει συνετιστεί. Δεν σας το κρύβω, μέσα μου, κάτι μού έλεγε ότι θα άλλαζε γνώμη, θα έπαιρνε κάποιες πρωτοβουλίες. Πίστευα ότι τα πράγματα δεν θα έφταναν σε τέτοιο αδιέξοδο”

 

Έπεσε για λίγο σιωπή. Η αμηχανία ήταν έκδηλη σε όλους. Εκτός από τον Πολυνείκη που μέσα του πλέον είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του. Και ένιωθε ότι δεν θα έκανε ποτέ πίσω από αυτές αδιαφορώντας για οποιοδήποτε τίμημα.

“Τα λόγια τελειώνουν εδώ” είπε και συνέχισε “ένας δρόμος μονάχα υπάρχει. Θα διεκδικήσω αυτό που μού πήρε μόνος μου! Έστω και αν στηθώ αντίκρυ του απ τις πύλες της Θήβας μονάχος!”

Οι άλλοι κοιτάχτηκαν μεταξύ τους με βλέμματα γεμάτα νόημα. Τα σύννεφα του πολέμου άρχισαν ήδη να εμφανίζονται πέρα στο βάθος του ορίζοντα. Λες και μια τραγική μοίρα φρόντιζε με πάθος να επιβεβαιώσει το ανάθεμα του Οιδίποδα πάνω στα παιδιά του. Λες και ακούγονταν οι κραυγές του στα πέρατα απ τη Θήβα:  “Να μοιράσετε το βασίλειο της πόλης πάνω στο σπαθί και στο αίμα”

 

Αμφιάραος και Άδραστος

 

Το Φθινόπωρο είχε μεσιάσει για τα καλά. Τα πρωτοβρόχια είχαν δώσει τη θέση τους στα πρώτα κρύα, που άρχισαν να κάνουν την εμφάνισή τους και να διαμορφώνουν τη γη αλλά και τη ζωή των ανθρώπων ολόγυρα.

Ο Αμφιάραος είχε σηκωθεί από το πρώτο φως της μέρας. Ο αγγελιοφόρος του βασιλιά, από την προηγούμενη μέρα, τού είχε μηνύσει ότι σήμερα τον περίμενε ο Άδραστος. Το λόγο και την αιτία θα τα μάθαινε εκεί. Οι σκέψεις του τον τελευταίο καιρό είχαν βαρύνει για τα καλά. Τα σημεία των Θεών ήταν πια ολοφάνερα στο δρόμο του. Δεν χωρούσε καμία αμφιβολία. Είχε πάψει να τα συζητά με τη γυναίκα του. Τα έκανε, όλο και πιο πολύ δικά του σημάδια και δεν έλεγε σε κανέναν τίποτα. Μονάχα με τους δυό γιους τους αφιέρωνε όλο και πιο πολύ χρόνο και ιδιαίτερα με το μεγάλο τον Αλκμαίωνα. Ένα παράξενο μα και συνάμα άσχημο συναίσθημα βάραινε όλο και περισσότερο την αγαθή του ψυχή τελευταία.

 

Βρήκε τον βασιλιά να τον υποδέχεται ο ίδιος μόνος στην μεγάλη αίθουσα του παλατιού. Πριν είχε ορίσει να μην τους ενοχλήσει κανείς. Καλοδέχτηκε τον Αμφιάραο με λίγες εισαγωγικές κουβέντες. Και οι δυό τους ήξεραν ότι κάτι άλλο τούς απασχολούσε και έπρεπε να το ξεκινήσουν. Κάθισαν όσο μπορούσαν αναπαυτικά στις δύο μεγάλες ξύλινες πολυθρόνες αντίκρυ ο ένας στον άλλον.

“Λοιπόν Άδραστε, αισθάνομαι ότι το σημερινό σου κάλεσμα κάτι σοβαρό κουβαλάει” ξεκίνησε τη συζήτηση ο Αμφιάραος.

“Ναι, θα είναι έλλειψη σεβασμού να προσπαθήσω να κρυφτώ από ένα μάντη, αδελφέ μου” τού είπε.

“Περιμένω να ακούσω τις σκέψεις σου”

“Άκου, δεν θέλω να κρυφτώ πίσω από λόγια. Την ιστορία με τους γαμπρούς μου την γνωρίζεις. Άνθρωπος της οικογένειας είσαι. Το ότι είχα υποσχεθεί στον Πολυνείκη και στον Τυδέα να επιστρέψουν στις πατρίδες τους το ξέρεις…”

“Μέχρι που φτάνει αυτή η υπόσχεση;”

“Θα μιλήσουμε για τον Πολυνείκη και για τη Θήβα”

Ο Αμφιάραος έκλεισε για μια στιγμή τα μάτια του. Το σφίξιμο μέσα του γινόταν όλο και πιο έντονο.

“Και θα πούμε τι ακριβώς;”

Ο βασιλιάς κόμπιασε λίγο. Δεν ήταν εύκολο αυτό που ήθελε να του ανακοινώσει. Προσπαθούσε να το κάνει όσο γίνονταν πιο διαχειρίσιμο.

“Ο Πολυνείκης θέλει να διεκδικήσει τα δικαιώματά του στη Θήβα. Αυτά που του στέρησε για πάντα ο αδελφός του. Το τι έχει συμβεί μεταξύ τους το ξέρεις εδώ και καιρό”

Ο Αμφιάραος τον κοίταξε κατάματα:

“Και πώς σκοπεύει να τα διεκδικήσει;”

“Στείλαμε δικούς μας στη Θήβα. Ο Ετεοκλής προορίζει για διάδοχό το γιο του. Καταλαβαίνεις τι σημαίνει αυτό”

“Συνέχισε βασιλιά”

 

Αποφάσισε ότι έπρεπε πλέον να είναι σαφής και κατηγορηματικός. Ο συνομιλητής και συγγενής του δεν ήταν κάποιος τυχαίος.

“Θα εκστρατεύσουμε στη Θήβα!”

Ο Αμφιάραος πετάχτηκε όρθιος.

“Θα εκστρατεύσουμε; Γιατί βάζεις το εμείς μπροστά σε αυτό;”

“Γιατί, πρώτον είναι γαμπρός μου Αμφιάραε. Δεύτερον, τού το έχω υποσχεθεί. Και σ΄ αυτόν και στους Θεούς. Τρίτον και πιο σημαντικό αν θες, η Θήβα είναι μία από τους ισχυρούς πόλους αυτή τη στιγμή ολόγυρά μας. Εμείς οι Δαναοί και αυτοί. Αν απλώσουμε την επιρροή μας εκεί τότε μεγαλώνουμε τη δύναμη και την ισχύ μας. Και τέλος, από μια τέτοια απόφαση δεν μπορεί να απουσιάζεις”

“Και πώς θα το κάνουμε αυτό; Κουρσεύοντας μια ολάκερη πόλη;”

“Ποιος μίλησε για κούρσεμα Αμφιάραε. Μην βάζεις προθέσεις στις σκέψεις των άλλων που δεν υπάρχουν. Να ρίξουμε τον Ετεοκλή θέλουμε και στη θέση του να μπει αυτός που πρέπει και που, κατά καλή μας τύχη είναι και συγγενής μας”

“Πιστεύεις δηλαδή ότι ένας πόλεμος μπορεί να δώσει λύσεις;”

“Άκου. Δεν θα εκστρατεύσουμε στη Θήβα χωρίς σύνεση. Σε διαβεβαιώ ότι θα εξαντλήσουμε κάθε δυνατή προσπάθεια για να λυθεί το θέμα ειρηνικά”

Ο Αμφιάραος τού έριξε μια ματιά διερευνητική.

“Σε έχω πιο σώφρονα και οξυδερκή αδελφέ της γυναίκας μου! Έστειλες ανθρώπους δικούς μας. Είδες ότι ο Ετεοκλής όχι απλά κρατά στη σκέψη του να είναι συζητήσιμος αλλά έχει ορίσει κιόλας το διάδοχό του. Που είναι μάλιστα ο γιος του ο ίδιος. Και εσύ πιστεύεις τώρα ότι με ένα στρατό κάτω απ τα τείχη της Θήβας θα τον κάνεις να αλλάξει γνώμη. Δεν σε έχω για τόσο αφελή! Άρα κρύβεσαι από τον ίδιο σου τον εαυτό”

“Μπορεί να παίξουν και άλλοι παράγοντες ρόλο, μην τους υποτιμάς”

“Ποιοι;”

“Είναι αδέλφια το ξέχασες; Μέσα τους τρέχει το ίδιο αίμα. Οι γονείς τους μένουν εκεί. Οι αδελφές τους. Μπορεί όλα αυτά να βοηθήσουν να πάνε σε μια συμφωνία”

“Και γιατί δεν το έκαναν μέχρι τώρα; Αχ βασιλιά μου, αν αρχίσω να σού αναμετρώ το αίμα που χύθηκε ανάμεσα σε αδέλφια για έναν θρόνο ή για μιαν αγάπη να ξέρεις δεν θα έχουμε τελειωμό. Ύστερα είναι και το άλλο…”

“Ποιο”

“Τι σε κάνει να πιστεύεις ότι θα περάσουμε νικητές τα τείχη της εφτάπυλης Θήβας Άδραστε; Μιας πόλης που την προστατεύει η Παλλάδα, που είναι γεννήτρα της Αφροδίτης απ τη γενιά της Αρμονίας, που είναι η αγαπημένη του Δία απ τη γενιά του Κάδμου και που έχει το φως του Απόλλωνα προστάτη της;”

“Μην μου μπλέκεις του Θεούς στα πόδια των ανθρώπων” τού είπε δυνατά. “Δες την κατάρα που έριξαν πάνω της απ τη γενιά του Λάιου και μετά”

“Άλλα είναι τα σημεία των Θεών και σοβαρά να τα συλλογιέσαι”

“Και ποια είναι τα σημεία των Θεών σεβάσμιε μάντη του Άργους;”

Ο Αμφιάραος θεώρησε ότι ο λόγος ίσως να έκρυβε κάποια ειρωνεία απ το βασιλιά. Για μια στιγμή σιώπησε. Μάζεψε τις σκέψεις του και απάντησε:

 

“Άκου Άδραστε, από την σκοτεινή εκείνη εποχή που οι έριδες και τα παρασκήνια με έφεραν απέναντι στον πατέρα σου τον Ταλαό και τη δική μας φιλονικία, που οδήγησε στην απομάκρυνσή σου από εδώ, ξέρεις καλά τι ακριβώς συνέβη στη συνέχεια”

“Τα ξέρω, εποχές που έχουμε ξεπεράσει γόνιμα, αλλά τι θέλεις να μου πεις;”

“Ξέρεις ότι μας δένει κάτι μεγάλο! Κάτι που δεν μπορεί να ξεπεραστεί! Κάτι ιερό ανάμεσά μας. Οποιαδήποτε απόφαση που μας αφορά πρέπει να έχει τη συμφωνία και των δυό μας. Χωρίς αυτήν δεν μπορεί να γίνει τίποτα!” τού είπε κατηγορηματικά.

Ο Άδραστος κατάλαβε πολύ καλά πού το πήγαινε και τι εννοούσε. Εκείνος ο βαρύς όρκος ανάμεσά τους ήταν βασισμένος σε αυτήν την δική τους ομοφωνία. Σταμάτησε λοιπόν να τον πιέζει παραπάνω στοχεύοντας σε επόμενες προσπάθειες.

 

“Σε παρακαλώ να το σκεφτείς ήρεμα και γόνιμα. Αμφιάραε. Δεν είσαι κάποιος τυχαίος μήτε για το Άργος μήτε για τους Αχαιούς. Υπήρξες βασιλιάς της πόλης. Είσαι Θεοσεβής και προστατευόμενος των Θεών. Η σκέψη σου είναι οδηγός για μας και τους ανθρώπους. Είσαι ανδρείος πολεμιστής που δεν λογαριάζει ποτέ τον κίνδυνο και δεν δειλιάζεις πουθενά. Χωρίς τη δική σου παρουσία δεν κάνουμε βήμα στο λέω καθαρά. Και αυτό είναι η απόδειξη τού πόσο σέβομαι τη γνώμη και την παρουσία σου. Σε λίγες μέρες έχω καλέσει εδώ ένα συμβούλιο. Θα είναι όλοι οι επώνυμοι μαχητές των Αχαιών. Θα είσαι εδώ να το συζητήσουμε ξανά, θα σε ειδοποιήσω πότε…”

Ο Αμφιάραος τον κοίταξε στα μάτια, πήγε κοντά του. Το βλέμμα του ήταν κάτι παραπάνω από διαπεραστικό.

“Άδραστε! Αυτή η εκστρατεία στη Θήβα είναι των Θεών απόφαση να βαφτεί στην καταστροφή και στο αίμα όλων μας! Άκου το λοιπόν καλά και κρίνε…”

Ο βασιλιάς ανατρίχιασε. Ποτέ δεν είχε δει τέτοιο σκοτεινό και φλογερό βλέμμα βαθιά στα μάτια του άντρα της αδελφής του. Ήξερε καλά ότι οι μαντικές του ικανότητες έρχονταν πίσω από τις οικογενειακές του ρίζες, στον Μελάμποδα, του οποίου ήταν δισέγγονος.

“Σε αυτήν εκστρατεία δεν θα συμφωνήσω ποτέ  Άδραστε να το ξέρεις καλά! Και θα το πω και σε όλους σας μπροστά δεν έχω κανένα λόγο να μην το κάνω” τού είπε και έφυγε με βιαστικά βήματα από την αίθουσα νιώθοντας τα μάτια του βασιλιά καρφωμένα στην πλάτη του.

 

Τον είχε ταρακουνήσει, το ήξερε. Αλλά εκείνο που φοβόταν ήταν κάτι άλλο. Κάτι που ήταν βαθιά κλειδωμένο στο μυαλό του εδώ και καιρό. Τα οράματα που έβλεπε για ένα λαμπερό δώρο στα χέρια μιας γυναίκας, ένα δώρο βουτηγμένο στο αίμα, έκανε τη μορφή της γυναίκας αυτής να έχει ξεκαθαρίσει πλέον με σαφήνεια. Και ήξερε ότι η γυναίκα του η Εριφύλη βαστούσε στα χέρια της τα κλειδιά κάθε διαφοράς ανάμεσα στον ίδιο και στο βασιλιά του Άργους.

Τέλος δημοσίευσης

Συνεχίζεται...

 


12 σχόλια:

  1. Ένα ακόμα όμορφο κεφαλαιο μας χάρισες Γιάννη.
    Ξεχωρίζει η σκηνή της μάνας που προσπαθεί να συνετίσει το γιο της. Οι εξελίξεις τρέχουν, τα συναισθήματα πολλά, αγανάκτηση, φόβος, απληστία, κούραση, φιλοδοξία.
    Όλα με φόντο τον θρόνο της Θήβας και τα θελήματα της Μοίρας.
    Αναμένουμε με χαρά τα επόμενα, γιατί ο επίλογος προϊδεάζει, για μια έντονη και δυνατή συνέχεια.
    Καλό Σαββατοκύριακο!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Μαρίνα μου, καλησπέρα σου.
      Ο διάλογος Ιοκάστης-Ετεοκλή είναι πράγματι σημαντικός και επίσης φορτισμένος. Βλέπουμε καθαρά από το μένος που διακατέχεται ο γιος της απέναντι στον αδελφό του με φόντο την εξουσία της Θήβας. Σκληρός, επιθετικός απέναντι και στην ίδια τη μητέρα του.
      Ναι, ο επίλογος εστιάζει στο διάλογο Άδραστου-Αμφιάραου. Ένα πολύ σημαντικό δίδυμο στην πλοκή μας και στις μετέπειτα εξελίξεις. Οι δύο άντρες είναι άρρηκτα δεμένοι με πολλά και σημαντικά θέματα όπως θα το δούμε.
      Ευχαριστώ Μαρίνα μου που είσαι εδώ. Σε ευχαριστώ πολύ κορίτσι μου. Όμορφη Κυριακή να έχεις.

      Διαγραφή
  2. Τι είμαστε οι άνθρωποι ε; Μάνα και γιος συζητούν και κοίτα τώρα ο Ετεοκλής τι λόγια είπε της μάνας του για να την κάνει να πονέσει και να πάψει να μιλά! Και τα τύμπανα του πολέμου χτυπούν. Διακρίνω μάλιστα και μη συνετές σκέψεις και στον Πολυνείκη και στον Άδραστο. Κάτι υπάρχει ανάμεσα στον βασιλιά και στον Αμφιάραο έτσι; Και στη γυναίκα του φυσικά που τα οράματα τη δείχνουν να έχει σημαντική θέση στην διαφωνία τους... Ενδιαφέρον όλο και πιο πολύ
    Καλή συνέχεια Γιάννη μου
    Πάμε για πόλεμο ε;
    Τα φιλιά μου

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η στάση του Ετεοκλή απέναντι στη μητέρα του είναι, επιεικώς απαράδεκτη, Άννα μου. Αλαζονικός, επιθετικός και προκλητικός. Η μανία της εξουσίας τον έχει καταλάβει πλήρως.
      Ο Πολυνείκης ακροβατεί στις σκέψεις του έτοιμος να παρασυρθεί σε δύσκολες και επώδυνες αποφάσεις. Ο Άδραστος, είχε καθήκον να τον συνετίσει και όχι να του δυναμώσει τη φωτιά.
      Ναι, ανάμεσα στον Αμφιάραο και τον Άδραστο υπάρχει μεγάλη σχέση και πολύ παρελθόν. Τούς δένουν σοβαρά γεγονότα και αυτή η σχέση θα αρχίσει σιγά-σιγά να βγαίνει στην επιφάνεια. Επίσης καταλύτης σ' αυτή τους τη σχέση θα είναι η Εριφύλη, πρόσωπο που θα δούμε να παρεμβαίνει όλο και περισσότερο.
      Άννα μου, ευχαριστώ κορίτσι μου για τη συμμετοχή και την παρουσία. Τα τύμπανα του πολέμου ξεσκονίζονται, Άννα μου, δυστυχώς.
      Τα φιλιά και την αγάπη μου, καλή μου.

      Διαγραφή
  3. Συγκλονιστικός ο διάλογος μάνας και γιου. Η προσευχή της Ιοκάστης στην Παλλάδα Αθηνά, είναι σπαραχτική. Τίποτα όμως δεν δείχνει πως μπορεί να σταματήσει το κακό. Τα σύννεφα του πολέμου ολοένα και πυκνώνουν...
    Καλό μήνα Γιάννη μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλό μήνα αγαπημένη μου φίλη. Σε ευχαριστώ πάντα για τη συμμετοχή σου και το χρόνο σου. Είναι για μένα ένα μεγάλο δώρο, το ξέρεις. Την καλησπέρα μου και καλό σου μήνα κορίτσι μου.

      Διαγραφή
  4. Σκηνές ηρεμίας σε συνδυασμό με σκηνές έντασης και υπόκωφου άγχους! Ο Ετεοκλής αχάριστος και αγύριστο κεφάλι κλεισμένος στις προσωπικές του και μόνο φιλοδοξίες και σχέδια μα και σκληρά επικριτικός απέναντι τη μάνα. Εκείνη μια ψυχή ταλαιπωρημένη που όμως ξέρει να είναι μάνα πάνω απ' όλα!
    Η συνέχεια της αφήγησης αίμα υποδεικνύει και μεγάλο κακό...
    Αναμένουμε, λοιπόν!
    Καλό μήνα!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ποιος την ακούει τη δόλια τη μάνα, Γλαύκη μου! Φωνή απόμακρη και τραγική αυτή της Ιοκάστης. Πώς να σταθεί μπροστά στο πάθος της εξουσίας και στη λατρεία της δύναμης. Πόση πλάνη έχουν οι θνητοί αν νομίζουν ότι η ισχύς είναι παντοτινή κοντά τους. Πόση αυταπάτη πραγματικά.
      Σε ευχαριστώ πολύ αγαπημένη μου φίλη για τη συμμετοχή αλλά και τη μεγάλη σου συμβολή σε αυτή εδώ τη δημοσίευση. Να είσαι καλά Γλαύκη μου.

      Διαγραφή
  5. Σε χαίρομαι και σε καμαρώνω φίλε μου. Μας έδωσες έντονες σκηνές και βαθιά συναισθήματα, με υπέροχες περιγραφές τόσο προσεγμένες που είναι λες και παρακολουθούμε ταινία. Η προσοχή που έχεις δώσει σε κάθε λεπτομέρεια στη διήγηση, δίνουν την εικόνα της αρχαίας εποχής αριστοτεχνικά. Δύσκολο κεφάλαιο από συγγραφικής πλευράς αφού εναλλάσσει πολλά πρόσωπα και τοποθεσίες, αλλά δόθηκε τόσο όμορφα που μας παρέσυρε. Θέλω να πω και ένα μεγάλο ευχαριστώ στη Γλαύκη, που εκπλήρωσε την επιθυμία μου και συνόδευσε το καταπληκτικό αυτό κεφάλαιο, με τον αγαπημένο μου Χάουζερ και το λατρεμένο Αντάτζιο του Αλμπινιόνι. Για ακόμα μια φορά, πολύ ταιριαστή επιλογή. Προχωράμε όλο αγωνία για τη συνέχεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Adagio, Albinoni, Κατερίνα μου ναι! Λατρεμένο μουσικό θέμα.
      Σε ευχαριστώ πολύ για το μοίρασμα των συναισθημάτων σου στην ανάγνωση, στο σχόλιο, στη συμμετοχή. Σε όλα! Προσπαθώ να δώσω ρυθμό στην αφήγηση, να μην "κρεμάει" και να μπορούμε να γινόμαστε κοινωνοί εκείνης της εποχής.
      Με συγκινείς. Προχωράμε καλή μου φίλη στην εξέλιξη, που θα είναι καταιγιστική.

      Διαγραφή
  6. Και για να προλογίζω κάπως τα επόμενα κεφάλαια, ο κακός χαμός θα ακολουθήσει και να σου πω, πολύ θυμώνω που οι άνθρωποι πληρώνουν τις "αμαρτίες" των θεών. Γιατί δηλαδή ήξερε ο Οιδίποδας πως κοιμόταν με τη μάνα του; Γιατί να τιμωρούνται οι άνθρωποι για πράξεις που ορίζονται από τους θεούς;
    Κατά τα άλλα, ωραίο κείμενο, ζωηροί διάλογοι και λόγος με ενάργεια. Μπράβο Γιάννη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αυτό είναι μεγάλο ερώτημα, Μαρία μου, που το βλέπουμε να δημιουργείται κύρια στην Ελληνική αρχαία λατρεία και τραγωδία. Δεν ξέρω ποιον ακριβώς συμβολισμό θέλουν εδώ να περάσουν. Εντάξει, μια κατάρα βαραίνει τον οίκο των Λαβδακιδών. Η έννοια του βάρους της κατάρας, η οποία επέρχεται βέβαια επί δικαίων και αδίκων καθώς ο Οιδίποδας δεν ευθύνεται για αυτό, συναντάται σε παγκόσμιο επίπεδο λογοτεχνικής γραφής αλλά και αφήγησης της παράδοσης.
      Να υποθέσω ότι θεωρούμε τους ανθρώπους ως έρμαια-μαριονέτες στις επιλογές των Θεών; Κάπου εκεί πάει η σκέψη μου.
      Σε ευχαριστώ Μαρία μου για το θέμα, που άνοιξες. Να είσαι καλά. Όμορφη Κυριακή.

      Διαγραφή