H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Τετάρτη 11 Ιουνίου 2025

""Το Αρχοντικό της σιωπής" / Κεφ. 18 (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια Έμπνευση #3)

   "Το Αρχοντικό της Σιωπής"



Δείτε τα προηγούμενα

Κεφάλαιο 1ο

Κεφάλαιο 2ο

Κεφάλαιο 3ο

Κεφάλαιο 4ο

Κεφάλαιο 5ο

Κεφάλαιο 6ο

Κεφάλαιο 7ο

Κεφάλαιο 8ο

Κεφάλαιο 9

Κεφάλαιο 10ο

Κεφάλαιο 11ο

Κεφαλαιο 12ο

Κεφάλαιο 13ο

Κεφάλαιο 14ο

Κεφάλαιο 15ο

Κεφάλαιο 16ο

Κεφάλαιο 17ο


Σύνδεση με το προηγούμενο:  Ο Γεράσιμος Αναγνωστίδης, συναντίεται κρυφά στο σκάφος του Δημήτρη Ερμόλαου με θέμα συζήτησης, τις διαρροές αλλά και την περίπτωση της Αριάδνης Μέρκου με τους φόβους της. Η συνάντησή τους είναι γεμάτη ένταση και επιθετικότητα από μέρους του Ερμόλαου.

Εκείνο που δεν ξέρουν είναι ότι βρίσκονται στα "δίχτυα" της παρακολούθησης του Σπύρου, συνεργάτη του Διοφάντους με φωτογραφικό και βιντεοληπτικό υλικό. 

Από την ταυτοποίηση των στοιχείων προκύπτει ότι το σκάφος ανήκει στον Δημήτρη Ερμόλαο και συνεπώς αποδεικνύεται ότι ο Αναγνωστίδης είναι στενός του συνεργάτης. 

Ένα ακόμα σοκ για την οικογένεια, που κάνει πλέον τον απολογισμό της εν όψει των επόμενων κινήσεών της. Πριν όμως από τις θεσμικές κινήσεις, ο Διοφάντους, αποφασίζει να συνεχίσει τον πόλεμο πίεσης κατά του Ερμόλαου. Στέλνει σ' αυτόν τις φωτογραφίες που δείχνουν την επίσκεψη του συνεργού του στο σκάφος, προκαλώντας νέα έκρηξη του τελευταίου κατά του συνεργάτη του.

Ο Διοφάντους θα επισκεφτεί επίσης και τους Ιταλούς, τους οποίους ενημερώνει ότι σύντομα θα αποκαλυφτούν συγκλονιστικά στοιχεία για πρόσωπο με το οποίο συνεργάζονται.

Τέλος ο Ερμόλαος θα έχει μια ακόμα συνάντηση ακραίας έντασης με τον Αναγνωστίδη, τον οποίο ενοχοποιεί για το φωτογραφικό υλικό με έμμεσες απειλές. Ο τελευταίος πλέον κάνει δεύτερες σκέψεις να προσπαθήσει να απεμπλακεί από αυτόν. Ο φίλος του, προτείνει να ζητήσει συνεργασία με τον Διοφάντους και τις αρχές για να διευκολύνει την ήδη τραγική του θέση.



Κεφάλαιο 18

Το κλείσιμο μιας συνάντησης


“Είσαι ο Ισίδωρος Διοφάντους;”

Ο ώριμος άντρας, θα έλεγε κανείς, πως τρόμαξε λίγο τον ποινικολόγο καθώς περπατούσε στο δρόμο. Φάνηκε μπροστά του εντελώς απότομα, σχεδόν από το πουθενά.

“Εγώ είμαι τι θέλετε;”

“Εγώ τίποτα, ένα όμως πρόσωπο θέλει να σάς δει…”

“Και γιατί αυτό το πρόσωπο στέλνει προπομπό;”

“Αυτό θα το εξηγήσετε εσείς, πού μπορεί να σάς δει με απόλυτη ασφάλεια;”

“Κατ’ αρχήν ποιο είναι αυτό το πρόσωπο;”

“Ο Γεράσιμος Αναγνωστίδης!”


Ο ποινικολόγος έμεινε σε παύση χρόνου σαν να δέχτηκε ξαφνικά ένα δυνατό χτύπημα. 

“Στο γραφείο μου στο αρχοντικό των Καψήδων;”

“Προφανώς αστειεύεστε κύριε. Λοιπόν το βράδυ στις έντεκα στο χωριό Λεύκες, θα σας περιμένει στην πανσιόν Πεταλούδες, όχι αστυνομίες γιατί τον χάσατε”

“Μισό λεπτό, σάς είπε τι με θέλει;”

“Ναι, έχει να σας πει και να σας δώσει κάποιες πληροφορίες που τις ζητάτε στον ...ουρανό. Τώρα θα σας τις δώσει στο ...πιάτο”

“Δηλαδή;”

“Υπομονή κύριε δικηγόρε! Το μόνο που σάς λέω είναι ...Μπουμ… έκρηξη”

“Μπορώ να έρθω με κάποιον συνεργάτη μου;”

“Εξαρτάται…”

“Από τι;”

“Από το αν ο συνεργάτης σας φοράει φανερά ή κρυφά ..στολή”

“Δεν συνηθίζω σε τέτοιες εκπλήξεις τους ανθρώπους, που θέλουν να με βοηθήσουν”

“Χαίρομαι, τότε ναι μπορείτε…”


Όπως ήρθε έτσι και έφυγε γρήγορος και διακριτικός. Ο Διοφάντους ένιωσε κάποιες σταγόνες ιδρώτα να κατεβαίνουν στο μέτωπό του.

“Ποιος ήταν αυτός κ. Ισίδωρε;” τον ρώτησε ο Ζήσης, που μόλις είχε έρθει κοντά του.

“Δεν ξέρω… με πλησίασε για λογαριασμό άλλου”

“Ποιανού;”

“Ο Γεράσιμος Αναγνωστίδης θέλει να με δει!’

Ο Ζήσης πήρε ένα βλέμμα έντονης έκπληξης.

“Ουάου! Αυτό κι αν είναι από τα απρόσμενα! Σάς είπε τι θέλει;”

“Όχι αλλά το φλασάκι με τις εικόνες του Σπύρου νομίζω έκανε καλή δουλειά”


Επέστρεψαν στο αρχοντικό. Κοινοποίησαν το νέο στους υπόλοιπους. Ο Αργύρης ήταν πολύ ανήσυχος όπως και η Βαλεντίνη.

“Θα πάτε; Φοβάμαι παγίδα! Τα πράγματα αγρίεψαν πολύ. Μην πάτε!”

“Και εγώ φοβάμαι Αργύρη αλλά πρέπει να πάω, θα έχω μαζί μου και το Σπύρο”

“Νιώθω σαν παγιδευμένο αγρίμι εδώ μ’ αυτό το βραχιολάκι. Έτσι μού ‘ρχεται να σηκωθώ να έρθω” σχολίασε ο Αργύρης.

“Φρόνιμα!” του είπε ο Διοφάντους, “...οι στιγμές είναι σημαντικές. Κάθε λάθος μας θα στοιχίσει, δεν θα δώσουμε το παραμικρό δικαίωμα”.


Ένα μεγάλο 48ωρο


Οι ώρες που κύλησαν ως το βράδυ ήταν γεμάτες αγωνία αλλά και προσμονή. Αν όλα έβγαζαν στην επιφάνεια  αυτό που εννοούσε ο άγνωστος εκείνος άντρας, που έκλεισε το ραντεβού στον Ισίδωρο με τον Αναγνωστίδη, η αυριανή μέρα θα άλλαζε τα πάντα. Το φλασάκι με τις φωτογραφίες που έφτασε στον Ερμόλαο με την αποκάλυψη της σχέσης του με το Μάκη, προφανώς πυροδότησε γεγονότα. Σίγουρα ένταση. 

“Αν τα έσπασαν μεταξύ τους, τότε γιατί να μην κάνει το βήμα ο Αναγνωστίδης να ζητήσει καταφύγιο;” εξέφρασε τη σκέψη του δυνατά στο αυτοκίνητο. Ο Σπύρος απάντησε:

“Σε μάς θα ζητήσει καταφύγιο, κ. Ισίδωρε; Αν είναι δυνατόν!”.

Έφτασαν στις πανέμορφες Λεύκες μισή ώρα πριν το ραντεβού. Στα δρομάκια του χωριού υπήρχε κίνηση και έπρεπε να αφήσουν το αυτοκίνητο. Η πανσιόν ήταν κοντά στην κεντρική πλατεία. Πόσο όμορφη θα ήταν η διαμονή τους στην Πάρο αν δεν βάραινε αφόρητα αυτή η υπόθεση.

Έφτασαν. Ο Σπύρος κρατούσε στο κινητό του φωτογραφία του Αναγνωστίδη για να τον εντοπίσουν. Μπήκαν στο χώρο της πανσιόν. Έξω υπήρχε μια πανέμορφη μικρή αυλή και ένας μικρός μπουφές, κάτι σαν μπαρ. Μισογεμάτος ο χώρος αλλά το συγκεκριμένο πρόσωπο απόν. Έκατσαν στο μικρό μπαράκι. Η ώρα προχωρούσε, κανείς! Πέντε λεπτά μετά τις έντεκα, ο Διοφάντους πέρασε μέσα στο χώρο υποδοχής. Έδωσε το όνομά του και ρώτησε αν τον είχε ζητήσει κανείς. Αρνητική απάντηση. Πήγε έντεκα και τέταρτο… έντεκα και μισή… τίποτα. Με το Σπύρο άρχισαν να κοιτάζονται ανήσυχοι. Φοβήθηκαν την παγίδα. Δώδεκα παρά τέταρτο… δώδεκα… τίποτα. Ο κόσμος άρχισε πλέον να αραιώνει. Σίγουρα κάτι συνέβαινε.

“Τι κάνουμε κύριε Ισίδωρε;” 

“Ο μάγκας νομίζω μας τσεκάρει, Σπύρο ή παίζει μαζί μας”

“Λέω να φύγουμε”

“Ή ήταν μπλόφα όλο αυτό ή ένα δοκιμαστικό τεστ ή κάποιας μορφής παγίδα, Σπύρο”


Στις δώδεκα και μισή αποφάσισαν αμετάκλητα να φύγουν όπως και το έκαναν. Ένιωθαν απογοητευμένοι. Ίσως και να έχουν χρησιμοποιηθεί για κάποιο λόγο.


…...


Η απάντηση στα σοβαρά τους ερωτήματα δόθηκε την άλλη μέρα το πρωί. Και δεν ήταν καθόλου καλή, θα έλεγε κάποιος τραγική. Ο Ιάκωβος δεν είχε κάνει λάθος. Οι ειδήσεις των οκτώ το πρωί, που άκουσε στον τοπικό ραδιοσταθμό του νησιού ήταν ένα ακόμα χαστούκι.


“Ένα ακόμα στυγνό έγκλημα αναστατώνει το νησί μας μαζί με τα προηγούμενα, που παραμένουν ανεξιχνίαστα. Νεκρός με μια σφαίρα στο κεφάλι, βρέθηκε σήμερα το πρωί στο γραφείο του στην Παροικιά, ο Γεράσιμος Αναγνωστίδης, μεταφορέας. Ο άγνωστος δράστης τον πυροβόλησε στο χώρο του, πράγμα που δίνει στις αρχές τη βεβαιότητα ότι το θύμα γνώρισε το δολοφόνο του. Επίσης ο δράστης μπήκε στο χώρο του από άλλη είσοδο, αθέατη στις εξωτερικές κάμερες, γεγονός που εντείνει τις υποψίες ότι ήταν καλός γνώστης του χώρου και του θύματος. Ο Γεράσιμος Αναγνωστίδης ήταν ο μοναδικός μάρτυρας στο βράδυ της δολοφονίας του Ανδρέα Καψή, με την κατάθεση του οποίου, έχουν απαγγελθεί κατηγορίες σε δύο άτομα, του στενού του συγγενικού περιβάλλοντος. Μια ακόμα δολοφονία λοιπόν, που μεγαλώνει τον εφιαλτικό αυτό κύκλο που ταλανίζει τις αρχές και την τοπική κοινωνία, η οποία είναι ανάστατη και δύσκολα μπορεί να αποδεχθεί τη μετατροπή του νησιού σε πεδίο επίλυσης διαφορών…”


Η απογοήτευση όλων ήταν απόλυτη. Η είδηση έπεσε σαν κεραυνός ισοπεδώνοντας τις ελπίδες τους. 

“Τον έφαγε, το κάθαρμα!” ψέλλισε η Βαλεντίνη!

“Ναι… νομίζω πως χάσαμε τις αποδείξεις!” ακούστηκε ο Διοφάντους. Είχε χάσει το χρώμα του. Για πρώτη φορά έδειξε να χάνει τον έλεγχό του.

“Ποντάραμε τόσα πολλά στο φλασάκι με τις εικόνες και το πετύχαμε. Όμως δεν υπολογίσαμε την αντίδραση…” πρόσθεσε εμφανώς απογοητευμένος.

“Σας το είχα πει! Ο άνθρωπος είναι απρόβλεπτος και απίστευτα επικίνδυνος” ήρθε η Ελένη να προσθέσει. 


Ήταν όλοι σαν μαραμένα φύλλα. Το χτύπημα μεγάλο. 

“Χάνουμε τις αποδείξεις!” Σκέφτηκε μεγαλόφωνα ο Διοφάντους.

“Τι θα κάνουμε;”

Σηκώθηκε νευριασμένος πολύ. Δεν τον είχαν δει έτσι όλο αυτόν τον καιρό.

“Ως εδώ! Δεν πάει άλλο! Ήρθε η ώρα να κινηθώ και εγώ θεσμικά. Θα πάω στον εισαγγελέα. Θα απαντήσουμε με την κατάθεση της Αριάδνης. Ήρθε η ώρα να λογαριαστούμε κατά μέτωπο με τον κύριο αντίδικο!”


…...


Ο Διοφάντους έκανε πράξη την απόφασή του. Ένιωσε ότι δεν είχε πλέον περιθώρια να περιμένει άλλο. Έπρεπε να σηκώσει θόρυβο, έπρεπε να πιέσει θεσμικά, με τη σειρά του. Βγήκε τα ειδησεογραφικά κανάλια και τα τοπικά και έκανε δηλώσεις:


“Ακόμα μια δολοφονία γύρω από την ευρύτερη υπόθεση του Ανδρέα Καψή. Μια δολοφονία που μεγαλώνει τον κύκλο ενός δολοφόνου, που κινείται πλέον ανεξέλεγκτα απέναντι σε κάθε πρόσωπο, που θα μπορούσε να αποτελεί εμπόδιο στα μακροχρόνια σχέδιά του”

“Τι θέλετε να πείτε κύριε Διοφάντους;”

“Ο δράστης των φόνων έχει προσωπικά κίνητρα νομής της περιουσίας της οικογένειας Καψή. Στην πορεία του χρόνου, εξαφανίζει πρόσωπα, νόμιμους κληρονόμους για να επωφεληθεί”

Έγινε ένας σάλος, προκλήθηκε θόρυβος, οι ερωτήσεις έπεφταν βροχή

“Θέλετε να πείτε ότι υπάρχει πρόσωπο νόμιμος κληρονόμος της περιουσίας Καψή;”

“Ναι, είμαστε σε θέση να το γνωρίζουμε αυτό. Από εκεί και πέρα, η λειτουργία του και η δράση του όλα αυτά τα χρόνια, κινείται εκτός ορίων νομιμότητας…”

“Κύριε Διοφάντους, καταλαβαίνετε τι σημαίνουν αυτές οι δηλώσεις σας; Μπορείτε να τα αποδείξετε όλα αυτά;”

“Ακούστε, λίγη υπομονή θέλω από εσάς, σύντομα η κοινή γνώμη θα μάθει ότι η ενοχοποίηση της πελάτιδός μου, Βαλεντίνης Βαρθαλίτη, έγινε με στημένα στοιχεία, προϊόν εκβιασμού αλλά το κυριότερο: Το θύμα της πρόσφατης δολοφονίας, Γεράσιμος Αναγνωστίδης, είχε άμεσες σχέσεις συνεργασίας με κορυφαίο σημαίνον πρόσωπο στην υπόθεση…”

Ορυμαγδός! Σπρωξίματα, ερωτήσεις

“Ποιο είναι αυτό το πρόσωπο; Το γνωρίζετε;”

“Το γνωρίζετε πάρα πολύ καλά και εσείς! Σύντομα θα κληθεί να δώσει εξηγήσεις ενώπιον του νόμου!”


Τα κεντρικά ΜΜΕ έπαιξαν ψηλά τις δηλώσεις καθώς το θέμα είχε πλέον ανέβει στην κορυφή του αστυνομικού δελτίου. Για δε τα τοπικά, ούτε λόγος να γίνεται. Η τοπική κοινωνία έβραζε πλέον και στους κοινωνικούς χώρους είχε γίνει κυρίαρχο ζήτημα.


…...


Στο δικηγορικό γραφείο του Δημήτρη Ερμόλαου επικρατούσε μια ένταση. Τα νέα της δολοφονίας του Αναγνωστίδη είχαν γίνει γνωστά από το πρωί και φυσικά αποτελούσαν αντικείμενο συζήτησης στους συνεργάτες του. Εκείνος άργησε λίγο να έρθει. Τελευταία τον έβλεπαν να έχει χάσει το ρυθμό με τον οποίον τον είχαν συνηθίσει. Η παλιά του μεθοδικότητα και η ακριβολογία είχε χαλάσει για τα καλά και πολλές από τις αντιδράσεις του, τους παραξένευαν.


Δέχτηκε τα νέα με μια παράξενη απάθεια. Κουβαλούσε ένταση μέσα του και φαινόταν.

“Τον είχα προειδοποιήσει επανειλημμένα τελευταία να προσέχει! Ήταν βασικός μάρτυρας στην υπόθεση, δεν έχουν ιερό και όσιο…”

“Ακούσατε τις δηλώσεις του Διοφάντους;”

Το μάτι του γυάλισε απότομα, προσπάθησε πάλι να κρύψει το τικ με το χείλος του που έτρεμε

“Ναι τις άκουσα στο αυτοκίνητο. Δίνει παράσταση ο κύριος αντίδικος! Εξαίρετος ηθοποιός, μόνο που ήρθε η ώρα να ακουστεί και η δική μας φωνή…”

“Θα κάνετε σχόλιο;”

“Εννοείται! Κάλεσε τα τοπικά μέσα σε μια ώρα σε παρακαλώ, ώρα να κάνουμε και εμείς παιχνίδι!”


Ήταν με το βαρύ, σοβαρό του ύφος, αυτό που κλασικά τον ήξεραν, ξεκίνησε…


“Σήμερα είχαμε ένα ακόμα έγκλημα, που φορτώνεται στα προηγούμενα. Τέτοια εγκλήματα δεν είναι ανεκτά στην κοινωνία του νησιού μας όπως και σε καμία άλλη. Η δολοφονία του κεντρικού μάρτυρα κατηγορίας στην υπόθεση δολοφονίας του Ανδρέα Καψή μάς σοκάρει όλους. Έχω εμπιστοσύνη ότι οι αρχές θα διελευκάνουν άμεσα και γρήγορα το έγκλημα…”

“Θεωρείτε ότι το έγκλημα έχει σχέση με την ιδιότητά του ως μάρτυρα;”

“Δεν μπορώ να το ξέρω, δεν εκπροσωπώ τον ίδιο για να γνωρίζω παραμέτρους της ζωής του. Όμως υπάρχει το κίνητρο της εκδίκησης ή της φίμωσης απέναντι σε περαιτέρω αποκαλύψεις για την υπόθεση. Θέλω να τονίσω ότι τα εγκλήματα δεν μπορούν να γίνονται αντικείμενο προσωπικής εκμετάλλευσης…”

“Αναφέρεστε στην πλευρά των αντιδίκων σας;”

“Θα πω ότι πρέπει να είμαστε ιδιαίτερα προσεκτικοί με όσους βιάζονται να βγάλουν συμπεράσματα και να παίξουν με τα αισθήματα της κοινής γνώμης. Οι θεσμοί δεν λειτουργούν με υπονοούμενα και λαϊκισμό αλλά με αποδείξεις…”

“Νιώθετε την ανάγκη να υπερασπίσετε τη θέση σας;”

“Ακούστε, εκπροσωπώ την οικογένεια του Ανδρέα Καψή και υπερασπίζομαι το δικαίωμά τους να δικάσουν τους ενόχους της δολοφονίας του δικού τους ανθρώπου. Είναι το λιγότερο άδικο, κάποιοι να σπιλώνουν ευθέως ή πλαγίως πρόσωπα χωρίς στοιχεία, επειδή προσπαθούν να αυτοεπιβεβαιωθούν στα δικά τους αδιέξοδα…”

“Υπαινίχτηκε η άλλη πλευρά ότι υπάρχει τρίτος κληρονόμος της περιουσίας Καψή, αυτό σημαίνει παρασκήνιο, κρυμμένη ζωή. Ποια η θέση σας απέναντι σε όλο αυτό;”

“Αυτό είναι ένα σοβαρό θέμα αλλά εδώ δικάζουμε την υπόθεση φόνου. Τα υπόλοιπα στην κατάλληλη στιγμή”

“Να το εκλάβουμε ως υπαινιγμό ότι γνωρίζετε;”

“Συνηθίζω να μιλώ με αποδείξεις. Όταν έρθει η ώρα θα κατατεθούν όπως πρέπει”


Οι μάχες δόθηκαν εκατέρωθεν. Κάθε πλευρά προσπάθησε να δημιουργήσει τις δικές της εντυπώσεις. Όμως η ορμή των γεγονότων, ήταν πλέον φανερό, ότι βάδιζε στην αλήθεια. Στην πλευρά του Διοφάντους είχε απόλυτα το πάνω χέρι. Πολλά στοιχεία, σοβαρές ενδείξεις και αποδείξεις, που διέλυαν κατά βάση την κατηγορία κατά της Βαλεντίνης. Θα είχαν ολοκληρώσει στο σύνολο της κατηγορίας και για τον Αργύρη αλλά τους πρόλαβε ο δολοφόνος.


…...


Ένας όμως δολοφόνος, που δεν γινόταν πλέον να προλάβει τα πάντα. Ο Διοφάντους, εντελώς απρόσμενα, δέχτηκε την επίσκεψη του Τάσου Μαρκαντωνάκη, του εξηντάχρονου στενού φίλου του Νίκου Διονυσίου. Ο άνθρωπος, που έδωσε στον ποινικολόγο της πληροφορίες για το σχέδιο δολοφονίας της Βαλεντίνης. 

Ο άνθρωπος ήταν αναστατωμένος και πολύ οργισμένος.

“Με τη σιωπή μας έχουμε δώσει στο δολοφόνο τη δυνατότητα να κάνει ότι θέλει…” είπε στον Διοφάντους, “...νομίζω ότι πρέπει να ανοίξουν τα στόματα για να βρεθεί αυτό το κάθαρμα ο κοστουμάτο, που όλοι έτρεμαν. Δικηγόρε, αυτό που σού είχα πει να μη με ανακατέψεις πουθενά, ξέγραψέ το. Είμαι εδώ να καταθέσω όσα ξέρω…”

Ο Ισίδωρος τον ευχαρίστησε με όλη του την καρδιά.

“Νομίζω κάθε τέτοια απόφαση, μάς φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στην αλήθεια και τη δικαίωση εκείνων που υπέφεραν ή χάθηκαν εξ αιτίας του, σε ευχαριστώ. Θα κανονίσουμε τις λεπτομέρειες”

Συμφώνησαν να είναι απόλυτα διακριτικοί και να επικοινωνούν τηλεφωνικά μόνο μέχρι να παρουσιαστεί στον εισαγγελέα με την κατάθεσή του.


Ένα ακόμα μικρό λιθαράκι στο πριόνισμα των κατηγοριών έδωσε σε όλους συγκρατημένη αισιοδοξία και σφυρηλάτησε στην πίστη τους. Όμως αυτό, που ακολούθησε και ήρθε μετά, ήταν αυτό το μεγάλο, που πραγματικά περίμεναν. Και ήρθε εντελώς απρόοπτα. 


…...


“Ισιδωρε, κάποιος σε ζητά”, τον ειδοποίησε η Ελένη

“Ποιος είναι;”

“Δεν είπε, απλά μου είπε να σου πω ότι αφορά τον Μάκη Αναγνωστίδη!”

Ο Ισίδωρος πετάχτηκε πάνω από τη θέση του. Στο πρόσωπό του άστραψε μια λάμψη.

“Τι μπορεί να συμβαίνει, Ισίδωρε;” τον ρώτησε η Ελένη.

“Δεν ξέρω, πες του να περάσει”

Τα μάτια του Διοφάντους, στη θέα του ανθρώπου, που μπήκε έγιναν δυο μεγάλοι λαμπεροί  ήλιοι. Ο άντρας που του ανήγγειλε πρόσφατα την επιθυμία του Αναγνωστίδη να συναντηθεί μαζί του και το ραντεβού που έκλεισαν μαζί, στάθηκε αποφασιστικά μπροστά του. Ήταν ψύχραιμος, αποφασισμένος, οργισμένος. 

“Ομολογώ δεν σας περίμενα κύριε…”

“Λουκάς, απλά Λουκάς. Ούτε εγώ περίμενα να σας ξαναδώ αλλά η δολοφονία του Μάκη, άλλαξε τις σκέψεις μου…”

“Τι μπορώ να κάνω, τι συμβαίνει;”


Τον οδήγησε στο δωμάτιο, που χρησιμοποιούσε σαν γραφείο, κάθισαν. Ο άλλος ήταν ποταμός:

“Το βράδυ που με ζήτησε ο φίλος μου, του είπα ότι είχε στη διάθεσή του δύο επιλογές. Ή να ακολουθήσει τον Ερμόλαο και να τον πάρει μαζί του ή να συνεργαστεί και να δηλώσει συνεργασία…”

“Νομίζω ότι οι συμβουλές σας ήταν σωστές άσχετα αν…”

“Δεν μπόρεσα όμως να τον γλιτώσω! Τον πρόλαβε αυτό το τομάρι…”

“Πιστεύετε οτι ο…”

“Ναι, ο Ερμόλαος τον έφαγε, μην το ψάχνεις!”

“Όμως πώς θα το αποδείξουμε;” ρώτησε ο ποινικολόγος.

“Με αυτό εδώ!” 


Ο τύπος έβγαλε από την τσέπη του ένα φλασάκι, το κούνησε σαν όπλο.

“Εδώ μέσα είναι όλα, δικηγόρε!”

“Θέλετε να πείτε…”

“Αυτό ακριβώς, που έχεις κατά νου. Το βράδυ που συναντηθήκαμε κάτσαμε και φτιάξαμε αυτό εδώ πέρα. Ο Μάκης τον φοβόταν. Ποιος δεν το έκανε άλλωστε. Εδώ και καιρό ήθελε να ξεφύγει αλλά τα πράγματα είχαν σφίξει και έψαχνε την ευκαιρία. Άκου! Δεν θέλω να τον αγιοποιήσω! Ο Μάκης ήταν ένοχος. Βουτήχτηκε στο σκατό μέχρι το κεφάλι. Γλυκάθηκε από τις διευκολύνσεις. Ξέρεις πώς είναι αυτά. Αν δεν έχεις μέσα σου αντιστάσεις, γίνεσαι καρυδότσουφλο στα χέρια του κάθε λαμόγιου. Όμως δολοφόνος δεν είναι! Χέρια σε αίμα δεν έβαλε…”

Ο Διοφάντους τον κοίταξε λίγο αυστηρά.

“Ξέρω τι θα πεις και έχεις δίκιο, ήξερε και δεν μίλαγε. Αυτό τον έκανε συνένοχο αλλά όχι αυτουργό. Κάτσαμε και γράψαμε σε ένα αρχείο όλα όσα ήξερε για όλα αυτά τα χρόνια για το αφεντικό του…Θα με φάει, Λουκά, είπε. Πάψε ρε του είπα αλλά μέσα μου ήξερα ότι δεν αφήνει στην τύχη τέτοια ο τύπος. Είχε μυριστεί ότι έκανε νερά”

“Είπες όλα. Όταν λες όλα;”

“Δεν ξέρω τι γνωρίζεις, δικηγόρε αλλά εδώ μέσα μιλάει για εκείνο το τροχαίο για την νεαρή κοπέλα τότε, για τον οδηγό, για τα πάντα… έχεις στα χέρια σου τον Ερμόλαο, ανοιχτό σαν κονσέρβα. Με τη φωνή του Μάκη, την ομολογία του… Πάρτο λοιπόν και τράβα στον εισαγγελέα, μην αργείς. Όσο αργείς τόσο γίνεται πιο επικίνδυνος…”


Έδωσε το φλασάκι στον Διοφάντους. Ήταν φορτισμένος συναισθηματικά. 

“Λουκά, σε ευχαριστώ!” 

“Δεν το κάνω για μένα, για αυτή τη χαμένη ψυχή το Μάκη το κάνω, να βρει η ψυχή του ανάπαψη. Ίσως ήταν η τελευταία ευκαιρία του, ας πιάσει τόπο”


Κράτησε τα στοιχεία του, ίσως τα χρειαζόταν. Ο Λουκάς έφυγε όπως ήρθε. Σαν τον ερχομό του “από μηχανής Θεού” στην αρχαία τραγωδία. Ο Διοφάντους εμφανίστηκε στο σαλόνι. Κρατούσε στο χέρι του το φλασάκι με τα μάτια όλων κρεμασμένα επάνω του.

“Εδώ έχουμε τις απαντήσεις μας! Ο νεκρός Μάκης ...καταθέτει από τον άλλον κόσμο. Είναι ώρα να ακούσουμε λοιπόν τι ξέρει. Είμαστε πλέον κοντά, ένα βήμα πριν την κάθαρση. Τελειώνουμε, λίγη υπομονή ακόμα!”


…...


Η αναγνώριση της κλήσης στο κινητό του Δημήτρη Ερμόλαου, έδειχνε το όνομα Βιττόριο Φράνκι. Ανασκουμπώθηκε. Μια ελαφριά ανατριχίλα διαπέρασε την πλάτη του. 

-Pronto  (Εμπρός...)

-Il signor Ermolaos?

-Lo è   (Ο ίδιος)

-Signor Ermolaos, il signor Franki desidera vederla, la aspetta stasera alle 7 in hotel.  (κ. Ερμόλαε, ο κ. Φράνκι επιθυμεί να σας δει, σας περιμένει στις επτά στο ξενοδοχείο)


Έτσι αυστηρά, κοφτά, έληξε αυτή η αναγγελία για το κλείσιμο του ραντεβού. Μέσα του κάπου, την περίμενε αυτή τη συνάντηση. Οι τελευταίες εξελίξεις είχαν βάλει τους επίδοξους συνεργάτες του σε δεύτερο πλάνο. Δεν είχε επαρκή χρόνο να ασχοληθεί μαζί τους, να καλύψει τις ανησυχίες τους. Έτρεμε στην ιδέα μη βρεθεί μπροστά σε τετελεσμένα γεγονότα. Τώρα δεν είχε άλλη επιλογή. Έπρεπε να είναι έτοιμος να αντιμετωπίσει και αυτό. Έβγαλε από το συρτάρι του γραφείου του μια παλιά φωτογραφία. Η νεαρή όμορφη γυναίκα φαινόταν σαν να του χαμογελά.

“Όλοι στη σειρά… μάνα! Το σεργιάνι ξεκίνησε όπως κατάλαβες… εμείς, θα είμαστε εκεί όπως πάντα…”


……


Είχε ετοιμαστεί όσο γινόταν καλύτερα για αυτήν την κρίσιμη συνάντηση. Δεν μπορούσε να μην κατανοήσει και τη θέση των Ιταλών απέναντι στα γεγονότα, που έτρεχαν με καταιγιστικούς πλέον ρυθμούς. Θα έπρεπε να το χειριστεί καλά. Η επένδυση ήταν και το όλο διακύβευμα για τον ίδιο. Έφτασε στο ξενοδοχείο, τον υποδέχτηκε η γραμματέας του Βιττόριο και τον ανέβασε στη σουίτα του. Γνώριμος για αυτόν χώρος, εκεί άλλωστε είχε κάνει άπειρες συναντήσεις. Τον υποδέχτηκαν με την κλασική ευγένεια των τύπων. Μέχρι εκεί. Ο Ερμόλαος, ήταν έμπειρος νομικός και άνθρωπος των παρασκηνίων. Mύρισε αμέσως την ατμόσφαιρα στο χώρο και κατάλαβε ότι τα πράγματα δεν ήταν καλά. Ο Βιττόριο Φράνκι ήταν φυσικά εκεί, ένας Έλληνας συνεργάτης του και φυσικά η γραμματέας του. Δεν υπήρχαν περιθώρια για να μην μπει η συζήτηση στο άμεσο θέμα της.

Ξεκίνησε ο Βιττόριο. Ήταν κοφτός, με σκληρή γλώσσα χωρίς περιστροφές ή συναισθηματισμούς:

“Αγαπητέ Δημήτρη, θέλαμε να κάνουμε μια καθαρή και ειλικρινή κουβέντα μαζί σου…”

“Το εκτιμώ απόλυτα, άλλωστε πρέπει να επικαιροποιήσουμε και τα πράγματα”, απάντησε εκείνος.

“Είμαστε εξαιρετικά θορυβημένοι με όλα όσα συμβαίνουν, αγαπητέ Δημήτρη!”

Αυτό το “αγαπητέ Δημήτρη” τού ακούγονταν απειλητικό ή ειρωνικό.

“Σάς καταλαβαίνω αλλά δεν βλέπω το λόγο…” 

“Δεν βλέπεις το λόγο; Αγαπητέ μου, βράζει ο τόπος έξω, δεν είσαι αφελής. Έμπειρος νομικός είσαι. Έχουμε γεμίσει πτώματα, δεν νομίζεις;”

“Τι σχέση έχει η υπόθεση του φόνου του Καψή με την επένδυση;” απάντησε.

“Δεν περίμενα τέτοια αφέλεια από σένα. Δεν έχει, αλήθεια το πιστεύεις; Είσαι ανάμεσα στους κληρονόμους και πάμε να κλείσουμε μια συμφωνία μαζί σου. Στο μεταξύ, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο, εξαφανίζονται οι υπόλοιποι. Και όχι μόνο αυτοί αλλά και μια σειρά πρόσωπα, που είναι μπλεγμένα στην υπόθεση”.

“Δεν καταλαβαίνω τι υπονοείς Βιττόριο;”

“Άκου αγαπητέ Δημήτρη. Είμαι επιχειρηματίας με μια καταξίωση που δεν διατίθεμαι να την καταστρέψω…”

“Να την καταστρέψετε γιατί;”

“Γιατί δεν ήρθαμε να επενδύσουμε σε έναν τόπο, όπου οι εκατέρωθεν εμπλεκόμενοι πεθαίνουν βίαια. Αυτή δεν είναι κακή δημοσιότητα, είναι αυτοκτονία της φήμης της εταιρείας. Έπειτα, μάς διαβεβαιώσατε μετά το θάνατο του Ανδρέα Καψή για μια διαδικασία καθαρή και ομαλή. Αυτό που εμείς βλέπουμε είναι πτώματα, κρυμμένες ζωές, δηλώσεις στον τύπο. Δεν μπορούμε έτσι να προχωρήσουμε ούτε με το πλαίσιο, ούτε με τους ανθρώπους”

Ο Ερμόλαος ένιωθε το πάτωμα να μετατρέπεται αργά σε ένα βάλτο, που τον ρουφούσε ραγδαία. 

“Είναι παντελώς άδικο και εκτός πραγματικότητας αυτό που αναφέρετε. Δίνετε σημασία στην παράσταση και μάλιστα κακόγουστη ενός νομικού, ο οποίος δεν έχει τίποτα να παρουσιάσει, τίποτα!”

“Κύριε Ερμόλαε, δεν θα ρισκάρουμε να γίνουμε αντικείμενο έρευνας από τις Ιταλικές ή τις Ελληνικές αρχές. Εδώ έχουμε ονόματα, παρασκήνιο. Θα μάς τραβήξουν στο βυθό; Πως το βλέπετε;”

“Σας διαβεβαιώνω ότι όλα αυτά είναι καλά στημένα πυροτεχνήματα, Βιττόριο. Άλλωστε δεν έχει αλλάξει το παραμικρό στην κατηγορία…”

“Δυστυχώς κ. Ερμόλαε, δεν υπάρχει πια αξιοπιστία γύρω από το πρόσωπό σας. Είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε και εμείς κάποια πράγματα, που θα τα συναντήσετε σύντομα μπροστά σας. Δεν μπορούμε να έχουμε διαπραγμάτευση με κάποιον, που αύριο μπορεί βάσιμα να βρεθεί υπό δίωξη. Δεν θέλουμε να καούμε μαζί σας. Νομίζω σας το λέμε έντιμα και καθαρά…”


Ο Ερμόλαος οργίστηκε. Σηκώθηκε όρθιος κατακόκκινος από την ένταση. Η φωνή του έβγαζε επιθετικότητα.

“Τι είναι αυτά που λέτε; Ποια πράγματα ξέρετε Βιττόριο; Τι παιχνίδια παίζετε στην πλάτη μου; Είναι απαράδεκτο αυτό. Μετά από τόσον καιρό μαζί να ακούω τέτοια πράγματα από εσάς…”

“Ο Γεράσιμος Αναγνωστίδης, ο μοναδικός μάρτυρας κατηγορίας κατά του Ραιδεστού, είναι στενός σας συνεργάτης, κύριε Ερμόλαε. Και ξαφνικά βρίσκεται δολοφονημένος. Γιατί;”


Σιωπή, ξαφνική σιωπή, σαν να δέχτηκε πιστολιά ο Ερμόλαος. Ήξεραν! Έμαθαν λοιπόν! Οι φωτογραφίες… Προσπάθησε να αναστρέψει το κλίμα με την εμπειρία του.

“Φυσικά και ήταν συνεργάτης μου! Δικηγόρος είμαι. Πελάτες έχω. Βασικός μάρτυρας είναι στη δίκη. Γιατί να μην έχω ξεχωριστή συνεργασία μαζί του;”

“Και δολοφονείται;”

“Εγώ χάνω το μάρτυρά μου κύριοι, όχι εσείς! Οι όποιες υποψίες σας θα έπρεπε να πέσουν στην υπεράσπιση των κατηγορουμένων, όχι σε μένα. Αν είναι δυνατόν, τι ακούω!”

“Ακριβώς! Δεν είναι θέμα εξηγήσεων, κύριε Ερμόλαε. Είναι πλέον θέμα επιβίωσης της εταιρείας μας. Λυπάμαι πολύ! Το έργο είναι καμένο και πολύ φοβόμαστε και εσείς μαζί του. Τελειώνουμε. Πλήγμα και για μάς, πιστέψτε μας! Είχαμε επενδύσει πολλά σε αυτό το έργο και μάλιστα εδώ και χρόνια. Και αναβάλαμε ή ματαιώσαμε άλλες επιλογές. Αλλά πλέον νιώθουμε ότι είμαστε σε κινούμενη άμμο και αυτό δεν το θέλουμε”


Ο δικηγόρος πάγωσε για ένα κλάσμα του δευτερολέπτου. Πήρε μια ανάσα, σηκώθηκε από την πολυθρόνα αργά, πήρε το χαρτοφύλακά του. Φορούσε στο πρόσωπό του ένα χαμόγελο, που δεν έφτανε ποτέ στα μάτια του. Μίλησε:

“Ώστε έτσι λοιπόν! Μόλις φυσήξει ο πρώτος άνεμος, μόλις ξεκινήσει ο θίασος του Διοφάντους την παράστασή του, πετάτε σωσίβια και εγκαταλείπετε το πλοίο. Ενδιαφέρον… ίσως και αναμενόμενο. Μην ξεχνάτε όμως ότι εγώ ήμουν το πρόσωπο, που σάς άνοιξε αυτές τις πόρτες. Τον Ανδρέα Καψή μήτε που τον γνωρίζατε. Δική μου επιλογή ήταν. Εγώ ήμουν εκείνος  που σάς άνοιξα την ευκαιρία να κερδίσετε. Ξέρετε καλά τι σημαίνει αυτό. Κρίμα, κύριοι… Δεν έχετε ιδέα τι σημαίνει να κρατάς όλα αυτά μαζί για χρόνια. Να τα διαχειρίζεσαι, να τα σχεδιάζεις. Ούτε εσείς, ούτε όσοι νομίζουν ότι με έχουν στο χέρι. Τώρα γυρίζετε την πλάτη; Κάντε το! Μη μου ζητήσετε όμως μετά επανεξέταση όταν όλα θα αποκατασταθούν. Προτείνω να το σκεφτείτε ξανά. Δεν είναι ώρα για πανικό αλλά για συμμαχίες”


Οι Ιταλοί έμειναν σιωπηροί. Είχαν ήδη πάρει τις αποφάσεις τους. Ο Ερμόλαος δεν είπε άλλη λέξη. Το βλέμμα του πέρασε ψυχρά πάνω από τα πρόσωπά τους, έναν προς έναν, σαν να ήθελε να τους θυμάται. Για μια στιγμή έμοιαζε με άνθρωπο, που θα προσθέσει κάτι, θα φωνάξει, θα απειλήσει. Δεν το έκανε. Άνοιξε την πόρτα και χάθηκε στη σιωπή του διαδρόμου του ξενοδοχείου. 

“Κανείς δεν ξεμπλέκει έτσι απλά μαζί μου…” μουρμούρισε στις σκάλες αλλά δεν ήξερε πια αν το έλεγε σε εκείνους ή στον εαυτό του. 


Η θεσμική επίθεση του Ισίδωρου Διοφάντους


Το άνοιγμα του αρχείου που είχε συντάξει ο Μάκης Αναγνωστίδης λίγες ώρες πριν δολοφονηθεί, έριξε και τις τελευταίες πτυχές των ερωτημάτων για όλους. Ήταν μια εμπειρία συγκλονιστική καθώς μπροστά τους ξετυλίχτηκε μια πλεκτάνη τεσσάρων χρόνων. Ένας εφιάλτης. Το σχέδιο της δολοφονίας της Βαλεντίνης με το τροχαίο, ο επανασχεδιασμός, το αγκάθι του Νίκου Διονυσίου, ο εκβιασμός του, η δολοφονία του. Τέλος η δολοφονία του Ανδρέα Καψή, η ενοχοποίηση της Βαλεντίνης με το φουλάρι και του Αργύρη με τον στημένο μάρτυρα. Μια αδυσώπητη εγκληματική δολερή γραμμή, που πίσω της τραβούσε τις κουρτίνες για να φανεί το πρόσωπο που έστεκε ως δημιουργός και εκτελεστής. Ο Δημήτρης Ερμόλαος.


Οι τελευταίες αποκαλύψεις με το φλασάκι του Αναγνωστίδη ξεκλείδωσαν πλέον όλα τα όπλα στα χέρια της υπεράσπισης της Βαλεντίνης και του Αργύρη. Ο Ισίδωρος Διοφάντους, στο δικό του “στρατηγείο” ρύθμιζε και τις τελευταίες λεπτομέρειες της τελικής του επίθεσης. Ήταν τώρα πλέον σίγουρος ότι δεν υπήρχε κάτι να σταθεί εμπόδιο στην αλήθεια και την κατάρρευση των κατηγοριών.


Συνεργάστηκε με την Αριάδνη Μέρκου, μαζί έγραψαν το δικό της υπόμνημα-κατάθεση. Το ίδιο έγινε και από την πλευρά του Τάσου Μαρκαντωνάκη. Και οι δυο τους έθεσαν τον εαυτό τους στη διάθεση του ποινικολόγου και παράλληλα του εισαγγελέα. Ακολούθησαν αναλυτικά τα συγκλονιστικά στοιχεία που περιείχε το αρχείο του δολοφονημένου Αναγνωστίδη. Όλα ήταν έτοιμα λοιπόν. Ορίστηκε άμεσα και με επείγοντα χαρακτήρα η συνάντηση με τον εισαγγελέα. Ήταν μια μεγάλη στιγμή. Την περίμεναν όλοι στο αρχοντικό. Έδωσαν έναν σκληρό αγώνα, που τους εξώθησε στα όριά τους, που δοκίμασε αντοχές και συναισθήματα.


Ο Διοφάντους έφυγε με τα στοιχεία ανά χείρας και τον Ζήση συνοδεία. Οι δημοσιογράφοι είχαν ενημερωθεί και όλα ήταν στο πόδι. Ο ποινικολόγος πέρασε την πόρτα του δικαστικού μεγάρου το πρωί και στη συνέχεια του εισαγγελέα, που τον περίμενε στο γραφείο του.


“Καλώς ήλθατε κ. Διοφάντους. Τελευταία σας βλέπουμε συχνά. Ήσασταν πολύ πιεστικός στο επείγον του αιτήματός σας για ακρόαση. Ορίστε λοιπόν! Ελπίζω να μη με επισκέπτεστε με δημοσιογραφικές εντυπώσεις…”

“Κατανοώ και σέβομαι το χρόνο σας κ. Εισαγγελέα. Σήμερα όμως ήρθα με κάτι πολύ βαρύ και σαφές”

“Σας ακούω λοιπόν…”

Ο Διοφάντους άνοιξε το χαρτοφύλακά του, έβγαλε τα δέοντα έγγραφά του:

“Εδώ έχω ένα υπόμνημα κατάθεσης από την κ. Αριάδνη Μέρκου, οικιακή βοηθό στο αρχοντικό των Καψήδων. Αναφέρει στο πώς η ίδια εκβιάστηκε για να υποκλέψει από την κατηγορούμενη το φουλάρι της, το οποίο ως αποδεικτικό υλικό, υπήρχε στη σκηνή του φόνου του Καψή…”

Στη συνέχεια του παρέδωσε και του ανέφερε την κατάθεση του Μαρκαντωνάκη για τις συνθήκες φόνου του Νίκου Διονυσίου. Ο εισαγγελέας ήταν έκπληκτος, ο Διοφάντους μπήκε στην τελική ευθεία:

“Εδώ σας φέρνω τις λέξεις ενός νεκρού! Του Γεράσιμου Αναγνωστίδη…” έβγαλε το φλασάκι όπως και εκτυπωμένο το αρχείο.

“Τι λέτε;” κατάφερε να αρθρώσει ο εισαγγελέας.

“Ο Αναγνωστίδης, λίγες ώρες πριν τη συνάντησή του μαζί μου, την οποία και ζήτησε, κατέγραψε σε αυτό το αρχείο τα πάντα! Τεσσάρων χρόνων προμελέτη, κακουργήματα κατά συρροή, κίνητρα, μέθοδοι, δολοφονίες…”

“Πώς βρέθηκε στα χέρια σας αυτό κ. Διοφάντους;”

“Το πρόσωπο που μού το παρέδωσε, θα καταθέσει ενόρκως, στενός φίλος του νεκρού και ….τέλος, ένα ακόμα φλασάκι αν και είναι περιττό στην αποδεικτική διαδικασία, που αποκαλύπτει τη στενή σχέση του Αναγνωστίδη με τον ιθύνοντα νου όλων των παραπάνω”

“Και ποιος είναι αυτός;”

“Ο Δημήτριος Ερμόλαος, κύριε Εισαγγελέα!”


Ο τελευταίος πετάχτηκε όρθιος, εμφανώς σε σοκ.

“Τι λέτε τώρα, έχετε επίγνωση όσων λέτε;” 

“Όλα τα αποδεικτικά στοιχεία είναι μπροστά σας, όπως επίσης και οι μάρτυρες, οι οποίοι θα καταθέσουν ενόρκως. Μάλιστα θα προτείνω να μπουν στην ειδική διαδικασία προστασίας μαρτύρων”

Ο εισαγγελέας ταλαντεύτηκε. Ο Διοφάντους είναι καταπέλτης:

“Κύριε εισαγγελέα, δεν ζητώ χάρη. Ζητώ προστασία για τους ανθρώπους που έμειναν πίσω ζωντανοί και μιλούν αναλαμβάνοντας την ευθύνη. Ζητώ το αυτονόητο: να προχωρήσετε άμεσε σε προκαταρκτική εξέταση για τον κ. Δημήτριο Ερμόλαο”

“Δεν έχετε απόδειξη φυσικής εμπλοκής, τα στοιχεία είναι ενδεικτικά και όχι αποδεικτικά”

“Δείτε τα στοιχεία αναλυτικά κ. Εισαγγελέα και θα επανέλθουμε επ’ αυτού αν είναι ενδεικτικά. Εμείς θα προχωρήσουμε σε ευθεία κατά νόμο καταγγελία του”

“Θα μου δώσετε χρόνο για όλα αυτά”

“Φυσικά κ. Εισαγγελέα. Όμως, αν αύριο έχουμε ακόμα μια δολοφονία, το ερώτημα δεν θα είναι γιατί δεν μίλησαν πριν όλοι αυτοί. Το ερώτημα θα είναι: Τι έκανε ο εισαγγελέας όταν έλαβε τα στοιχεία. Το υλικό θα δοθεί στον τύπο”

Ο Εισαγγελέας κοκκίνισε από θυμό.

“Με εκβιάζετε! Είναι ανήκουστο και παράνομο! Δεν το περίμενα αυτό από εσάς κ. Διοφάντους”

“Κύριε εισαγγελέα, δεν είμαστε αντίπαλοι. Είμαστε συνεργάτες για την αλήθεια. Και αυτή θα πιστωθεί και στις δικές σας ενέργειες…”


Εκείνος σιώπησε για λίγο. Μέσα του στάθμιζε τις ραγδαίες εξελίξεις. Κάλεσε τη γραμματέα του.

“Κυρία Ραφαηλίδου, σάς παρακαλώ καλέστε μου τον ανακριτή, θέλω μια συνάντηση άμεσα μαζί του”

Γύρισε προς τον Διοφάντους, με τόνο βαρύ και αργό:

“Θα διαβιβάσω άμεσα τα στοιχεία. Ειδοποιείστε τους μάρτυρές σας, θα τους δω το απόγευμα. Ναι, έχετε δίκιο…”


Ο Διοφάντους βγαίνει από το γραφείο του εισαγγελέα συγκρατημένος αλλά αισιόδοξος. Ο Ζήσης τον περιμένει με αγωνία. Μέσα του έχει ένα αίσθημα ανακούφισης.

“Ο κύβος ερρίφθη, Ζήση!”

Βγήκαν στα σκαλιά του μεγάρου. Μπροστά τους γινόταν χαμός με μικρόφωνα και κάμερες.


Την ίδια ώρα στο γραφείο του Δημήτρη Ερμόλαου.

Μια από τις δύο κοπέλες στο γραφείο του χτύπησε την πόρτα. Δεν άκουσε απάντηση, άνοιξε την πόρτα χωρίς να περιμένει. Εκείνος ήταν στο γραφείο σκυθρωπός. Τον είδε και τρόμαξε.

“Έχετε κάτι; Είστε κατάχλωμος”

“Τι θέλεις Δήμητρα;” ρώτησε κατάκοπος.

“Με πήρε τηλέφωνο η φίλη μου απ’ την εισαγγελία. Έγινε λέει χαμός. Ο Διοφάντους πήγε στον εισαγγελέα με σειρά αποδείξεων και καταθέσεις μαρτύρων. Οι δημοσιογράφοι και τα κανάλια βοούν. Κύριε Ερμόλαε…”

“Λέγε Δήμητρα, μη διστάζεις…”

“Μιλούν για σας… λένε ότι…”

“Εντάξει Δήμητρα, σε ευχαριστώ… φύγε τώρα”

“Θέλετε τίποτα, να κάνουμε κάτι;”

“Φύγε Δήμητρα είπα, φύγε!”


Η κοπέλα έκλεισε την πόρτα φοβισμένη. Πίσω της έμεινε μια αλλιώτικη φιγούρα στο γραφείο. Στα χείλη της είχε σχηματιστεί ένα αφύσικο χαμόγελο με συσπάσεις προσώπου σαν χαρακιές.

“Κοράκια, μάνα! ...κοράκια… μύρισαν αίμα… αλλά δεν με ξέρουν καλά, έτσι δεν είναι;”

Συνεχίζεται...

Σάββατο 7 Ιουνίου 2025

""Το Αρχοντικό της σιωπής" / Κεφ. 17 (Συμμετοχή στο δρώμενο: "Μια Ιδέα-Μια Έμπνευση #3)

  "Το Αρχοντικό της Σιωπής"


Δείτε τα προηγούμενα

Κεφάλαιο 1ο

Κεφάλαιο 2ο

Κεφάλαιο 3ο

Κεφάλαιο 4ο

Κεφάλαιο 5ο

Κεφάλαιο 6ο

Κεφάλαιο 7ο

Κεφάλαιο 8ο

Κεφάλαιο 9

Κεφάλαιο 10ο

Κεφάλαιο 11ο

Κεφαλαιο 12ο

Κεφάλαιο 13ο

Κεφάλαιο 14ο

Κεφάλαιο 15ο

Κεφάλαιο 16ο


Σύνδεση με το προηγούμενο:  Ο Μάκης Αναγνωστίδης, συνεργός του Ερμόλαου, πιέζει αφόρητα την Αριάδνη να κρατήσει το στόμα της κλειστό, απειλώντας την ευθέως με την τύχη του γιου της.

Η οικογένεια αποφασίζει να σταθεί δίπλα στην Αριάδνη, να την συμπονέσει και ει δυνατόν να την στηρίξει απέναντι στους ωμούς εκβιασμούς του Αναγνωστίδη. Η συμπεριφορά αυτή οδηγεί τη γυναίκα να αναθεωρήσει τη στάση της και να αποφασίσει να πει την αλήθεια για το ρόλο της στην υποκλοπή του φουλαριού.

Στο μεταξύ, ο Διοφάντους ξεκινά τον πόλεμο πίεσης κατά του Ερμόλαου, με αναφορές στον τύπο και συνεντεύξεις, προκαλώντας σταδιακά την όξυνση του εκνευρισμού του.

Σοβαρή, εν τω μεταξύ, είναι και η ανησυχία των Ιταλών επενδυτών επίδοξων αγοραστών του αρχοντικού. Η αμφισβήτηση πλέον στο πρόσωπο του Ερμόλαου είναι πολύ δυνατή. Προμυνήονται εξελίξεις. 




Κεφάλαιο 17ο

Μια σημαντική παρακολούθηση


Ο Σπύρος, εδώ και καιρό, ήταν συνεργάτης στο γραφείο του ποινικολόγου και άνθρωπος για ...ειδικές αποστολές. Είχε καθαρά το προφίλ και τα εφόδια ενός ιδιωτικού ερευνητή και η συνεισφορά του σε δύσκολες στιγμές των υποθέσεων ήταν αποφασιστική. 

“Μετά τη συνέντευξη νομίζω ότι θα έχουμε κινήσεις. Αυτό που πρέπει να ελέγξουμε είναι για ποιον δουλεύει ο εκλεκτός κύριος Μάκης, οπότε Σπύρο μου να είσαι έτοιμος”

“Είμαι ήδη κύριε Ισίδωρε, έχω ...κλειδώσει το ...στόχο μας”, αποκρίθηκε με το χιούμορ, που ήταν αναγκαίο για να ελαφρύνει λίγο την κατάσταση.


Το απόγευμα ήταν πολύ ζεστό σε συνέχεια της ήδη καυτής ημέρας. Η κίνηση είχε αραιώσει καθώς η ώρα δεν προσφέρονταν για πολλές μετακινήσεις. Το ίδιο συνέβαινε και στη μαρίνα του λιμανιού. Ο Δημήτρης Ερμόλαος κοίταξε το ρολόι του. Η ώρα είχε περάσει λίγο τις πέντε. Είχε διώξει το πλήρωμα στο σκάφος και είχε μείνει μόνος. Εκεί ήταν το στρατηγείο του. Ο δικός του προσωπικός χώρος. Ο πρωινός του εκνευρισμός και οι εκρήξεις του είχαν αφήσει έντονα πλέον τα σημάδια επάνω του. Όλες αυτές τις ώρες προσπαθούσε να μαζέψει το μυαλό του, να συντονιστεί, να οργανωθεί για τις επόμενες κινήσεις του. Η συνέντευξη του Διοφάντους τού είχε προκαλέσει ένα σοκ. Είχε μιλήσει με το διευθυντή του ιδρύματος στο κέντρο βρεφών και σε απειλητικό τόνο του ζήτησε εξηγήσεις για να πάρει την απάντηση ότι ο άνθρωπος εκείνος δεν είχε μιλήσει απολύτως σε κανέναν.

“Για τη διαρροή να ψάξεις στο δικό σου κύκλο, Ερμόλαε! Αρκετά! Σε έχω στηρίξει όλον αυτόν τον καιρό με τρόπους, που μπορεί να βάλουν και μένα σε κίνδυνο. Και δεν είμαι διατεθειμένος να χάσω τη δουλειά μου…”

Θράσος! Έφτασαν στο σημείο, κάποιοι χαρτογιακάδες, καθώς περιφρονητικά τους έλεγε, να του μιλούν τόσο απροκάλυπτα. Σκέφτονταν με θλίψη και οργή πώς μπορεί να έφτασαν τα πράγματα ως εδώ. Δεν θα τα άφηνε όμως έτσι. Δεν τον ήξεραν καλά.

“Ανθρωπάκια…. Μού σηκώσατε κεφάλι!” ψιθύριζε μέσα του.


Τις σκέψεις του διέκοψε η είσοδος στο σκάφος του άντρα που περίμενε. 

Ο Μάκης Αναγνωστίδης μπήκε μέσα, με την άδειά του.

“Κλείσε την πόρτα και κάτσε”, του είπε “… ελπίζω να είχες το νου σου στο δρόμο, μη μας βρουν κι άλλα…”

Ο Ερμόλαος ήταν επιθετικός προς το Μάκη, κάτι που δεν πέρασε απαρατήρητο από τον ίδιο και του προκάλεσε μεγάλη δυσφορία.

“Τι συμβαίνει και είσαι έτσι;”, του είπε

“Έλα ντε… τι να συμβαίνει; Τον είδες το λεγάμενο στην τηλεόραση;”

“Αν εννοείς το δικηγόρο ναι, μου το είπαν στο μαγαζί και το είδα μετά στο ιντερνετ…”


Ο Ερμόλαος χτύπησε το χέρι του στο τραπέζι.

“Πώς το έμαθε, μού λες; Πώς έμαθε για μένα;”

“Πού θες να το ξέρω;” 

“Σού είπα να κρατάς το στόμα σου κλειστό! Ξέρεις τι σημαίνει να καταρρεύσει η επένδυση; Μας περιμένει η καταστροφή μετά. Ξέρεις τι έχω κάνει για να φτάσουμε εδώ;”

Ο Μάκης ενοχλήθηκε

“Το δικό μου το στόμα είναι μουγκό και σφραγισμένο, και στο έχω αποδείξει εδώ και χρόνια. Άλλα στόματα πρέπει να φοβάσαι, κατάλαβες;”

“Τι σημαίνει αυτό;”

“Σημαίνει ότι αυτή η υπηρέτριά τους, η Αριάδνη, που τη βάλαμε να πάρει το φουλάρι, κάνει νερά!”

“Πώς το ξέρεις αυτό; Τι είναι αυτό πάλι, καινούργιο;”

“Ήρθε στο μαγαζί και μού τα μάσαγε… μετά ήρθε και ο δικηγόρος και άρχισε τις ερωτήσεις για την κατάθεσή μου…”

“Τι έκανες;”

“Τον έδιωξα, τι ήθελες να κάνω αλλά κοίτα… το πράγμα έχει παρατραβήξει… η υπηρέτρια μπορεί να μιλήσει και εγώ δεν είμαι για φυλακή…”

Ο Ερμόλαος τον άρπαξε απ’ το γιακά:

“Μη μου κάνεις εμένα τον άγιο, Μάκη! Κάποιοι καθάρισαν και κάποιοι κονόμησαν, δεν σε παίρνει για φευγάλα”

“Πάρε τα χέρια σου από πάνω μου… δεν είμαι εγώ το πρόβλημα… εγώ έχω τα χέρια μου καθαρά!…”

Ο Ερμόλαος κάγχασε.

“Τι έχεις είπες Μάκη; Βρε τι ακούμε μεσημεριάτικα, ο κύριος Μάκης, ο κήρυκας της ...ηθικής!”

“Δεν είναι ώρα για τσακωμούς Δημήτρη, φρόντισε μη βρεθούμε μπλεγμένοι”



Ο Σπύρος είχε από νωρίς το μεσημέρι  εγκατασταθεί γύρω από το μαγαζί του Αναγνωστίδη. Προσπαθούσε να ελέγχει τις κινήσεις του και όταν ο Μάκης το έκλεισε και μπήκε στο αυτοκίνητό του προχωρημένες τέσσερις το μεσημέρι, ξεκίνησε να τον ακολουθεί με το γνωστό του τρόπο. Δίπλα στα χέρια του η φωτογραφική του μηχανή. Ακολούθησε το Μάκη στη διαδρομή του προς το λιμάνι και τον είδε που μπήκε στη μαρίνα. Στάθηκε τόσο μακριά του όσο να μην μπορεί να δώσει στόχο. Στο μεταξύ η ροή των φωτογραφικών λήψεων είχε αρχίσει. Κατέβηκε και εκείνος από το αυτοκίνητο, που στάθμευσε σε κάποιο άλλο χώρο και παρακολουθούσε διακριτικά. Ευτυχώς η ώρα εκείνη, με τον ήλιο να καίει, κρατούσε μακριά αδιάκριτα μάτια και πολυκοσμία. Τον είδε που μπήκε στο σκάφος που ήταν δεμένο στη μαρίνα. Πήρε και την τελευταία φωτογραφία της εισόδου του σε αυτήν. Τα καλά κλεισμένα στόρια του σκάφους εμπόδιζαν κάθε θέα. Ο Σπύρος έβγαλε σε μια γωνιά, από το σακίδιό του το μικρό και θαυματουργό του drone. Έριξε μια ματιά για τυχόν λιμενικούς ή παρείσακτους και το ενεργοποίησε σε απόσταση από το σκάφος, ενεργοποιώντας ταυτόχρονα και τη λειτουργία του βίντεο. Το drone ανέβηκε σε ικανό ύψος και άρχισε μερικές πτήσεις πάνω από το σκάφος. Δεν ήθελε να δώσει άλλο στόχο και το κατέβασε. Περίμενε ακόμα λίγο την έκβαση της επίσκεψης του Μάκη. Πρέπει να μην πέρασε παραπάνω από ώρα και αυτός βγήκε. Μια ακόμα φωτογραφία μπήκε στη συλλογή του. Ο άνθρωπος που ήταν μέσα στο σκάφος δεν βγήκε καν έξω. Ο Αναγνωστίδης έφυγε με γρήγορα βήμα και νευρικές κινήσεις ίσως σημάδι εκνευρισμού. 


Ο Σπύρος περίμενε λίγο ακόμα. Τα στόρια στο σκάφος εξακολουθούσαν να μένουν κλειστά. Κατάλαβε ότι κινδύνευε να εκτεθεί με την περαιτέρω παραμονή του στο σημείο αυτό και αποφάσισε να πάρει το δρόμο της επιστροφής. Με τον Διοφάντους θα αξιολογούσαν τις όποιες λήψεις του.


Μια ταυτοποίηση και ένας απολογισμός


Ο Σπύρος έφυγε γραμμή για το αρχοντικό. Τον περίμεναν με αγωνία. Τους ενημέρωσε αναλυτικά για τα συμβάντα και όλοι περίμεναν τα αποτελέσματα των φωτογραφιών. Τα καρέ εκτυπώθηκαν. Δεν παρουσίασαν τίποτα διαφορετικό παρά την επίσκεψη του Αναγνωστίδη στο σκάφος.

“Το πουλάκι μου έφτασε!” σχολίασε ο Διοφάντους στη θέα των φωτογραφιών.

“Δεν έχουμε καθόλου το πρόσωπο που επισκέφτηκε όμως. Και τα βίντεο από το drone μάς δείχνει μόνο το σκάφος…”, σχολίασε ο Σπύρος.

“Ναι αλλά μάς δείχνει κάτι άλλο!”, απάντησε ο Διοφάντους, “...το όνομα του σκάφους και τον αριθμό του”

Γύρισε αμέσως προς το Ζήση:

“ΑΝΝΑ-ΜΑΡΙ, Νηολόγιο Πειραιά 34290. Μάθε σε παρακαλώ το όνομα του ιδιοκτήτη του σκάφους, Ζήση”

“Ναι αλλά αυτό δεν λέει τίποτα, μπορεί να είναι νοικιασμένο ή κάποιου τρίτου” σχολίασε η Βαλεντίνη που ήταν ήδη εκεί κοντά τους.

“Πιθανόν...αλλά αξίζει να δούμε” απάντησε ο Διοφάντους.


Είχαν μαζευτεί πλέον όλοι μαζί στο δωμάτιο του αρχοντικού, που είχαν παραχωρήσει στο Διοφάντους σαν γραφείο. Ήταν μια κρίσιμη στιγμή να καταγράψουν και να ανακεφαλαιώσουν τι είχαν μέχρι τώρα.

“Άξιζε η αναζήτηση!” ήρθε μετά στο γραφείο ο Ζήσης με ένα χαμόγελο ως τα αυτιά.

“Τι βρήκες Ζήση;” κρεμάστηκαν από τα χείλη του.

“Το σκάφος είναι ιδιοκτησίας Δημήτρη Ερμόλαου…”

“Μπίνγκο!” φώναξε ο Ισίδωρος μαζί με τους άλλους για να συνεχίσει…

“Το παζλ συμπληρώνεται όλο και πιο πλήρες...αγαπητοί!”

Η Βαλεντίνη με βλέμμα απλανές σχολίασε δυνατά.

“Ο Δημήτρης Ερμόλαος, ο νόθος γιος του Στέφανου Καψή, επίδοξος κληρονόμος, είναι ο άμεσος συνεργός του ανθρώπου, που μεθόδευσε την κλοπή του φουλαριού μου, αυτό δηλαδή που βρέθηκε στη σκηνή του φόνου του θείου μου… Θεέ μου… πού οδηγούμαστε;”

“Ολοένα και πιο κοντά στο δολοφόνο, παιδί μου…” απάντησε ο Διοφάντους για να συμπληρώσει ο Αργύρης

“Που δεν ξέρουμε αν είναι το ίδιο πρόσωπο που σκότωσε το Διονυσίου…”


Ο Διοφάντους ακούστηκε με φωνή αποφασιστική:

Πάμε να κάνουμε μια ανακεφαλαίωση και να καταγράψουμε τι έχουμε. Όπου κάνω λάθος, σάς παρακαλώ διορθώστε με. Πήρε στα χέρια του έναν λευκό πίνακα και ένα μαρκαδόρο. Κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. Είχαν την εντύπωση ότι βρίσκονταν σε συνεδρίαση της εγκληματολογικής υπηρεσίας. Ξεκίνησε να μιλάει και να σημειώνει:

“1. Ο Δημήτρης Ερμόλαος είναι νόθος γιος του Στέφανου Καψή. Συνεπώς είναι συγκληρονόμος της περιουσίας, τότε και μόνο τότε αν αποκαλύψει αυτήν του την ιδιότητα, μαζί σου Βαλεντίνη και με το θείο σου, Ανδρέα Καψή.

2.  Κίνητρό του η εκδίκηση αλλά η οικονομική επικαρπία της περιουσίας. 

3. Το 2021 στήνεται ένα τροχαίο, που δεν είναι ατύχημα αλλά δολοφονική απόπειρα. Στόχος η εξόντωση του ενός κληρονόμου. Δεν γνωρίζουμε τον ενορχηστρωτή απλά τον φωτογραφίζει η περιρρέουσα ατμόσφαιρα. Η απόπειρα αποτυγχάνει και το αγκάθι για τον αυτουργό παραμένει.

4. Μένει ο δεύτερος κληρονόμος, Ανδρέας Καψής. Ο Ερμόλαος τον προσεταιρίζεται, γίνεται συνεργάτης του και αποκτά τον πλήρη, από τα μέσα, έλεγχο των κινήσεών του.

5. Εμφανίζεται η διαθήκη, η οποία ανατρέπει τα πάντα και για τον Ανδρέα Καψή και για τον Ερμόλαο, ως κληρονόμο. Πυροδοτεί την έκρηξη του θείου σου, απέναντί σου, Βαλεντίνη για να τον εκθέσει δημόσια.

6. Εμφανίζεται νέος απρόσμενος παράγοντας. Ο Νίκος Διονυσίου, ο οδηγός του αυτοκινήτου που σε χτύπησε. Δολοφονείται προφανώς γιατί ή εκβιάζει ή λυγίζει και θέλει να μιλήσει. Δεν γνωρίζουμε το δολοφόνο.

7. Δολοφονείται ο Ανδρέας Καψής και παγιδεύεται η Βαλεντίνη. Με την κίνηση αυτή επιδιώκεται η εξόντωση των δύο κληρονόμων με φυσικό και νομικό τρόπο για να καρπωθεί ο τρίτος κληρονόμος, ο Ερμόλαος. Η ενοχοποίηση του Αργύρη προκύπτει από την ανάμιξή του στην υπόθεση εκ των υστέρων.

8. Η Βαλεντίνη ενοχοποιείται με το φουλάρι. Υπάρχει ο Μάκης Αναγνωστίδης, άμεσος συνεργός και η Αριάδνη, που χειραγωγείται και γίνεται εργαλείο τους.

-Παρένθεση μπαίνει η υπόθεση της ομολογίας του Ιάκωβου, η οποία προκάλεσε πρόσθετο πονοκέφαλο στον Ερμόλαο αλλά το χειρίστηκε καλά.

9. Η μελλοντική κατάθεση της Αριάδνης, γκρεμίζει την κατηγορία κατά της Βαλεντίνης.

10. Πρέπει πάσει θυσία να κρατήσουμε μακριά την Αριάδνη προς το παρόν αλλιώς αν την στοχοποιήσει κινδυνεύει άμεσα και μαζί μ’ αυτήν και η αλήθεια. 

11. Έχουμε ανοιχτή την κατηγορία κατά του Αργύρη.

12. Άμεσος συνεργάτης του Μάκη Αναγνωστίδη είναι ο Ερμόλαος, συνεπώς και ο ιθύνων νους.

13. Σε όλα αυτά να σημειώσουμε ότι υπάρχει και μια Ιταλική εταιρεία, με τον Καψή άμεσο συνεργάτη τους, η οποία έχει έννομο συμφέρον από την νομή της περιουσίας. Άρα δεν είναι αδιάφορη για τη διάδοχη κατάσταση. Πιθανά ο Ερμόλαος να είναι ο νέος κρίκος τους με την επένδυση, που θα έκανε ο Ανδρέας.

Ακούω ερωτήσεις…”


Πήραν βαθιά ανάσα όλοι. 

“Μήπως πρέπει να επισκεφτείς τον εισαγγελέα, Ισίδωρε;” ρώτησε ο Γιώργος. 

“Σωστή ερώτηση. Σκέφτομαι το εξής. Δεν έχω κινηθεί ακόμα θεσμικά γιατί δεν έχω αποδείξεις για την απόπειρα φόνου κατά της Βαλεντίνης και τις άλλες δολοφονίες. Λειτουργούμε εξωθεσμικά, ίσως ...πειρατικά γιατί θέλω να πιεστεί στα άκρα ο Ερμόλαος. Θέλω, αν είναι δυνατόν, να φτάσει ο ίδιος σε άμεση ή έμμεση παραδοχή…”

“Έχει κινδύνους όμως αυτό, ναι;” παρενέβη ο Αργύρης.

“Το ξέρω αλλά κρατάμε στα χέρια μας ακλόνητα χαρτιά…”

Κάπου εκεί ακούστηκε η φωνή της Ελένης. Εξαντλημένη, ελαφρά αδύνατη  και λυπημένη:

“Δεν γνωρίζουμε όμως την αντίδραση του ...ετεροθαλή αδελφού μου!”


Την κοίταξαν όλοι με προσοχή. Η Ελένη συνέχισε με ομιλία αργή. Η συναισθηματική της ένταση ήταν φανερή.

“Ο άνθρωπος αυτός, ο Ερμόλαος, τι ξέρουμε γι αυτόν; Αυτό που δείχνει ή κάτι άλλο που είναι. Ή ακόμα περισσότερο αυτό που αναμοχλεύεται μέσα του… Ο άνθρωπος αυτός είναι παιδί του πατέρα  μου! Παιδί μιας βασανισμένης γυναίκας που πετάχτηκε στη λήθη. Έχουμε το ίδιο αίμα… είναι αδελφός μου… Όμως είναι και ένα τέρας! Πώς έφτασε στο σημείο να σχεδιάσει τη δολοφονία της ίδιας του της ανιψιάς; Και του ετεροθαλούς αδελφού του!…”

“Μητέρα, ίσως…” μπήκε ανάμεσα η Βαλεντίνη.

“Όχι κόρη μου, μην κρυβόμαστε! Δεν μπορεί να είναι άλλος πίσω από όλα αυτά παρά εκείνος! Μην παίζουμε κρυφτό με την αλήθεια. Δεν τη βλέπετε; Έρχεται, είναι μπροστά μας, θα σκάσει στα μούτρα μας. Είναι στιγμές που με ακυρώνει σαν άνθρωπο αυτή του η προσωπικότητα. Και φυσικά τον φοβάμαι! Ναι τον φοβάμαι! Μπορεί, Ισίδωρε να θες να τον στριμώξεις, το έχεις ήδη κάνει αλλά εγώ αυτήν του την αντίδραση, τη φοβάμαι…”

“Κυρά μου, δεν μπορούμε να κάνουμε κάτι άλλο”, συνηγόρησε ο Ιάκωβος.

“Το ξέρω, το ξέρω, μη με συνερίζεστε… συνεχίζουμε, θα πάμε ως το τέλος, πρέπει να πάμε ως εκεί. Μια κάθαρση για το σπιτικό μας και τους ανθρώπους του”


Μεσολάβησε ένα μικρό κενό σιωπής, ύστερα ακούστηκε ο Αργύρης:

“Τι έχεις κατά νου για επόμενο βήμα, Ισίδωρε;”

“Έχω μια έκπληξη και μια πληροφορία να δώσω. Ζήση θέλω να βρεις τους εκπροσώπους της Ιταλικής εταιρείας εδώ στο νησί, πού μπορούμε να τους δούμε και εσύ Σπύρο ετοιμάσου για μια ακόμα δουλειά.


Υλικό που καίει


Περίμενε εναγωνίως το Σαββατοκύριακο να χαλαρώσει. Το είχε απόλυτη ανάγκη. Μετά τα τελευταία γεγονότα, την ένταση με τον Αναγνωστίδη, το ρευστό της στάσης εκείνης της υπηρέτριας, του είχαν δημιουργήσει μια μόνιμη σκιά μιας συνεχούς αβεβαιότητας και απειλής. Ένιωθε αόρατα κάτι να πλέκεται γύρω του, σαν τον ιστό της αράχνης αλλά δεν ήξερε πλέον τι πρωτοβουλίες να πάρει. 


Επέλεξε να μείνει αυτό το διήμερο στο μικρό του ησυχαστήριο, ίσως και στρατηγείο, στο σκάφος του. Η μέρα, απόλυτα καλοκαιρινή, με τη ζέστη να ξεκινά νωρίς το πρωί. 

“Θα καούμε σήμερα”, σχολίασε στον ναύτη, που μόλις έφευγε από το σκάφος, έχοντας κάνει τις αναγκαίες συντηρήσεις και εφοδιασμούς.

“Κύριε Δημήτρη, αν με χρειαστείτε, ξέρετε πού θα με βρείτε…” τον αποχαιρέτισε και κατέβηκε. Έμεινε μόνος, ήθελε να μείνει μόνος. Όμως η επερχόμενη κάψα της μέρας, δεν μπορούσε να υπολογίσει σε ποια ύψη θα έφτανε σε λίγο.


“Κύριε Ερμόλαε!” ο νεαρός του σκάφους φάνηκε ξανά, στα χέρια του κρατούσε ένα φάκελο.

“Τι συμβαίνει, τι είναι αυτό;” 

“Ένας νεαρός κύριος το άφησε να σάς το παραδώσω, για σάς”.

Οι σφυγμοί του Ερμόλαου ανέβηκαν απότομα, το ψηλάφησε και έδιωξε τον νεαρό. Έριξε μια διερευνητική ματιά έξω από το σκάφος και κλείστηκε στο εσωτερικό του. Κατέβασε τα στόρια και έκατσε στο μικρό χώρο. Άνοιξε το φάκελο. Δυο πράγματα στο περιεχόμενό του, δυο πράγματα, που έκαναν την ανάσα του να κοπεί στη μέση.


Ένα φλασάκι USB και ένα μικρό σημείωμα, φτιαγμένο με κομμένες λέξεις από περιοδικά. Ξεδίπλωσε με τα χέρια του να τρέμουν ελαφρά το σημείωμα, διάβασε αργά και προσεκτικά:

“Ξέρουμε ποιος μπήκε στο σκάφος και ποιος το κυβερνάει”

Το χέρι του άρχισε να τρέμει περισσότερο. Παραμέρισε το σημείωμα και πήρε το φλασάκι. Έφερε το λαπτοπ και ξεκίνησε να το εξερευνά. Πάγωσε! Φωτογραφίες, πολλές φωτογραφίες. Ο Μάκης Αναγνωστίδης. Από διάφορες γωνίες. Την στιγμή που μπαίνει και βγαίνει απ’ το σκάφος. Ξεκάθαρα! Με ώρα και ημερομηνία. Και μετά… μια άλλη φωτογραφία, ένα zoom στην πλώρη του σκάφους, ένα zoom γεμάτο νόημα:  “ΑΝΝΑ-ΜΑΡΙ”-Νηολόγιο Πειραιά 34290.


Η φλέβα στον κρόταφό του πάλλεται ανεξέλεγκτα, το χέρι του δεν μπορεί να το ελέγξει. Πατάει νευρικά συνέχεια πότε το back πότε το forward στις φωτογραφίες. Η εικόνα του Αναγνωστίδη δεν επιδέχεται την παραμικρή αμφισβήτηση. Η φωνή του ακούγεται βραχνή με τα δόντια σφιγμένα και πρόσωπο παραμορφωμένο. 

“Στο διάβολο όλοι σας, καθίκια! Όλοι σας ακούτε! Βρυκόλακες που βγήκατε το κυνήγι σας, διψάτε για αίμα ε;”

Σηκώνεται, πετάει ένα τασάκι από μπροστά του για να γίνει χίλια κομμάτια. Πάει στο παράθυρο, δείχνει σαν αγρίμι. Τραβάει λίγο τα στόρια, ίσα να δει λίγο. Βλέπει παντού μάτια απέναντι, ολόγυρα, από ψηλά. Κρατάει το κεφάλι του, επιστρέφει, πληκτρολογεί στο κινητό το τηλέφωνο του Μάκη.

“Πού είσαι;”

…..

“Πάρε το αμάξι και τράβα στο λιμάνι, στο μεγάλο δρόμο προς την Πούντα… ξέρεις….σε μια ώρα εκεί...”


Κάποιοι τρίτοι ενημερώνονται…


Ήταν η στιγμή, που ο Διοφάντους, προχώρησε στην απόπειρα να συναντηθεί με τους εδώ εκπροσώπους της Ιταλικής εταιρείας. Ο Ζήσης είχε βρει διευθύνσεις και ονόματα. Η πλευρά τους ήταν αλήθεια ότι ξαφνιάστηκε αλλά ήταν δεκτική σε μια τέτοια συνάντηση. Έγινε σε κεντρικό ξενοδοχείο της Νάουσας στο νησί. 

Ο Βιττόριο Φράνκι ήταν ένας παραδοσιακά ευγενικός επιχειρηματίας με την αύρα της άριστης αντίληψης των δημοσίων σχέσεων. Με τους συνεργάτες του, δέχτηκαν τον ποινικολόγο και άκουγαν με μεγάλη προσοχή και τη δική του προσέγγιση.


Ο Διοφάντους ήταν μετρημένος στο λόγο και στα επιχειρήματά του:

“Μπορεί να σάς ξαφνιάζει το αίτημά μου να σάς δω. Μας ενώνει ο Ανδρέας Καψής, συγγενείς των ανθρώπων που εκπροσωπώ, διευθυντικό στέλεχος στην εταιρεία σας αλλά και μάς χώρισε, ας το πω έτσι, το ότι δικοί του άνθρωποι βρέθηκαν κατηγορούμενοι για τη δολοφονία του”

Συνέχισε περιεκτικά την ανάλυση των επιχειρημάτων του:

“Είναι σίγουρο ότι έχετε μια ισχυρότατη επενδυτική προσδοκία πάνω στο θέμα αυτό και στην εξέλιξή του. Παρά το ότι εκπροσωπώ την οικογένεια που δεν θέλει να συναινέσει στα σχέδιά σας, οφείλω να πω ότι, στην κυριολεξία, θα προκληθεί σοκ όταν άμεσα έρθει στο φως η αλήθεια. Και η αλήθεια είναι ότι το πρόσωπο, που κρύβεται πίσω από τη δολοφονία του Καψή αλλά και μια σειρά ακόμα βαρύτατων αδικημάτων, ανήκει στον ευρύτερο κύκλο σας…”


Οι Ιταλοί έδειξαν να ξαφνιάζονται αν και ενδόμυχα ήταν, εν μέρει, προετοιμασμένοι. Δεν ήξεραν βέβαια αν ο Διοφάντους μπλόφαρε και έπαιζε το δικό του παιχνίδι. Εξέφρασαν αυτήν τους τη σκέψη, ευθαρσώς και ανοιχτά. 

“Είμαι βέβαιος ότι γνωρίζετε ότι ο Δημήτρης Ερμόλαος, είναι εν δυνάμει κληρονόμος της περιουσίας της οικογένειας Καψή και το σχέδιό του δεν είναι άλλο παρά να ακυρώσει τους δύο άλλους κληρονόμους, τη Βαλεντίνη Βαρθαλίτη, πελάτισσά μου και τον δικό σας τέως άμεσο συνεργάτη, τον Ανδρέα Καψή. Προς το παρόν το έχει καταφέρει. Δεν θα θέλατε όμως να βρεθείτε προ εκπλήξεων. Κινδυνεύετε να βρεθείτε ανάμεσα σε σοβαρότατες κατηγορίες με έμμεση φυσικά ανάμιξη, δεν θεωρώ ότι έχετε την παραμικρή υπαιτιότητα. Θεωρείστε μου αυτήν τη φράση ως ενημέρωση κάλυψης και όχι ως απειλή ή προειδοποίηση. Οι κατηγορίες οδεύουν προς κατάρρευση και οι ανατροπές θα είναι συγκλονιστικές”


Συνεχίστηκε η κουβέντα τους. Η επιφύλαξη σίγουρα δεν έφυγε από την πλευρά των Ιταλών, όμως ο προβληματισμός ήταν σίγουρο ότι μεγάλωσε κατά πολύ. Είχαν και εκείνοι τις πληροφορίες τους και τα δικά τους “μάτια”, δεν άγονταν τυφλοί στην υπόθεση αυτή. Μπόρεσαν να διασταυρώσουν κάποια στοιχεία με τα λεγόμενα του ποινικολόγου. Η συνάντηση τελείωσε σε καλό κλίμα, αναγνώρισης και σεβασμού των θέσεων και των δύο πλευρών.


Συνάντηση κρίσης…


Ο Μάκης Αναγνωστίδης είχε ήδη πάει στο σημείο συνάντησης αρκετά λεπτά νωρίτερα από τον Ερμόλαο. Σε ένα ερημικό μέρος έξω από το λιμάνι της Πούντας, σε ένα παλιό πάρκινγκ. Το τηλεφώνημα του δικηγόρου αλλά κυρίως το ύφος του, τον είχαν ανησυχήσει αλλά συνάμα και νευριάσει πολύ. Τον τελευταίο καιρό, η πίεση που δεχόταν από τον Ερμόλαο, ήταν μεγάλη και κάποιες στιγμές αφόρητη με στοιχεία προσβλητικής συμπεριφοράς. Τον προβλημάτιζε ιδιαίτερα ότι ο άλλοτε κραταιός νομικός παρουσίαζε στοιχεία άναρχης έκρηξης και πανικού. Δεν τον είχε συνηθίσει σε τέτοιες εκρήξεις. 


Το αυτοκίνητο του Ερμόλαου φάνηκε από το βάθος του δρόμου. Πάρκαρε σε διαφορετικό σημείο από το Μάκη. Στα χέρια του κρατούσε το χαρτοφύλακά του. Του έκανε νόημα να πλησιάσει σε ένα πέτρινο παγκάκι σε μια συστάδα δέντρων εκεί κοντά. Ο Μάκης κατάλαβε ότι κάτι σοβαρό συνέβαινε από το άκρως επιθετικό ύφος του “αφεντικού” του. 

“Κάτσε”, τον πρόσταξε. Έβγαλε ένα τάμπλετ από το χαρτοφύλακά του.

“Εδώ κοίτα καλά, άνοιξε τα μάτια σου!”

Ο Αναγνωστίδης είδε την ...παρέλαση των φωτογραφιών με το πρόσωπό του σε ρόλο πρωταγωνιστή. Ένιωσε έντονο φόβο και ανησυχία. Ο Ερμόλαος δεν τον άφησε να πάρει ανάσα:

“Μάς στήσανε! Μάς έχουν στο χέρι! Ξέρουν ότι το σκάφος είναι δικό μου. Ποιος σε ακολούθησε και δεν πήρες χαμπάρι, ρε καθυστερημένε; Λέγε ποιος;” ούρλιαξε στο αυτί του.

“Κανείς, δεν είδα κανέναν, στο είπα και τότε...δεν ξέρω….”

“Και πώς μοστράρει η φάτσα σου στις φωτογραφίες βρε ηλίθιε; Μόνος σου τις πήρες;”

“Πάψε πια να μού φέρεσαι έτσι…”

“Άκου ρε σκουπίδι” τον άρπαξε απ’ τη μούρη ο δικηγόρος, “...σε βρήκα ένα τίποτα πριν χρόνια και έγινες άνθρωπος… Σε γλίτωσα από τους μηνυτές σου, σε γλίτωσα από τους δανειστές σου και μού λες πώς σου φέρομαι; Άκου καλά κακομοίρη! Μη διανοηθείς να ανοίξεις το στόμα σου, θα σε τελειώσω πρώτα εγώ, κατάλαβες; Θα σε βρουν όπως και το Διονυσίου, κατάλαβες; Αν ερωτηθείς ποτέ από την αστυνομία ή τον εισαγγελέα, θα πεις ότι με ήξερες από παλιά. Ήσουν πελάτης μου και τσιμουδιά! Φρόντισε εκείνη την Αριάδνη μην κελαηδήσει γιατί τελειώσαμε οριστικά”


Ο Μάκης έβλεπε μπρος στα μάτια του ένα αφρίζον προσωπείο, που δεν είχε δει ποτέ. Αυτή η μεταστροφή του Ερμόλαου, τον έκανε να παγώσει από το φόβο του. Είχε κάτι το αφύσικο αυτό το βλέμμα του. Προτίμησε να μη μιλήσει, να φανεί συγκαταβατικός αλλά στο βάθος της σκέψης του ήδη έπλαθε τα πρώτα σχέδια να βρει τρόπο να απαγκιστρωθεί. 


Δεύτερες σκέψεις


Εκείνη τη νύχτα ο “βαρύς” Μάκης Αναγνωστίδης, δεν κοιμήθηκε σχεδόν καθόλου. Στη σκέψη του ερχόταν η εικόνα του παραμορφωμένου προσώπου του Ερμόλαου, όπως δεν την είχε δει ποτέ όλα αυτά τα χρόνια, μήτε τότε που τον εκβίασε ανοιχτά ο Διονυσίου. Το ποτό δεν τον βοήθησε να ηρεμήσει. Μάλλον το αντίθετο συνέβη. Όλα αυτά τα χρόνια κύλησαν χωρίς ώριμες σκέψεις από μεριάς του. Είχε βολευτεί στην οικονομική άνεση, που του προσέφερε. Τον είχε απαλλάξει από μηνύσεις σε βάρος του, έλυσε μια μεγάλη σειρά από τα οικονομικά του προβλήματα. Όλα αυτά βέβαια έχοντας γίνει άμεσος συνεργός του. Έζησε από τα μέσα τις δολοπλοκίες του μεγαλοδικηγόρου, βούλιαξε στο βάλτο του, που ο ίδιος έφτιαξε.

Τώρα όμως; Τότε πήγαιναν όλα καλά και ο ακραίος τυχοδιωκτισμός της ζωής του τον οδήγησε στο να γίνει συνεργός. Τι γίνεται όμως τώρα; Ποτέ δεν είχε σκεφτεί ότι όλα αυτά θα γύριζαν σε βάρους τους κάποια στιγμή. Έτσι δυστυχώς συμβαίνει. Οι άνθρωποι της σκοτεινής παρανομίας νομίζουν ότι είναι ανίκητοι, μέχρι η ωμή πραγματικότητα να τους προσγειώσει.


Σηκώθηκε από τον καναπέ σαν κυνηγημένος. Ζούσε μονάχος εδώ και καιρό. Μετά το διαζύγιο με τη γυναίκα του, που βγήκε σε βάρος του. Πάλι καλά που ο Ερμόλαος τον είχε γλιτώσει από την κατηγορία για κακοποίηση. Όλες οι τραγικά λαθεμένες επιλογές της ζωής του άρχισαν να παρελαύνουν μπροστά του. Ένιωθε να πνίγεται. Έψαξε το κινητό του και κάλεσε κάποια επαφή:

“Εγώ είμαι… Συγχώρα με για το ακατάλληλο της ώρας…”

………

“Έχω πρόβλημα… με στριμώχνει… με πνίγει…”

“Σε είχα προειδοποιήσει για αυτόν, δεν με άκουσες…”, του απάντησε ο συνομιλητής του.

“Σε παρακαλώ, πού είσαι; Μπορούμε να μιλήσουμε;” Ο Μάκης το ζητούσε απεγνωσμένα.

“Σε μια ώρα στην παραλία, στο μύλο…”


Βρέθηκαν οι δυο τους μέσα στην προχωρημένη νύχτα στην άκρη της προκυμαίας. Σαν δυο φαντάσματα, που διεκδικούσαν γαλήνη. 

Ο συνομιλητής του ήταν σαφής:

“Δεν με άκουσες Μάκη, στα έλεγα εδώ και χρόνια. Θα σε πάρει μαζί του αυτός ο τύπος. Δεν θα μπορέσεις να ξεκολλήσεις. Να τώρα…”

“Τι λες να κάνω;” ρώτησε με αγωνία.

“Εδώ που έφτασες; Για δες τι επιλογές έχεις; Ο τύπος είναι τελειωμένος, δεν το βλέπεις; Μόνος σου το λες. Άλλωστε σέρνεται και στη πιάτσα ότι τα ψωμιά του είναι μετρημένα. Δυο πράγματα έχεις να κάνεις…”

“Σ’ ακούω…”

“Το ένα είναι να συνεχίσεις κοντά του, να το πως ως το τέλος. Αν δεν κάνει τίποτα άλλο, δεν ξέρω, τότε τον λούζεσαι, Μάκη! Όχι απλά συνεργός. Συναυτουργός! Ελαφρυντικό μηδέν! Άσε που, ο τύπος, δικηγόρος είναι, ξέρει τα κόλπα, θα σε τυλίξει σε μια κόλλα χαρτί και θα σου φορτώσει τα κρίματά του ότι εσύ τα έκανες. Φυλακή, Μάκη, πολλά χρόνια, κακουργήματα, σύσταση συμμορίας! Θα σαπίσεις! Και δεν πιστεύω να περιμένεις να σε στηρίξει;”

Ο Μάκης ίδρωνε και ξεφυσούσε.

“Δεν είμαι εγκληματίας ρε συ! Δεν έφαγα κανέναν…”

“Τότε θα πας να βρεις αυτόν το δικηγόρο των άλλων…”

“Αυτόν που ήρθε και με βρήκε;”

“Ναι και θα δηλώσεις ότι θέλεις να συνεργαστείς με τις αρχές, ότι μετάνιωσες…”

“Θα με φάει ο άλλος!”

“Όταν ήσουν όργανό του, αυτό δεν το σκεφτόσουν. Θα ζητήσεις να μπεις σε διαδικασία μάρτυρα σε προστασία και θα τα πεις όλα, ακούς; Όλα!”

“Φυλακή…”

“Τη φυλακή δεν τη γλιτώνεις Μάκη και πρέπει να καταλάβεις ότι θα πληρώσεις το τίμημα από τις επιλογές σου. Άλλο φυλακή για σειρά κακουργημάτων και άλλο μεταμέλεια και συνεργασία…”

“Να εμπιστευτώ δηλαδή τον τύπο αυτόν;”

“Ναι, άλλωστε σε έχει ανάγκη, χρειάζεται άμεσα την κατάθεσή σου”


Ο Μάκης έδειχνε να λυγίζει. Έπιασε το κεφάλι του με τα χέρια του. Ο φίλος του από δίπλα, τον έπιασε από τους ώμους.

“Μάκη, στη ζωή τις δεύτερες ευκαιρίες, τις αρπάζεις. Δεν έχεις άλλη επιλογή. Τουλάχιστον ρε να νιώσεις και μια συγχώρεση!”


Ο Μάκης Αναγνωστίδης έφυγε εκείνη τη νύχτα από αυτή τη συνάντηση προσπαθώντας να μαζέψει τα κομμάτια της ζωής του. Όλη του η διαδρομή ένας βαρύς τόμος βιβλίου, που κλείνει με δύναμη πέφτοντας στο κεφάλι του. Η μορφή εκείνου του σκληρού ανθρώπου, φάνταζε μέσα στη νύχτα ηττημένη αλλά ίσως πιο ανθρώπινη. Το δίλημμά τον είχε διαλύσει.

Συνεχίζεται...