H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Σάββατο 10 Σεπτεμβρίου 2022

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 18η δημοσίευση

 "Τα δώρα της Αρμονίας"


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7











Στην 17η δημοσίευση, ολοκληρώσαμε το κεφάλαιο 2.11 Ο Τυδέας επέστρεψε στο Άργος, από τη Θήβα, κουβαλώντας μαζί του τις σωματικές αλλά και ψυχικές πληγές της τραυματικής του εμπειρίας από τη συνάντηση με το βασιλιά Ετεοκλή αλλά και τη δολερή ενέδρα, που του έστησε. Μια ενέδρα, που αν δεν υπήρχε η παρουσία της Θεάς Αθηνάς, θα έστελνε τον γενναίο πολεμιστή στον όλεθρο.
Ο Πολυνείκης ανακοινώνει στην αγωνιούσα Αργεία, τη σύζυγό του, τα αποτελέσματα της επίσκεψης του Τυδέα στη Θήβα. Αποτελέσματα, που σφραγίζουν πλέον οριστικά την απόφασή όλων για εκστρατεία, όπως είχαν αποφασίσει. Η νεαρή γυναίκα, για μια ακόμα φορά, αντιμετωπίζει με αξιοθαύμαστη ωριμότητα την απόφαση του αγαπημένου άντρα της παρά την τρομερή της αγωνία και προβληματισμό.
Το ζευγάρι του Αμφιάραου και της Εριφύλης, θα δεχτεί μια απρόσμενη επίσκεψη στο σπίτι τους. Ο βασιλιάς Άδραστος θα φτάσει εκεί και θα μιλήσει ανοιχτά και στους τρεις αλλά ειδικά στην Εριφύλη για τις εξελίξεις και το κάλεσμά τους να αποφασίσει εκείνη σύμφωνα με τον όρκο που στέκεται ανάμεσα στον ίδιο και στον Αμφιάραο.
Ο τελευταίος καλεί και πιέζει ασφυκτικά την Εριφύλη να μην δεχτεί το παραμικρό μέσο επηρεασμού της από την πλευρά τους.
Τέλος, ο Πολυνείκης θα δεχτεί μια απροσδόκητη πρόταση. Ο Ίφης, πεθερός του Καπανέα, θα προτείνει να προσεγγίσει ο γιος του Οιδίποδα, την Εριφύλη με συναισθηματικό τρόπο κάνοντας μια συμβολική κίνηση προσφοράς που θα εκφράζει τη θέλησή του να γυρίσει στην πατρίδα του.
Ο Πολυνείκης βγάζει το περίφημο περιδέραιο από τα νυφικά δώρα της Αρμονίας για να το παραδώσει στην Εριφύλη

Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Ακολουθεί το ξεχωριστό μουσικό επικό θέμα, που επέλεξε σήμερα η αγαπημένη μας φίλη και θα συνοδεύσει, όπως πάντα, με τον πλέον αρμονικό τρόπο την ανάγνωσή μας.


18η Ανάρτηση


Οι ανησυχίες ενός πατέρα


Το πρωί εκείνης της μέρας ο Αμφιάραος δεν είχε τη διάθεση να μείνει στο σπίτι του. Οι μέρες ήταν τέτοιες, που η προσμονή των αποφάσεων για την εκστρατεία στη Θήβα κρατούσαν τα νεύρα του τεντωμένα ως εκεί, που δεν μπορούσε να υποφέρει. Πήρε το μικρό του μόνιππο και διάβηκε προς τα κάτω. Ο δρόμος τον έφερε προς τον βωμό του Φύξιου Δία.1 Εκεί σταμάτησε για λίγο. Κατέβηκε γεμάτος προσήλωση και σεβασμό. Κατευθύνθηκε στο ιερό και άφησε τον εαυτό του να βγάλει κάτι σαν προσευχή:

“Φύξιε Δία! Προσπέφτω ικέτης στη δύναμη και την εύνοιά σου. Ποτέ δεν μού την αρνήθηκες και το ξέρω. Όμως τούτη τη φορά τα πράγματα είναι διαφορετικά. Και ο κίνδυνος μεγάλος. Για μια ακόμα φορά κάνω επίκληση της παρουσίας σου…”

Αφού προσπάθησε να αποδιώξει την έντονη συγκίνηση σηκώθηκε. Εκεί κοντά ήταν το επόμενο που ήθελε να κάνει. Στο δρόμο προς την αγορά, πολύ κοντά στο βωμό τον έφεραν τα βήματά του σε έναν τάφο. Κατέβηκε από το μόνιππο, πήρε στα χέρια του ένα μικρό χάλκινο αγγείο με χοές και πήγε προς τα εκεί. Το πρόσωπό του ήταν σφιγμένο από συγκίνηση. Στάθηκε με σεβασμό πάνω από το μνήμα. Άδειασε το γάλα και το μέλι που περιείχαν οι χοές στο αγγείο και έμεινε να κοιτάζει με συγκίνηση.

“Υπερμήστρα, γλυκιά μου μητέρα! 2Στέκομαι ευλαβικά στο μνήμα σου επικαλούμενος την παρουσία και βοήθειά σου σε τούτες τις δύσκολες στιγμές. Είθε εκεί από τα πεδία του κάτω κόσμου να φτάσουν οι ευλογίες στο γιο σου…”

Σηκώθηκε, ανέβηκε στο μόνιππο και συνέχισε τη διαδρομή του προς τη θάλασσα. Εκεί βρέθηκε σε ένα ανοιχτό γυμναστήριο, που ήταν χτισμένο μέσα σε ένα όμορφο άλσος. Άφησε το μόνιππο σε μία από τις προβλεπόμενες θέσεις και προχώρησε πεζός. Πολλοί νέοι ήταν στο χώρο του σταδίου εκτελώντας τα ημερήσια αθλητικά τους προγράμματα. Πλησίασε περισσότερο. Το βλέμμα του έπεσε σε ένα νεαρό ώριμο έφηβο. Ψηλό, όμορφο με γεροδεμένο σώμα. Η αθλητική του παιδεία είχε αφήσει τα σημάδια της στο κορμί του. Ξαφνικά ο νεαρός τον είδε από μακριά.

“Πατέρα!” τού φώναξε. Σήκωσε το χέρι του εκείνος και τον χαιρέτισε. Ο νεαρός πλησίασε στον περίβολο.

“Πατέρα, αν έχεις χρόνο περίμενέ με, σε λίγο τελειώνουμε” τού είπε με χαρά. Του έκανε νόημα ότι θα τον περιμένει. Τράβηξε προς τη σειρά που ήταν οι κερκίδες. Βρήκε ένα σκιερό μέρος και έκατσε. Ο νεαρός άντρας συνέχισε το πρόγραμμα της γυμναστικής μαζί με την ομάδα, που ήταν ενταγμένος.

Ο Αλκμαίων! Ο πρωτότοκος γιος του. Το καμάρι του. Μαζί με τον Αμφίλοχο τα αγόρια του και μαζί και οι δύο κόρες του, η Ευρυδίκη με την Δημώνασσα. Όμως η προσοχή του αυτόν τον καιρό ήταν στραμμένη σε εκείνον. Είχε πατήσει πια τα δεκαπέντε του χρόνια και διάβαινε την περίοδο της ώριμης εφηβείας και πρώιμης νιότης. Στο πρόσωπό του έβλεπε τον διάδοχό του. Την πρώτη του συνέχεια. Ήταν για αυτόν ο “μεγάλος”, ο “εκλεκτός”. Με την τροπή που είχαν πάρει τα πράγματα θεωρούσε επιτακτικό να μιλήσει στα αγόρια του. Πρώτα σε εκείνον και μετά και στους δυό. Σήμερα ήταν η πρώτη μεγάλη ευκαιρία να το κάνει. Ο χρόνος έτρεχε ασφυκτικά.

Ο νεαρός δεν άργησε να τελειώσει το πρόγραμμά του. Αφού αποσύρθηκαν στα αποδυτήρια του γυμναστηρίου, ύστερα από λίγο συνάντησε τον πατέρα του στις κερκίδες. Εκείνος σηκώθηκε να τον υποδεχτεί.

“Πατέρα, τι ευχάριστη έκπληξη ήταν αυτή σήμερα! Δεν το συνηθίζεις!”

Τον κοίταξε στα μάτια να τον χορτάσει.

“Είναι μια όμορφη μέρα για έναν πατέρα και γιο να απολαύσουν κάποιες δικές τους στιγμές”

Ο νεαρός τον κοίταξε λίγο παραξενεμένος.

“Θέλεις κάτι να μου πεις;”

“Προχώρα να περπατήσουμε λίγο γιε μου, εδώ στο άλσος έξω από το γυμναστήριο είναι πολύ όμορφα. Θέλω να πούμε κάποια πράγματα”

“Πολύ ευχαρίστως, πάμε” είπε ο νεαρός και ξεκίνησαν. Σε λίγο είχαν βγει από το χώρο του γυμναστηρίου και είχαν πάρει το δρόμο περπατώντας στο άλσος δίπλα.

“Αλκμαίων παιδί μου είναι κάποια πράγματα, που είναι σοβαρά και πρέπει να τα ξέρεις” ξεκίνησε, “Δεν ξέρω αν έχεις ακούσει κάτι τελευταία…” τού είπε.

“Ναι πατέρα! Μιλάς για την εκστρατεία στη Θήβα. Όλη η πόλη το κουβεντιάζει παντού. Πριν έρθεις αυτό ήταν το αντικείμενο της κουβέντας μας στο γυμναστήριο”

“Και πως θα μπορούσε να μην είναι τέτοιο θέμα”

Ο νεαρός τον κοίταξε ανήσυχος.

“Θα έχουμε πόλεμο με τη Θήβα; Θα γίνει εκστρατεία εκεί;”

“Πολύ το φοβάμαι Αλκμαίων. Αν και όλα εξαρτώνται από μια απόφαση”

“Ποια απόφαση πατέρα;”

“Πριν σου πω για αυτό πρέπει να μάθεις για αυτήν την ιστορία, τι ξέρεις; τι λένε έξω για τη Θήβα;”
“Μιλάνε για τον έναν από τους γαμπρούς του βασιλιά, έναν Πολυνείκη, που ο αδελφός του έχει σφετεριστεί το θρόνο του εκεί και ο βασιλιάς θέλει να τον βοηθήσει να τον πάρει πίσω…”

“Ο Άδραστος παιδί μου, ο θείος σου, έχει αποφασίσει να μας ρίξει στον πόλεμο. Και εμάς το Άργος και πολλές πόλεις ολόγυρά μας”

“Ναι, όμως έμαθα ότι όλες είναι έτοιμες να τον στηρίξουν…”

“Έμαθες;….”

“Ναι, η Ώλενος, η Αρκαδία, ο Ορχομενός ακόμα και από την μακρινή Αιτωλία….”
Ο Αμφιάραος διαπίστωσε ότι τα γεγονότα στην πόλη κουβεντιάζονταν σε ακόμα μεγαλύτερη έκταση από όσο πίστευε.

“Ναι, το ξέρω… έχω πάρει και εγώ μέρος σε πολεμικά συμβούλια. Όμως παιδί μου, αυτό θέλω να σου τονίσω, αυτή η εκστρατεία θα είναι καταστροφή για όλους μας!” το είπε με δραματικό τόνο κάνοντας τον νεαρό να τρομάξει.

“Γιατί το λες αυτό πατέρα; Τι ξέρεις;”

“Αλκμαίων ξέρεις πολύ καλά ότι κατέχω τη γλώσσα των σημείων των Θεών. Τι ορίζουν, τι σχεδιάζουν. Ξέρω ότι αυτή η εκστρατεία είναι καταδικασμένη σε θάνατο και καταστροφή. Το καταλαβαίνεις; Κανείς δεν θα γυρίσει ζωντανός από εκεί παιδί μου και στην πόλη θα πέσει το σκοτάδι του θανάτου”

Ο νεαρός έδειξε να ταράζεται.

“Τους είπες τη γνώμη σου πατέρα;”

“Φυσικά! Από την πρώτη στιγμή το ξεκαθάρισα τόσο στο θείο σου τον βασιλιά όσο και σε όλους”

“Φαντάζομαι δεν τους έπεισες, οπότε έχεις ήρεμη τη συνείδησή σου, είπες την άποψή σου πατέρα, άρα δεν θα τους ακολουθήσεις!”

“Δεν είναι έτσι παιδί μου. Υπάρχει κάτι που δεν γνωρίζεις”

Ο νεαρός τον κοίταξε απορημένος.

“Ποιο είναι αυτό δεν καταλαβαίνω; Απλά είναι για μένα τα πράγματα. Δεν συμφωνείς, δεν ακολουθείς την εκστρατεία. Δεν νομίζω κάποιος να σε κατηγορήσει για δειλό;”

“Αλκμαίων… οτιδήποτε αποφασιστεί πρέπει να έχει τη σύμφωνη γνώμη τόσο τη δική μου όσο και του Άδραστου. Δεν γίνεται να διαφωνούμε”

Ο γιος του τον κοίταξε έκπληκτος.

“Τι λες πατέρα; Πως γίνεται αυτό;”

“Είναι μερικά πράγματα γιε μου, που η λογική των χρόνων της ζωής σου δεν μπορεί να τα κατανοήσει. Πριν γεννηθείς, ξέρεις ότι βασίλευα στην πόλη…”

“Το ξέρω…”

“Δεν ξέρεις όμως ότι οι έριδες και οι διαφωνίες μεταξύ εμένα και του Άδραστου έφεραν την καταστροφή. Συμφωνήσαμε να κλείσουμε οριστικά τον κύκλο του αίματος παίρνοντας όρκο βαρύ ό,τι γίνεται από εδώ και μπρος να έχει τη σύμφωνη γνώμη και των δυό μας. Έτσι επέστρεψε στο Άργος και έγινε βασιλιάς”

“Ίσως τότε καλά να κάνατε, να δοθεί ένα τέλος που λες αλλά αυτός ο όρκος... Δεσμεύει μια ολάκερη ζωή πατέρα και εδώ η διαφωνία σας είναι ακραία. Τι γίνεται τώρα;”

“Σε αυτήν την περίπτωση γιε μου, ορίσαμε την αδελφή του και γυναίκα μου τη μητέρα σας την Εριφύλη ως διαιτητή…”

Ο Αλκμαίων έμεινε έκπληκτος.

“Ναι… θα δεχτούμε όποια απόφαση εκείνη πάρει αν διαφωνήσουμε”

“Είναι απίστευτο”

“Είναι η αλήθεια! Εκείνη θα αποφασίσει τώρα για τον πόλεμο γιε μου. Και αυτό που θα αποφασίσει θα το δεχτούμε! Αν συμφωνήσει με τον αδελφό της και τους άλλους θα πρέπει να τους ακολουθήσω. Αν όχι όλα είναι σαν να μην έγιναν ποτέ”

Ο νεαρός είχε μείνει βαριά προβληματισμένος. Δεν ήξερε τι να πει.

“Μίλησες με τη μητέρα;” τον ρώτησε.

“Εδώ και καιρό!”

“Και;”

“Μού είπε θα μείνει ανεπηρέαστη αν ποτέ χρειαστεί. Μού έδωσε όρκο βαρύ για αυτό!”

“Όμως έτσι κι αλλιώς θα αποφασίσει πατέρα, τι πιστεύεις ότι θα κάνει;”

“Πολύ φοβάμαι ότι θα στραφεί με το μέρος του αδελφού της! Και τότε…” γύρισε και τον έπιασε δραματικά από τους ώμους “τότε καταλαβαίνεις ότι μας σέρνει στην καταστροφή. Στέλνει τον άντρα της και πατέρα σου στο θάνατο!”

Ο νεαρός κλονίστηκε.

“Αλκμαίων, θέλω να τα ξέρεις όλα αυτά. Ότι και να γίνει είσαι ο διάδοχός μου! Ο μεγάλος μου γιος!”

“Τι μπορώ να κάνω πατέρα;” τον ρώτησε φοβισμένος.

“Τίποτα! Εμένα αφορά αυτή η κατάσταση. Απλά να έχεις μεγάλη προσοχή σε ότι γίνεται γύρω σου”

“Πότε πρέπει να αποφασίσει πατέρα; Τι χρόνο έχεις να την επηρεάσεις;”

“Δεν έχω πολύ, της ζήτησαν να αποφασίσει γρήγορα. Γι αυτό σου λέω γιε μου. Αν γίνει κάποιο κακό θέλω να ξέρεις την αλήθεια”.

«Σαν τι κακό πατέρα; Τι μπορεί να γίνει; Εννοείς αν αποφασίσει να πάτε στον πόλεμο; Μα, αυτό...»

«Το πάω παραπέρα γιέ μου, εντάξει η μητέρα σας είναι μια γυναίκα με γνώμη και προσωπικότητα. Άλλωστε γι’ αυτό τη διαλέξαμε μεταξύ μας. Όμως...»

«Όμως; Τι φοβάσαι πατέρα;» ρώτησε με αγωνία ο Αλκμαίων.

«Φοβάμαι μήπως προσπαθήσουν να την επηρεάσουν, μήπως προσπαθήσουν να κερδίσουν τη γνώμη της με κάτι... κάτι άλλο...»

«Ποιος; Εννοείς ο θείος; Ο βασιλιάς;»

Ο νεαρός δεν μίλησε. Μήτε και ο Αμφιάραος. Μέσα του όμως στο νεανικό του μυαλό, ένιωθε σαν να κατέρρεε ένα κομμάτι του κόσμου του. Σαν η καρδιά του να σκιζόταν στα δύο. Τα λόγια του πατέρα του ήρθαν να εξαπολύσουν άπειρα συναισθήματα μέσα στο μυαλό του. Έμειναν για λίγο ακίνητοι στο μέσο ενός μονοπατιού. Κάποια στιγμή ο Αμφιάραος άφησε τα χέρια του από τους ώμους του. Πήραν αμίλητοι το δρόμο της επιστροφής. Με τον καθένα να κουβαλά τις δικές του σκέψεις και ερωτήματα.

Αναμνήσεις που πονούν , σκέψεις που πνίγουν.

Ήταν μόνη στο σπίτι. Ο Αμφιάραος είχε φύγει από το πρωί. Τον είδε πάνω στο μόνιππο να κατηφορίζει μόνος το δρόμο προς τα κάτω. Η άνοιξη έξω είχε φουντώσει για τα καλά. Βγήκε λίγο στο αίθριο. Ήθελε τόσο μα τόσο να πάρει αέρα. Να αναπνεύσει. Να σκεφτεί. Και τελικά να αποφασίσει. Είχαν ρίξει σε εκείνη τα δυσβάσταχτα βάρη μιας τέτοιας απόφασης. Χωρίς ποτέ να την ρωτήσουν! Χωρίς να υπολογίσουν τη γνώμη της! Σίγουρα αυτό της έδινε μια βαρύτητα, μια αναγνώριση στα μάτια τους. Να είναι εκείνη που θα έχει τον τελευταίο λόγο. Όμως αυτό δεν ήταν και μια μεταφορά της ευθύνης από πάνω τους; Ένα όμορφο πρόσχημα; Πόσο ανέξοδα θα έρχονταν μετά ή ο ένας ή ο άλλος και θα την ενοχοποιούσαν ως υπαίτιο. Και θα ξεσπούσαν πάνω της την οργή τους. Γιατί οι άνθρωποι εύκολα φορτώνουν τις δικές τους ευθύνες στις πλάτες των άλλων. Γιατί ποτέ δεν συλλογίζονται ότι κάθε γεγονός δεν έρχεται απότομα στη ζωή αλλά έχει τη δική του προϊστορία και αιτία. Και για αυτήν την αιτία αδιαφορούν. Λες και ήταν απόντες στην διαμόρφωσή της.

Περπάτησε έξω ανάμεσα στα λουλούδια. Ρούφηξε το άρωμά τους. Ένιωσε τη ζωή της άνοιξης στα φύλλα τους. Σε όλη την πόλη ακούγονταν η λέξη “πόλεμος”! Με ότι αυτό την συνοδεύει. Με κατάρες μανάδων, με θρήνους γυναικών, με κλάματα παιδιών. Μαζί με περηφάνεια, με αξίες, με σκέψεις για το δίκιο. Εκείνη λοιπόν θα τα λουζόταν όλα τούτα; Στο βάρος της καρδιάς και στα ταξίδια της ψυχής της θα φορτώνονταν τα αναθέματα, οι πόνοι και τα δράματα τόσων και τόσων ανθρώπων. Γιατί αυτό; Γιατί το φόρτωμα της ευθύνης σε εκείνη; Τι θα μοιραζόταν εκείνη για τον πόλεμο των άλλων, για τα φουσκωμένα μυαλά των ανδρών, που ζούσαν με τη μέθη της εξουσίας, με τον παραλογισμό της βίας και του αίματος.

Το μυαλό της πήγε πολλά χρόνια πίσω. Στα χρόνια της νιότης της. Εδώ στο Άργος. Είδε με τα μάτια της μνήμης τον εαυτό της νεαρή κοπέλα, μονάκριβη κόρη την φώναζε ο αγαπημένος της πατέρας ο Ταλαός. Πολλές φορές συναγωνίζονταν με την μητέρα της την Λυσιμάχη στο ποιος θα την προσέξει πιο πολύ. Τους θυμάται να χαριεντίζονται μπροστά της και να συναγωνίζονται για τη δύναμη της αγάπης τους. Μονάκριβη κόρη ανάμεσα σε πέντε γιούς! Τα αδέλφια της. Ο Άδραστος, ο πρώτος τους, ο Αριστόμαχος, ο Μηκιστέας, ο Παρθενοππαίος και ο Πρώνακτας ο μικρότερος. Ένα ευτυχισμένο βουερό μελίσσι το σπιτικό τους. Όμορφα χρόνια ξέγνοιαστα.

Ώσπου ήρθε η έριδα και το μίσος. Συγκρούσεις, ταραχές, δολοπλοκίες. Όλα για την εξουσία. Για το θρόνο του Άργους. Και τότε ήρθε εκείνος! Ναι! Με τη βία του, μπήκε σαν καταιγίδα ανάμεσά τους, λες και οι Θεοί του κάτω κόσμου τον έστειλαν να αλλάξει τα πάντα. Και κουβάλησε μαζί του το θάνατο! Ο Αμφιάραος! Αμφισβήτησε ωμά την εξουσία του πατέρα της στην πόλη. Άρχισαν οι συγκρούσεις, οι αναταραχές. Μα δεν σταμάτησε εκεί. Στο τέλος τον σκότωσε! Θυμάται ακόμα το ωχρό πρόσωπο του αγαπημένου της πατέρα, με την παγωνιά του θανάτου. Το άγγιγμα των χεριών της στο μέτωπό του την ώρα που εναπόθετε εκεί τα ασημένια νομίσματα για το μεγάλο βαρκάρη. Στον ύστατο χαιρετισμό της! Ο Αμφιάραος έγινε βασιλιάς! Και δεν έμεινε εκεί μα ξερίζωσε την οικογένειά της στην Σικυώνα. Ακόμα θυμάται τις μέρες της φυγής. Διωγμένη απ τη γη της. Ένας πρόσφυγας σκλαβωμένος στις αποφάσεις άλλων, ξένων, ισχυρών. Τι έμεινε στη ζωή της από εκείνη την ευτυχία; Τι έφταιξε ο πατέρας της; Εκείνη σε ποιο βωμό πλήρωσε και κατέθεσε βορά τα δικά της όνειρα;

Η σκέψη της πάγωσε! “Διωγμένη απ τη γη της” σκέφτηκε λίγο δυνατά. Μα μήπως διωγμένος απ τη γη του, απ το σπιτικό του, δεν είναι και ο Πολυνείκης; σκέφτηκε. Μήπως ο ίδιος ο αδελφός του δεν σφετερίστηκε το δίκιο του και τον έστειλε εξόριστο σε άγνωστα μέρη να ζει; Μήπως και αυτός δεν αποχωρίστηκε βίαια απ τη μάνα του, τον πατέρα και τις αδελφές του; Ω Δία τι παιχνίδια παίζεις με τις Μοίρες σου! Πόσο ίδιες είναι οι ιστορίες μας με αυτήν του Πολυνείκη! Λες και επαναλαμβάνονται με άλλα πρόσωπα σε άλλα μέρη αλλά με τα ίδια θύματα.

Το βλέμμα της ταξίδεψε πέρα στον μακρινό ορίζοντα. Στον όγκο του Αραχναίου πέρα απ’ τον Ίναχο. Οι μνήμες την ταξίδεψαν πάλι πίσω. Νεαρή κοπέλα τότε, παρθένα όμορφη, ζηλευτή. Εκείνος βρήκε ξανά τον αδελφό της. Θες οι ενοχές, θες η μεταμέλεια, θες οι Ερινύες, τον έκαναν να πετάξει το πέπλο της βίας και να ντυθεί την σύμπνοια, τη συμφωνία και την ομόνοια. Κάλεσε τον αδελφό της τον Άδραστο στο Άργος να κουβεντιάσουν, να δώσουν τέλος στον κύκλο του αίματος που είχε ανοίξει ο θάνατος του πατέρα της. Και τότε δεν την ρώτησαν για τίποτα. Μόνο μια μέρα ήρθε ο αδελφός της περήφανος και της ανήγγειλε ότι γυρίζουν στο Άργος, στη γη τους, στο σπίτι τους. Εκείνος σαν βασιλιάς! Και εκείνη…. Ω εκείνη… νύφη! Σύζυγος του Αμφιάραου! Έτσι της είπαν συμφώνησαν μεταξύ τους… μεταξύ τους, σκέφτηκε. Για να γίνουν σπονδές στην συμφωνία μεταξύ του παλιού και νέου βασιλιά και να κλείσει η αμάχη ανάμεσά τους. Οι δύο οικογένειες έπρεπε να ενωθούν πάλι με δεσμά γάμου. Και η ίδια, ένα απλό τεκμήριο. Κάτι σαν ένα δώρο στο τραπέζι της συμφωνίας. Ένα αντικείμενο.

Η γνώμη της! Ω η γνώμη της… ποιος θα λογάριαζε τη γνώμη μιας νεαρής παρθένας σε τέτοιες αποφάσεις. Μια γυναίκας! Έτσι χτίζονταν τότε ο κόσμος και τα βασίλεια. Με αμοιβαίες σπονδές για να κλείσουν τα σημάδια του αίματος. Λες και θα μπορούσε ποτέ να ξεθωριάσει το σημάδι, λες και εκείνα τα παγωμένα μάτια θα μπορούσαν να ανοίξουν ξανά. Άραγε, σκέφτηκε, τα δικά της σημάδια στην ψυχή της έκλεισαν ποτέ; Η εικόνα του πατέρα της ξεθώριασε απ την καρδιά της; τρόμαξε μ’ αυτή τη σκέψη. Λογίστηκε τα χρόνια που ήταν ομόκλινη με τον Αμφιάραο. Έγινε γυναίκα του. Μάνα των παιδιών τους. Δέχτηκε τα χάδια του, τον έρωτά του. Τον σεβάστηκε, τον τίμησε όπως έπρεπε σε μια γυναίκα. Όπως αλήθεια έκανε και εκείνος. Και να που την όρισαν να διαιτητεύει τις διαφωνίες τους. Άραγε τότε που το αποφάσισαν τους περνούσε ποτέ απ το νου πως θα έφτανε η στιγμή να την ορίσουν να πάρει μια τέτοια απόφαση που θα ορίσει τις ζωές τους; Που οι Μοίρες θα αντιστρέψουν τη δύναμη για να περάσει αυτή τώρα στα δικά της τα χέρια;


Αγωνία και εκνευρισμός

Η αγωνία και ο εκνευρισμός στο παλάτι του Άργους είχε φτάσει στην κορύφωσή του. Ο Άδραστος με τους δύο γαμπρούς του προσπαθούσε να προσμετρήσει την κατάσταση. Και οι τρεις τους ήταν σε αναμμένα κάρβουνα. Ο Πολυνείκης με τον Τυδέα βημάτιζαν πάνω κάτω προσπαθώντας να ελέγξουν τον εκνευρισμό τους. Κάποια στιγμή ο Τυδέας ξέσπασε:

“Αργούμε βασιλιά μου! Ο χρόνος περνά. Κάθε μέρα που κυλά είναι και μια ευκαιρία στον Ετεοκλή να ετοιμάσει την άμυνά του στη Θήβα. Και εμείς έχουμε μπροστά μας ένα ολάκερο ταξίδι να διαβούμε”

“Έχεις μιλήσει με την Εριφύλη Άδραστε;” τον ρώτησε και ο Πολυνείκης.

“Όχι, από την τελευταία φορά που πήγα σπίτι τους δεν έχω καμιά ειδοποίηση” απάντησε εκείνος.

“Πρέπει να κάνουμε κάτι με την αδελφή σου. Εν ανάγκη να της μιλήσουμε, να της εξηγήσουμε, να πούμε και εμείς τις απόψεις μας τελικά μιας και θα αποφασίσει εκείνη στην διχογνωμία σας” είπε έντονα ο Τυδέας.

“Δεν είναι και το ευκολότερο πράγμα αυτό που ζητάς παιδί μου” απάντησε ο Άδραστος, “πως θα γίνει αυτό;”

Εκείνη τη στιγμή πετάχτηκε ο Πολυνείκης αποφασιστικά.

“Με την Εριφύλη πρέπει να μιλήσω εγώ! Εγώ είμαι ο ...υπαίτιος αυτής της ιστορίας και εγώ οφείλω να της εξηγήσω γιατί καίγομαι για αυτήν την υπόθεση. Κανείς άλλος δεν θα μπορέσει να την πείσει”

“Τι έχεις στο μυαλό σου;” ρώτησε ο Άδραστος, “μπορώ να βοηθήσω;”

“Το μόνο που θέλω από σένα είναι να την καλέσεις εδώ. Είναι αδελφή σου. Εγώ σπίτι μου δεν μπορώ να το κάνω, έξω κάπου ρισκάρουμε επικίνδυνα. Ενώ εδώ νομιμοποιούμαστε για μια τέτοια συνάντηση”

Ο Άδραστος συμφώνησε.

“Θα φροντίσω να στείλω αγγελιοφόρο στο σπίτι της” σχολίασε, “δεν ξέρω όμως πως μπορεί να το εκλάβει ο άντρας της ο Αμφιάραος…”

“Μα τον Δία, δεν έχουμε δικαίωμα να μιλήσουμε στον άνθρωπο που θα αποφασίσει;” είπε εκνευρισμένος ο Τυδέας.

“Αφήστε με, θα το χειριστώ όπως μπορώ πιο προσεκτικά” απάντησε ο βασιλιάς.


Η πρόσκληση έφτασε στο στόμα της Εριφύλης από την στενή της υπηρέτρια. Ο αγγελιοφόρος του αδελφού της είχε αφήσει μήνυμα ότι την περίμενε άμεσα στο παλάτι για να μιλήσουν. Ήξερε ότι κάποια στιγμή άμεσα θα έφτανε η ώρα για μια τέτοια κουβέντα. Ήταν αδύνατον να την αποφύγει. Συνεννοήθηκε λοιπόν με δύο από τις υπηρέτριες της αύριο πρωί να έφευγαν για την αγορά. Αυτές τις ώρες ήταν μόνη πάντα στο σπίτι. Αυτή ήταν η, προς τα έξω, ανακοίνωση. Στην πραγματικότητα ο προορισμός ήταν το παλάτι του αδελφού της. Η καρδιά της άρχισε και σε εκείνη να χτυπάει δυνατά και άναρχα.


Μπροστά σε ένα περιδέραιο

Η Εριφύλη, αφού πέρασε από την αγορά, με την συνοδεία των υπηρετριών της, στο τέλος το αμάξι τους ανηφόρισε προς το παλάτι. Άφησε τις γυναίκες να την περιμένουν σε κάποια άλλα δώματα και προχώρησε στο εσωτερικό του. Στην κεντρική αίθουσα την περίμενε μία έκπληξη. Δεν ήταν μόνο ο Άδραστος παρών αλλά και ο Πολυνείκης. Για μια στιγμή ξαφνιάστηκε αλλά δεν είχε άλλη επιλογή καθώς η ζεστή υποδοχή του αδελφού της έσπασε λίγο την αμηχανία των στιγμών. Ο χρόνος πίεζε τόσο ώστε τα προσχήματα να πάνε γρήγορα στην άκρη της συζήτησης.

“Αδελφή μου! Οι ώρες είναι κρίσιμες για μας μπροστά στην τελική σου κρίση…”

Ο Πολυνείκης διέκοψε ήρεμα το βασιλιά.

“Εριφύλη ας είμαστε ειλικρινείς! Εγώ ζήτησα να σου μιλήσω. Το ζήτησα από το βασιλιά σαν χάρη να έρθεις εδώ, σε μένα θα ήταν δύσκολο….”

Κοιτούσε και τους δύο με προσοχή. Ο Άδραστος αποχώρησε διακριτικά από την αίθουσα. Έμειναν μόνοι τους. Ο Πολυνείκης έκανε το επόμενο βήμα.

“Ας μιλήσουμε ειλικρινά χωρίς να κρύψουμε τίποτα…”

“Για σας είναι εύκολο, για μια γυναίκα όμως όχι. Βλέπετε συνήθως ο ρόλος, που μας προορίζετε είναι αυτός της σιωπής και της τυφλής υποταγής…” τού είπε.

“Ναι αλλά τώρα δεν είναι έτσι, κρατάς στα χέρια σου μιαν απόφαση…”

Χαμογέλασε πικρά χωρίς να απαντήσει. Εκείνος συνέχισε.

“Άκου Εριφύλη, ξέρω αρκετά πράγματα για σένα…”

Τον κοίταξε στα μάτια, “Ο Άδραστος μου τα μετέφερε… για σας, την οικογένειά σας….”. Δεν του μίλησε, εκείνος συνέχισε:

“Όμως αυτό που δεν ξέρω είναι τι γνωρίζεις εσύ για μένα!”

“Έχει σημασία;” τον ρώτησε.

“Ναι. Και μάλιστα μεγάλη. Εδώ και καιρό μαθαίνεις για έναν άνθρωπο ο οποίος φαίνεται να θέλει ή να επιθυμεί έναν πόλεμο σε ξένο τόπο. Και απειλεί να σύρει σε αυτόν και άλλες τρίτες πόλεις και ανθρώπους. Ίσως αυτήν την εικόνα διαμορφώνεις μέσα στο μυαλό σου για μένα. Βρίσκεσαι στο μέσο μιας επιλογής από την οποία δεν μπορείς να κάνεις πίσω….”

“Επιλογή δύο αντρών να με βάλουν ανάμεσά τους…”

“Ναι γιατί για αυτούς είσαι κάτι σημαντικό…”

“Ας αφήσουμε αυτήν την κουβέντα Πολυνείκη καλύτερα, παρουσιάζετε την πραγματικότητα όπως ταιριάζει στα συμφέροντά σας, σε ακούω”

“Πριν κάνεις την επιλογή σου θα ήθελα να ακούσεις από τον ίδιο τον άνθρωπο, που θέλει όσο κανείς την επιστροφή στην πατρίδα και το σπιτικό του. Την ιστορία του πατέρα μου του τραγικού Οιδίποδα την γνωρίζεις θαρρώ…”

Έγνεψε θετικά. Εκείνος πήρε θάρρος και προχώρησε:

“Η κατάρα των Θεών έπεσε πάνω μας τρομερή, ανίκητη. Στον ίδιο, στη γυναίκα και αλίμονο μητέρα του και στα παιδιά του. Και για να προλάβουμε τις καινούργιες συμφορές είπαμε οι δυο γιοί του να αποχωριστούμε για να βαστάξουμε μακριά την έριδα και την καινούργια κατάρα των λόγων του. Έτσι έφυγα για πρώτη φορά απ το σπίτι μου αφήνοντας τον αδελφό μου βασιλιά όπως συμφωνήσαμε. Και γυρίζοντας πάνω στο τέλος του χρόνου να αναλάβω το θρόνο αντιμετώπισα τη χλεύη, την προσβολή, το άνομο και το άδικο. Έπρεπε για δεύτερη φορά να φύγω απ τη γη μου, να απαρνηθώ τους γονείς μου και να μείνω για πάντα ξένος μακριά απ τη Θήβα. Το να διεκδικήσει κανείς το δίκιο του πως το κρίνεις Εριφύλη;”

Τον άκουγε προσεκτικά και η θέρμη των λόγων του άρχισε μέσα της να ασκεί τη δική της επιρροή. Να της ξυπνά τα δικά της δίκια.

“Πως λες τον άνθρωπο που θέλει να δώσει μια ευκαιρία στην ειρήνη, στη συμφωνία αλλά το ίδιο του το αίμα να την απαρνείται. Τι με καλείς να κάνω Εριφύλη; Κάποτε με τον αδελφό σου φύγατε από το σπίτι σας φυγάδες για την Σικυώνα. Με τον πατέρα σου πίσω σου νεκρό. Πες μου πως ένιωθες εκεί; Ποια ήταν τα αισθήματά σου; Ποια φωτιά φώλιαζε μέσα στην ψυχή σου; Πες μου πως δεν ήθελες να γυρίσεις; Να διεκδικήσεις το δίκιο σας; Τι είναι λοιπόν το παράλογο που ζητώ; Και δες γύρω. Ολάκερες πόλεις με τους άρχοντές τους συμμερίστηκαν τους λόγους αυτής της εκστρατείας. Ποιο το όφελός τους παρά μονάχα το δίκιο; Λες να φτάσω στο σημείο να κουρσέψω τη γη που θέλω να γυρίσω; Και να δώσω το πλιάτσικο στην αντάρα του πολέμου;”

“Είναι αδελφός σου το λησμόνησες;”

“Όχι! Το αντίθετο! Πόσες φορές τον παρακάλεσα να βρούμε τη λύση που συμφωνήσαμε. Και θα το κάνω μία ακόμα φορά εκεί”

“Με τα δόρατα και τα βέλη έξω απ τα τείχη της πατρίδας σου;”

“Οδήγησέ με τι να κάνω; Σαν βρίσκεσαι μπροστά στο άδικο, τι δρόμος σου μένει παρά να διεκδικήσεις το δίκιο σου;”

“Με το σπαθί;”

“Ναι! Γιατί είναι έντιμο. Να σταθείς να πολεμήσεις για κάτι που τιμούν Θεοί και άνθρωποι”

“Ο άντρας μου μιλάει για καταστροφή Πολυνείκη! Και ο Αμφιάραος δεν είναι κάποιος τυχαίος. Ξέρετε όλοι τις ικανότητές του”

“Αν είναι θέλημα των Θεών να χαθούμε τότε ας γίνει Εριφύλη! Θα είναι δικό τους μέλημα κι απόφαση και όχι των επίορκων”

“Πόσο εύκολα το ξεστομίζεις! Θα πάρεις κι άλλους στο λαιμό σου γιε του Οιδίποδα….”

“Δεν έρχονται μαζί μου με το ζόρι Εριφύλη! Δική τους είναι επιλογή. Δική μου ήταν η υπόθεση. Θα γύριζα στη Θήβα ακόμα και ολομόναχος. Αν όχι για μένα για το γιό μου. Όμως οι ίδιοι με ακολουθούν και μένα και τον αδελφό σου”


Δεν είχε κάτι άλλο να του πει εκείνη τη στιγμή. Εκείνος πήγε προς το τραπέζι πιο πέρα. Πήρε στα χέρια του ένα κουτί και γύρισε προς το μέρος της. Τον είδε να την πλησιάζει και ξαφνιάστηκε. Την κοίταξε στα μάτια και της είπε με πάθος.

“Άκου κόρη του Ταλαού, αυτή μπορεί να είναι η τελευταία φορά που θα συναντηθούμε. Εγώ, έτσι κι αλλιώς το έχω αποφασίσει να γυρίσω στην πατρίδα μου διεκδικώντας τη γη μου ανεξάρτητα από την όποια σου απόφαση. Αν πεις όχι θα εκστρατεύσω μόνος μου. Ίσως να μην τα καταφέρω και το κουφάρι μου να πέσει μπροστά στα τείχη της πόλης. Όμως θέλω από μένα να έχεις κάτι!…”

“Τι κάνεις εκεί; Τι είναι αυτό;” του είπε ξαφνιασμένη κάνοντας βήματα προς τα πίσω.

Πήγε πιο κοντά της.

“Αυτό εδώ είναι ότι πιο πολύτιμο έχω από τη γενιά μου. Από τη γενιά του μεγάλου Κάδμου, του ιδρυτή της Θήβας, της πατρίδας μου….”

Άνοιξε το κουτί μπροστά στα έκθαμβα μάτια της. Στα χέρια του κράτησε το θρυλικό περιδέραιο της Αρμονίας. Το φως του και η λάμψη του προκάλεσαν σοκ στην Εριφύλη.

“Για όνομα των Θεών Πολυνείκη! Τι πάς να κάνεις εκει;” φώναξε σοκαρισμένη, ταραγμένη.

“Είναι το νυφικό περιδέραιο της Αρμονίας, της κόρης του Άρη και της Αφροδίτης, της γυναίκας του Κάδμου. Φτιαγμένο με το ίδιο το χέρι του Ηφαίστου. Το κουβαλώ χρόνια για να με δένει με τις αναμνήσεις. Στο αφήνω σαν ταπεινή προσφορά να με θυμάσαι. Τα δικά σου χέρια και η δική σου ιστορία εγγυώνται για αυτό. Σε παρακαλώ να το δεχτείς. Είναι μια σπονδή για μένα”

Έμεινε εκστασιασμένη να κοιτά το περιδέραιο με τη λάμψη του. Ο Πολυνείκης το έβαλε πίσω στο κουτί και το έδωσε στα χέρια της. Ένιωθε σαν μην ήταν παρούσα σε όλο αυτό.

“Δεν ξέρω…” ψέλλισε, “με δωροδοκείς! Είναι ντροπή γιε του Οιδίποδα! Τα λόγια του άντρα μου βγαίνουν αληθινά! Γιατί;”

“Όχι!” φώναξε εκείνος, “σου αφήνω στα χέρια σου κάτι δικό μου απ τη γη μου και τη γενιά μου πολύτιμο για να μας θυμάσαι, δεν με νοιάζει αλήθεια τι θα αποφασίσεις, για μένα η στράτα μου είναι χαραγμένη βαθιά στη γη”


Κράτησε το κουτί στα χέρια της. Εμφανώς συγκινημένη. Έδειχνε να κρατά μεγάλο βάρος. Την ίδια στιγμή στην αίθουσα μπήκε ο Άδραστος. Τους είδε έτσι αντικριστά, έμεινε σιωπηρός. Την αμέσως επόμενη στιγμή είπε στην αδελφή του.

“Συμβαίνει κάτι Εριφύλη; Νιώθεις καλά;”

Εκείνη τον κοίταξε στα μάτια, ύστερα τον Πολυνείκη. Ένιωσε το φως από το περιδέραιο να ξεχειλίζει έξω από το ξύλινο κουτί. Να απλώνεται στο κορμί της σαν ένα παράξενο χάδι, να παίρνει σχήματα και οπτασίες, να γίνεται όνειρα σαν εκείνα τα παιδικά της, να φανερώνει στα βάθη του τη μορφή του πατέρα της, τα μάτια του, τα παγωμένα χέρια του. Ύστερα να την καίει. Μετά, ακούστηκε στο δώμα η φωνή της. Βγήκε απ’ τα χείλη της καθοριστική ηρεμία. Με ένα βλέμμα παράξενο λες κι’ αυτό ερχόταν από άλλους κόσμους μακρινούς. Κοίταξε ίσια στα μάτια τον αδελφό και βασιλά. Εκείνος ανατρίχιασε με εκείνο το βλέμμα.

“Βασιλιά Άδραστε, μπορείς να αναγγείλεις την απόφαση. Η εκστρατεία στη Θήβα θα γίνει. Ζητώ να μετρήσετε την ειρήνη ακόμα και την ύστατη στιγμή έξω απ τα τείχη. Για αυτό μού δίνει το λόγο του μπροστά στους Θεούς ο γιος του Οιδίποδα, ο Πολυνείκης”

Κοιτάχτηκαν αναμεταξύ τους χωρίς να πουν λέξη. Ο Πολυνείκης έδειχνε να συγκινείται. Δάκρυα ανάβλυσαν στα μάτια του. Την κοίταξε με ένα βλέμμα ευγνωμοσύνης και ο αδελφός της με ανακούφιση. Γύρισε προς την έξοδο. Με γοργά αποφασιστικά βήματα βγήκε από την αίθουσα και κατέβηκε για να πάρει το δρόμο του γυρισμού. Ήξερε ότι αυτό που την περίμενε δεν θα ήταν καθόλου εύκολο.

1Ο Φύξιος Δίας βοηθούσε τους ευσεβείς να γλιτώνουν από τους κινδύνους και τις κάθε λογής συμφορές.

2Υπερμήστρα, κόρη του Θέστιου και της Ευρυθέμιδας, μία από τις Θεστιάδες. Από το γάμο της με τον Οικλή γεννήθηκε ο Αμφιάραος.


(Συνεχίζεται...)

Ετυμολογία ονομάτων:

  • Αμφίλοχος: "Αμφί" + "λόχος"=πλήθος. Αυτός που περιβάλλεται από πλήθος
  • Ευρυδίκη: "Ευρύς" + "δίκη" Αυτή που είναι πολύ δίκαιη



Σάββατο 3 Σεπτεμβρίου 2022

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 17η δημοσίευση

   "Τα δώρα της Αρμονίας"


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7










Στην προηγούμενη ανάρτηση, είδαμε τον Τυδέα, ως πρεσβευτή στη Θήβα. Μετά την αποτυχημένη του συνάντηση με τον Ετεοκλή αποχωρεί παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής. Η Ιοκάστη έχει μια συνάντηση με το γιο της και βασιλιά, Ετεοκλή, στην οποία, για μια ακόμα φορά, εισπράττει τη  σκληρότητα και την εμμονή του στις αποφάσεις του. Η ίδια ενημερώνεται ότι ο δεύτερος γιος της ετοιμάζει εκστρατεία στη Θήβα, γεγονός που τη βουλιάζει ακόμα περισσότερο στην απελπισία και τον προβληματισμό. Τις εξελίξεις και τους φόβους της, μοιράζεται με τις δύο κόρες της.
Στο μεταξύ, ο Τυδέας πέφτει σε φονική ενέδρα, που του έχει στήσει ο Ετεοκλής λίγο πριν διαβεί τον Ασωπό ποταμό. Εκεί για μια ακόμα φορά, με την παρέμβαση της Θεάς Αθηνάς, γλιτώνει τον αιφνιδιασμό και αφανίζει τους δόλιους επιδρομείς.
Ο Τυδέας φτάνει πληγωμένος αλλά σώος στα χέρια των δύο συντρόφων του, που τον περιμένουν έξω από τις Πλαταιές για να τον παραλάβουν και να επιστρέψουν στο Άργος.


Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Ακολουθεί το μουσικό επικό θέμα, που επέλεξε σήμερα η αγαπημένη μας φίλη και θα συνοδεύσει, όπως πάντα, με τον πλέον αρμονικό τρόπο την ανάγνωσή μας.



17η Ανάρτηση


2-11  Ετοιμασίες μετά την επιστροφή

 Η Υποδοχή για τον Τυδέα και τους συντρόφους του, πίσω στο Άργος ήταν γεμάτη συγκίνηση και αγωνία για πολλούς και διαφορετικούς λόγους. Πρώτα-πρώτα για τους δικούς τους ανθρώπους στις οικογένειες τους. Η Δηιπύλη με το γιο της τον Διομήδη δέχτηκαν πίσω τον άντρα και πατέρα με αίσθημα λύτρωσης. Όταν μάλιστα είδαν στο σώμα του τα σημάδια από τα τραύματά του κατάλαβαν καλά από ποιους κινδύνους διάβηκε ο αγαπημένος τους. 

 Ο Άδραστος δέχτηκε με αίσθημα ανακούφισης την επιστροφή του γαμπρού του όπως επίσης και ο Πολυνείκης. Ιδιαίτερα αυτός είχε πάρα πολλούς ακόμα λόγους να περιμένει με αγωνία την επιστροφή τους. Το βάρος της ευθύνης ήταν πολύ μεγάλο. Ένιωθε να είχε στείλει έναν δικό του άνθρωπο στο «στόμα του λύκου». Όταν μπόρεσαν να συναντηθούν οι τρεις τους, ο Πολυνείκης κρεμάστηκε στην κυριολεξία από το στόμα του για να μάθει τυχόν νέα για τη μάνα του, τον πατέρα και τις αδελφές του. Δυστυχώς ο Τυδέας δεν είχε για αυτό να του μεταφέρει καμία πληροφορία. Μόνο για την περισσή αλαζονεία του αδελφού του Ετεοκλή, το θράσος και την ατιμία του είχε να τον ενημερώσει καθώς τούς εξιστορούσε αναλυτικά τα γενόμενα τόσο στην συνάντηση μαζί του όσο και όσα έγιναν στην δολερή ενέδρα που τού έστησαν για να τον αφανίσουν, παραβαίνοντας κάθε έννοια τιμής και κανόνων.

Πολυνείκης και Αργεία

 Ο Πολυνείκης μπήκε στο σπίτι του βαρύθυμος και προβληματισμένος. Στη σκέψη του ήταν όλα αυτά που άκουσε και συζήτησε με τον Τυδέα αμέσως μετά την επιστροφή του. Το μυαλό του πέταξε για λίγο πέρα μακριά. Εκεί στη Θήβα. Στην εφτάπυλη πόλη που γεννήθηκε και μεγάλωσε. Αν και είχαν περάσει κοντά δέκα χρόνια από τότε που άφησε πίσω του τις Ήλεκτρες πύλες, όλα στην νοσταλγία του έμοιαζαν οικεία και γνωστά. Με τα μάτια της ψυχής του έβλεπε εκεί δεξιά αμέσως μετά τα τείχη τον Ισμήνιο λόφο, αφιερωμένο στο Απόλλωνα που είχε και αυτός το ίδιο όνομα από τον Ισμηνό ποταμό. Πόσα και πόσα όμορφα παιχνίδια έκανε εκεί στις όχθες του ποταμού στα παιδικά του χρόνια. Τρέχανε με τον αδελφό του τον Ετεοκλή ανάμεσα στα πυκνά φυλλώματα των δέντρων. Κρύβονταν ο ένας από τον άλλον. Παράβγαιναν στο τρέξιμο ποιος θα είναι  πρώτος μέχρι την ιερή κρήνη του Άρη πάνω από το λόφο. Εκεί που καιροφυλακτούσε κάποτε ο φοβερός δράκοντας του θεού του πολέμου.

 Ο νους του έτρεχε ως εκεί στο μεγάλο βωμό και το άγαλμα της Όγκας Αθηνάς, αυτό που ο πρόγονός τους ο Κάδμος αφιέρωσε στη Θεά σαν έφτασε στη Θηβαϊκή γη ακολουθώντας την ιερή αγελάδα. Θυμήθηκε πόσες φορές ανέβηκε με τον αδελφό του ψηλά στην ακρόπολη εκεί που ήταν κάποτε το σπίτι του Κάδμου και της Αρμονίας στα πανάρχαια εκείνα χρόνια.  Ο πατέρας τους σαν ήταν έφηβοι, τούς έδειχνε τα ξύλινα ξόανα της Αφροδίτης, που φτιάχτηκαν από τα ακροστόλια των καραβιών του Κάδμου. Οι αναμνήσεις τον έφεραν τότε να αντικρίζει τα τρία αυτά δημιουργήματα. Την Ουρανία, την Πάνδημη και την Αποστροφία. Ονομασίες που η Αρμονία είχε δώσει στην Αφροδίτη.[1]

 Πόσο είχαν όμως αλλάξει τώρα όλα αυτά. Τίποτα δεν θύμιζε εκείνες τις όμορφες παιδικές και νεανικές μέρες. Τώρα,  μάθαινε από τον Τυδέα, ότι ο αδελφός του ο Ετεοκλής τον μισούσε θανάσιμα και δεν ήθελε να ακούσει λέξη για αυτόν! Το ίδιο αίμα που έτρεχε στις φλέβες τους δεν ήταν αρκετό να μετριάσει την αποστροφή του και την εμμονή του να μην δεχτεί και τα δικά του δικαιώματα.

 “Τι έχεις άντρα μου;” τον ρώτησε η Αργεία καθώς τον υποδέχτηκε στο σπιτικό τους. Έτρεξε κοντά του γεμάτη αγωνία. Πίσω της, σχεδόν αμέσως, μπήκε και πηγε κοντά του ο νεαρός Θέρσανδρος, το παιδί τους. Τράβηξε το γιο τους στην αγκαλιά του στοργικά και τον άφησε μαλακά στη συνέχεια για να κάτσει αντίκρυ στη γυναίκα του που προσδοκούσε να μάθει νέα.

“Τι νέα μάς έφερε ο Τυδέας από την πατρίδα σου!” τον ρώτησε καρτερώντας απάντηση.

Ο Πολυνείκης άφησε το νεαρό γιο τους να βγει από το δωμάτιο, έβαλε λίγο νερό στο ποτήρι του από το κεραμικό αγγείο στο τραπέζι για να ελαφρύνει τη δίψα του και μίλησε:

“Δυστυχώς αυτό που δεν θέλαμε απ την αρχή να πιστέψουμε Αργεία!”

“Δηλαδή, τι είπε;” τον ρώτησε εκείνη.

“Ο αδελφός μου ούτε καν δέχεται να συζητήσει την παλιά μας συμφωνία, μάλιστα έχει ορίσει και τα επόμενα στη Θήβα για τη διαδοχή του…”

“Δεν είναι δυνατόν…” ψέλλισε εκείνη.

“Κι όμως… είναι! Θα έπρεπε να το περιμένουμε. Δέκα ολάκερα χρόνια γιατί να τον αλλάξουν; Ίσα ίσα το αντίθετο”

“Και τι είπε στον Τυδέα;”

“Όταν εκείνος τον πίεσε για την εκστρατεία μας εκεί αν δεν δεχτεί απλά την ...σφράγισε στην κυριολεξία με τις πράξεις του…”

“Δηλαδή;” ρώτησε η γυναίκα του. Ήξερε την μαύρη απάντηση αλλά δεν ήθελε να το παραδεχτεί.

“Έφτασε στο σημείο να στήσει ενέδρα στον Τυδέα για να τον σκοτώσει…”

“Ως εκεί έφτασε λοιπόν;”

“Ως εκεί αλλά εκείνος γλίτωσε μέσα απ τα χέρια τους...με το χέρι της Παλλάδας”

 

Η Αργεία έκανε μερικά νευρικά βήματα στο δωμάτιο.

“Να μην τολμήσω λοιπόν να σε ρωτήσω για τη συνέχεια” είπε με τρεμάμενη φωνή.

Ο Πολυνείκης την κοίταξε με βλέμμα απολογητικό.

“Δεν μας μένει κάτι άλλο γυναίκα. Το βλέπεις, είναι αδιέξοδο. Με πετάει σαν σκουπίδι από τη γη των γονιών μου. Σαν να μην υπήρξα ποτέ για τη Θήβα. Σαν να μην πέρασα από εκεί. Σαν να μην μας γέννησε η ίδια μάνα…”

Η Αργεία έκλεισε τα μάτια της με τρόμο ακούγοντάς τον να μονολογεί.

“Δυστυχισμένη Ιοκάστη, μάνα μου. Αδελφές μου αγαπημένες. Να λοιπόν που ο αδελφός μου γίνεται η αιτία να σταθώ με τα όπλα απέναντί του”

“Θα το κάνετε λοιπόν;”

“Ναι Αργεία! Δεν θα του περάσει! Αρκετά τόσα χρόνια στην ντροπή και στο διωγμό. Δεν θα περάσω στη λήθη για να θρέψω την αρχομανία του! Ως εδώ. Είναι ώρα να αντιμετωπίσει τα αποτελέσματα των αποφάσεών του. Και να απολογηθεί για αυτά”

“Τι αποφασίσατε”

“Σύντομα θα συγκαλέσει ο Άδραστος πολεμικό συμβούλιο για τις λεπτομέρειες”

Προσπάθησε να πάρει μια βαθιά ανάσα για να βρει τη μιλιά της. Περπατούσε αργά μέσα στην αίθουσα. Απορροφημένη λες σε έναν δικό της κόσμο. Ένας κόμπος είχε ανέβει ήδη στο λαιμό της και έκλεινε την αναπνοή της.

“Πόλεμος λοιπόν… Ω Δία γαιοσείστη ύψιστε, γιατί πάντα τα πάθη των ανθρώπων να λύνονται με των σπαθιών τον νόμο; Γιατί με θάνατο και συμφορές; Η Νύχτα… με τη γενιά της! Τα παιδιά της. Την Αγάπη, την Απάτη, το Γήρας αλλά και την καταραμένη Έριδα με την ακατάβλητη ψυχή. Αυτή που κυριεύει το γένος των ανθρώπων και το οδηγεί στην αντάρα και στο κακό. Ω Νύχτα τα παιδιά σου! Οι Πόνοι, οι Συγκρούσεις, οι Μάχες, οι Σκοτωμοί, οι μαύρες Αντροφονίες και τα Μαλώματα, η Κακονομία αλλά και η Άτη! [2]. Έρχεται, για μια ακόμα φορά, να υποστούμε, εμείς οι θνητοί το βάρος σας”

Ο Πολυνείκης πήγε κοντά της στοργικά και τρυφερά.

“Αγαπημένη μου γυναίκα. Μερικές φορές οι Μοίρες στέκουν πάνω από εμάς. Και είναι και κάποιες αξίες και αρχές ζωής που δεν μπορούν να παραμεριστούν. Παρ’ όλα αυτά, σου δίνω τούτη την υπόσχεση. Ακόμα και εκεί! Με τα άρματα στα χέρια, έξω ή μέσα απ τα τείχη της πατρίδας μου, θα επιδιώξω να τον συναντήσω. Να τον δω, να του μιλήσω. Ακόμα και την ύστατη ώρα, πριν ξεκινήσει το μοιραίο, να τον συνετίσω, να του αλλάξω γνώμη. Στο ορκίζομαι στο όνομα της Ήρας, της Θεάς που το γάμο μας ευλόγησε”

Έγειρε στην αγκαλιά του αποκαμωμένη, στενοχωρημένη προσπαθώντας να συγκρατήσει τους λυγμούς της που απειλούσαν να ξεσπάσουν. Τα χέρια της τύλιξαν τις πλάτες του σφίγγοντάς τον.

“Είθε οι Θεοί να σε ακούσουν άντρα μου”

Την κράτησε στην αγκαλιά του. Τα δυνατά του χέρια χάιδεψαν τα όμορφα μαλλιά της. Ένιωσαν τη ζεστασιά της ανάσας της και τους χτύπους της καρδιάς της.



[1]     Το όνομα “Ουρανία” αφορούσε τον αγνό έρωτα, “Πάνδημη” για την ερωτική επαφή και “Αποστροφία” για να αποστρέψει τους ανθρώπους από ανόσιες επιθυμίες και έργα. Η αναφορά αυτή αναφέρεται στα “Βοιωτικά”, στο έργο του Παυσανία “Ελλάδος περιήγησις”

[2]     Αναφορά στο, κατά Ησίοδο, γένος της Νύχτας. Οι άνθρωποι έδιναν μορφή και θεϊκή ύπαρξη στα βιώματα αυτά. 

Συνάντηση για τρεις

 

“Άρχοντά μου ο βασιλιάς!” ανήγγειλε στον Αμφιάραο κάποιος από τους ανθρώπους του.

Εκείνος κοιτάχτηκε με την γυναίκα του την Εριφύλη. Έμειναν και οι δύο ξαφνιασμένοι στο κέντρου του μεγάλου δώματος του σπιτιού τους. Κάποια στιγμή ο Αμφιάραος αντέδρασε.

“Που είναι;” τον ρώτησε.

“Έρχεται εδώ!” του απάντησε.

Πριν προλάβει να ολοκληρώσει τη φράση του μπήκε από το αίθριο στο μεγάλο δώμα ο Άδραστος.

Έριξε μια ματιά γύρω του χαιρετώντας τους.

“Μπορείς να πηγαίνεις, μην μας ενοχλήσει κανένας” είπε στον άνθρωπό του ο Αμφιάραος και εκείνος έφυγε με υπόκλιση από το χώρο κλείνοντας τη μεγάλη ξύλινη πόρτα της εισόδου.

“Ελπίζω να μην ενοχλεί η παρουσία μου αλλά θεώρησα την επίσκεψή μου απόλυτα αναγκαία” είπε ο Άδραστος πλησιάζοντας στο εσωτερικό, “θέλω να μιλήσουμε”

“Εριφύλη άφησέ μας μόνους” πρόσταξε τη γυναίκα του ο Αμφιάραος.

“Εριφύλη δεν έχεις να πας πουθενά. Εδώ θα μείνεις!” ακούστηκε κατηγορηματική η παρέμβαση του βασιλιά ξαφνιάζοντας τον Αμφιάραο.

“Τι συμβαίνει Άδραστε; Τι σημαίνει αυτό;” τον ρώτησε.

“Σημαίνει απλά ότι η γυναίκα σου και αδελφή μου έχει την κύρια θέση στην κουβέντα που θα κάνουμε!” του απάντησε.

Ο Αμφιάραος, στο βάθος του μυαλού του άρχισε να καταλαβαίνει πολύ καλά τι εννοούσε ο βασιλιάς. Όλα έδειχναν να επιταχύνονται, τα πιο επίφοβα όνειρά του έτρεχαν να τον προφτάσουν.

“Μπορείς να καθίσεις” του είπε.

“Δεν είναι ώρα για να καθίσω αλλά να συζητήσουμε και να πάρουμε αποφάσεις” τους είπε.

“Τι εννοείς αδελφέ μου;” μίλησε η Εριφύλη σπάζοντας τη σιωπή και το δικό της ξάφνιασμα.

“Εννοώ είμαστε μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα και οφείλουμε να δούμε τι θα κάνουμε”

“Για ποιο θέμα Άδραστε;” ρώτησε ο Αμφιάραος.

“Ξέρεις καλά για ποιο! Ο Τυδέας γύρισε από τη Θήβα με μια ενέδρα, που λίγο έλειψε να τον στείλει στον Άδη αλλά με πολλές πληγές στο κορμί του. Ο Ετεοκλής όχι μόνο συνετίζεται αλλά προσπάθησε να τον σκοτώσει”

“Αν είναι δυνατόν!” ακούστηκε εκείνη.

Ο Άδραστος συνέχισε:

“Όπως καταλαβαίνετε η απόφαση και συμπεριφορά του έναν δρόμο ανοίγουν. Φεύγουμε το συντομότερο για τη Θήβα. Έστειλα αγγελιοφόρους στους πολέμαρχους να μαζευτούν εδώ για συμβούλιο εκστρατείας”.

“Την άποψή μου την ξέρεις Άδραστε, δεν έγινε κάτι για να αλλάξει”

Ο βασιλιάς τον κοίταξε καλά και ήρεμα.

“Ενώνονται μαζί όλες οι μεγάλες ελληνικές πόλεις Αμφιάραε, δεν μπορείς να λείπεις από αυτές τις στιγμές”

“Η απόφασή μου είναι η ίδια και γνωρίζεις πολύ καλά το λόγο. Δεν λύνονται με την οργή και το πείσμα κάποια προβλήματα. Μήτε ο πόλεμος είναι το βοτάνι για όλα. Το αντίθετο μού φωνάζει η ψυχή μου”

 “Αμφιάραε ήρθε η ώρα να λύσουμε κάποια πράγματα οριστικά. Σήμερα εδώ! Πριν χρόνια πολλά ήσουνα βασιλιάς σε τούτη την πόλη. Οι έριδες, η διχόνοια και η νομή της εξουσίας έφεραν στο παλάτι τη σύγκρουση και το αίμα. Σκότωσες τον Ταλαό τον πατέρα μου και με εξόρισες στη Σικυώνα. Τη συνέχεια την γνωρίζουμε καλά. Με δική σου πρωτοβουλία με κάλεσες πίσω και, σοφά πράττοντας, συμφιλιωθήκαμε μεταξύ μας δύο οικογένειες. Εγώ σου έδωσα την αδελφή μου την Εριφύλη γυναίκα σου και εσύ το θρόνο του Άργους. Έτσι ενωθήκαμε στην ίδια πορεία ζωής. Και επειδή πληρώσαμε με αίμα την κατάρα της διχόνοιας και της έριδας είπαμε να την εξορκίσουμε για πάντα. Έτσι ορίστηκες εσύ Εριφύλη ανάμεσά μας να ορίζεις και να διαφεντεύεις τις όποιες διαφωνίες μας. Και δεν ορίστηκες τυχαία. Έγινε γιατί είσαι κομμάτι απ το τις ζωές και το αίμα μας. Για μένα είσαι αδελφή μου. Για τον Αμφιάραο είσαι γυναίκα και μάνα των παιδιών του. Εσύ λοιπόν ορίστηκες να κρίνεις τις διαφορές μας”

“Τι ζητάς από μένα αδελφέ μου;” ρώτησε εκείνη την ίδια στιγμή που ο άντρας της ήταν σιωπηρός.

“Είναι προφανές ότι έχουμε μπροστά μας μια μεγάλη απόφαση. Την εκστρατεία στη Θήβα. Και διαφωνούμε με τον άντρα σου. Άρα είναι σαφές! Θα κάνουμε αυτό που θα αποφασίσεις εσύ!” της είπε απόλυτα.

“Μήπως μπορείτε να βρείτε μια λύση στη διαφωνία σας;” ρώτησε ξανά εκείνη.

“Δεν θα συναινέσω ποτέ στον θάνατο και στην καταστροφή όλων μας!” έσπασε τη σιωπή του ο άντρας της.

“Οπότε Εριφύλη αντιλαμβάνεσαι ότι μέσα στις επόμενες μέρες περιμένουμε την απόφασή σου. Είσαι ελεύθερη να κρίνεις”

«Να κρίνω; Πως θα κρίνω; Πόσο απλά πετάς μια πρόταση, αδελφέ μου» αντέτεινε εκείνη προβληματισμένη.

«Έχεις την ικανότητα να κρίνεις, Εριφύλη. Γνωρίζεις όλες τις πτυχές αυτής της ιστορίας. Μπορείς να τα μετρήσεις όλα. Και να είσαι βέβαιη και εσύ και ο άντρας σου από εδώ ότι θα τιμήσουμε ότι κι αν αποφασίσεις»

 

Κανείς δεν μίλησε για λίγο. Μια αμήχανη σιωπή κυριάρχησε στο χώρο.

“Δεν έχω κάτι άλλο να πω, φεύγω. Έχω πολλά πράγματα να ρυθμίσω ως την μέρα της συνάντησης για να ανακοινωθεί η απόφασή”

“Στο καλό αδελφέ μου” τον συνόδεψε η Εριφύλη σε αντίθεση με τον Αμφιάραο που παρέμεινε σιωπηρός. Ο Άδραστος τον κοίταξε για λίγο και έφυγε. Έμειναν μόνοι τους στο μεγάλο δώμα. Με διαφορετικές σκέψεις ο καθένας. Πρώτος μίλησε ο Αμφιάραος:

“Ήρθε η στιγμή που φοβόμουν. Η στιγμή που σε προετοίμαζα καιρό τώρα. Αν θυμάσαι…”

“Τι θες να πεις;”

“Θέλω να πω ότι θα κάνουν το παν να σε πάρουν με το μέρος τους. Για αυτό εδώ και χρόνια σου έχω πει να προσέχεις. Να μην πάρεις τίποτα απ τα χέρια τους. Τον είδες; Από τη μία, καρτερά, λέει την απόφασή σου, απ’ την άλλη πάει να ετοιμαστεί για πόλεμο”

“Μα για ποια χέρια μιλάς, τι να πάρω;”

“Δεν ξέρω, με κάτι θα προσπαθήσουν να σε δελεάσουν Εριφύλη…”

Ένιωσε να ενοχλείται.

“Όταν δέχτηκες να είμαι, ανάμεσά σας, εκείνη που θα αποφασίζει τελικά, το ήθελες ναι ή όχι;

Την κοίταξε παράξενα.

“Ναι το ήθελα, γιατί με ρωτάς;”

“Αυτό σημαίνει ότι σεβόσουν την ύπαρξή μου, άντρα μου, ότι αναγνωρίζεις το δικαίωμα να έχω γνώμη και άποψη, ότι δέχεσαι τη διαμεσολάβησή μου”

“Εριφύλη μιλάμε για κάτι που δεν ξέρεις, δεν μπορείς να ξέρεις” της είπε με ένταση “Έχω το χάρισμα ή την κατάρα αν θες να βλέπω μπροστά, η μαντική είναι αυτό που με ακολουθεί. Και η διαφορά μας είναι ότι ξέρω το τέλος και ήδη τους έχω πει επανειλημμένα ποιο θα είναι αυτό”

“Γιατί είσαι τόσο απόλυτος Αμφιάραε; Πόσες φορές τα μηνύματα που μας στέλνουν οι Θεοί είναι διφορούμενα; Πόσες φορές έχουν διπλή ή αντίθετη ερμηνεία;”

Εκείνος ένιωσε τον κίνδυνο της κατάστασης και απάντησε νευρικά.

“Εριφύλη, μού ορκίστηκες στο όνομα των Θεών ότι δεν θα δεχτείς τίποτα από κάποιον άλλο, μην το ξεχνάς”

“Άντρα μου, για κάποιο λόγο που με στενοχωρεί, συνδέεις τυχούσα απόφασή μου με δόλο! Και αυτό με πληγώνει αφάνταστα”

Κατάλαβε ότι το είχε παρατραβήξει. Μαλάκωσε κατά πολύ το ύφος της φωνής του.

“Περιμένω να σκεφτείς καλά και ώριμα. Μπροστά είναι η ζωή του άντρα σου και το αύριο των παιδιών σου. Και μαζί μ’αυτές οι ζωές χιλιάδων ανθρώπων και των δικών τους μαζί”

 Ένιωσαν και οι δύο ότι, προς ώρας, δεν είχαν κάτι άλλο να πουν. Καθένας τους φορτώθηκε με τη δική του έγνοια, αισθάνθηκαν την αγωνία να τους τυλίγει για διαφορετικό λόγο και αιτία. Έτσι κι αλλιώς οι επόμενες μέρες θα έκριναν τα πάντα.

 Μια πρόταση που έρχεται από το πουθενά

 Ο ερχομός της Άνοιξης είχε δώσει και τα πρώτα του δείγματα πάνω στη βελτίωση του καιρού. Το κρύο είχε γίνει πιο σπάνιο στην πεδιάδα του Άργους. Η φύση είχε αρχίσει να γίνεται όλο και πιο όμορφη σιγά-σιγά και τα πρώτα χρωματιστά χαλιά πάνω την αγκαλιά της γης έδιναν το δικό τους τόνο.

Ο Άδραστος με τους δυό γαμπρούς του, τον Πολυνείκη και τον Τυδέα κάλπαζαν  αργά πάνω στα άλογά τους κατά μήκος του Ίναχου ποταμού. Την είχαν ανάγκη αυτή τη βόλτα κοντά στη φύση.  Είχαν φτάσει αρκετά έξω από το Άργος προς τα βόρεια στο δρόμο που οδηγούσε στις Μυκήνες. Έπρεπε να βάλουν τις σκέψεις τους σε τάξη καθώς τα γεγονότα έτρεχαν και έπρεπε να ετοιμαστούν γρήγορα. Κάποια στιγμή έφτασαν σε ένα όμορφο ξέφωτο με ένα μικρό δασάκι στην όχθη του ποταμού. Ο βασιλιάς ξεπέζεψε από το άλογό του. Οι δύο άντρες τον ακολούθησαν. Έδεσαν τα άλογά τους σε κάποιους κορμούς δέντρων και στάθηκαν σε ένα πέτρινο πλάτωμα στην όχθη. Το κελάρυσμα της κοίτης και τα πουλιά στα δέντρα έδιναν υπέροχους ήχους ολόγυρά τους.

“Τελικά τι θα κάνουμε με τον Αμφιάραο πατέρα” έσπασε τη σιωπή ο Πολυνείκης.

“Πήγα στο σπίτι τους. Μίλησα και στους δυό τους”

“Σε ποιον άλλον;” ρώτησε ο Τυδέας.

“Σ’ αυτόν και στη γυναίκα του”

“Και τι βγήκε;” διέκοψε ο Πολυνείκης.

“Εκείνος είναι αμετάπειστος. Πλέον τους θύμισα ότι το λόγο τον έχει εκείνη”

“Κάτι πρέπει να κάνουμε με την Εριφύλη δεν νομίζεις;” τον ρώτησε ο Τυδέας.

“Νομίζω ότι έχουμε ελπίδες πολλές να την πάρουμε με το μέρος μας” απάντησε ο βασιλιάς, “αρκεί να το χειριστούμε σωστά και με λεπτότητα”

“Υπάρχει κάτι που μπορεί να βοηθήσει” πετάχτηκε ο Πολυνείκης.

“Σαν τι;” ρώτησαν οι άλλοι με αγωνία.

“Κάτι μου είπε ο Καπανέας, κάτι που μπορεί να βοηθήσει”

“Είναι εδώ;”

“Εδώ είναι Τυδέα, ήρθε χθες. Αύριο μεθαύριο φτάνει ο στρατός του από την Ώλενο”

“Σε τι μπορεί να μας βοηθήσει;” ρώτησε ο Άδραστος.

“Κάτι μου είπε για τον πεθερό του, θα τον δω αργότερα στο σπίτι μου.”

“Ας ελπίσουμε να βγει κάτι καλό” ξεφώνισε ο Τυδέας.

Ο Πολυνείκης μίλησε με αγωνία.

“Μακάρι να υπάρχει ένας τρόπος να πείσουμε την Εριφύλη. Την προηγούμενη φορά που μίλησα μαζί της στο σπίτι σου Άδραστε, είδα στα μάτια της ότι δεν είναι απόλυτη”

“Απλά χρειάζεται να βρούμε αυτό το κάτι να την πείσουμε” προσέθεσε ο Άδραστος. Στην συνέχεια σηκώθηκε, “πάμε!” δεν έχουμε καιρό για χάσιμο.

Ανέβηκαν στα άλογά τους και ξεκίνησαν το δρόμο της επιστροφής στην πόλη.

 Ο Καπανέας ήταν πιστός στην ώρα της συνάντησής του με τον Πολυνείκη στο σπίτι του. Ο γιγάντιος στην σωματική διάπλαση άντρας πέρασε στο εσωτερικό. Όμως δεν ήταν μόνος. Μαζί του ακολουθούσε και ένας γηραιότερος άντρας. Τους υποδέχτηκαν ο Πολυνείκης με την Αργεία.

“Καλώς όρισες Καπανέα!” τον υποδέχτηκε εγκάρδια.  Εκείνος ανταπέδωσε τον χαιρετισμό.

“Χαίρομαι που σας συναντώ Πολυνείκη και γνωρίζω και την σεβαστή σου γυναίκα” είπε, “να σας γνωρίσω τον πεθερό μου τον Ίφι”[1]

Ο γηραιότερος άντρας έτεινε το χέρι του σε θερμή χειραψία.

“Τιμή μου να σας γνωρίζω”, τους είπε.

“Χαρά και σε μας Ίφι!”

Η Αργεία, διακριτική, αφού χαιρέτισε άφησε τους άντρες μόνους στο κεντρικό δώμα.

“Τι νέα μας φέρνεις ρώτησε ο Πολυνείκης τον Καπανέα.

“Οι δικοί μου φτάνουν αύριο. Έμεινε μονάχα μια φρουρά πίσω για την πόλη. Οι υπόλοιποι θα είναι μαζί μας. Δεν είμαστε πολλοί αλλά πίστεψέ με αξίζουμε”

Ο Πολυνείκης πήγε κοντά του. Τον έπιασε από τους στιβαρούς του ώμους.

“Στο χρωστώ χάρη Καπανέα!” του είπε.

“Το Άργος είναι για μας το στήριγμά μας στην μακρινή μας πόλη. Δεν θα μπορούσαμε να είμαστε αγνώμονες σε ότι μας έχει προσφέρει μέχρι τώρα” απάντησε ο Καπανέας, “οπότε συστρατευόμαστε όλοι μαζί για το δίκιο σου” προσέθεσε.

“Κάτι είπες ότι έχεις να μου πεις για την Εριφύλη, τη γυναίκα του Αμφιάραου”

“Ναι. Έχει κάτι στη σκέψη του ο πεθερός μου ο Ίφις. Για αυτό είναι απόψε εδώ μαζί μας”

“Είμαι έτοιμος να ακούσω οτιδήποτε μπορεί να βοηθήσει” σχολίασε ο Πολυνείκης.

“Ίφι σε ακούμε” τον προέτρεψε ο Καπανέας.

 Εκείνος πήρε το λόγο.

“Ο γαμπρός μου με πληροφόρησε για το πρόβλημά σας. Αναφέρομαι στην σθεναρή άρνηση του μάντη Αμφιάραου να έρθει στην εκστρατεία. Ξέρω για την σεβαστή αδελφή του βασιλιά. Είμαι σίγουρος ότι θα ακολουθήσει τη γνώμη του αδελφού της. Αυτό όμως δεν αρκεί. Πρέπει να κάνεις κάτι και εσύ Πολυνείκη…”

“Σαν τι;”

“Να της μιλήσεις! Να προσπαθήσεις να την πείσεις. Στην ουσία εσύ είσαι το επίκεντρο αυτής της εκστρατείας. Αν δεν την πείσεις εσύ τότε ποιος άλλος μπορεί να της αλλάξει γνώμη;”

“Έχω ήδη κάνει μια κουβέντα μαζί της, να το προσπαθήσω ξανά αλλά δεν είναι εύκολο”
“Νομίζω πρέπει να βρεις κάτι να την συγκινήσεις ιδιαίτερα. Κάτι να της προσφέρεις. Κάτι που είναι κομμάτι της δικής σου ιστορίας, που θα την κάνει να σκεφτεί τη δύναμη της καρδιάς σου”

“Δεν καταλαβαίνω” απόρησε ο Πολυνείκης.

Ο Ίφις έδειξε να διστάζει. Έριξε μια ματιά στον γαμπρό του, ο οποίος τον ενθάρρυνε να προχωρήσει.

“Άκου Πολυνείκη. Η Εριφύλη, είναι γυναίκα που σέβεται τις αξίες και τα ιδανικά”

“Τι έχει να κάνει αυτό;” ρώτησε ο Πολυνείκης.

“Θέλω να πω ότι ένα πολύτιμο αντικείμενο δικό σου, που κουβαλάει την ιστορία του τόπου σου, που έχει μια ιδιαίτερη αξία για σένα ως πολύτιμό σου μπορεί να γίνει ένα συμβολικό δώρο για εκείνη. Θα σηματοδοτήσει την υπέρτατη αξία που δίνεις για την επιστροφή στην πατρίδα σου τη Θήβα. Τότε είμαι σίγουρος ότι αυτό θα την κάνει να σκεφτεί αλλιώτικα…”

“Αυτό δεν ακούγεται σαν δωροδοκία Ίφι;”

“Εγώ δεν θα το χαρακτήριζα έτσι. Θα είναι μια προσφορά, πώς να το πω, ευγνωμοσύνης, στη σημασία που δίνεις και στην ίδια να αποφασίσει. Δεν μιλάω και δεν αναφέρομαι σε κάποιο φτηνό δώρο, αλλά σε κάτι που αφορά τον ίδιο τον τόπο σου. Τώρα αν εσύ το νιώθεις ως δωροδοκία τι να σου πω”

Ο Πολυνείκης έξυσε το πηγούνι του με τα δάχτυλά του. Ήταν ομολογουμένως κάτι που δεν είχε σκεφτεί.

“Αρκεί να έχεις κάτι τέτοιο σαν δώρο!” δήλωσε εμφαντικά ο Ίφις.

Εκείνος πίεζε τον εαυτό του να σκεφτεί.

“Κάτι θα κάνω. Θα πιέσω τον εαυτό μου κάτι να βρω, είναι η τελευταία μας ελπίδα” τόνισε.

 Οι δύο επισκέπτες, μετά από λίγο έφυγαν αφού ανανέωσαν το ραντεβού τους Πολυνείκης και Καπανέας στο πολεμικό συμβούλιο των επόμενων ημερών.

“Ελπίζω μέχρι τότε να έχεις καλά νέα” του ευχήθηκε ο Ίφις.

Ο Πολυνείκης τον κοίταξε προσεκτικά.

“Τι είναι εκείνο που σας κάνει να θέλετε, με πάθος, αυτόν τον πόλεμο;” τον ρώτησε.

Ο Ίφις προβληματίστηκε. Τον κοίταξε προσεκτικά και είπε χαμηλόφωνα:

“Τον Καπανέα τον βλέπεις. Είναι ασυγκράτητος. Η ορμή και ο ενθουσιασμός είναι μπολιασμένος μέσα του. Μερικές φορές και η έπαρση. Δεν μπορώ να κάνω κάτι να τον κρατήσω. Μόνο να το διαχειριστώ μπορώ. Η μονάκριβη κόρη μου, η Ευάδνη λατρεύει τον άντρα της και τον θαυμάζει. Είναι περήφανη που είναι κοντά σε έναν αγέρωχο πολεμιστή. Είναι σαν να ζει αυτήν την εκστρατεία. Έχω συνεπώς κάθε λόγο να την στηρίξω με κάθε τρόπο που μπορώ. Δεν μού μένει κάτι άλλο γιε μου” του είπε. Τον κοίταξε προσπαθώντας να αφομοιώσει το λόγο του. Οι δύο τους τον χαιρέτισαν και αποχώρησαν.

 Ο Πολυνείκης έμεινε μόνος του στο μεγάλο δώμα. Στο νου του ερχόταν συνεχώς τα λόγια του Ίφι για την Εριφύλη. “Κάνε της μια προσφορά σε κάτι πολύτιμο που να βγαίνει από την ιστορία του τόπου σου…”

Οι λέξεις αυτές έσφιγγαν το κεφάλι του. Προσπαθούσε να σκεφτεί. Λες και έψαχνε ένα άνοιγμα σε έναν τοίχο που τον πλάκωνε. Και τότε! Ναι! Το βλέμμα στα μάτια του γέμισε μια παράξενη λάμψη. Κάτι σαν να απλώθηκε πάνω του και τον πλημμύρισε. Λες και κάτι ερχόταν από πολύ μακριά, από τα βάθη του απέραντου χρόνου. Σαν οπτασία, σαν όραμα.

“Κάνε της ένα δώρο πολύτιμο…..” άκουσε μία ακόμα φορά τη φωνή στο μυαλό του. Κοντοστάθηκε. Ύστερα ακούστηκε σιγανά.

 “Αυτό είναι! Ναι! Μα τον Άρη και την Αφροδίτη αυτό ήταν! Βγήκε από το κεντρικό δώμα. Πήγε προς το ιδιαίτερο δικό του δώμα μέσα στο μεγάλο σπίτι. Σε μια πέτρινη κρύπτη που ήταν στον απέναντι τοίχο, ο Πολυνείκης άνοιξε και βρέθηκε μπροστά σε δύο κουτιά. Το ένα μικρότερο, ολοσκάλιστο με χρυσό και πέτρες. Το άλλο απλό αλλά πολύ μεγαλύτερο. Έριξε μια ματιά στο υπόλοιπο σπιτικό για να δει αν τον βλέπουν.

Πήρε στα χέρια του και άνοιξε το μικρό κουτί. Στα μάτια του έμεινε ένα βλέμμα γεμάτο δέος. Μπροστά του ήταν ένα από τα δώρα της Αρμονίας! Εκείνα ναι τα νυφικά δώρα που έκαναν οι Θεοί δώρο στην γυναίκα του Κάδμου. Βαρύτιμα τρόπαια που τα είχε πάρει μαζί του σαν έφυγε εξόριστος από το Άργος. Βρήκε το περιβόητο σκαλιστό περιδέραιο του Ηφαίστου. Ένα αλλόκοτο φως τύλιξε ολόγυρα το περίφημο θεϊκό κόσμημα. Μια λάμψη λαμπύριζε ολόγυρά του. Στα πετράδια του, στις ολόχρυσες καδένες του, στα κρυστάλλινα δεσίματά του. Έμεινε εκστασιασμένος. Μια απόκοσμη δύναμη άρχισε να τον κυριεύει. Μια δύναμη που έβγαινε από εκείνο! Λες και το κόσμημα αυτό είχε ζωή. Ύστερα ψέλλισε κάτι σαν προσευχή αγγίζοντάς το με δέος.

“Αρμονία, κόρη του Άρη, κυρά του μεγάλου Κάδμου. Και εσύ Αφροδίτη, Θεά μου σεβάσμια, του Έρωτα και της ένωσης των ανθρώπων, δύναμη. Στα χέρια σας κρατάτε της αγάπης τα πεπρωμένα. Δώστε τη δική σας δύναμη με τούτο το δώρο, να σταθεί μονοπάτι για την επιστροφή στη γη μου…”

Έκλεισε καλά τα κουτιά και τα τοποθέτησε στη θέση τους. Ολόγυρα στο δώμα, αυτή η παράξενη λαμπερή δίνη, που τον τύλιγε άρχισε να παίρνει διάφορα σχήματα και χρώματα. Ένιωσε τη δύναμή της να τον τυλίγει αλλά δεν μπόρεσε να προσέξει ότι κάποια απ’ τα όμορφα εκείνα φωτεινά σχήματα πήραν στο τέλος αποκρουστική μορφή λες βγαλμένη απ’ το σκοτάδι της χθόνιας Γης.

“Εριφύλη….” ψιθύρισε σιγανά. “Ελπίζω τούτο το βαρύτιμο δώρο να σε κάνει να πεις το ναι που τόσο προσμένουμε από τη σκέψη και τα χείλη σου.



[1]     Ο Ίφις, πατέρας της Ευάδνης, συζύγου του Καπανέα, κατά την επικρατέστερη αναφορά.


Συνεχίζεται...