H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2022

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 19η δημοσίευση

 "Τα δώρα της Αρμονίας"


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7












Στη 18η δημοσίευση, παρακολουθήσαμε τον Αμφιάραο να προσπαθεί να προσεταιρισθεί το μεγάλο του γιο, τον Αλκμαίωνα, σε σχέση με τη διαφαινόμενη σύγκρουσή του με τη γυναίκα του, Εριφύλη. Η προσπάθεια μάλιστα αυτή φτάνει στα όρια να διαβάλλει ευθέως τη σύζυγό του στα μάτια του παιδιού του.
Η Εριφύλη, ζει την πίεση και το άγχος του να αποφασίσει εκείνη για την τύχη της εκστρατείας στη Θήβα. Η σκέψη της τυλίγεται στις μνήμες της ζωής της, που ξεκινούν απ' τη δολοφονία του πατέρα της από το σημερινό της σύζυγο, τη φυγή τους απ' το Άργος και τον αναγκαστικό της γάμο, που έγινε ως "δώρο" για τη συμφιλίωση του Αμφιάραου με τον αδελφό της Άδραστο.
Στο μεταξύ, στην αυλή του βασιλιά όλοι περιμένουν με αγωνία την απόφασή της ενώ την ίδια στιγμή ο Πολυνείκης αποφασίζει να κάνει το κρίσιμο βήμα. Καλεί την Εριφύλη σε συνάντηση και της προσφέρει το μεγάλο περιδέραιο της Αρμονίας, δώρο απ' το γάμο της. Η συγκίνηση που προκαλεί στην Εριφύλη αλλά και οι παράξενες δυνάμεις του περιδέραιου την οδηγούν σε άμεση ρήξη με το σύζυγό της αλλά και την οριστική της απόφαση να στηρίξει την εκστρατεία των Επτά στη Θήβα.

Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Σήμερα η αγαπημένη μας φίλη, επέλεξε και πάλι δύο υπέροχα, όπως πάντα μουσικά θέματα, τα οποία και θα συνοδεύσουν την ανάγνωσή μας.



19η Ανάρτηση


Ένας διάλογος που ξεκαθαρίζει

 Επέστρεψε στο σπίτι της σκεπτική. Όμως και αποφασισμένη. Ένιωθε έτοιμη να υπερασπιστεί την απόφασή της. Εκείνο που δεν μπορούσε να υπολογίσει ήταν το τίμημα. Έδιωξε τις υπηρέτριες της, κράτησε το σκαλιστό κουτί στα χέρια της με το βαρύτιμο δώρο και μπήκε στα κεντρικά δώματα. Μια παράξενη σιωπή σκέπαζε τα πάντα στο εσωτερικό. Προχώρησε, άνοιξε λίγο το βαρύ κουτί. Εκείνη η παράξενη λάμψη από το πανέμορφο και περίτεχνο περιδέραιο γέμισε τα μάτια της. Ένιωθε να την τυλίγει το φως του. Κοίταξε λίγο αυτό που κρατούσε και κινήθηκε προς την κρεβατοκάμαρά τους. Την απόλυτη ηρεμία έσπασε η δυνατή φωνή του:

“Ώστε αυτό είναι το αντίτιμο για το οποίο πάτησες κάθε λόγο και όρκο σου!”

Γύρισε τρομαγμένη προς τα πίσω. Ο Αμφιάραος στεκόταν στο κέντρο του δώματος. Πολλά χρόνια μεγαλύτερός της, επιβλητικός και αυτή τη φορά στο πρόσωπό του έβλεπε την καλά κρυμμένη οργή του.

“Τι θες να πεις;” απάντησε χωρίς σταθερή φωνή καθώς προσπαθούσε να ανακτήσει μέρος της αυτοκυριαρχίας της. Εκείνος έκανε ένα βήμα πιο κοντά της.

“Είμαι περίεργος να δω αυτό με το οποίο ξεπούλησες τον άντρα και τα παιδιά σου!” της είπε ενώ τα μάτια του έπεσαν στο κουτί που μόλις κατάφερε να αφήσει επάνω σε ένα μαρμάρινο ράφι στον τοίχο του δωματίου. Πήγε κοντά της ορμητικά. Την παραμέρισε, άνοιξε το κουτί και ξαφνικά έμεινε άναυδος να παρατηρεί το απαστράπτον βαρύτιμο κόσμημα. Το άφησε έντρομος από τα χέρια του λες και κράτησε ένα πύρινο αντικείμενο. Στη σκέψη του με μιάς ήρθαν οι εικόνες που έβλεπε στους εφιάλτες του. Οι εικόνες που τον βασάνιζαν πολλές νύχτες εδώ και χρόνια και δεν τον άφηναν να ηρεμήσει.

“Δία ύψιστε των Θεών! Να που η ίδια η ομόκλινή μου κουβαλά τον θάνατο στο σπιτικό μας”

Την τράβηξε από τον ώμο προς το μέρος του.

“Ώστε τόσο κοστίζουν οι ζωές μας! Η λάμψη ενός περιδέραιου φτάνει για να κάψεις κάθε σου όρκο μπροστά στους Θεούς”

“Σε παρακαλώ…” του είπε.

Εκείνος συνέχισε οργισμένος σε πολύ ψηλούς τόνους.

“Σου είχα πει να τούς προσέξεις! Σου είχα αναφέρει τόσες φορές να μην πάρεις κάτι από τα χέρια τους! Λες και το ήξερα ότι θα σε δωροδοκήσουν. Πες μου λοιπόν! Είπες το ναι; Έκανες το χατήρι του αδελφού σου και του ξένου; Ξεπούλησες τα πάντα για αυτό εδώ; Για να το φοράς σαν τρόπαιο στην προδοσία σου!”

Ξαφνικά τον κοίταξε με μάτια φωτιά. Τραβήχτηκε από κοντά του. Γύρισε προς το μέρος του.

“Φτάνει! Αρκετά ως εδώ οι προσβολές σου!”

“Προσβολές μου; Ω Θεοί δείτε πρωτόγνωρο θράσος!”

“Προσβολές ναι! Έμαθες όλα αυτά τα χρόνια να γίνεται το δικό σου!”

“Εγώ;”

“Ναι! Μιλάς για θράσος. Ποιος εσύ; Σκότωσες τον πατέρα μου με τα χέρια σου, μάς έδιωξες από το σπίτι και τη γη μας και ύστερα έγινα κάτι σαν εμπόρευμα ανάμεσά σας. Σε σένα και τον αδελφό μου. Μια όμορφη προίκα που θα σφράγιζε την εξουσία εκείνου και το δικό σου τρόπαιο….”

“Αν είναι δυνατόν Εριφύλη! Μετά από τόσα χρόνια τι έρχεσαι και βγάζεις στον αφρό;” τη ρώτησε έκπληκτος.

“Για σένα δεν ήμουνα τίποτα άλλο παρά ένα αντικείμενο. Μιλάς για δωροδοκία δική μου τη στιγμή που ο ίδιος ο αδελφός μου με έκανε δώρο για σένα για να μονιάσετε… Σε ποιανού τάφο κάνατε αυτή τη συμφωνία Αμφιάραε; Με ποιο αίμα σφραγίσατε την απόφασή σας; Ε λοιπόν ναι! Αυτό που βλέπεις είναι ένα δώρο! Ένα βαρύτιμο θεϊκό δώρο που έκαναν οι Θεοί στο γάμο της Αρμονίας και του Κάδμου, του ιδρυτή της Θήβας. Φτιαγμένο με τα ίδια τα χέρια του Ήφαιστου, του Θεού της φωτιάς. Άρα καταλαβαίνεις την αξία του για τον Πολυνείκη. Όμως το αφήνει κάτι σαν σπονδή στα χέρια μου…”

“Για ποια σπονδή μιλάς, έχεις τρελαθεί; Να σε εξαγοράσει ήθελε για να πεις το ναι!”

“Συνεχίζεις να με θεωρείς άνθρωπο χωρίς κρίση και βούληση άντρα μου. Από τη μια δέχτηκες στη συμφωνία σου με τον αδελφό μου να αποφασίζω εγώ στη διαφωνία σας αλλά από την άλλη δεν δέχεσαι την πιθανότητα να έχω δική μου κρίση..”

“Σε είχα προειδοποιήσει για τις επιλογές των Θεών, τις ήξερες….”
“Δεν μου έδωσες δικαίωμα να ακούσω και την άλλη άποψη Αμφιάραε. Σε μια απόφαση που θα πάρω εγώ, δεν είχα δικαίωμα να μάθω την άλλη άποψη;”
“Η άλλη επιλογή σημαίνει καταστροφή για το σπίτι σου γυναίκα…”

“Είναι γνώμη σου αυτή άντρα μου. Ανακατεύεις τους θεούς μέσα σε αυτήν!”
Ξαφνιάστηκε στο λόγο της εντελώς.

“Τι θες να πεις; Αμφισβητείς τις ικανότητές μου; Πιστεύεις ότι όλα αυτά είναι ένα πρόσχημα για να δειλιάσω;”

 

Μετρήθηκε με το βλέμμα του για κάποια δευτερόλεπτα, δίσταζε.

“Πάνω από τους φόβους και τους δισταγμούς, πάνω και από τις μαντείες υπάρχει η αγάπη για τη γη μας, για το χώμα που γεννηθήκαμε και μεγαλώσαμε. Για την πατρίδα μας. Μα πάνω απ όλα για το δίκιο. Δεν είναι δυνατόν κάθε σφετεριστής και παραβάτης να απολαμβάνει ανέξοδα την αχόρταγη βουλιμία του, σεβαστέ μου σύζυγε; Καμία ηθική των Θεών ή των ανθρώπων δεν το δέχεται αυτό. Μπροστά σε μια τέτοια στάση ζωής δεν μπορεί να μείνουμε απαθείς και αδιάφοροι. Δεν είναι όλοι τρελοί άντρα μου! Δες τους. Αργείοι, Αιτωλοί, Ορχομένιοι, Αχαιοί από την Ώλενο, Αρκάδες, Νέμιοι, δεν γίνεται να παρανόησαν και να θέλησαν να αυτοκτονήσουν ομαδικά. Εκείνο που φλογίζει την ψυχή τους δεν είναι οι θησαυροί της Θήβας αλλά το δίκιο και τα ιδανικά της ζωής…”

“Για δες που η αγαπημένη μου γυναίκα απέκτησε περισσή γνώμη για όλους τους πολέμαρχους. Για δες που τους γνωρίζει καλά και μπορεί να εγγυηθεί για αυτούς. Μα το Δία, εντυπωσιακό! Ήθελα να ήξερα τι σου είπαν και σε έπεισαν;”


Χαμήλωσε τον τόνο της φωνής της. Έφερε στο βλέμμα της μια ηρεμία όσο μπορούσε. Και τού μίλησε με ζεστό τόνο.

“Άμφιάραε, είμαι κοντά σου από νεαρή κόρη, έφηβη παρθένα. Τίμησα την κλίνη σου, σού έδωσα τόσα παιδιά. Αναγνωρίζω την αντρειοσύνη και σοφία σου. Όμως… δες λίγο πιο πλατιά. Αυτός ο άνθρωπος μού έδωσε το λόγο του ότι θα εξαντλήσει κάθε πιθανότητα συμφωνίας με τον αδελφό του. Αλλά και έτσι να μην γίνει τελικά, δες τις αξίες για τις οποίες θα τον στηρίξετε. Δεν μπορεί να είναι θέλημα Θεών να κυριαρχήσει η αδικία, το ψέμα, ο εμπαιγμός και η ύβρη στα λόγια των γονιών. Μιλάω σε σένα. Έναν άντρα αντρειωμένο που δεν λυγίζει μπροστά στο καθήκον. Αυτόν τον άντρα θέλω να δω κάτω απ τα τείχη της Θήβας να παλεύει για το δίκιο. Γιατί…. Αν στο άδικο σταθούμε ανεκτικοί και αδιάφοροι, τότε θα έρθει η στιγμή που θα μάς τυλίξει και θα μάς αφανίσει στα σκοτάδια του”

 

“Λόγια, λόγια γυναίκας φιλάρεσκης! Που δεν λογάριασες τίποτα μπροστά στον κορεσμό σου…”

“Αυτό πιστεύεις για μένα;” τον ρώτησε.

“Χωρίς καμία αμφιβολία”  απάντησε.

Γύρισε και τον κοίταξε κουνώντας το κεφάλι της

“Πολύ κρίμα σεβαστέ μου μάντη! Λυπάμαι ειλικρινά για την κρίση σου. Εκτός….”

Την κοίταξε με απέχθεια με μισό βλέμμα.

“Εκτός τι;”

“Εκτός αν φοβάσαι Αμφιάραε! Αν δειλιάζεις μπροστά στη μάχη και την ευθύνη…”
Πήγε έξαλλος προς το μέρος της.

“Θα το πληρώσεις ακριβά αυτό! Μην νομίζεις ότι την ώρα που τα κορμιά των πολεμιστών θα πέφτουν θύματα των κοφτερών σπαθιών εσύ θα παραμένεις ασφαλής κι αλώβητη στο σπίτι σου…”

“Είναι και δικό σου σπίτι αυτό που απειλείς! Είναι και σπίτι των παιδιών σου!”

“Μην ανακατεύεις τα παιδιά μου!”

“Είναι και δικά μου παιδιά άντρα μου!”

“Όχι σαν μάθουν για την προδοσία σου απέναντι στον πατέρα τους!”

“Πόσο ασήμαντος γίνεσαι στα μάτια μου μα την Ήρα! Ζητάς να δηλητηριάσεις τα παιδιά σου με μίσος;”

“Θέλω να τους πω ποια οδηγεί τον πατέρα τους στον αφανισμό!” της είπε έχοντας χάσει κάθε αυτοκυριαρχία.

“Τι ξεπεσμός για τον ευσεβέστατο μάντη του Άργους! Ποτέ δεν περίμενα να σε δω να νοιάζεσαι τόσο φτηνά για σένα” τού απάντησε.

Όρμησε κατά πάνω της ασυγκράτητος.

 

“Άφησε την από τα χέρια σου!” άκουσε την στεντόρεια κραυγή του Άδραστου πίσω του. Γύρισε απότομα και είδε το βασιλιά να στέκεται αρματωμένος πίσω του.

“Τι θέλεις εδώ; Πως μπαίνεις έτσι στο σπίτι μου;” τον ρώτησε.

“Σαν να ήξερα τι θα ακολουθούσε και έτρεξα ξωπίσω απ’ την αδελφή μου Αμφιάραε. Ύφιστε Απόλλωνα, Θεέ του φωτός, ποτέ δεν περίμενα να δω τον περίλαμπρο μάντη να ξιφουλκεί κατά της γυναίκας του, της μάνας των παιδιών του!”

Το μάτι του Άδραστου άστραφτε μπροστά του. Η φωνή του ακούστηκε πάλι δυνατά:

“Λοιπόν! Σε μία ώρα έχει πολεμικό συμβούλιο στο παλάτι. Η θέση σου είναι πια εκεί. Έτσι θέλω να πιστεύω. Τα λόγια τέλειωσαν. Είναι ώρα για πράξεις. Όλα έγιναν όπως όριζαν οι όρκοι μας να γίνουν. Κοίταξε να έχεις καθαρό μυαλό. Θέλω να πιστεύω ότι αυτό που είδα πριν δεν θα τολμήσεις να το συνεχίσεις”

Τον είδε που έμεινε να τον κοιτάζει. Έριξε μια ματιά στην αδελφή του και ύστερα βγήκε βιαστικά από το σπίτι παίρνοντας το δρόμο της επιστροφής.

 

Ο Αμφιάραος έμοιαζε να έχει παγώσει στο χρόνο. Με το ένα του χέρι τράβηξε δυνατά τα μαλλιά του προς τα πίσω σκουπίζοντας τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Γύρισε και έριξε μια δολοφονική ματιά στη γυναίκα του που τον κοιτούσε ίσια στα μάτια. Οι αποφάσεις είχαν παρθεί. Τίποτα πια δεν μπορούσε να αλλάξει αυτά που αποφάσισαν οι Μοίρες.



2.13  Η προετοιμασία της εκστρατείας

 

Σκέψεις και μνήμες

 

Η σκέψη της Αντιγόνης τριγυρνούσε πίσω στα χρόνια του πατέρα της. Εκείνα τα χρόνια του πάλαι ποτέ ένδοξου βασιλιά της Θήβας. Έφερνε στο νου της στιγμές από την ιστορία και τη ζωή του. Η ανάμνησή του ήταν τόσο έντονη αυτές τις μέρες εκεί στο σπίτι του. Τον αναζητούσε παντού. Εκεί που τον έβλεπε μικρή και τον καμάρωνε δυνατό, ακμαίο και ανίκητο. Ύστερα το βλέμμα της σκοτείνιασε. Θυμήθηκε τα πάθη του. Όπως τούς τα είχε διηγηθεί, όπως τα είχε ζήσει και εκείνη κοντά του.

 

Ο εφιάλτης στο τρίστρατο καραδοκούσε μια ακόμα φορά κρυφοπαίζοντας με την αντοχή του. Εκεί που το άρμα του πατέρα της συναντήθηκε μ’ αυτό εκείνου του άγνωστου. Και που η συνάντηση αυτή άφησε τον θάνατο σφραγίδα στη γη με το σώμα του Λάιου. Ναι! Του παππού της. Ανατρίχιασε!

“Αχ Μοίρες! Ανίκητες κόρες της νύχτας, γιατί ο πατέρας μου να πληρώσει μια κατάρα έξω απ τη δική του θέληση. Των άλλων τα κρίματα πλήρωσε Ήρα θεά μου! Όχι δικά του” μονολογούσε δυνατά σαν να ήθελε να αναμετρηθεί με το παρελθόν.

 

Ύστερα θυμήθηκε τη διήγηση του πατέρα της για εκείνη!  Εκεί στο βουνό, στο Φίκιο, κοντά στο ναό του Ιπποδέτη Ηρακλή στην πεδιάδα του Τένερου. Τότε που ο Οιδίποδας ανατρίχιασε σύγκορμος σαν άκουσε το τραγούδι της αλλά συνάμα είδε και την αποκρουστική παράταιρη μορφή της. Τότε που μπροστά του ορθώθηκε αγέρωχη εκείνη η Σφίγγα, γέννημα τερατώδες της Έχιδνας. Με τη μορφή γυναίκας και σώμα θηρίου. Σταλμένη απ την Ήρα για να εκδικηθεί το θάνατο του Χρύσιππου.[1] Νάταν σαν τώρα που έλυσε το αίνιγμα του τέρατος  και το οδήγησε στον αφανισμό του.[2]

 

Ένα πικρό χαμόγελο έσκασε στο πρόσωπο της Αντιγόνης σαν θυμήθηκε την υποδοχή που του έκαναν οι Θηβαίοι για τη λύτρωσή τους από το φόρο αίματος που προσέφεραν στη μάστιγα αυτή. Την υποδοχή; Τις τιμές; Τον ίδιο το βασιλιά της πόλης, τον Κρέοντα που του έδωσε το θρόνο αλλά και την αδελφή του, αλίμονο όμως και τη μητέρα του την Ιοκάστη για γυναίκα του. Πόσο κράτησαν οι όμορφες μέρες; Αρκετές ίσως για να μεγαλώσουν τα τέσσερα παιδιά του. Οι δύο του γιοί και οι θυγατέρες του. Και τότε ήταν που ήρθε το σκοτάδι. Απλώθηκε παντού απ’ άκρη σε άκρη σε όλη τη πόλη του Κάδμου. Ο μεγάλος εκείνος λιμός που άρχισε να ρημάζει πάλι την πόλη. Τα νερά άρχισαν να στερεύουν. Τα πηγάδια ανέδυαν εκείνη την απαίσια μυρωδιά του σάπιου πτώματος. Τα μικρά ποτάμια και τα ρυάκια έγιναν βάλτοι γεμάτοι ζοφερές αναθυμιάσεις. Οι γη έπαψε να δίνει πια καρπούς. Όλα σιγά-σιγά μαράθηκαν, τα χωράφια, τα σπαρτά. Τα γεννήματα αρρώστησαν και ξεράθηκαν. Ο ουρανός έπαψε να είναι γαλανός και ένα γκρίζο πούσι τύλιξε στη δολερή αγκαλιά του ολάκερη τη Θήβα. Η πείνα άρχισε να θερίζει τους ανθρώπους και εκείνος, ο πατέρας της, τρομαγμένος, τυλιγμένος στην έγνοια και την αγωνία, πάσχιζε να βρει την απάντηση στο τι έτρεξε και άλλαξαν όλα. Τον έβλεπε να τριγυρνάει άγρυπνη φιγούρα ανάμεσα στην υγρή γκρίζα ομίχλη και να παραστέκεται στο λαό του. Να βλέπει τον κόσμο ολόγυρα να πεθαίνει και εκείνος ανήμπορος να κάνει το παραμικρό. Μέχρι να μάθει την τραγική αλήθεια για τη μιαρή ζωή του από εκείνον τον μάντη τον Τειρεσία. Μια αλήθεια που τον τρέλανε! Μια φρίκη για την οποία ποτέ δεν έφταιξε. Και ήρθαν αμέτρητα τα “γιατί” στη σκέψη του. Γιατί η Δίκη του γύρισε την πλάτη. Και η αλήθεια αυτή διαδόθηκε σε ολάκερη την πόλη από τον ίδιο τον Τειρεσία και τη Μαντώ, την κόρη του. Και ο ένδοξος βασιλιάς της Θήβας έγινε ξαφνικά το κέντρο του κακού. Αυτός και η γυναίκα μα και δύσμοιρη μάνα του η Ιοκάστη. Οι τιμητές του έγιναν διώκτες του και ζητούσαν τον αφανισμό του για να γλιτώσουν. Λες και ήθελε!”

Στα μάγουλά της δύο μικρά τόσο δα ρυάκια από δάκρυα έβρεχαν μέχρι κάτω τα χείλη της. Οι αναμνήσεις της ντύθηκαν απ’ το φως στο σκοτάδι. Συνέχισε να σκέφτεται:

 “Έτσι αγαπημένε μου πατέρα έφτασες στον εκπεσμό σου με την τύφλωσή σου με τα δικά σου χέρια.[3]

 

“Δεν έφταιξε, κι όμως πλήρωσε! Δεν ήξερε κι όμως χρεώθηκε το άγος! Λες και ήταν δική του επιλογή να μοιραστεί τη νυφική του κλίνη με την ίδια τη μάνα του!” είπε ξανά φωναχτά.

 

Η είσοδος στο δωμάτιο του Ετεοκλή συνοδεύτηκε από τη δυνατή φωνή του.

“Εδώ είσαι;” ρώτησε την Αντιγόνη με αυστηρό ύφος.

“Ναι, συμβαίνει κάτι;” του απάντησε.

“Ο  άλλος σου αδελφός, ετοιμάζει στρατό . Θα έχουμε πόλεμο σε λίγο”

Η Αντιγόνη ανατρίχιασε.

“Ώστε φτάσαμε ως εκεί. Αδελφικό αίμα έξω απ τα τείχη της πόλης….” ψιθύρισε.

Ο Ετεοκλής την κοίταξε καλά.

“Αυτό δεν ήθελε ο πατέρας μας; Αυτό δεν είχε ...ευχηθεί εκείνη τη μέρα;” της είπε με ύφος εριστικό, “να χωρίσουμε το θρόνο με το σπαθί; Αυτή δεν ήταν η κληρονομιά του; Να τώρα που γίνεται πράξη”

“Που το ξέρεις τελικά;” τον ρώτησε η Αντιγόνη.

“Δεν σε ενημέρωσε η μητέρα σου; Πριν λίγες μέρες δεν ήταν εδώ αυτός ο Τυδέας; Να φέρει ...πρεσβείες από το Άργος και να ...απαιτήσει! Αλλά φρόντισα και έμαθα από δικούς μου αγγελιοφόρους στο Άργος. Οι Δαναοί μάζεψαν στρατό από ολάκερη την Πελοπόννησο. Τους ξεσήκωσε αυτός! Ποιος ξέρει με τι κηρύγματα και ποιες ανόσιες υποσχέσεις. Σε λίγες μέρες θα φτάσουν στον κάμπο”

 

“Αν άκουγες τη συμφωνία σας δεν θα πέφταμε σε τέτοια δεινά” του είπε η Αντιγόνη.

“Θα περίμενα κάτι άλλο από σένα”

“Είναι αίμα μας Ετεοκλή!”

“Που δεν το εμποδίζει να σηκώσει τα δόρατα απέναντι στην πόλη του”

“Και εσύ το ίδιο θα έκανες!” του αντιγύρισε εκείνη.

“Τον υποστηρίζεις;”

“Πάψε πια να χωρίζεις τους ανθρώπους σε δικούς και εχθρούς ανάλογα με το ποιος υπακούει στα συμφέροντά σου. Όχι δεν τον υποστηρίζω! Απλά θεωρώ αυτό το φονικό που έρχεται μια άχρηστη τραγωδία που μπορούμε να την αποφύγουμε. Και σε παρακαλώ, έστω την ύστατη ώρα να το κάνεις…”

“Δεν έχω να κάνω τίποτα! Παρά μονάχα να υπερασπιστώ τη γη μας από τους εχθρικούς εισβολείς, όποιο όνομα και να έχουν”

“Έριδα! Δόλια κόρη της Νύχτας, εσένα που λογίζουμε αδελφή του Άρη, του θεού του πολέμου. Εσύ η φτερωτή μανία που κυριεύεις το πνεύμα των ανθρώπων, μόνη εσύ και τα παιδιά σου. Οι συμπλοκές, τα δάκρυα, οι φόνοι. Τόσα κακά μαζεμένα…”

“Παραληρείς αδελφή μου!”

“Άκουσε τη φωνή της σωφροσύνης έστω και την τελευταία στιγμή. Μην αφήσεις να βγουν τα σπαθιά απ τα θηκάρια. Σταμάτησέ το, έχεις καιρό!” του είπε μέσα στην απελπισία της.

“Δεν περίμενα να ακούσω τίποτα καλύτερο” της είπε και την κοίταξε απαξιωτικά. Ύστερα με μιας γύρισε την πλάτη και έφυγε από το δωμάτιο για να την αφήσει μόνη αντιμέτωπη με χίλιες δυό μαύρες σκέψεις.

 

Τελευταίο συμβούλιο πριν την αναχώρηση

 

Ήταν όλοι εκεί. Και οι επτά πολέμαρχοι. Όπως και την προηγούμενη φορά. Ο Άδραστος, ο Ετέοκλος, ο Καπανέας, ο Παρθενοπαίος, ο Ιππομέδοντας, ο Τυδέας και ο Πολυνείκης.

“Μπορούμε να κάνουμε τον απολογισμό μας σε δυνάμεις;” ρώτησε ο Πολυνείκης.

“Αργείοι, Αρκάδες, Μεσσήνιοι, η Ώλενος και ο Ορχομενός” απάντησε ο Άδραστος.

Την ίδια στιγμή μπήκε ο Αμφιάραος στην κεντρική αίθουσα. Ακούστηκαν μουρμουρητά ανάμεσά τους.

“Καλώς όρισες!” τον υποδέχτηκε ο Άδραστος. Ο ίδιος έκανε μια κίνηση κεφαλιού σαν να τους χαιρετούσε όλους.

“Άλλαξε κάτι στην απόφασή σου;” τον ρώτησε ο βασιλιάς.

Τους κοίταξε όλους και απάντησε:

“Φυσικά όχι! Τίποτα από όσα σας έχω πει για την τύχη αυτής της εκστρατείας δεν έχει αλλάξει. Όμως θα είμαι κοντά σας! Δεν είμαι από αυτούς που θα παραβούν τις συμφωνίες τους ενώπιον των Θεών και ανθρώπων”

Από την ομάδα βγήκαν αναστεναγμοί ανακούφισης. Εκείνος συνέχισε:

“Είναι ίσως μοιραίο κάποια δικά μου πρόσωπα να με σπρώχνουν στο θάνατο αλλά δεν μπορώ να το αποφύγω…” είπε.

Ο Πολυνείκης τον διέκοψε:

“Αμφιάραε, κράτα την άποψή σου, είναι απόλυτα σεβαστή. Προσωπικά πιστεύω ότι τίποτα δεν είναι προγραμμένο. Οι Θεοί μας δοκιμάζουν αλλά στέκονται στο πλάι σε κάθε αγώνα για το δίκιο…”

“Να σε ρωτήσω κάτι σεβαστέ μου μάντη” ρώτησε ο Ιππομέδοντας.

“Σε ακούω γιε του Αριστόμαχου”

“Στη πρώτη μας συνάντηση είχες αναφέρει ότι μόνος ένας από εμάς θα γλιτώσει το θάνατο σε αυτήν την εκστρατεία. Μπορείς να μας αποκαλύψεις το όνομά του;”

“Αυτό θα το πω μόνο σε εκείνον και την ώρα που πρέπει. Άλλωστε γιατί το σκέφτεστε. Πιστεύετε στη νίκη έτσι δεν είναι, συνεπώς γιατί ρωτάς;”

“Φυσικά και πιστεύουμε στη νίκη! Αν δεν το κάναμε δεν θα είχαμε καμία θέση εδώ” απάντησε σθεναρά ο Καπανέας.

 

Συνέχισαν να συζητούν για την επικείμενη αναχώρησή τους. Με πολλές λεπτομέρειες αναλυτικά για κάθε θέμα. Για το πλήθος της δύναμής τους, τις στρατιωτικές μονάδες που θα τους συνόδευαν, τη διαδρομή που θα ακολουθούσαν.

“Πότε είμαστε έτοιμοι να ξεκινήσουμε;” ρώτησε ο Άδραστος.

“Η δική μου δύναμη από την Ώλενο θα μας περιμένει στην Κόρινθο” είπε ο Καπανέας.

“Οι δικοί μου θα έρθουν από τον Ορχομενό έξω από τη Θήβα” πρόσθεσε ο Ετέοκλος.

“Σε δύο με τρεις μέρες πρέπει να ξεκινήσουμε….”

Επικρατούσε αέρας συγκίνησης μεταξύ τους και ενθουσιασμού. Ένιωθαν κάτι να γεμίζει την ψυχή τους σε αυτή τη συστράτευση. Ειδικά για τον Πολυνείκη η συγκίνηση ήταν ακόμα μεγαλύτερη καθώς αφορούσε τα δικά του όνειρα και προσδοκίες.

“Πρώτος σταθμός η Νεμέα!” φώναξε ο βασιλιάς και συμφώνησαν όλοι.

 

Έμειναν ακόμα για να κουβεντιάσουν κάποιες λεπτομέρειες και να ρυθμίσουν κάποιες εκκρεμότητες.  Ύστερα άρχισαν να αποχωρούν ένας ένας. Οι αμέσως επόμενες στιγμές ανήκαν στα αγαπημένα τους πρόσωπα. Οι αποχαιρετισμοί θα ήταν για όλους ξεχωριστοί και θα είχαν τη δική τους συγκίνηση. Τα συναισθήματα πολλά και δυνατά. Όπως πάντα σε τέτοιες περιπτώσεις.

 

Μόνο που για κάποιον δεν θα ήταν ακριβώς μόνο αποχαιρετισμός. Αλλά και κάτι άλλο βαρύτερο. Πιο σκοτεινό, πιο χθόνιο.

 

Στιγμές αποχαιρετισμών

 

Όλα πια είχαν ρυθμιστεί. Μέχρι και οι τελευταίες λεπτομέρειες. Η πόλη του Άργους ζούσε τις δικές της μεγάλες στιγμές, μία ακόμα φορά στην ιστορία της. Ο στρατός των Δαναών είχε αρχίσει να συγκεντρώνεται έξω από την πόλη. Όλα τα συμμαχικά βασίλεια είχαν στείλει τις δυνάμεις τους. Η κοινωνία και οι κάτοικοι ήταν σε αναβρασμό. Σε πολλά σπίτια οι Αργίτες αποχαιρετούσαν τα δικά τους παιδιά που έφευγαν για την εκστρατεία. Η παρουσία του Άδραστου ήταν καταλυτική για να τους εμπνεύσει και να τους εμψυχώσει. Όμως μπορεί το κλίμα να ήταν ενθουσιώδες αλλά στα κατάβαθα της ψυχής κάθε ανθρώπου, που έμενε πίσω, κόβονταν στα δυο καθώς αποχαιρετούσε το δικό του άνθρωπο για τον πόλεμο. Μανάδες, πατεράδες, γυναίκες και παιδιά, με βαριά καρδιά ασπάζονταν κάθε δικό τους άντρα. Κάθε τέτοιος αποχωρισμός δεν έδειχνε να αλλάζει στο πέρασμα των αιώνων. Ήταν πάντα ίδιος. Είχε τον ίδιο σπαραγμό και τον πόνο που επέβαλλε ο πόλεμος και η ανθρωποσφαγή.

 

Ο Τυδέας κρατούσε δίπλα του την αγαπημένη του γυναίκα την Δηιπύλη αλλά και το γιο τους τον Διομήδη. Πόσο είχε ήδη μεγαλώσει ο μονάκριβός τους! Ένας ολάκερος έφηβος με την πρώιμη αψάδα και την ομορφιά του. Τον κοίταζε ίσια στα μάτια προσπαθώντας να κρατήσει την εικόνα του κοντά του.

“Σε αφήνω πίσω Διομήδη, δεν σε φοβάμαι! Θα είσαι  ο καλύτερος συμπαραστάτης της μητέρας σου μέχρι να γυρίσω!”

“Σου δίνω το λόγο μου πατέρα” είπε αυθόρμητα ο νεαρός. Ένιωθε και εκείνος τη φόρτιση των στιγμών. Όπως την ένιωθε και η Δηιπύλη. Την ένιωθε βαριά στην αγκαλιά του. Άπλωσε το χέρι του και την τράβηξε πιο κοντά του. Φίλησε τα όμορφα μαλλιά της.

“Ο καιρός περνάει γρήγορα! Μέχρι να φουντώσει η άνοιξη θα είμαστε πίσω στο Άργος. Και είμαι σίγουρος ότι μπορεί όλο αυτό να βαστάξει πολύ λίγο” της είπε.

Πολλές φορές η σιωπή σε αυτές τις περιπτώσεις έλεγε πολλά περισσότερα από τα λόγια. Γίνεται πιο εκφραστική με μεγαλύτερη συγκίνηση.

 

Το ίδιο ακριβώς ήταν και για τον Πολυνείκη και την Αργεία.

“Νιώθω πολύ μεγάλη συγκίνηση” της είπε, “Θα ξαναδώ τους δικούς μου, τους γονείς και τις αδελφές μου. Θα πατήσω ξανά στη γη της πατρίδας μου!”

“Ελπίζω άντρα μου να το κάνεις με τρόπο ειρηνικό και με τη βοήθεια των Θεών να βρεθεί η πολυπόθητη λύση στο σπιτικό σου” του απάντησε.

Ο Πολυνείκης γύρισε στον Θέρσανδρο που ήταν κοντά τους.

“Μεγαλώνεις γιε μου! Το νέο αίμα στο σπιτικό μας! Ξέρεις πια ότι οι ευθύνες σου μεγαλώνουν, το ζεις” του είπε κάνοντας τον νεαρό έφηβο να ανταποκριθεί θετικά.

“Πατέρα, η μητέρα και το σπίτι σου είναι σε άξια χέρια μέχρι να γυρίσεις…” του είπε.

“Θα γυρίσω ναι! Θα γυρίσω να σας πάρω για να ζήσουμε όλοι μαζί στη Θήβα, όταν όλα θα έχουν αποκατασταθεί”

 

Είναι παράξενες αυτές οι στιγμές. Είναι οι ώρες του αποχωρισμού πριν από τη φυγή για μια εκστρατεία. Και ενώ στις καρδιές όλων υπάρχει ο άκρατος ενθουσιασμός της συμμετοχής, της πίστης στα ιδανικά της κάθε περίστασης, πάντα, σαν έρχεται η ώρα που οι αγκαλιές θα αδειάσουν, τα συναισθήματα είναι πολλά αλλά και διαφορετικά. Ο Πολυνείκης με τον Τυδέα έφυγαν από τα σπίτια τους κρατώντας στις μνήμες τους, τελευταία εικόνα, τη μορφή των γυναικών και των παιδιών τους. Κάτι που έκανε και ο Άδραστος σαν έφυγε από την αγκαλιά της αγαπημένης του γυναίκας της Αμφιθέης αλλά και των άλλων παιδιών του.

 

Ένας διαφορετικός αποχωρισμός

 

Μόνο σε ένα σπίτι τα πράγματα ήταν εντελώς διαφορετικά. Εκεί δεν είχαμε τον ανθρώπινο αποχαιρετισμό κάποιου από τα αγαπημένα του πρόσωπα. Στο σπίτι του Αμφιάραου η ατμόσφαιρα ήταν κάτι παραπάνω από πένθιμη. Ήταν ηλεκτρισμένη, γεμάτη μυστικά, ένταση και αποστροφή.

Με τη γυναίκα του την Εριφύλη δεν αντάλλαξε σχεδόν καμία κουβέντα. Ελάχιστα ήταν τα λόγια που σφράγισαν την αναχώρησή του. Περισσότερα είχαν να πουν τα βλέμματά τους. Του ενός προς τον άλλο. Έμοιαζαν σαν κοφτερά δόρατα έτοιμα να προκαλέσουν πόνο και αίμα.

“Στου Άδη τα δώματα θα ανταμώσουμε!” της είπε πριν χαθεί από μπροστά της.

 

Διάλεξε να αποχαιρετίσει τα δυό του αγόρια, τον Αλκμαίωνα και τον Αμφίλοχο σε τόπο έξω από το σπίτι του. Είχε πάρα πολύ σοβαρούς λόγους να το κάνει αυτό και πολύ σκοτάδι στη σκέψη του. Έτσι πριν φύγει συναντήθηκε με τους δύο του γιούς σε ένα από τα κτήματά τους λίγο έξω από την πόλη. Τους είχε μηνύσει να τον περιμένουν εκεί. Όταν έφτασε τον είδαν εμφανώς ταραγμένο και συγκινημένο. Για πρώτη φορά στη ζωή τους έβλεπαν τον πατέρα τους να έχει τέτοια εικόνα. Ένας παράξενος φόβος έδειχνε να έχει φωλιάσει το πρόσωπό του. Το έβλεπες στα μάτια του, σε όλη του την όψη.

 

“Πατέρα τι σου συμβαίνει;” ρώτησε ο Αλκμαίων.

Άφησε το άλογό του έξω, κατέβηκε και ρίχτηκε στην αγκαλιά τους. Τους έσφιξε και τους δύο με μια ένταση που τρόμαξαν. Την ώρα που τα χέρια του τους έκλεισαν στην αγκαλιά του, τον ένιωθαν να τρέμει. Τους κοίταξε στα μάτια.

“Αλκμαίωνα, Αμφίλοχε! Οι στιγμές δεν χωράνε μισά λόγια και υπεκφυγές. Είναι ώρα να ακουστούν αλήθειες έστω και αν αυτές τρομάζουν”

“Σε ακούμε πατέρα” απάντησε και ο Αμφίλοχος που, παρά το ότι ήταν μικρότερος, δεν υστερούσε σε αποφασιστικότητα.

Τους κοίταξε ίσια στα μάτια. Και άρχισε να μιλάει. Οι λέξεις που έβγαιναν από το στόμα του έμοιαζαν να είναι πύρινα βέλη στις καρδιές τους και να τους συγκλονίζουν.

“Γιοί μου, συνεχιστές μου! Η μάνα σας με στέλνει ίσια στο θάνατο!”

Τα παιδιά ταράχτηκαν. Ανατρίχιασαν. Έκαναν να διατυπώσουν τις αρνήσεις τους αλλά ο λόγος του δεν είχε σταματημό μήτε φρένο.

“Της είχα πει εδώ και χρόνια ότι είχα σημάδια απ τους Θεούς ότι αυτή η εκστρατεία θα είναι μοιραία. Ότι οδηγούμαστε όλοι σε αφανισμό… ότι αυτή πιθανά να είναι η τελευταία φορά που με βλέπετε ζωντανό!”

“Πατέρα!” ακούστηκε πνιχτά διπλή η λέξη απ τα χείλη τους. Ένα κράμα λύπης, τρόμου και οργής άρχισε να τρελαίνει τη σκέψη τους και να θολώνει το μυαλό τους. Εκείνος ήταν ποταμός.

“Η μάνα σας δωροδοκήθηκε απ΄ τον Πολυνείκη για να πάρει το μέρος τους στην απόφαση που έπρεπε για να πάμε στη Θήβα και να ακολουθήσω και εγώ…”

‘Τι λες πατέρα; Η μάνα; Μα γιατί το έκανε;”

“Γιατί είναι φιλάρεσκη, γιατί δεν υπάρχει άλλη αιτία να το δικαιολογήσει…”

“Τότε γιατί ακολουθείς;” ρώτησε με αγωνία ο Αμφίλοχος.

“Γιε μου, έχω μια τιμή, μια ιστορία. Δεν μπορώ να κατηγορηθώ για δειλός και ανέντιμος. Ήταν σαν να πεθαίνω δύο φορές. Με δένουν όρκοι σε αυτό και τους ξέρετε…”

“Γιατί η μάνα να κάνει κάτι τέτοιο, αφού ήξερε…” διέκοψε ο Αλκμαίων.

“Μου είχε ορκιστεί στους Θεούς ότι δεν θα έπαιρνε τίποτα από αυτούς, κι όμως το έκανε! Πρόδωσε κάθε της όρκο, ενώ ξέρει ότι με την απόφαση αυτή οδηγεί τον άντρα της αλλά και τα παιδιά της στην καταστροφή….”

Τα παιδιά άρχισαν να τρέμουν. Ήταν αδύνατον να το διαχειριστούν όλο αυτό.

“Τι θέλεις από εμάς πατέρα; Τι μπορούμε να κάνουμε;” ρώτησε ο Αμφίλοχος σαν χαμένος.

Εκείνος απάντησε με το βλέμμα του τυλιγμένο στο έρεβος της νύχτας.

“Ακούστε με καλά! Δεν ξέρω αν θα γυρίσω…”

“Σώπα….”

“Μην με διακόπτετε… δεν ξέρω αν θα γυρίσω. Δεν ξέρω τι επιφυλάσσουν οι Θεοί στη στράτα μας και ποια θα είναι η κατάληξή μας. Όμως θέλω τούτο από εσάς. Και σας το αφήνω σαν ευχή και κατάρα μαζί. Είναι η στερνή μου επιθυμία μου”

“Σε ακούμε…” απάντησε ο Αλκμαίων.

“Αν δεν γυρίσω ζωντανός θέλω να εκδικηθείτε το θάνατό μου!” είπε εμφαντικά και λες μαύρα σύννεφα της καταιγίδας να έζωσαν τα μάτια και τα κορμιά των παιδιών του. Ο Αλκμαίων ψέλλισε αργά:

“Να εκδικηθούμε; ...Ποιον;”

“Τον μοναδικό άνθρωπο που με πρόδωσε! Ξέρετε καλά ποια είναι αυτή! Για ένα κόσμημα πρόδωσε τον πατέρα σας. Η πράξη της είναι ύβρις στον νόμο των Θεών αλλά και των ανθρώπων. Δόλια με ξεγέλασε και την ύστατη στιγμή πήρε τη θέση του αδελφού της”


Οι λέξεις του έγιναν πύρινα σπαθιά που βυθίστηκαν βασανιστικά και χθόνια στις καρδιές των γιων του. Ένα σκοτάδι μίσους σκέπασε τα βλέμματά τους. Σαν κάτι να διαπέρασε κάθε τους κύτταρο και έγινε ένα με τις αναπνοές τους που έγιναν βαριές και άσχημες.

“Δηλαδή… τι μας ζητάς;” ρώτησε τρέμοντας ο Αμφίλοχος.

“Αυτό που καταλαβαίνετε! Αν πεθάνω θέλω ο θάνατός μου να μην μείνει βουβός! Και σε αυτό μονάχα ένας δρόμος υπάρχει… Αυτός που καταλαβαίνετε!”

 

Δεν είχαν τίποτα άλλο να πουν. Δεν άντεχαν κάτι άλλο να ακούσουν. Τραβήχτηκε από την αγκαλιά τους. Έριξε μια τελευταία ματιά στα παιδιά του συγκινημένος προσπαθώντας να κρύψει το δάκρυ του. Άπλωσαν τα χέρια τους σαν να ήθελαν να τον κρατήσουν κοντά τους. Όμως εκείνος ήδη βάδιζε προς την έξοδο, προς το άλογό του. Τον είδαν να ανεβαίνει. Ένα τελευταίο βλέμμα. Μια αποχαιρετιστήρια κίνηση του χεριού. Μια παγωμένη ανάσα. Ύστερα παρακίνησε το άλογο να καλπάσει. Πιάστηκαν και οι δυό τους σφιχτά από τους ώμους για να μην σαλέψει ο νους τους και χαθεί το λογικό τους. Κοιτάχτηκαν στα μάτια λες και ήθελαν να επιβεβαιώσει ο ένας στον άλλο αυτά που ήδη άκουσαν. Την παραγγελιά του πατέρα τους:

“Θέλω να εκδικηθείτε το θάνατό μου…. Θέλω να εκδικηθείτε το θάνατό μου… ξέρετε καλά ποια είναι αυτή….”

Ηχούσε μέσα τους σαν τον παραλογισμό που χτυπάει την πόρτα του μυαλού.

Έμειναν εκεί προσπαθώντας να αφομοιώσουν αυτά που άκουσαν.

Ολόγυρά τους έξω από το κτήμα περνούσαν εκατοντάδες καβαλάρηδες με οπλισμένους στρατιώτες, που πήγαιναν στο στρατόπεδο συνάντησης. Κόσμος πολύς, σε κάθε γωνιά της πόλης, αποχαιρετούσε με συγκίνηση τους Δαναούς.

 

Η Εριφύλη τριγυρνούσε μόνη της στο έρημο σπιτικό της. Γύρεψε τα παιδιά της. Οι κόρες της, η Ευρυδίκη και η μικρότερη η Δημώνασσα ήταν εκεί. Τα αγόρια της έλειπαν. Όσο και να ήθελε να το αποφύγει, μέσα της ήξερε το λόγο της απουσίας τους. Ο πατέρας τους δεν τους είχε αφήσει ανεπηρέαστους. Άραγε θα μπορούσε να έχει το δικαίωμα να μιλήσει και εκείνη μαζί τους; Είδε και εκείνη από το αίθριο τους ιππείς που περνούσαν επευφημούμενοι από τους δρόμους. Το μάτι της έπεσε στο μαρμάρινο ερμάριο δίπλα στον τοίχο. Πάνω του ήταν το ξύλινο εκείνο κουτί με το περιδέραιο της Αρμονίας που της προσέφερε ο Πολυνείκης. Μια υποψία της πέρασε από το μυαλό για μια ομιχλώδη λάμψη που τύλιγε ολόγυρα το ξύλινο κουτί και της προκαλούσε θάμπος. Μια δύναμη μέσα της εξακολουθούσε να της φωνάζει ότι έκανε το σωστό. Έκλεισε τα μάτια της σφιχτά σαν να ήθελε να διώξει μακριά κάθε άσχημη σκέψη. Όμως κάτι ένιωθε να την πνίγει σαν τη σκιά του θανάτου.

 

Η αναχώρηση

 

Στις παρυφές του Άργους  πάνω ψηλά στο δρόμο προς τις Μυκήνες η γη έδειχνε να τρέμει από το πέρασμα των καβαλάρηδων που συγκεντρώνονταν στους σχηματισμούς τους. Η σκόνη που σήκωναν τα εκατοντάδες άλογα απλώνονταν ήδη στον ουρανό και σκέπαζε ολάκερη την όλη. Το χλιμίντρισμα των αλόγων έδενε με το κροτάλισμα στον αέρα που έκαναν τα ψηλά χάλκινα δόρατα χιλιάδων αρματωμένων στρατιωτών. Το στρίγκλισμα των αξόνων των πολεμικών αρμάτων ανατρίχιαζε κάθε αυτί.

Μπροστά ήταν παραταγμένα τα πολεμικά άρματα, στη συνέχεια ακολουθούσαν τα τμήματα των πεζών οπλιτών, χωρισμένα σε λόχους με τους επικεφαλής πολέμαρχους. Στα δύο άκρα και πίσω τους ήταν οι Ιππείς. Το τέλος της παράταξης ήταν οι μεγάλες άμαξες, φορτωμένες με κάθε λογής εφόδια και άρματα που μπορούν να συντηρήσουν ένα στρατό.

Μετρημένοι πολλές εκατοντάδες που έμελε να πορευτούν και να σταθούν μπροστά τα τείχη της εφτάπυλης Θήβας. Και από μακριά, λες και ο Αργίτικος κάμπος, είχε ντυθεί σε ένα κατάλευκο χάλκινο χαλί καθώς ο λευκάσπιδος[4] στρατός περίμενε το τελευταίο πρόσταγμα για να ξεκινήσει το ταξίδι του.

 

Στην πρώτη γραμμή ήταν το βασιλικό άρμα του βασιλιά Άδραστου, που είχε το γενικό πρόσταγμα. Πιο πίσω και μπροστά από τους αντίστοιχους λόχους ήταν οι επτά πολέμαρχοι. Οι ιερείς είχαν κάνει τις θυσίες στους βωμούς των Θεών. Οι επικλήσεις είχαν ακουστεί. Σε λίγο στην πεδιάδα αντήχησε ο ήχος από τις σάλπιγγες που έδιναν με τους παιάνες τους πανηγυρικό τόνο. Ο στρατός των Δαναών ξεκινούσε. Σε λίγο η ιστορία θα μετρούσε το διάβα του.

 

“Ξεκινάμε!” ακούστηκε η στεντόρεια φωνή του Άδραστου, δίνοντας το σύνθημα να κινηθούν.

“Επόμενος σταθμός μας η Νεμέα!”



[1]     Αναφορά στην κατάρα του οίκου των Λαβδακιδών. Λάβδακος και Λάιος διεκδίκησαν ερωτικά τον Χρύσιππο, οδηγώντας τον στην αυτοκτονία. Κάτι που προκάλεσε την οργή και το ανάθεμα της Ήρας που εκδηλώθηκε με την αποστολή της δολοφόνας Σφίγγας στην Θήβα.

[2]     Η Σφίγγα μετά τη λύση του αινίγματος από τον Οιδίποδα, αυτοκτόνησε πέφτοντας στον γκρεμό.

[3]     Εδώ είναι η αναφορά στα γεγονότα που σηματοδοτεί ο “Οιδίπους τύραννος” του Σοφοκλή”

[4]     Λευκάσπιδος ονομάζονταν ο στρατός του Άργους από το λευκό χρώμα των ασπίδων των στρατιωτών.

ΤΕΛΟΣ Β' ΜΕΡΟΥΣ

(Συνεχίζεται...)

Φίλες και φίλοι, εδώ κλείνει και το δεύτερο μέρος του παρόντος μυθιστορήματος. Η μεγάλη εκστρατεία των "Επτά επί Θήβαις" ξεκινά και μάς περιμένουν μεγάλα γεγονότα στην πορεία. Όμως και οι ζωές εκείνων που μένουν πίσω στο Άργος είναι άρρηκτα δεμένες με όσα πρόκειται να γίνουν. Σας ευχαριστώ απ' την καρδιά μου που είστε εδώ σ' αυτό το αναγνωστικό και αλληλεπιδραστικό ταξίδι. Για μένα η εμπειρία αυτή είναι μοναδική. 




8 σχόλια:

  1. Ενδιαφέρον κεφάλαιο με στόχευση την τελική απόφαση και την έναρξη της εκστρατείας στη Θήβα. Δραματική, εκφραστική η γραφή, ιδιαίτερα στους διαλόγους Εριφύλης-Αμφιάραου. Πνέει τα μένεα ο Αμφιάραος καθώς γνωρίζοντας πως οδηγείται ως ¨πρόβατο επί σφαγή¨ αφήνει σκληρή εντολή στους γιού του. Τίποτα πιο ασήκωτο απ’ το μίσος και μοίρα Θεϊκή για κάθε έγκλημα και η ανάλογη τιμωρία. Θα το ξαναπώ, η κινηματογραφική πλοκή κρατάει το ενδιαφέρον. Μπράβο Γιάννη! Για άλλη μια φορά ....έγραψες!
    Καλή συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Αννίκα μου, τα λόγια σου μού δίνουν μεγάλη χαρά. Προσπαθώ να δώσω μια ζωντανή ατμόσφαιρα, μια δράση κινηματογραφική στην πλοκή, όπως πιστεύω της αξίζει. Για αυτό χαίρομαι ιδιαίτερα που περνάει έτσι και προς τα έξω.
      Πολύ σκληρή η "κληρονομιά", που αφήνει ο Αμφιάραος στα παιδιά του. Θα την έλεγα αποκρουστική. Στο κάτω-κάτω της γραφής ας πάρει αυτός την ευθύνη και όχι να κάνει τα παιδιά του μητροκτόνους. Ανήθικο πέρα για πέρα.
      Σε ευχαριστώ για το χρόνο σου Αννίκα μου, να είσαι καλά, συνεχίζουμε.

      Διαγραφή
  2. Θερμά συγχαρητήρια, αγαπητέ Γιάννη! Θα 'θελα να 'ξερα τι βιβλιογραφία κατέβασες για να καταφέρεις ένα τέτοιο αριστούργημα! Οι διάλογοι δημιουργούν ολοζώντανη ατμόσφαιρα...δίνοντας στον αναγνώστη τη δυνατότητα να βιώνουν την πλοκή και τις δράσεις των ηρώων.
    Εύχομαι "Τα δώρα της Αρμονίας'' να έχουν την τύχη που τους αξίζει.
    Συγχαρητήρια και πάλι! Καλή συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Χαίρομαι Μαρία μου, που σού έδωσε κάτι όμορφο. Ειλικρινά πολύτιμο αυτό για μένα. Μεγάλη η χαρά μου της συμμετοχής σου και των σχολίων σου, αγαπητή μου φίλη. Σε ευχαριστώ πολύ.
      Γράφω στην προαναγγελία του μυθιστορήματος, ποια βιβλιογραφία αποτελεί τη βάση αυτού του έργου, είναι στη διάθεσή σου.

      Διαγραφή
  3. Με την πικράδα που αφήνει η συμπεριφορά του πατέρα προς τα παιδιά του και η απεχθής παραγγελιά που αφήνει φεύγοντας, πάμε για το επόμενο κεφάλαιο και την εκστρατεία στη Θήβα.
    Φορτισμένη η καλησπέρα μου, Γιάννη. Είναι έντονα τα συναισθήματα που βγαίνουν απ' αυτό το κεφάλαιο.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η αλήθεια, Μαρία μου είναι ότι αυτό το κεφάλαιο είναι πικρό και βαρύ. Σέρνεται ένα σκοτάδι ολόγυρα, το οποίο κορυφώνεται με την "παραγγελία", που αφήνει πίσω του ο Αμφιάραος! Παραγγελία τρομακτική, ανατριχιαστική. Παραγγελία που είναι βγαλμένη απ' τα κατάβαθα της ανθρώπινης ψυχής.
      Είναι απόλυτα τα δυνατά συναισθήματα, που σού αφήνει αυτό το κεφάλαιο Μαρία μου.
      Σε ευχαριστώ καλή μου φίλη για αυτό σου το μοίρασμα. Αυτές σου τις σκέψεις, τα συναισθήματα.
      Να είσαι καλά.

      Διαγραφή
  4. Τελικά ο Αμφιάραος έδειξε τον πραγματικό του χαρακτήρα και έστρεψε τα παιδιά του εναντίων της μητέρα τους...πολύ εκδικητικό αυτό που έκανε, έτσι κι αλλιώς αφού δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά και θα τον έλεγαν δειλό άν δεν πήγαινε στον πόλεμο, τι τα έβαλε με την γυναίκα του;
    Αρα λοιπόν θα πήγαινε ούτως ή άλλως.
    Αντρες παιδί μου πρώτα ο εγωισμός τους, γι αυτό και οι πολέμοι μέχρι σήμερα σε όλο των κόσμο ποιος θα επικρατήσει...
    Αναμένοντας την αλληλοεξόντωσή τους γιατί κάτι τέτοιο ψυχανεμίζομαι πως θα γίνει
    Η μουσική και μάλιστα εις διπλούν της Γλαύκης ήρθε και έδεσε με το όλο κλίμα...μπράβο για τις επιλογές της.
    Να είσαι και να περνάς καλά γράφοντας καλό σου ξημερωμα!🌙

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς την αγαπημένη μου φίλη. Ρούλα μου, η Γλαύκη μας κάνει εξαιρετική δουλειά και έχει δώσει άλλον αέρα στην ανάγνωση του μυθιστορήματος.
      Ο Αμφιάραος ναι, ακολουθεί μια απαράδεκτη τακτική. Ενοχοποιεί στα παιδιά του την ίδια τους τη μάνα. Η παραγγελία που αφήνει ξεπερνά κάθε όριο ηθικής. Ακόμα και δίκιο να έχει δεν νομιμοποιείται ηθικά σε τέτοιο κάλεσμα-ανάθεμα. Κάτι που θα είναι μοιραίο.
      Ευχαριστώ Ρούλα μου για την ενεργή σου συμμετοχή, κάτι που μού δίνει πολύ μεγάλη χαρά.
      Καλό βράδυ.

      Διαγραφή