H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Σάββατο 13 Αυγούστου 2022

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 14η δημοσίευση

   "Τα δώρα της Αρμονίας"


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7








Στην προηγούμενη δημοσίευση, τελειώσαμε το κεφάλαιο 2.7 
Σ' αυτό παρακολουθήσαμε τον συναισθηματικά φορτισμένο διάλογο του Πολυνείκη με τη σύζυγό του, την Αργεία. Οι τοποθετήσεις της γυναίκας του είναι ένα ιστορικό αντιπολεμικό ντοκουμέντο από την πλευρά της γυναικείας οπτικής.  Το κεφάλαιο έληξε με τη σκηνή στο σπίτι του Αμφιάραου, όπου παρακολουθούμε έναν έντονο διάλογο ανάμεσα στο μεγάλο μάντη και στη σύζυγό του, Εριφύλη. Ο ίδιος, νιώθει το βάρος των επώδυνων γεγονότων, που έρχονται, γνωρίζει τον βαρυσήμαντο ρόλο της γυναίκας του ανάμεσα στον ίδιο και τον αδελφό της, βασιλιά Άδραστο και προσπαθεί να προλάβει τα γεγονότα.
Στη συνέχεια ανοίγει το κεφάλαιο 2.8 όπου θα παρακολουθήσουμε το πρώτο συμβούλιο στο παλάτι του βασιλιά Άδραστου, του ιδίου προεξάρχοντος, παρόντων των δύο γαμπρών του αλλά και από τους άρχοντες-ηγεμόνες των διπλανών περιοχών, συμμάχων του Άργους. Θα γνωρίσουμε τον Καπανέα, βασιλιά της Ωλένου, Ετέοκλο, βασιλιά του Ορχομενού και τους Ιππομέδοντα και Παρθενοπαίο.
Τελευταίος καλεσμένος, φυσικά ο Αμφιάραος, ο οποίος και θα καταθέσει με απόλυτη σαφήνεια και ένταση την αντίθεσή του σε κάθε σκέψη για πολεμική εκστρατεία στη Θήβα, προλέγοντας ότι τα σημάδια των χρησμών είναι προάγγελοι θανάτου και καταστροφής.
Ο Αμφιάραος αποχωρεί ενώ οι υπόλοιποι αποφασίζουν να σταλεί ο Τυδέας στη Θήβα σε μια προσπάθεια διαμεσολάβησης με τον Ετεοκλή. Κλείνοντας ο Άδραστος ανακοινώνει στη συγκέντρωση ότι η αδελφή του η Εριφύλη, είναι εκείνη που αποφασίζει σε περίπτωση διαφωνίας ανάμεσα στον ίδιο και τον Αμφιάραο.

Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Σήμερα, τα μουσικά θέματα, που επέλεξε η αγαπημένη μας φίλη, είναι δύο και θα συνοδεύσουν με τον πλέον αρμονικό τρόπο την ανάγνωσή μας.


Κεφάλαιο 2.8 (Συνέχεια)

Εριφύλη

 

Ο Αμφιάραος επέστρεψε στο σπίτι του . Η απογοήτευση και η ανησυχία ήταν εμφανής στο πρόσωπό του.

“Τι αποφασίσατε τελικά;” τον ρώτησε η Εριφύλη.

Εκείνος βρήκε κάπου να καθίσει. Έδειχνε κουρασμένος.

“Εκστρατεία στη Θήβα!”

Εκείνη χλώμιασε από το φόβο της.

“Γιατί;”

“Για να αποκατασταθεί ο γαμπρός του αδελφού σου στο θρόνο της πόλης”

“Και εμείς; Που μας αφορά όλο αυτό;”

“Υπόσχεση του Άδραστου στους γαμπρούς του”

“Η γνώμη η δική σου ποια είναι;”

Την κοίταξε καλά στα μάτια.

“Η εκστρατεία αυτή δεν πρέπει να γίνει”

“Υπάρχει κάτι που σε απασχολεί;”

“Ναι! Ο θάνατος παραμονεύει σε αυτήν!”

Η Εριφύλη προβληματίστηκε έντονα. Εκείνος σηκώθηκε, ήθελε να πάει προς το λουτρό. Είχε ανάγκη από λίγο νερό στο κεφάλι και στο πρόσωπό του. Της έριξε μια ματιά λίγο πριν φύγει.

“Κανείς δεν θα γυρίσει ζωντανός απ τη Θήβα εκτός από τον αδελφό σου!” της είπε ενώ εκείνη έμεινε άφωνη και ακίνητη στο μέσο του δώματος.

“Ελπίζω να θυμάσαι καλά αυτά που σού έχω πει για τον τρόπο, που θα θελήσουν να κινηθούν Εριφύλη” της είπε και χάθηκε στο εσωτερικό. Έμεινε φορτωμένη άπειρες σκέψεις, που γύριζαν με φρενήρη ρυθμό στο μυαλό της. Τα λόγια του άντρα της, την είχαν αναστατώσει έντονα.

“Πώς το ξέρεις;” κατάφερε να ψελλίσει μόλις επέστρεψε ο Αμφιάραος στο χώρο. Εκείνος προσπαθούσε ακόμα να σβήσει την ένταση που τον βασάνιζε.

“Δεν θα έπρεπε να ρωτάς κάτι τέτοιο γυναίκα! Ξέρεις σε ποιον μιλάς! Τα σημάδια εδώ και καιρό καίνε το μυαλό μου. Κάθε μέρα έρχονται και πιο δυνατά, σαν να φωνάζουν μέσα μου…”

“Θα μπορούσε να αλλάξει κάτι την απόφασή τους;” του είπε.

“Δεν ξέρω…” απάντησε απελπισμένος για να συνεχίσει “νομίζω ότι δεν μπορεί να αλλάξει κάτι, εκτός…”

“Εκτός τι…”

“Η διαφωνία μου γυναίκα! Η διαφωνία μου με τον αδελφό σου!” της έριξε ένα βλέμμα δυνατό, αποφασιστικό, “Καταλαβαίνεις λοιπόν τι εννοώ…” της είπε.

Τον κοίταξε προσεκτικά χωρίς να πει κάτι. Είχε ήδη αρχίσει να μουδιάζει.

 

Είχαν περάσει μέρες μετά το συμβούλιο στο παλάτι. Σε όλων, από όσους συμμετείχαν, στη σκέψη έτρεχε η έγνοια για το χρονοδιάγραμμα, που έπρεπε να ακολουθήσουν για να ξεκινήσουν τις ετοιμασίες. Εκείνος που είχε την μεγαλύτερη πίεση ήταν ο Τυδέας που θα έπρεπε να δει το σχέδιό του για να κάνει την πρώτη απόπειρα των επαφών με τον Ετεοκλή στη Θήβα. Από αυτό το αποτέλεσμα κρινόταν τα πάντα.

“Πότε σκοπεύεις να ξεκινήσεις;” τον ρώτησε ο Πολυνείκης. Είχαν ξεπεζέψει από τα άλογά τους. Περπατούσαν κατά μήκος του Ίναχου ποταμού. Έτσι μόνοι μπορούσαν να κουβεντιάσουν τις σκέψεις τους. Ο ουρανός ήταν βαριά συννεφιασμένος και προμήνυε βροχή. Ο ποταμός κουβαλούσε με ορμή τα νερά του κάτω στη θάλασσα.

“Προς το τέλος του χειμώνα, να ανοίξει ο καιρός. Αν εκεί δεν βρούμε άκρη πρέπει να ξεκινήσουμε αμέσως γιατί ο Ετεοκλής θα μας περιμένει. Και δεν θα πρέπει να τού δώσουμε μεγάλο χρόνο να ετοιμαστεί”

“Ξεχνάμε κάτι Τυδέα, κάτι που, μέχρι τώρα, στέκεται εμπόδιο”

“Τι εννοείς;”

“Την αντίρρηση του μάντη, του Αμφιάραου. Ο άντρας της αδελφής του βασιλιά είναι ανένδοτος. Και χωρίς αυτόν εκείνος δεν κινάει μήτε βήμα από το Άργος”

“Τι μπορούμε να σκεφτούμε για αυτό;” ρώτησε ο Τυδέας.

“Είναι κάτι που γυρίζει στο μυαλό μου μετά από το συμβούλιο αλλά και με κάτι κουβέντες, που μου εκμυστηρεύτηκε ο ίδιος ο Άδραστος”

Ο Τυδέας σταμάτησε και τον κοίταξε κατά πρόσωπο.

“Τι ακριβώς;”

Ο Πολυνείκης άπλωσε το βλέμμα του κάτω προς τον Αργολικό κόλπο. Ο δυνατός άνεμος έπαιζε με τα μαλλιά στο πρόσωπό του.

“Το πρόσωπο που κρατάει τα κλειδιά σε αυτή τη διαφωνία” είπε στον Τυδέα.

“Τι θες να πεις;”

“Ο βασιλιάς μου είπε ότι σε περίπτωση διαφωνίας με τον Αμφιάραο, τη λύση τη δίνει η αδελφή του!”

“Δηλαδή;”

“Θέλω να πω ότι αν η διαφωνία πάει μέχρι τέλους και κάποιος από τους δύο δεν υποχωρήσει, όπως  σίγουρα θα κάνει ο Αμφιάραος, τότε κριτής θα μπει η αδελφή του βασιλιά και γυναίκα του μάντη”

Ο Τυδέας παρακολουθούσε γεμάτος ερωτηματικά. Τα μάτια όμως του Πολυνείκη είχαν αρχίσει να αστράφτουν.

“Πρέπει με κάποιο τρόπο Τυδέα, να προσεγγίσουμε την Εριφύλη!”

“Πως μπορεί να γίνει αυτό; Δεν είναι εύκολο”

“Το ξέρω. Όμως πρέπει να γίνει με κάθε θυσία”

“Μίλα στο βασιλιά”

“Το έχω ήδη κάνει! Θα προσπαθήσω να την συναντήσω στο παλάτι. Κάποια μέρα που ο Άδραστος θα την έχει φέρει εκεί”

“Και τότε;”

“Εσύ, έχεις το ταξίδι στη Θήβα. Εγώ θα αναλάβω την Εριφύλη. Είναι κάτι που θα χειριστώ εγώ!”

Ήδη στο νου του επεξεργάζονταν κάθε σκέψη, κάθε πρόταση και κάθε πιθανό σχέδιο. Πώς θα το διοργάνωναν, τι θα της έλεγε, πώς θα το χειριζόταν. Μια σκέψη, που τις τελευταίες μέρες, είχε για τα καλά αποτυπωθεί ανεξίτηλα στο μυαλό του ως η μόνη πιθανότητα να αλλάξουν τη ροή των πραγμάτων.

 

Μια πρώτη συνάντηση

 Και δεν θα έπαυε ποτέ να την σκέφτεται για να δει πώς θα μπορούσε να την προχωρήσει με την καλύτερη δυνατή πιθανότητα επιτυχίας. Έπρεπε να συναντήσει την Εριφύλη. Όμως κάτι τέτοιο μόνο εύκολο δεν ήταν. Μίλησαν με τον πεθερό του ψάχνοντας να βρουν μια μέθοδο ανώδυνη που δεν συναντούσε εμπόδια μήτε θα σήκωνε υποψίες ώστε να εκθέσει κάποιον. Και η λύση ήταν μία. Ο Πολυνείκης πρότεινε και έπεισε με πιεστικό τρόπο τον Άδραστο να δεχτεί την αδελφή του στο παλάτι. Εκεί θα βρίσκονταν και ο Πολυνείκης που θα αναλάμβανε τα υπόλοιπα.

 Σε λίγες μέρες βρέθηκε η στιγμή που ο Άδραστος είχε την αδελφή του καλεσμένη. Και έπεσε στις μέρες, που ο άντρας της ο Αμφιάραος θα απουσίαζε από το Άργος για κάποια δουλειά. Έτσι κανείς δεν θα θεωρούσε αδόκιμο ή παραβατικό να καλέσει ο βασιλιάς την αδελφή του στο παλάτι και σπίτι του. Σε μια συνάντηση ενδοοικογενειακή όπου, εντελώς ...αθώα, θα βρίσκονταν εκεί την κατάλληλη ώρα ο γαμπρός του βασιλιά, ο Πολυνείκης.

 Η Εριφύλη ήταν εντυπωσιακή γυναίκα. Στο ανάστημα έμοιαζε με αυτό του αδελφού της όπως και στην ευστροφία του. Φιλάρεσκη και οξυδερκής. Όμως και ο Πολυνείκης ήταν από τους άντρες εκείνους που δεν περνάει απαρατήρητος μήτε αφήνει ασυγκίνητο κάθε βλέμμα απέναντί του. Μάλιστα έφτασε στο παλάτι τη στιγμή που είχαν τελειώσει το δείπνο τους τα δύο αδέλφια και η Αμφιθέη. Ο Άδραστος κάλεσε το γαμπρό του να κάτσει λίγο μαζί τους. Λίγες σκόρπιες κουβέντες, καθημερινά θέματα. Οι υπηρέτες μάζεψαν γρήγορα το τραπέζι.

“Θα πιούμε λίγο κρασί να μού επιτρέψετε” είπε ο Άδραστος προς τους υπόλοιπους. Η Εριφύλη φάνηκε λίγο διστακτική αλλά πείστηκε με την επέμβαση των άλλων.

“Δεν είναι πολλές οι φορές που είχα τη χαρά να δειπνήσω με την αδελφή μου” της είπε παρακλητικά καταβάλλοντας τις αναστολές της. Όλα είχαν ρυθμιστεί όπως έπρεπε και εκεί στην αίθουσα του θρόνου. Ο Άδραστος με τη γυναίκα του αποσύρθηκαν για λίγο διακριτικά για να δώσουν την ευκαιρία στον Πολυνείκη να μείνει μόνος λίγο με την Εριφύλη.

 “Είναι τιμή μου να γνωρίζω τη σύζυγο του αγαπημένου μας μάντη και συμπολεμιστή Αμφιάραου”, της είπε με μια σεμνή υπόκλιση. Εκείνη τον κοίταξε εντυπωσιασμένη από την ευγένειά του.

“Έχω ακούσει για σας Πολυνείκη, γιε του ξακουστού Οιδίποδα” ανταποκρίθηκε εκείνη.

“Ναι, η καταγωγή μου ευχή και κατάρα μαζί” πρόσθεσε εκείνος με μια δόση ελαφράς θλίψης.

“Ο Αμφιάραος μού έχει μιλήσει πολλές φορές για σας”

“Ελπίζω όχι με κακή εντύπωση”

“Μού μίλησε για τη σύγκρουση με τον αδελφό σας στη Θήβα και…”

“Και;” ρώτησε εκείνος με ενδιαφέρον.

“Δεν έχει σημασία…” τον κοίταξε για λίγο στα μάτια. Τελικά ο Πολυνείκης διαπίστωνε ότι δεν ήταν μια απλή γυναίκα της εποχής προορισμένη για τον αυστηρό της ρόλο.

“Τι περιμένετε από μια εκστρατεία στη Θήβα;” τον ρώτησε ευθέως. Ο Πολυνείκης κατάλαβε ότι θα έπρεπε να μιλήσει ισότιμα με την Εριφύλη αναγνωρίζοντας το ρόλο της.

“Την απόδοση στο δίκιο. Την επιστροφή στα χώματα της πατρίδας μου. Την αποκατάσταση μιας συμφωνίας που έγινε ενώπιον Θεών και γονέων”

“Πιστεύετε Πολυνείκη ότι ένας πόλεμος μπορεί να φέρει κάτι τέτοιο;”
“Κανείς δεν έχει το σπαθί και το αίμα κυβερνήτη της σκέψης του, Εριφύλη. Κανείς δεν γεννιέται με σκοπό να σκοτώσει για να επιβληθεί. Με κάθε τρόπο προσπαθώ και εγώ και όλοι μας να αποφύγουμε κάτι τέτοιο και με σύνεση να αποκαταστήσουμε αυτό που τότε είχαμε συμφωνήσει”

“Και αν ο αδελφός σας παραμείνει αμετακίνητος;”

“Τότε θα είναι εκείνος, που θα σύρει το χορό της φωτιάς”

“Τι ζητάτε από τον άντρα μου;” τον ρώτησε ευθέως. Ο Πολυνείκης δεν περίμενε τέτοια ευθύτητα στις ερωτήσεις.

“Ο Αμφιάραος είναι ένας ήρωας και ένα πρότυπο για μάς όλους. Η ιστορία, η φήμη του, η αντρειοσύνη του. Η πίστη του στο δίκαιο και στο ηθικό. Η υπεράσπιση των χρησμών και των συμφωνιών χαρακτηρίζει τη σκέψη του. Θα μάς ήταν αδύνατη η απουσία του από αυτόν τον σκοπό. Να γιατί θεωρώ και εγώ και όλοι μας ότι δεν είναι δυνατόν να λείπει από αυτήν την  εκστρατεία”

Τον κοίταξε σκεφτική.

“Με λίγα λόγια, τον καλείται σε έναν πόλεμο, σε ένα κάλεσμα στο θάνατο…”

Προσπάθησε να την διακόψει αλλά εκείνη συνέχισε απτόητη:

“Γιατί νομίζετε ότι αρνείται; Τον θεωρείτε δειλό; Φυγόπονο και ανεύθυνο;”

“Για όνομα του Απόλλωνα όχι! Κάθε άλλο, σάς είπα”

“Τότε τι τον κάνει τόσο απόλυτο;”

 Ήταν φανερό απ τη συζήτηση πως και οι δυο τους επεδίωκαν διαφορετικά πράγματα. Από τη μία πλευρά, η Εριφύλη είχε, για πρώτη φορά, τη δυνατότητα να συνομιλήσει με κάποιον από αυτούς που ο άντρας της ονομάτιζε “επικίνδυνους”, να δει τα επιχειρήματά τους, τη γνώμη τους. Από την άλλη ο Πολυνείκης δεν ήθελε να προτάξει την πρόβλεψη του Αμφιάραου για την φοβερή τύχη της εκστρατείας. Έπρεπε να κλονίσει το άκαμπτο της γυναίκας, που πιθανά να αποφάσιζε για όλα.

 “Το ιερό αίσθημα της ευθύνης που νιώθει για όλους. Αυτό πιστεύω τον κάνει να φοβάται και να ανησυχεί. Η ωριμότητά του. Αλλά Εριφύλη, είμαστε όλοι μαζί, ενωμένοι σε ένα σκοπό. Ο αδελφός σας επικεφαλής, εγώ, ο Τυδέας από την Καλυδώνα, ο Καπανέας ο βασιλιάς της Ωλένου, πολλοί τρανοί πολεμιστές αλλά και αγαθοί και σώφρονες άντρες. Ο Ετέοκλος, ο Ιππομέδων και άλλοι. Και έχουμε αποφασίσει να δώσουμε μια ακόμα μεγάλη ευκαιρία στην συμφωνία. Ο Τυδέας θα πάει απεσταλμένος στη Θήβα για να προτείνει συμφωνία με τον σφετεριστή αδελφό μου…”

Την είδε να ακούει προσεκτικά. Συνέχισε απτόητος:

“Εριφύλη, στη Θήβα είναι η μητέρα μου, η Ιοκάστη. Έχω τις αδελφές μου εκεί που με προσμένουν. Εγώ ήμουν εκείνος που μπροστά στους Θεούς έδωσα τα χέρια με τον αδελφό μου σε αυτή τη συμφωνία. Πώς λοιπόν να έχω σκοπό να κάψω ή να κάνω κακό στη πόλη των γονιών μου, στο ίδιο μου το σπίτι; Για ποιο λόγο να θεωρήσουν οι Θεοί και οι Μοίρες άδικη ή αλαζονική την πρόθεσή μου. Για ποιο λόγο να την εκλάβουν ως ύβρη και να μας καταδικάσουν;”

Εκείνη χαμήλωσε τα μάτια. Δεν εύρισκε κάτι να αντιτάξει. Τα λόγια του συνομιλητή της ήταν εντυπωσιακά και στα μάτια του έβλεπε το πάθος της καρδιάς του για το σπιτικό του και τις ρίζες του.

“Κάντε κάτι Εριφύλη! Στο όνομα του Λοξία Απόλλωνα, προσπαθήστε να πείσετε τον άντρα σας να άρει τις επιφυλάξεις του. Έχετε τη δύναμη να το κάνετε” της είπε και την πλησίασε.

“Πώς πιστεύετε ότι μπορώ να πάω κόντρα στη γνώμη του άντρα μου;” του απάντησε.

Ο Πολυνείκης την πλησίασε πέραν των ορίων που έβαζε η θέση του.

“Μπορείτε! Δεν είστε μια συνηθισμένη γυναίκα. Δεν σας επέλεξαν τυχαία ένας βασιλιάς και ένας φημισμένος μάντης να στέκεται η γνώμη σας πάνω από τη δική τους. Η ζωή επιβραβεύει τους ανθρώπους που εκτιμούν εκείνους που σέβονται τις αξίες και τους όρκους”

Εκείνη έδειχνε λίγο μαγνητισμένη αλλά και εντυπωσιασμένη από τον οίστρο του Πολυνείκη.

“Πρέπει να φύγω. Είναι ήδη αργά” τού είπε απομακρυνόμενη από κοντά του φωνάζοντας τον Άδραστο. Λίγο πριν μπει στην αίθουσα ο πεθερός του με τη γυναίκα του, την κοίταξε στα μάτια και της είπε:

“Δώστε μου μια ύστατη ευκαιρία να ξαναδώ τη γη μου, τους γονείς και τις αδελφές μου. Να περπατήσω ξανά στα μέρη που μεγάλωσα και διώχτηκα, χωρίς τη θέλησή μου. Για μένα μια τέτοια σας προσφορά θα μείνει ανεκτίμητη”

 Ο Άδραστος με την Αμφιθέη μπήκαν στην αίθουσα. Η Εριφύλη αποχαιρετούσε τον αδελφό της και τη νύφη της. Όπως επίσης και τον Πολυνείκη. Καθώς έφευγε διασχίζοντας το μεγάλο διάδρομο του παλατιού ένιωθε ακόμα το καυτό του βλέμμα να μαγνητίζει το δικό της. .

 Η Εριφύλη επέστρεψε στο σπίτι της με άμαξα του βασιλιά. Σαν μπήκε στο κεντρικό δώμα η εμφάνιση του μεγάλου της γιου, έκοψε τις σκέψεις της μαχαίρι.

 “Πού ήσουν μητέρα; Η τροφός μας είπε ότι ήσουν στο βασιλιά”

“Ναι Αλκμαίωνα. Με είχε καλέσει ο αδελφός μου. Είχε καιρό να με δει όπως και εγώ…”
“Και διάλεξε μέρες που λείπει ο πατέρας;” ρώτησε με εμφανή καχυποψία.

Η Εριφύλη ένιωθε να εκνευρίζεται.

“Αδελφός μου είναι παιδί μου. Καταλαβαίνεις ότι δεν έχει την παραμικρή απρέπεια δύο αδέλφια να μπορούν να συναντηθούν ελεύθερα όποτε το επιθυμήσουν”

Ο γιος της δεν απάντησε. Προσπέρασε την απάντηση της μητέρας του και έφυγε προς το δωμάτιό του. Η Εριφύλη δεν ένιωσε καλά από αυτή τη στάση. Βίωνε μια προσβολή προς την ελευθερία της και την αξιοπρέπειά της. Και κατάλαβε ότι τα λόγια του συζύγου της είχαν ήδη φτάσει και στα ίδια της τα παιδιά.




2-9  Στο δρόμο προς τη Θήβα

 Προετοιμασίες

 Ο Χειμώνας εκείνη τη χρονιά στον Αργίτικο κάμπο ήταν σκληρός. Οι κορυφές των βουνών ολόγυρα, στο Αραχναίο και στον Κτενιά είχαν ντυθεί σε πυκνό ολόλευκο χιόνι. Η θερμοκρασία έπεφτε πολλές φορές χαμηλότερα από το συνηθισμένο με αποτέλεσμα η υγρασία να παγώνει και η αίσθηση του κρύου να γίνεται εντονότερη. Η ζωή στην πόλη αλλά και ολόγυρά της ακολουθούσε τους δικούς της ρυθμούς. Ο Άδραστος με τον Πολυνείκη και τον Τυδέα ζούσαν το δικό τους πυρετό προετοιμασίας για την εκστρατεία στη Θήβα. Το ίδιο έκαναν και οι άλλοι πολέμαρχοι στον τόπο τους. Με το πέρασμα των ημερών, καθένας συγκέντρωνε το δικό του στρατό. Τα χάλκινα όπλα βγήκαν από τις πέτρινες αποθήκες και άρχισαν να σφυρηλατούνται και άλλα. Σπαθιά, ασπίδες, δόρατα, τόξα και βέλη μαζί με όλα εκείνα τα σύνεργα των πολεμικών ενδυμασιών. Οι πιο κατάλληλοι διάλεγαν τα καλύτερα άλογα με τους πιο έμπειρους αναβάτες για να φτιάξουν το Ιππικό και να το οργανώσουν με άρματα.

 Όλοι καρτερούσαν να περάσει ο χειμώνας. Να καταλαγιάσει η κοίτη του Ίναχου ποταμού που το βουητό του σκορπούσε δέος και φόβο στους κατοίκους της πόλης. Πόσες και πόσες φορές τα νερά του πλημμύριζαν και οι ζημιές στα σπίτια και τη σοδιά ήταν μεγάλες. Να σταματήσουν τα μεγάλα κρύα και το χιόνι, να κοπάσουν οι βροχές. Έτσι αρχές της Άνοιξης να μπορούσαν να ξεκινήσουν.

 Από την άλλη, ο Τυδέας είχε μπροστά του τη δική του αποστολή. Είχε ήδη κάνει τις ετοιμασίες του. Μαζί του θα έφευγαν δύο ακόμα πιστοί του άντρες. Ο Γαληνός, που ήταν πάντα αχώριστος συναγωνιστής και φίλος του,  με τον Ίαμο. Θα έκαναν όλη τη διαδρομή από το Άργος, στην Κόρινθο, μετά στην Αττική και στη συνέχεια θα έμπαιναν στη Βοιωτία. Κάπου έξω από τη Θήβα ο Τυδέας θα συνέχιζε μόνος. Οι ακόλουθοί του θα τον περίμεναν σε κάποιο οικισμό έξω απ την πόλη.

 “Γιατί πρέπει να είσαι εσύ αυτός που θα πάει στη Θήβα;” τον ρώτησε μια ακόμα φορά η γυναίκα του η Δηιπύλη με κλάματα στα μάτια.

“Δεν πάω για πόλεμο αγαπημένη! Για μεσολάβηση πάω, πόσες φορές να στο εξηγήσω” της απάντησε προσπαθώντας να την καθησυχάσει.

“Μόνος, στο στόμα του λύκου Τυδέα! Μόνος μπροστά στον Ετεοκλή! Να τού πεις τι; Να αρνηθεί το θρόνο του; Και τι πιστεύεις ότι θα σού απαντήσει; Εδώ δεν σεβάστηκε το δικό του λόγο στον αδελφό του γιατί να σεβαστεί εσένα;”

“Δεν μπορεί να μού κάνει κακό γυναίκα. Μια συνάντηση θα κάνω μαζί του και θα φύγω. Θα προσπαθήσω να τον πείσω, ησύχασε…”

“Και αν σε προκαλέσει; Αν αυτό θελήσει να κάνει; Να σε φτάσει στα όριά σου για να μπορέσει κάλλιστα να σε σκοτώσει;”

Χάιδεψε τρυφερά τα μαλλιά της γυναίκας του. Με ήρεμες κινήσεις προσπαθώντας να της μεταφέρει όσο μπορούσε ένα αίσθημα γαλήνης και σιγουριάς.

“Δεν θα το κάνει Δηιπύλη, δεν μπορεί να το κάνει” της είπε με πρωτοφανή αυτοπεποίθηση, “μέσα στο μυαλό μου πάντα είσαι εσύ και το παιδί μας ο Διομήδης. Το καμάρι μας. Για μένα είστε ότι πολυτιμότερο έχω στη ζωή. Δεν πρόκειται έτσι να ρισκάρω για το τίποτα”

Η Δηιπύλη σφίχτηκε πάνω του με λαχτάρα.

“Λένε πολλά ολόγυρα άντρα μου για το τι έχει προβλέψει ο Αμφιάραος” του είπε μουδιάζοντάς τον.

“Σαν τι λένε δηλαδή και πού τ’ άκουσες;”

“Λένε ότι έχει άσχημα προμηνύματα γι’ αυτό αρνείται να έρθει μαζί σας”

Γύρισε και την κοίταξε στα μάτια.

“Μην δίνεις σημασία σε παρακαλώ σε φήμες ή σε ότι λένε ολόγυρα. Αν χρειαστεί να το ξέρεις, ο ευσεβής μάντης θα είναι πρώτος μαζί μας. Να θυμάσαι αυτό που σου λέω”

Έδειξε λίγο να γαληνεύει στην αγκαλιά του.

 

Φορτώθηκαν τα όπλα τους, τα εφόδιά τους για το ταξίδι και εκείνο που έμενε ήταν το καταλάγιασμα του καιρού για να ξεκινήσουν. Μέρα που δεν άργησε να έρθει. Πριν ανέβουν στα άλογά τους ο Τυδέας είχε την τελευταία συζήτηση με τον Άδραστο και τον Πολυνείκη. Πήρε τις οδηγίες τους, αποχαιρέτισε την Δηιπύλη αλλά και το γιο του Διομήδη, ενημέρωσε τον Γαληνό με τον Ίαμο και ένα πρωινό, την ώρα που χάραζε η καινούργια μέρα, ξεκινούσαν για το μακρύ και κρίσιμο ταξίδι τους.

 Ο Τυδέας ήταν αψύς χαρακτήρας. Δυνατός στο σώμα, ικανός στα όπλα. Η πολεμική του ικανότητα στην πεζή μάχη συνόδευε τη φήμη του. Ατρόμητος στο φρόνημα αλλά και μια άναρχη αγριάδα που πολλές φορές τον χαρακτήριζε, ικανή να του δώσει την πιο σκληρή και αποκρουστική συμπεριφορά. Πολλές φορές αναρωτήθηκαν μεταξύ τους ο Άδραστος με τον Πολυνείκη αν ήταν ο σωστός άνθρωπος αυτός, που θα έφερνε σε πέρας το ρόλο του πρεσβευτή στη Θήβα ή θα συμπεριφέρονταν μπροστά στον Ετεοκλή σαν θηρίο μέσα στο κλουβί του. Και είχαν επιμείνει να τον συνετίσουν με λόγια πολλά, να είναι προσεκτικός, μετρημένος και  συνετός.

 Στο δρόμο για τη Θήβα

 Το ταξίδι ήταν πολυήμερο και δύσκολο. Πώς να ταξιδέψει κανείς από το Άργος στην μακρινή Θήβα. Οι πρώτες μέρες ήταν καλές, ηλιόλουστες με τον καιρό φιλικό. Έφυγαν απ’ την πόλη με τα άλογα  με κατεύθυνση προς τις Μυκήνες. Εύκολα σχετικά έφτασαν στις Κλεωνές και ύστερα πήραν το δρόμο για Κόρινθο. Αναγκαίες οι στάσεις στο δρόμο τους για να πάρουν ανάσα τόσο τα άλογά τους όσο και οι ίδιοι. Στην Κόρινθο αποφάσισαν να μείνουν για να διανυκτερεύσουν. Τα δύσκολα ήταν μπροστά τους. Να διαβούν στην Αττική και να διασχίσουν τη διαδρομή που αποτελούσε φόβο και τρόμο για κάθε περαστικό. Οι Σκιρωνίδες πέτρες. Τα τρομακτικά περάσματα που έχασκαν στα πόδια κάθε περαματάρη προκαλώντας δέος. Κακοτράχαλα μικρά περάσματα, μονοπάτια γεμάτα παγίδες. Απόκρημνες πλαγιές που σε κάθε άτυχο πάτημα οδηγούσαν φονικά στα κοφτερά βράχια της ακτής. Ήταν και η φήμη που συνόδευε τη διαδρομή. Ο περιβόητος ληστής με τους θρύλους που συνόδευαν το πρόσφατο πέρασμα του Θησέα από την Τροιζήνα στην Αθήνα.

 Είχαν ανανεώσει τα εφόδιά τους, είχαν ξεκουραστεί λίγο και με το πρώτο φως του ήλιου άφησαν πίσω τους την Κόρινθο και πήραν το δρόμο προς τις Κεχρεές. Διάβηκαν το στενό πέρασμα του ισθμού και πήραν τα μονοπάτια για τα Γεράνεια. Ο καιρός στην αρχή ήταν ούριος και βοηθητικός. Όμως στη συνέχεια ξεκίνησε να φυσάει ένας δαιμονισμένος άνεμος που έκοβε προς τα κάτω στις πλαγιές των ψηλών βουνών.

“Τι τρομερή διαδρομή αλήθεια!” μουρμούρισε ο Τυδέας.

“Κάθε φορά που περνάω από εδώ, ανατριχιάζω, δεν ξέρω με πιάνει σύγκρυο” συμφώνησε λέγοντας ο Γαληνός με τον Ίαμο να συναινεί.

 Οι τρεις καβαλάρηδες προχωρούσαν με αργό ρυθμό που έγινε ακόμα δυσκολότερος σαν ο ουρανός γέμισε σύννεφα απειλητικά που έρχονταν πίσω απ τα Γεράνεια από το Βοριά. Ο ένας έδινε κουράγιο στον άλλο αλλά το φρόνημα του Τυδέα ήταν τέτοιο που εμψύχωνε και τους άλλους δύο. Κοντά του ένιωθαν άλλοι άνθρωποι. Μια σιγουριά, μια ασφάλεια και σταθερότητα. Τον έβλεπαν πάντα μπροστά του στο λευκό του άλογο να δαμάζει τις πέτρες, τα στενώματα, τα χαλάσματα. Κάποια στιγμή αναγκάστηκαν να κατέβουν από τα άλογα. Η ορατότητα ήταν πολύ άσχημη. Δεν ήξερες τι σε περιμένει σε κάθε βήμα ή κάθε στροφή. Προχωρούσαν με χαλινάρια στα χέρια και τα νεύρα τους σε τέτοια ένταση που έλεγες πως θα σπάσουν. Πολλές φορές οι γροθιές τους έσφιξαν τη λαβή του σπαθιού τους μην μπορώντας να ξεχωρίσουν είτε ήχους είτε βοές είτε παράξενες μορφές στην ομίχλη. Όλα μπερδεύονταν στο μυαλό τους. Η βοή του αέρα, η σκόνη που έμπαινε στα μάτια, οι πέτρες που κυλούσαν στα πόδια τους, οι άκρες των κλαδιών από τα δέντρα. Στα αυτιά τους όλα έχαναν τη λογική τους ύπαρξη. Ουρλιαχτά ζώων αποκτούσαν φωνή τεράτων. Η οχλαγωγή της οργισμένης θάλασσας κάτω βαθιά στα πόδια τους λες και ένα αδηφάγο στόμα καρτερούσε να καταπιεί όποιον άτυχο έχανε το βήμα του.

“Δεν τρόμαξα σ’ εχθρούς και βαρβάρους….” ακούστηκε ο Γαληνός “αλλά εδώ ο φόβος φωλιάζει στην καρδιά μου!”

“Το θάρρος Γαληνέ, δεν είναι μονάχα απέναντι σε δόρατα και ασπίδες, το θάρρος δεν είναι μονάχα κόντρα σε σπαθιά και μανιασμένα άλογα. Πιο μεγάλο είναι το θάρρος απέναντι στην ίδια τη ζωή και τις προκλήσεις της!” ήρθε η φωνή του Τυδέα να ακουστεί στεντόρεια στον σύντροφό του. Συνέχιζε να τους μιλάει:

“Θάρρος είναι να αγαπάς και να σέβεσαι την ίδια τη φύση και την αγριάδα της. Να νιώθεις ταπεινός απέναντι στα στοιχειά της και στις μανίες της. Να μην έχεις έπαρση απέναντί της και να νομίζεις ότι μπορείς να την τιθασεύσεις… Κοιτάτε! Τι είμαστε μπροστά της; Τρεις κόκκοι ζωής που μπορεί, σε κάθε της στιγμή, να μας παρασύρει στην ανυπαρξία, στο γκρεμό, στον Άδη. Όσες φορές ο άνθρωπος σεβάστηκε τη μητέρα Γαία και τη φύση είχε πιθανότητες στη ζωή του να περπατήσει σωστά. Όσες όμως φορές την περιφρόνησε τότε βρήκε την οργή της μπροστά του”

Τον άκουγαν σιωπηροί αλλά με σέβαση στα λόγια του.

 “Πού είμαστε βασιλιά μου;” φώναξε με αγωνία ο Ίαμος.

“Περνάμε τη Μολουρίδα” [1]απάντησε αυτός.

Μόλις που ακούστηκε ο ήχος της φωνής του απ’ τη δύναμη του αγέρα που σάρωνε τα πάντα. Και τότε εκεί στις πλαγιές του βουνού λες και ο αγέρας με την ομίχλη έπαιζε τρομακτικά παιχνίδια στα μάτια τους μπροστά. Κάποιες σκιές άρχισαν να κατεβαίνουν στην πλαγιά του βουνού προς τα κάτω στα κοφτερά βράχια. Στην αρχή μια γυναικεία μορφή, αλλοπαρμένη, με τα μαλλιά της ξέπλεκα στη δύναμη του ανέμου. Μπόρεσαν για μια στιγμή να δουν το σκοτάδι στο βλέμμα της.

“Τι είναι αυτές οι σκιές;” έσκουξε έντρομος ο Γαληνός. Κοιτούσαν εκστασιασμένοι αυτό που συνέβαινε δίπλα τους. Ο Τυδέας γύρισε και του είπε συγκινημένος.

“Είναι η Ινώ! Η δοξασμένη αλλά και δύστυχη κόρη του Κάδμου και της Αρμονίας”

“Τι κάνει εδώ; Πώς είναι εδώ;” ρώτησε με αγωνία ο Ίαμος.

“Περιφέρεται λένε οι θρύλοι ολόγυρα στο μέρος που τρελάθηκε…. Είναι φορές που ξανάρχεται να θρηνήσει…”

“Γιατί Τυδέα;”
“Κοιτάξτε την!” είπε με συγκίνηση, “δείτε τα μάτια της, το φόβο, το αλλόκοτο. Με τον άντρα της τον Αθάμαντα μεγάλωναν τον Διόνυσο αλλά η Ήρα απ τη ζήλια της, την τρέλανε...”

“Κάτι βλέπω και κρατά στην αγκαλιά της δείτε!” φώναξε όσο μπορούσε για να ακουστεί μέσα στο χαμό, ο Γαληνός.

“Κρατά το μικρό της γιο, τον Μελικέρτη! Μ’ αυτόν γκρεμίστηκε σε τούτα εδώ τα βράχια… και ο γιος της ο Λέαρχος σκοτώθηκε απ τα χέρια του πατέρα του…” απάντησε ο Τυδέας σαν να έβλεπε ένα όνειρο.

Η γυναικεία σκιά στροβιλίστηκε ολόγυρά τους μέσα στη δίνη του ανέμου, κάποια στιγμή την είδαν καθαρά σαν διάφανη οπτασία κρατώντας στην αγκαλιά της ένα παιδί. Ήταν τόσο μα τόσο λυπημένη η ματιά της.

“Είναι καταραμένες τούτες οι πέτρες! Πάμε να φύγουμε γρήγορα, φοβάμαι!” ακούστηκε ο Ίαμος.

Προχωρούσαν πεζοί προσπαθώντας να μείνουν στο μονοπάτι να μην γκρεμοτσακιστούν κρατώντας  ο καθένας τα άλογά τους.

“Οι Σκιρωνίδες πέτρες….” είπε δυνατά ο Τυδέας με δέος. “Εδώ κάτω σε τούτο το γκρεμό πετούσε ο Σκίρωνας τους περαστικούς με την τεράστια σαρκοφάγα χελώνα, τη Φαία να καραδοκεί εδώ κάτω στην ακτή και να κατασπαράζει τα θύματά του”

“Ω Θεοί, να περάσουμε γρήγορα…” σχολίασε ο Γαληνός με φόβο.

 Θα είχε πια γείρει ο ήλιος στο δεύτερο μισό τ’ ουρανού σαν άφησαν πίσω τους τις τρομερές πέτρες. Ο καιρός καθάριζε λίγο και η ορατότητα βελτιώθηκε.

“Τυδέα, επιτέλους περάσαμε”, είπε κάποια στιγμή ασθμαίνων ο Γαληνός.

“Κοιτάξτε πέρα κάτω!” φώναξε ο Ίαμος.

Στα μάτια όλων απλώθηκε ο κάμπος στο Θριάσιο πεδίο.

“Τα Μέγαρα!” φώναξε ο Τυδέας!”

Σαν να λύθηκαν τα σφιγμένα κομμάτια απ το κορμί τους. Σαν οι ανάσες τους να έγιναν πιο τακτικές. Ο δρόμος άνοιξε κατηφορικός για τα καλά και τα άλογα άπλωσαν το ρυθμό και μετά τον καλπασμό τους.

“Θα σταθούμε στα Μέγαρα για μια ανάσα” είπε ο Γαληνός.

“Ναι αλλά όχι για πολύ, πρέπει οπωσδήποτε να φτάσουμε απόψε στην Ελευσίνα. Εκεί θα αποφασίσουμε για τη νύχτα μας” τους απάντησε ο Τυδέας.

Όπως και έγινε. Έκαναν μια ολιγόλεπτη στάση στα Μέγαρα να ανασάνουν τα άλογά τους και να ξαποστάσουν οι ίδιοι. Ο καιρός είχε ανοίξει για τα καλά και ο δρόμος προς την Ελευσίνα ήταν ανοιχτός.

(Συνεχίζεται...)



[1]     Η Μολουρίδα ήταν βράχος ιερός από την Λευκοθέα και τον Παλαίμονα


Σάββατο 6 Αυγούστου 2022

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 13η ανάρτηση

  "Τα δώρα της Αρμονίας"


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7






Δέκα χρόνια έχουν περάσει από εκείνη την τραγική τελευταία συνάντηση του Πολυνείκη με τον πατέρα του, Οιδίποδα, στον Κολωνό της Αττικής. Το παιδί του, ο Θέρσανδρος έχει μεγαλώσει μαζί με το Διομήδη, το γιο του Τυδέα. Ο Πολυνείκης εξομολογείται στον αχώριστο φίλο του για το πάθος, που μεγαλώνει μέσα του για την επιστροφή του στην προγονική γη, τη Θήβα και στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του.

Την ίδια στιγμή, στο παλάτι της Θήβας, η δύσμοιρη Ιοκάστη, μάταια προσπαθεί να συνετίσει ή να γλυκάνει τη θέληση του γιου της και βασιλιά, Ετεοκλή. Έκπληκτη συναντά απ' τον ίδιο μια σκληρή και επιθετική συμπεριφορά, η οποία κόβει κάθε πιθανή "γέφυρα" επικοινωνίας με τον αδελφό του ακυρώνοντας κάθε σκέψη για συμβιβασμό.

Στο παλάτι του Άργους, ο Καλλίμαχος, μυστικός απεσταλμένος του βασιλιά Άδραστου στη Θήβα, μεταφέρει στον ίδιο και στους γαμπρούς του, τι συνάντησε στην πόλη κατά τη μυστική εκεί αποστολή του, εντείνοντας την οργή του Πολυνείκη και την απόφασή του να εκστρατεύσει στη γενέτειρά του.

Αρχές Φθινοπώρου, ο Άδραστος καλεί στο παλάτι, το μάντη Αμφιάραο, τον οποίο ενημερώνει για την πρόθεση εκστρατείας στη Θήβα, που θα αφορά το γαμπρό του. Ακολουθεί η σφοδρή αντίθεση του τελευταίου και η πρώτη σύγκρουση των δύο αντρών, με φόντο αυτό το μεγάλο που τους ενώνει σε περίπτωση διαφωνίας τους.

Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Σήμερα, το μουσικό θέμα, που επέλεξε η αγαπημένη μας φίλη, είναι και πάλι υπέροχο. Ας το απολαύσουμε ξεκινώντας το διάβασμά μας.



13η Ανάρτηση

Κεφάλαιο 2.7 (Συνέχεια και τέλος)

Αργεία και Πολυνείκης

 

“Ώστε το πήρες απόφαση” τού είπε με την αγωνία να βαραίνει τη σκέψη της. Η Αργεία εδώ και λίγη ώρα άκουγε τις οριστικές αποφάσεις του άντρα της. Εδώ και καιρό είχε συνειδητοποιήσει ότι ο Πολυνείκης ταξίδευε νοερά στη Θήβα. Η προοπτική για να επιστρέψει εκεί και να διεκδικήσει το χαμένο του θρόνο είχε γίνει πια εμμονή στο μυαλό και στην καρδιά του.

“Ναι Αργεία! Δεν μπορώ να το αφήσω αυτό. Είναι πάνω απ τις δυνάμεις μου. Δεν μπορώ να γίνω περίγελος στη Θήβα! Δεν μπορεί το όνομά μου να σβήσει πίσω στα χρόνια. Ξεχασμένος, διωγμένος και ταπεινωμένος. Θέλω να με καταλάβεις”

“Το προσπαθώ εδώ και καιρό αλλά άντρα μου, είσαι τώρα εδώ, στο Άργος. Έχεις οικογένεια. Είσαι καταξιωμένος στην κοινωνία της πόλης. Αναρωτήθηκες πόσα χρόνια λείπεις απ’ τη Θήβα, Πολυνείκη; Να είναι άραγε κάτι βαθύτερο μέσα στην καρδιά σου, που σε δένει εκεί ή μόνο η αποκατάσταση στο θρόνο;”

Πήγε κοντά της. Δεν είχε διάθεση να εναντιωθεί στα λόγια της μήτε να τα απορρίψει. Περισσότερο διάθεση να αποσπάσει την συναίνεσή της είχε. Της είπε ήρεμα:

“Έχουμε ένα γιο, σε λίγο καιρό θα γίνει έφηβος. Θα αρχίσει να καταλαβαίνει καλά. Πρέπει να μάθει. Πρέπει να ξέρει”

Εκείνη τον κοίταξε προσπαθώντας να κρατήσει ψύχραιμο το λόγο της.

“Από την αρχή το φοβόμουν ξέρεις… προσπαθούσα να διώξω αυτές μου τις ανησυχίες… έβλεπα και ένιωθα μέσα στην καρδιά σου αυτό που απέφευγες να ξεστομίσεις από τότε. Είμαι γυναίκα Πολυνείκη και έχω το ένστικτο, που εσείς οι άντρες δεν έχετε. Αυτό το χάρισμα να καταλαβαίνουμε πράγματα τη στιγμή που αρχίζουν να διαμορφώνονται…”
 

“Άρα αυτό με κάνει να νιώθω πιο ήρεμος. Είναι κάτι που καταλαβαίνεις και εσύ…”

Τον διέκοψε:

“Μη βιάζεσαι. Είπα για ένστικτο ότι καταλαβαίνω όχι ότι συμφωνώ. Γιατί πολλοί άνθρωποι θέλετε να βαδίσετε στού πολέμου το χαμό. Γιατί διαλέγεται το δρόμο του αίματος; Γιατί πάνω από κάθε μας σκέψη βρίσκεται η εξουσία και η δύναμη; Θα μπορούσα να αντιπαλέψω με αυτά τη δική μου ύπαρξη; Το γιο σου, το Θέρσανδρο, την ήρεμη ζωή σου εδώ; Όμως πάντα το γένος των ανθρώπων και δη των αντρών η σκέψη είναι δεμένη με την ισχύ, την εξουσία, την αρχή”

“Γιατί δεν βλέπεις ότι δεν υπάρχει κάτι άλλο. Και αν δεν επιλέξω κάτι τι θα λες για μένα; Ο γιος μου σαν μεγαλώσει; Ο κόσμος εκεί έξω;”

“Του κόσμου η γνώμη… (Είπε με αναστεναγμό). Πάντα ένα επιχείρημα της ύστατης στιγμής για να σωθούν τα προσχήματα. Είσαι σίγουρος άντρα μου ότι σε νοιάζει του κόσμου η γνώμη; Ή μήπως είναι της εξουσίας η γλυκιά ηδονή;”

“Είναι αυτό που ορίζουν οι κώδικες της τιμής μας Αργεία. Είναι η αδικία. Είναι ο εμπαιγμός μέσα στο πρόσωπό μου. Τόσο ωμός, τόσο κατάφωρος. Γιατί περιμένεις μονάχα από μένα να φανώ συνετός αλλά μαζί να υποχωρήσω και να παραιτηθώ από αυτό που μού αξίζει; Στη Θήβα είναι η μάνα μου, οι αδελφές μου. Εγώ δεν έχω δικαίωμα να τις νιώσω μαζί μου; Να μοιραστώ λίγο μαζί τους τις στιγμές που ζούμε εμείς εδώ; Γιατί πρέπει μόνο εγώ να απολογούμαι απέναντι στην καταπάτηση κάθε όρκου και τιμής. Δεν ήμουν εγώ αυτός, που έκανα κουρέλι το λόγο μου”

 

Σταμάτησε για λίγο. Η Αργεία έκανε μερικά βήματα μέσα στο δώμα του σπιτιού τους. Ήταν εμφανώς συγκινημένη.

“Κάθε νύχτα τον τελευταίο καιρό έβλεπα αυτό το όνειρο. Ένιωθα δίπλα μου τις ανάσες σου τη νύχτα να θεριεύουν. Να γίνονται ακανόνιστες. Το στήθος σου να ανεβοκατεβαίνει. Το πρόσωπό σου να γεμίζει ιδρώτα από την αγωνία. Και μέσα στων φθόγγων σου το συλλάβισμα μια λέξη έρχονταν στα αυτιά μου. Θήβα!”

Ο Πολυνείκης την κοίταζε με προσοχή. Δεν τολμούσε να την διακόψει. Εκείνη συνέχισε:

“Ήξερα μέσα σου ότι η φωτιά θέριευε. Σε κάθε σου σκέψη έβλεπα τη σκιά αυτού του τόπου να βαραίνει την καρδιά σου. Έφτασα στο σημείο να νιώσω φθόνο και αποστροφή γι’ αυτήν την πόλη. Να την λογίζω μέσα μου σαν αντίζηλο, που έρχεται να αρπάξει τον άντρα μου, να χαλάσει το σπιτικό μου, να σφραγίσει τη μοίρα του παιδιού μου. Αλλά μέσα σε αυτήν σου τη φωτιά άκουγα και τις κραυγές του πατέρα σου. Θυμάσαι; Μου είχες μιλήσει για αυτόν. Για το μεγάλο του ανάθεμα. Και έλεγα ω Θεοί κάντε να μην έρθει η στιγμή να βγει αληθινός. Όμως να…..τώρα που…”

“Ας μην κάνουμε σκέψεις άσχημες” την διέκοψε.

“Εσείς οι άντρες, έχετε σκεφτεί ποτέ, σαν φεύγετε σε έναν πόλεμο και αφήνετε πίσω σας γυναίκα και παιδιά, πώς νιώθει εκείνη; Αυτό το βίωμα ήταν ποτέ μέρος της σκέψης σας; Έπαιξε ποτέ ρόλο στη ζυγαριά της απόφασης; Τον πόνο μιας γυναίκας, που κάθε λεπτό ζει στην αγωνία να χάσει το άντρα της, να καταστραφεί η ζωή της, τον νιώσατε ποτέ Πολυνείκη; Τις ώρες, που εκείνη κάθεται μόνη της και σφίγγει στην αγκαλιά της απεγνωσμένη το παιδί της περιμένοντας να μάθει κάποτε την έκβαση του πολέμου, τις μετρήσατε; Θες να σου απαντήσω άντρα μου; Όχι! Δεν σας πέρασε ποτέ από το μυαλό”

“Είναι μεγάλο λάθος αυτό που σκέφτεσαι Αργεία…”

Εκείνη συνέχισε σαν να μην άκουσε.

“Η δόξα σας νοιάζει μονάχα! Η νίκη και η νομή της! Η κλαγγή των όπλων γίνεται το τραγούδι  σας και το χρώμα του αίματος  παραμορφώνει το βλέμμα σας. Αυτά και τίποτα άλλο. Σκεφτήκατε ποτέ ότι ο κοφτερός χαλκός των όπλων θα στερήσει κι από άλλες γυναίκες τον άντρα τους, κι από τόσες μανάδες το παιδί τους ή τόσων παιδιών τον πατέρα τους. Την ώρα που κομματιάζετε τη σάρκα κάποιου, αλήθεια όλα τούτα περνάνε απ’ τη συλλογή σας;”

Ήταν εμφανώς ταραγμένη και συγκινημένη. Προσπάθησε να της απαντήσει:

“Είναι και κάποια πράγματα πάνω από αυτό που λες. Την ώρα που όλα ησυχάζουν λίγο πριν ο αχός και η αντάρα του πολέμου θεριέψουν, κάθε πολεμιστής φέρνει στο νου μια γυναίκα. Ίσως κάποιοι και ένα ή περισσότερα παιδιά. Την ώρα που ο μεγαλόπρεπος Άρης ανεβαίνει στο άρμα του να διευθύνει τη σύγκρουση, κάποια γυναικεία μορφή στέκει σαν τελευταία εικόνα στα μάτια κάθε οπλίτη. Με αυτήν ζει και μ αυτήν πεθαίνει. Είτε είναι αυτή που τον γέννησε είτε αυτή που μοιράστηκε μαζί της την κλίνη της ζωής του”. Ήταν και αυτός συγκινημένος.

 

Μαλάκωσε το λόγο της.

“Αυτό που πρέπει να κάνω και αρμόζει σε μια πιστή σύζυγο θα το κάνω άντρα μου. Γιατί έτσι ορίζει ο ρόλος μου. Μην μου ζητήσεις όμως ποτέ να συμφωνήσω μαζί σου. Ποτέ!”

Της έσφιξε τα χέρια με δύναμη.

“Δεν αμφέβαλα ποτέ για αυτό Αργεία!”

“Τι θέλεις από μένα ως το γυρισμό σου;”

“Θέλω να γυρίσουμε νικητές. Θέλω να σταθείς δίπλα μου, βασίλισσα της Θήβας, της πόλης που γεννήθηκα, στο χώμα που περπάτησα. Και εσύ κι ο γιος μας ο Θέρσανδρος, Αργεία! Είναι παιδί μας, είναι ο διάδοχός μου”

Για μια στιγμή ξέφυγε από τα χέρια του, τον ρώτησε με πάθος:

“Ήθελα να ‘ξερα πως είναι δυνατόν Πολυνείκη να σηκώσεις το σπαθί σου απέναντι στον αδελφό σου;”

“Το έχω πει άπειρες φορές, το λέω μια ακόμα, στο υπόσχομαι, δεν θα το κάνω αν δεν του μιλήσω πρώτα. Αν φυσικά με δεχτεί!”

“Πώς θα τον χτυπήσεις; πώς θα τον κοιτάξεις κατάματα;”

“Όπως έκανε εκείνος την ώρα που με έδιωχνε σαν κλέφτη”

“Πώς θα μπήξεις στη σάρκα του, του σπαθιού σου την κόψη; Με ποια δύναμη; Τα κοινά σας βήματα, οι παιδικές σας στιγμές, οι αγκαλιές σας, δεν θα ‘ρθουν στης μνήμης σας την όψη;”

“Άκου με. Σου δίνω πάλι την ίδια υπόσχεση. Θα κάνω ότι είναι δυνατόν να μη φτάσουμε ως το τέλος. Θα το προσπαθήσω με κάθε τρόπο, θα σταθώ μπροστά του σαν αδελφός όχι σαν αντίμαχος”

“Πώς; Με ένα ολάκερο στρατό έξω από τα τείχη της πατρίδας σου; Πολυνείκη το σκέφτηκες αυτό; Το ότι πας να κάψεις την ίδια σου τη γη δεν σου λέει τίποτα; Τι θα πουν οι Θηβαίοι, άντρα μου σαν σε δουν σαν τον θάνατο μπροστά στα τείχη των σπιτιών τους;”

“Δεν πάω να κουρσέψω τη Θήβα, Αργεία! Μπορείς να τη δεις και σαν μέσο πίεσης την παρουσία του στρατού. Θα εξαντλήσω κάθε δυνατή προσπάθεια σου δίνω το λόγο μου. Αυτό θέλω να το ξέρεις. Πέρα από αυτό δεν έχω άλλη επιλογή”

“Ποιος άλλος θα είναι μαζί σου σε όλο αυτό;” τον ρώτησε.

“Επικεφαλής θα είναι ο πατέρας σου και βασιλιάς, ο Άδραστος. Εγώ, ο Τυδέας σίγουρα και αρκετοί άλλοι που δεν ξέρω ακόμα”

Κοντοστάθηκε για λίγο πριν του απαντήσει:

“Πατέρας και σύζυγος μαζί λοιπόν. Ακόμα πιο δύσκολα…” ψιθύρισε σιγανά. Ο Πολυνείκης κατάλαβε τι εννοούσε και την έκοψε:

“Μην σκέφτεσαι αρνητικά….”

“Πότε το σχεδιάζετε;”

“Δεν ξέρω. Θέλει το χρόνο του. Να φύγει ο χειμώνας πρώτα….Θέλω να μιλήσω και στον Θέρσανδρο, θέλω να ξέρει” της είπε.

“Να το κάνεις ναι, θα χρειαστείς καλά επιχειρήματα”

 

Ο Πολυνείκης αποχώρησε από το δώμα. Η Αργεία έμεινε πίσω με βαριά διάθεση. Η ζωή της έμπαινε σε δύσβατα μονοπάτια. Σε άγνωστη κατάληξη. Αγαπημένα της πρόσωπα, πατέρας και σύζυγος έμπαιναν στην αγκαλιά του Θεού Άρη, βορά στον πόλεμο και τον όλεθρο. Ήθελε πολλά να κάνει να εξευμενίσει τους Θεούς για την τύχη τους αλλά και το αύριο του παιδιού της.

 

Αμφιάραος και Εριφύλη

 

Ο Αμφιάραος επέστρεψε σπίτι του ταραγμένος. Η συζήτηση με τον Άδραστο γκρέμισε πια κάθε του αμφιβολία. Όλα εκείνα που φοβόταν τον τελευταίο καιρό άρχισαν πλέον μέσα στο νου του να παίρνουν συγκεκριμένη μορφή. Οι σκιές απέκτησαν μορφή, οι μορφές έγιναν πρόσωπα. Τα γεγονότα ξεκαθάριζαν. Ένα προς ένα κάθε του όραμα, κάθε πτυχή σε εκείνα που τον βασάνιζαν τελευταία, όλα του τα βλέμματα στο μέλλον έγιναν πια ξεκάθαρα. Το πρώτο πράγμα που έκανε όταν γύρισε ήταν να αναζητήσει τη γυναίκα του, την  Εριφύλη. Την βρήκε στο δώμα που ήταν οι κλίνες τους.

 

Μπήκε μέσα με ορμή και μια άγνωστη λάμψη στα μάτια. Εκείνη τρόμαξε. Δεν συνήθιζε να τον βλέπει έτσι.

“Τι συμβαίνει;” τού είπε.

Εκείνος την κοίταξε προσεκτικά. Προσπαθούσε να βρει τον τρόπο, που ήθελε να ξεκινήσει να της πει αυτά που ήθελε.

“Θα μιλήσεις;” τού είπε.

Η έντασή του ήταν προφανής. Το πρόσωπό του είχε κοκκινίσει και οι γυμνασμένοι μυς του σώματός του είχαν σφίξει.

“Άκουσέ με προσεκτικά τι θα σου πω!” ξεκίνησε πλησιάζοντάς την. “Ο αδελφός σου με κάλεσε να μου ανακοινώσει κάτι σοβαρό…”

“Τι συνέβη;” ρώτησε.

“Αυτά που θα σου πω δεν θα τα βγάλεις παραέξω ακούς;”

Εκείνη θορυβήθηκε ακόμα περισσότερο. Ο Αμφιάραος συνέχισε.

“Ο Άδραστος ετοιμάζει εκστρατεία στη Θήβα!”

“Τι;” απάντησε έκπληκτη, “Μα πώς;”

“Για το γαμπρό του τον Πολυνείκη. Θέλει να τον αποκαταστήσει στο θρόνο του στη Θήβα”

“Και τι θα γίνει τώρα;”

“Εριφύλη σε εξορκίζω άκουσέ με! Αυτή η εκστρατεία θα βγάλει σε πόλεμο και καταστροφή. Καταλαβαίνεις;”

“Το λες με τέτοια βεβαιότητα; Πως το ξέρεις;”

“Το χάρισμα του Μελάμποδα και το φως των Θεών πάνω μου γυναίκα, μού έχουν δώσει αυτήν την ευλογία και κατάρα μαζί. Όλοι αυτοί οι εφιάλτες που με βασάνιζαν τον τελευταίο καιρό, όλα τα οράματα, όλα τα σημεία στα σφάγια, στα πουλιά, σε όλα, οδηγούν σε ένα μονάχα γεγονός! Η εκστρατεία στη Θήβα θα βαφτεί στο αίμα και στην καταστροφή. ”

“Είσαι σίγουρος για όλα αυτά;”

Την κοίταξε αυστηρά.

“Ρωτάς μετά από όσα σου είπα; Άκου. Ξέρεις καλά ότι καμιά απόφαση δεν μπορεί να παρθεί ανάμεσα σε μένα και τον Άδραστο αν δεν συμφωνούμε και οι δυο”

“Ναι, το θυμάμαι” τού απάντησε.

“Και ίσως να θυμάσαι ότι ο όρκος μας, μπλέκει και εσένα σε αυτή την ιστορία”

“Τι εννοείς;”

“Δεν γίνεται να μην θυμάσαι Εριφύλη! Όταν συμφιλιωθήκαμε και επέστρεψε σαν βασιλιάς δώσαμε όρκο βαρύ στους Θεούς ότι σε κάθε μας διαφωνία, σε κάθε μας έριδα, εσύ θα είσαι αυτή που θα αποφασίσει!”

“Ναι, έχεις δίκιο!”

“Φυσικά! Σίγουρα όμως θα το θυμάται και ο Άδραστος. Και θα φροντίσει να σε πλησιάσει. Είναι σίγουρο ότι θα το κάνει. Αδελφή του είσαι. Δεν ξέρω πως αλλά είμαι σίγουρος για αυτό.. Με τι τρόπο. Άμεσο ή έμμεσο. Είτε ο ίδιος είτε βάζοντας κάποιον τρίτο να σε επηρεάσει. Πρόσεξε καλά λοιπόν! Δεν θα δεχτείς τίποτα από κανέναν τους!”

“Μα από ποιον;”

“Δεν ξέρω τι έχει στο μυαλό του. Όμως είναι η τελευταία του ελπίδα. Φρόντισε λοιπόν να μην δεχτείς τίποτα μα τίποτα ως αντάλλαγμα για να σε πείσουν να συμφωνήσεις μαζί τους. Κατάλαβες;”

Ήταν πια γεμάτος αγωνία απέναντί της.

“Εντάξει…” ψέλλισε εκείνη “μην ανησυχείς”

Την έπιασε από τους ώμους:

“Εριφύλη. Αν πάω στη Θήβα δεν θα γυρίσω ποτέ! Οι Θεοί έχουν ορίσει το τέλος μου εκεί. Δεν θέλω να πιστεύω ότι θέλεις τα παιδιά μας να μείνουν ορφανά και εσύ μόνη. Θέλω να δώσεις όρκο βαρύ σε αυτό!”

Η Εριφύλλη προσπάθησε να συνέλθει. Όλα αυτά μαζεμένα ήρθαν να την κλονίσουν.

“Εντάξει άντρα μου. Ορκίζομαι στους Θεούς και στον Λοξία Απόλλωνα, που την τέχνη του της μαντικής τιμάς χρόνια, ότι δεν θα δεχτώ τίποτα που θα επηρεάσει την κρίση μου σε βάρος της δικής σου.

Ο Αμφιάραος την κοίταξε κατάματα επισφραγίζοντας τη μεγάλη της κουβέντα. Προσπαθούσε να βρει λίγη ηρεμία μπροστά σε όλο αυτό που πρόβαλε αποκρουστικό μπροστά του.

“Ελπίζω να συναισθάνεσαι τι ακριβώς σημαίνει αυτός ο όρκος γυναίκα! Το ελπίζω!” της είπε σαν να ένιωθε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά μέσα του. Εκείνη εξακολουθούσε να τον κοιτάζει ανήσυχη και τρομαγμένη μην μπορώντας να καταλάβει πως έφτασε στη ζωή τους αυτή η μεγάλη καταιγίδα. Πάντα στη σκέψη του ήταν αυτό το μεγάλο που έδενε και τους τρεις τους. Σε κάθε διαφωνία μεταξύ Άδραστου και Αμφιάραου θα γινόταν πάντα ότι αποφάσιζε η Εριφύλη. Αυτό ήταν που τον κατέτρωγε τελευταία σε όλες του τις σκέψεις.


2.8  Εκστρατείας σχέδια

Συμβούλιο πολέμου

Ο Άδραστος ήταν πιστός στην εξαγγελία του προς τον άντρα της αδελφής του. Στο τέλος της επόμενης βδομάδας ο Αμφιάραος πήρε μήνυμα από το βασιλιά ότι όλα ήταν έτοιμα για τη συνάντηση των πολέμαρχων στο παλάτι. Ήξερε ότι ήταν κάτι που δεν θα μπορούσε να αποφύγει. Ύστερα ήταν και από τους ανθρώπους εκείνους που δεν δείλιαζε μπροστά στα δύσκολα και στα επώδυνα. Άνθρωπος που θα στεκόταν περήφανος μπροστά στις ευθύνες και στις υποσχέσεις του. Η μοίρα τους και των δύο ήταν με ένα παράξενο τρόπο δεμένη. Αυτό το ήξερε καλά. Μοίρα δεμένη με όρκους βαρείς μπροστά στους Θεούς. Κανένας δεν θα εγκατέλειπε τον άλλο. Όμως εκείνος γνώριζε αυτό που οι άλλοι αγνοούσαν. Και αυτό θα προσπαθούσε να τους πει με ξεκάθαρα λόγια στη σύναξη αυτή.

Εδώ και μέρες είχε ήδη αρχίσει να μιλάει στα παιδιά του και πιο συγκεκριμένα στον μεγαλύτερο τον Αλκμαίωνα. Κάποια λόγια απλά για να μπορέσουν εκείνα του τα αγόρια να ξέρουν τι μπορεί να γίνει. Ενημέρωσε τη γυναίκα του για τη σημερινή συνάντηση στο παλάτι και κίνησε προς τα εκεί. Με το κατάλευκο άλογό του διέσχιζε τους δρόμους του Άργους. Οι Αργίτες τον σέβονταν και τον αγαπούσαν. Αυτό το είχε κατακτήσει εδώ και καιρό με τη στάση ζωής του. Η φήμη του άλλωστε ξεπερνούσε τα στενά όρια της πόλης των Δαναών. Όσοι τον έβλεπαν στο δρόμο να ιππεύει προς το παλάτι τον χαιρετούσαν με ένα ζεστό χαμόγελο και με μια απλή υπόκλιση, δείγμα του σεβασμού που του έδειχναν. Η χθεσινή βροχή είχε πάψει και σήμερα ο ουρανός είχε καθαρίσει αρκετά. Αλλά πλέον το κρύο άρχισε να δείχνει τα δόντια του καθώς ο χειμώνας ζύγωνε. Έφτασε στο παλάτι. Οι άνθρωποι παρέλαβαν το άλογό του και τον υποδέχτηκαν αναλαμβάνοντας να τον οδηγήσουν στην μεγάλη αίθουσα του συμβουλίου.

 Ο Ηρόδικος τον υποδέχτηκε στην πύλη.

“Σας περιμένουν” τού είπε με σεβασμό. Εκείνος τον κοίταξε και προχώρησε με αποφασιστικό βήμα στο εσωτερικό. Η παρουσία του σταμάτησε τις προηγούμενες κουβέντες τους. Ήταν αρκετοί εκεί. Κάποιους ήδη γνώριζε κάποιους τους έβλεπε για πρώτη φορά. Ο Άδραστος έσπευσε κοντά του να τον υποδεχτεί.

“Αμφιάραε καλώς όρισες στο συμβούλιο” τού είπε.

“Καλώς σε βρίσκω βασιλιά μου” τού απάντησε. Γύρισε το βλέμμα στις ομολογουμένως εντυπωσιακές παρουσίες εκεί και με μια μικρή υπόκλιση χαιρέτισε και τους υπόλοιπους.

“Καλώς σας βρίσκω στο Άργος” τούς είπε.

Άκουσε αρκετές καλόδεχτες κουβέντες από τους παρευρισκόμενους. Ο Άδραστος τον πήρε από τον ώμο να κάνει τις τυχόν συστάσεις που χρειαζόταν. Ο Πολυνείκης με τον Τυδέα ήταν ήδη εκεί. Ο Άδραστος τον έφερε μπροστά σε έναν νεαρό άντρα με γιγάντια μορφή. Πανύψηλος, σωματώδης, όμορφος στην όψη αλλά τρομερός στην εμφάνιση. Τα καστανόξανθα μαλλιά του έπεφταν στους ώμους του ψηλά ενώ οι μυς του είχαν μια τρομερή εκρηκτικότητα. Ο Άδραστος στάθηκε μπροστά του:

“Να σου γνωρίσω τον Καπανέα. Γιό του Ιππόνοου και της Αστυνόμης. Είναι βασιλιάς στην Ώλενο, αρκετά μακριά από εδώ. Από την πρώτη στιγμή που τον κάλεσα έτρεξε κοντά μας”

Ο Αμφιάραος κοίταξε τον εντυπωσιακό άντρα και άπλωσε το χέρι του.

“Δεν ήξερα ότι στην Ώλενο έχουν τόσο νέο βασιλιά” είπε καθώς τον χαιρετούσε. Κάτι δεν άρεσε στο βλέμμα αυτού του άντρα. Μπορούσε να διακρίνει μια αφόρητη υπεροψία, μια εμφάνιση που δεν μπορούσε να κρύψει την έπαρσή του ίσως και την αλαζονεία του. Εκείνος τον χαιρέτισε επίσης.

Ο Άδραστος συνέχισε στον επόμενο παρόντα. Έναν, μέτριου αναστήματος, γεροδεμένο άντρα πάνω από τα τριάντα του. Έδειχνε ήρεμος, χωρίς την έπαρση του προηγούμενου και μια ευγένεια διακρίνονταν στην όψη του.

“Από εδώ ο Ετέοκλος, γιος του Ανδρέως και της Ευίππης” του είπε. Την ίδια στιγμή στην κουβέντα μπήκε ο Πολυνείκης.

“Αμφιάραε, ο Ετέοκλος είναι βασιλιάς στον Ορχομενό, στη γη της Βοιωτίας, τον γνωρίζω χρόνια”

Άπλωσαν αμοιβαία τα χέρια σε μια εγκάρδια χειραψία.

“Τιμή μου να γνωρίζω τον πολέμαρχο, μάντη και φιλόσοφο Αμφιάραο” είπε ο Ετέοκλος.

Οι συστάσεις προχώρησαν μπροστά σε έναν ακόμα γιγάντιο άντρα που και αυτού η όψη εκτός του ότι ήταν επιβλητική στις σωματικές του διαστάσεις είχε και μια όψη πολύ σκληρή.

“Ο Ιππομέδοντας στέκει μπροστά σου Αμφιάραε. Γιος του Αριστόμαχου και της Μητικίδης. Δεν χρειάστηκε δεύτερος λόγος να του πω για να είναι σήμερα εδώ μαζί μας”

“Έχω ακούσει για σένα μάντη Αμφιάραε” απάντησε εκείνος εκπλήσσοντας ευχάριστα με την ευγένεια που έβγαινε από μέσα του παρά τη σκληρή του όψη.

Προχωρώντας πιο κάτω στάθηκε μπροστά από έναν όμορφο νεαρό ψηλόκορμο άντρα.

“Τον Παρθενοπαίο δεν νομίζω να χρειάζεται να στον συστήσω. Στα χώματα του Άργους μεγάλωσε….” είπε ο Άδραστος τη στιγμή που ο Αμφιάραος τον διέκοψε:

“Γιος του Μελανίωνα και της Αταλάντης, τέκνο της Αρκαδικής γης” είπε, “Τον ευγενέστατο πατέρα σου τον γνωρίζω. Καλώς όρισες Παρθενοπαίε” συμπλήρωσε.

 Έκαναν ένα κύκλο και ο καθένας προσπαθούσε να βρει κάποιο σημείο να σταθεί για να ξεκινήσει η κουβέντα. Λίγες κουβέντες απλές, χωρίς ιδιαίτερο νόημα προηγήθηκαν μέχρι που ο βασιλιάς στάθηκε στο θρόνο του έχοντας από τη μία του πλευρά τον Αμφιάραο και από την άλλη τον Πολυνείκη και τον Τυδέα.

“Το λόγο της σημερινής μας συγκέντρωσης τον ξέρετε θαρρώ” ήταν η πρώτη του κουβέντα.

“Λίγα πράγματα μας είπε ο αγγελιοφόρος σου βασιλιά” αποκρίθηκε πρώτος ο Καπανέας.

“Δεν θα μπορούσε να σας πει περισσότερα, δεν είναι η δουλειά του. Για αυτό είμαστε σήμερα εδώ μαζεμένοι να εκτιμήσουμε την κατάσταση και να πάρουμε τις αποφάσεις μας”

“Σε ακούμε Άδραστε” απάντησε ο Ιππομέδοντας με ήρεμη φωνή.

 Τους είπε για τα γεγονότα στη Θήβα. Για τι έφερε αντιμέτωπους τον Πολυνείκη, γαμπρό του πια και τον αδελφό του.

“Έχω μάθει για αυτό!” διέκοψε ο Ετέοκλος. Ο Πολυνείκης τον ρώτησε:

“Πως; Τι έφτασε στα αυτιά σου;”

“Μην ξεχνάτε ότι είμαι απ τον Ορχομενό. Η Θήβα είναι δίπλα μας. Οι συναλλαγές μαζί τους συχνές. Ότι γίνεται στη πόλη μεταφέρεται γρήγορα και σε μας. Έχω μάθει για το σφετερισμό του θρόνου απ τον αδελφό σου Πολυνείκη. Και ξέρω καλά ότι οι γονείς σου μαραζώνουν με την έγνοια σου μην γνωρίζοντας την τύχη σου”

“Έχεις ιδέα Ετέοκλε τι λένε στη Θήβα;” ρώτησε ο Άδραστος.

“Δεν ξέρω τι λένε στη Θήβα βασιλιά μου. Ξέρω μόνο ότι ο τωρινός βασιλιάς τους, μας έχει δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα καθώς μας έχει αποκόψει από πολλές πηγές που είχαμε και εμείς στην πόλη μου. Πηγές, νερό, στάρια και ζώα. Και αυτό δεν μπορεί να συνεχιστεί!” τόνισε με πάθος.

“Να λοιπόν ένας καλός λόγος να συμμετάσχεις Ετέοκλε σε αυτήν την εκστρατεία” απάντησε ο Πολυνείκης. Ένα νέο βασίλειο στη Θήβα θα σεβαστεί τις ανάγκες της πόλης σας. Αυτό είναι δέσμευσή μου μπροστά σε όλους σας.

“Να θεωρήσετε την παρουσία μας δεδομένη!” βεβαίωσε ο Ετέοκλος.

“Συ Καπανέα, βασιλιά της Ωλένου, τι λες;” στράφηκε ο Άδραστος στον Καπανέα.

Εκείνος σηκώθηκε από το έδρανο που καθόταν. Η τεράστια μορφή του ήταν τόσο επιβλητική στην αίθουσα.

“Δεν μου αρέσουν εκείνοι που δεν σέβονται το λόγο τους και ατιμάζουν τις συμφωνίες με τ’ αδέλφια και τους γονείς τους!” βρόντηξε η φωνή του προκαλώντας ρίγη. Συνέχισε:

“Αυτός ο Ετεοκλής, μπορεί να είναι αίμα σου Πολυνείκη αλλά έχει σηκώσει ψηλά τα πανιά της αλαζονείας του. Η Θήβα μ’ αυτόν απέκτησε δύναμη που μάς δημιουργεί προβλήματα. Σε κάθε μας ταξίδι μετά την Αττική τους βρίσκουμε μπροστά μας αντίμαχους και αφεντάδες. Είναι καιρός να κουρσέψει κάποιος την έπαρσή τους. Και μα το Δία τον κεραυνοφόρο, υπόσχομαι να κάψω απ’ άκρου σ’ άκρου ολάκερη την πόλη” κραύγασε χτυπώντας τη γροθιά του στο διπλανό ξύλινο τραπέζι. Όλοι τον κοίταξαν με δέος. Ο Αμφιάραος ανατρίχιασε από το ύφος αυτού του ανθρώπου. Η αμετροέπεια έρεε στο αίμα του βίαια χωρίς έλεγχο. Ακόμα και ο Πολυνείκης ένιωσε έναν κόμπο στο λαιμό να τού προκαλεί έντονη αμηχανία.

“Δεν έχουμε σκοπό να κάψουμε τη Θήβα Καπανέα αλλά να αποκαταστήσουμε μια προφανή αδικία!” διόρθωσε ο Άδραστος όσο μπορούσε πιο αυστηρά.

“Των λόγων μου το ύφος βασιλιά ήθελε να δείξει την αποφασιστικότητά μου” απάντησε ο Καπανέας, προσπαθώντας να διορθώσει την άσχημη εικόνα που αβίαστα έδωσε ολόγυρά του.

“Εσύ Παρθενοπαίε, σειρά σου να ακουστεί ο λόγος σου” γύρισε ο Άδραστος στην πλευρά του. Και εκείνος επιβλητικός απάντησε ήρεμα:

“Μπορεί να είμαι Αρκάδας στην καταγωγή αλλά μεγάλωσα στη γη του Άργους. Αυτή με έθρεψε και αυτή μού δίνει ζωή. Με τη δική της μοίρα είναι δεμένη η οικογένειά μου. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία λοιπόν για το τι θα κάνω σε ότι χρειαστεί ο βασιλιάς. Θα είμαι ένας από τους Αργίτες στις διαταγές του Άδραστου λοιπόν”

 Ο βασιλιάς χαμογέλασε ικανοποιημένος και με ένα άγγιγμα στον ώμο ήταν σαν τον συνέχαιρε σιωπηρά. Πριν περάσει μπροστά στον Ιππομέδοντα το βλέμμα του διασταυρώθηκε με αυτό του Αμφιάραου, που έστεκε αινιγματικά σιωπηρός.

“Ιππομέδοντα πες μας τι συλλογιέσαι για όλο αυτό;” ρώτησε τον δεύτερο γίγαντα του συμβουλίου.

Εκείνος έτριψε για λίγο το πηγούνι του μαζεύοντας τις σκέψεις του.

“Το ποιος κουβαλά το άδικο σ’ αυτήν την ιστορία είναι ολοφάνερο. Το ποιος έχει την ευθύνη και προκαλεί επίσης. Ο Ετεοκλής με τη στάση του”. Άρχισε να βηματίζει αργά στην αίθουσα συνεχίζοντας:

“Όμως ένας πόλεμος δεν παύει να είναι χαλασμός. Να σημαίνει θάνατο και αίμα. Και αυτό πρέπει να το συλλογιστούμε καλά”

“Εξηγήσου καλύτερα Ιππομέδοντα” ρώτησε ο Τυδέας.

“Οι Θηβαίοι δεν έχουν την ευθύνη να βαρύνει στα κεφάλια τους η ανομία του βασιλιά τους. Άρα θέλω να τους δώσουμε μια ευκαιρία”

“Σαν τι ευκαιρία;” πετάχτηκε ο Πολυνείκης.

“Πριν δώσουμε το λόγο στα σπαθιά και τα δόρατα να στείλουμε κάποιον εκεί. Έναν τελευταίο αγγελιοφόρο διαπραγματευτή, που θα προσπαθήσει να συνετίσει τον σφετεριστή του θρόνου”

“Σωστή βρίσκω την πρότασή σου αλλά εμένα δεν θα με δεχτεί μήτε να με αντικρίσει!” πετάχτηκε ο Πολυνείκης.

“Δεν μιλώ για σένα. Δεν θα πας εσύ. Δεν θα του δώσουμε αυτό το πρόσχημα να ακυρώσει κάθε κουβέντα για συμφωνία”

“Έχει δίκιο κάποιον άλλο πρέπει να ορίσουμε, θα πάω εγώ. Γνωρίζω καλά τη Θήβα” παρενέβη ο Ετέοκλος.

“Μην βιάζεσαι Ετέοκλε, εσύ δεν είσαι εύκολα αποδεκτός. Με τον Ορχομενό υπάρχει δηλωμένη αντιπαλότητα” τον πρόλαβε ο Άδραστος.

“Δεν νομίζω να υπάρχει άλλη γλώσσα απ αυτήν των σπαθιών και των ασπίδων” μπήκε φουρκισμένος στην κουβέντα ο Καπανέας με το γνωστό του ύφος ξανά.

Οι τόνοι είχαν ανέβει στο συμβούλιο. Ο Άδραστος έκανε με το χέρι του νόημα να σταματήσουν. Ύστερα από λίγο έπεσε σιωπή στην αίθουσα. Ο βασιλιάς πήγε δίπλα στον Αμφιάραο, τον κοίταξε στα μάτια.

“Αμφιάραε, είναι νομίζω ώρα να ακουστεί η φωνή και η γνώμη σου!” τού είπε αποφασιστικά.

“Ναι μάντη! Καρτερούμε την άποψή σου” παρενέβη ο Ιππομέδοντας.

 

Ο Αμφιάραος ένιωσε να έρχεται η ώρα των λόγων του. Σηκώθηκε από το έδρανό του. Έκανε μερικά βήματα. Όλοι σχεδόν κρέμονταν από τα χείλη του. Ξεκίνησε αργά μα σταθερά:

“Ως τι θέλετε ο λόγος μου να ακουστεί πολέμαρχοι του συμβουλίου; Ως πολεμιστής Αργίτης; ή ως μάντης καθώς λέτε”

“Μίλα ελεύθερα Αμφιάραε!” απάντησε ο Πολυνείκης.

“Η λογική μου, η σκέψη μου, το αίσθημα της δικαιοσύνης που έχω μέσα μου και εγώ αλλά και όλοι σας, δεν μπορεί παρά να είναι κοντά στην επιλογή σας…”

Ακούστηκε σούσουρο επιδοκιμασίας.

“Ο Ετεοκλής προσβάλει κάθε αίσθημα δικαίου και ηθικής. Παραβιάζει κάθε νόμο. Δεν είναι τίποτα άλλο παρά ένας σφετεριστής. Έτσι η Θήβα έχει έναν βασιλιά που στέκει παράνομα στο θρόνο”

“Σωστά μιλάς σεβάσμιε μάντη” ακούστηκε ο Τυδέας.

“Όμως ένας πόλεμος δεν είναι μια απόφαση που την παίρνει κανείς χωρίς δεύτερες σκέψεις. Δεν πολεμάμε για να σκοτώσουμε ή να σκοτωθούμε. Δεν κυριεύει τις ψυχές μας αιμοβόρικη διάθεση.  Πόσο μάλλον δεν έχουμε σκοπό να κάψουμε καμιά πόλη ή να κουρσέψουμε τη γη και τα σπίτια της” είπε κοιτώντας αυστηρά στη μεριά του Καπανέα.

“Μίλα καθαρά μάντη!” αντέτεινε εκείνος.

“Αυτό θα κάνω λοιπόν μπροστά σας. Οι αποφάσεις των ανθρώπων είναι ταγμένες να ακολουθούν τα προστάγματα των Θεών. Να παίρνουν υπόψη τις επιθυμίες τους. Να διαβάζουν τα σημάδια τους. Το είπα και στο βασιλιά, το λέω και σε σας. Δεν πρέπει να εκστρατεύσουμε στη Θήβα!”

 

Η δυνατή φωνή του προκάλεσε αναταραχή, μουρμούρες, δεύτερες κουβέντες και παρεμβολές. Τόσο με ερωτήματα όσο και διαφωνίες.

“Περιμένουμε μια εξήγηση Αμφιάραε” είπε ο Πολυνείκης. “Δώσε μας μια αιτία για αυτό. Τι σε κάνει τόσο απόλυτο;”

“Ξαναλέω. Ρωτήσατε τη γνώμη μου. Όπως άκουσα τη δική σας ακούστε και τη δική μου. Δεν πρέπει να πάμε στη Θήβα για κανένα λόγο!” ανέβασε τους τόνους του.

“Αμφιάραε! Καθένας από εμάς, μιλώντας, είπε τους λόγους που θα συμμετάσχει σε όλο αυτό. Εσύ στέκεις και δεν λες κουβέντα. Μονάχα επαναλαμβάνεις μια επίμονη θέση σου χωρίς εξήγηση!” φώναξε ο Παρθενοπαίος. Συνηγόρησαν και άλλοι με φωνές καλώντας τον να εξηγηθεί. Η πίεση που τού ασκούσαν γινόταν όλο και πιο έντονη φραστικά και συναισθηματικά. Ο Άδραστος προτιμούσε να τον κοιτάζει σιωπηρός και προβληματισμένος.

“Πάρε μια ξεκάθαρη θέση μάντη Αμφιάραε, εκτός αν φοβάσαι και κοιτάς πως θα αποφύγεις τη μάχη!” του πέταξε ο Καπανέας προκαλώντας άμεσα την αντίδρασή του. Ο Αμφιάραος έτρεξε χωρίς δεύτερη κουβέντα προς το μέρος του και έκπληκτοι οι άλλοι είδαν να τον αρπάζει από τον χιτώνα του.

“Ποιος είσαι εσύ που θα με προσβάλεις για την αμάχη μου στον πόλεμο; Όταν εγώ βασίλευα στο Άργος μπορεί να ήσουνα παιδί. Είσαι πολύ μικρός Καπανέα για να σηκώσεις τόσο μπόι”

Ακολούθησε ένα μικρό πανδαιμόνιο ώσπου ο Άδραστος άρχισε να προσπαθεί να επιβάλλει την ηρεμία. Την αναταραχή έκοψε σαν κεραυνός η στεντόρεια φωνή-ξέσπασμα του Αμφιάραου.

“Πάψτε λοιπόν και ακούστε!”

Σαν αστροπελέκι έπεσε η κραυγή του μέσα στην αίθουσα. Η όψη του είχε κοκκινίσει από την ένταση. Οι μυς του ήταν σφιγμένοι σε όλο του το κορμί. Απορημένα και έκπληκτα τα βλέμματα όλων έπεσαν επάνω του. Σαν άρχισε να μιλάει, λες και η μορφή του σκοτείνιασε! Λες και κάτι άλλο έβγαινε από μέσα του βαρύ απ τα βάθη του νου του. Και ένας παράξενος χορός σκιών άρχισε να στήνει χορό μέσα στην αίθουσα του θρόνου. Καθώς ο μάντης είχε σηκώσει το δεξί του βραχίονα ψηλά με ανοιγμένα τα δάχτυλά του, μια υπόκωφη βοή τάραζε συθέμελα την αίθουσα. Η παραμορφωμένη φωνή του τούς έκανε να ανατριχιάσουν.

“Αφού το λοιπόν άρχοντες και πολέμαρχοι θέλετε τη φωνή και το λόγο του μάντη, τότε ακούστε την καθαρά. Ανοίξτε λοιπόν τα αυτιά σας να ακούσετε τα σχέδια των Θεών και της μοίρας. Οι Θεοί όρισαν στην Λάχεση, μια απ τις μοίρες, την κόρη του Ερέβους και της Νύχτας, αυτής που ορίζει τα μελλούμενα στις ζωές των ανθρώπων, πεντακάθαρη εντολή! Η εκστρατεία στη Θήβα θα πνιγεί στο αίμα και στην καταστροφή!”

Ρίγησαν όλοι μέσα στην αίθουσα. Εκείνος συνέχισε:

“Κανείς μας δεν θα μείνει ζωντανός για να μαρτυρήσει στον επόμενο, του πολέμου την έκβαση! Εκεί θα πέσουμε όλοι νεκροί, αφανισμένοι από το σπαθί, το δόρυ και τα βέλη! Και άταφα κουφάρια θα γενούμε, των όρνεων τροφή και των θηρίων! Όλοι μας! Εκτός από έναν!”

Το τελευταίο το είπε με κορύφωση της δύναμής του προκαλώντας φωνές και ερωτήματα. Όμως συνέχισε:

“Αυτή λοιπόν είναι η πρόβλεψή μου πολέμαρχοι! Και πάνω σε αυτήν βάσισα και την άρνησή μου να μην κινήσουμε κατά της Θήβας. Τώρα πια το ξέρετε! Εγώ σας το είπα. Και ένας από τους λόγους που δεν θέλω αυτόν τον πόλεμο είναι και ο δικός σας χαμός!”

“Είπες ένας θα γλιτώσει; Ποιος είναι αυτός μάντη;”

“Ποιος;”

“Ποιος;”

Οι φωνές και οι πιέσεις έπεφταν αφόρητες στον Αμφιάραο μετά το πρώτο σοκ.

“Αυτό δεν θα σας το πω! Και καταλαβαίνετε καλά το λόγο! Και τι σημασία έχει; Μόνο το αλληλοφάγωμα μεταξύ μας. Δείτε τη μοίρα μας κοινή για όλους γιατί, στην ουσία, έτσι είναι”

 

“Ο Αμφιάραος μπορεί να έχει τις απόψεις και τις σκέψεις του στο ακέραιο!” πετάχτηκε ο Πολυνείκης συνεχίζοντας, “όμως αυτό δεν σημαίνει ότι είναι και οι σωστές. Αλίμονο άρχοντές μου αν κρυφτούμε πίσω από τις φοβίες και τις ανησυχίες μας. Τίποτα δεν θα μπορούσε να αλλάξει στη ζωή με αυτή τη λογική. Πολλές φορές κάνουμε το φόβο μας ανάγκη και τον αφήνουμε να δικαιολογήσει κάθε μας αναστολή και κάθε μας δισταγμό”

“Έχει δίκιο… έχει δίκιο” ακούστηκαν φωνές σύμφωνες με τα λόγια του γιου του Οιδίποδα. Εκείνος συνέχισε στον ίδιο τόνο, ήταν προφανές ότι προσπαθούσε να αλλάξει το κλίμα του φόβου που έπεσε ανάμεσά τους.

“Όταν ο πατέρας μου ήρθε στη Θήβα βρήκε ένα θεόρατο και τρομακτικό τέρας, τη Σφίγγα να σκορπάει το θάνατο και την καταστροφή στην πόλη. Καμιά λογική δεν συνηγορούσε στον αγώνα του να απαλλάξει την πόλη από αυτή. Κι όμως το έκανε! Και η Θήβα λευτερώθηκε και μεγάλωσε. Αν μείνουμε λοιπόν πίσω από τους φόβους του Αμφιάραου, τότε μοιραία γινόμαστε υποτακτικοί του άδικου”

“Μου καταλογίζεις δειλία Πολυνείκη;” τον διέκοψε.

“Δεν είπα κάτι τέτοιο σεβάσμιε μάντη και πολεμιστή. Είπα ότι βάζεις το φόβο σου μπροστά και τον αφήνεις να σε κυριαρχήσει, να σε απονεκρώσει. Δέχεσαι κάτι μοιρολατρικά χωρίς καν να προσπαθήσεις. Αυτό είπα”

“Είναι μοιρολατρία ένας χρησμός; Είναι ηττοπάθεια ο σεβασμός στη γνώμη των Θεών; Είναι δειλία το διάβασμα των σημείων; Από πότε εμείς οι θνητοί, γιε του πολύπαθου Οιδίποδα, αποκτήσαμε το μπόι να αντιτάξουμε το λόγο μας, στων Θεών τη βούληση”

“Αμφιάραε!” τον διέκοψε ο Τυδέας, “δεν μιλάμε για χρησμό! Μίλησες για τη δική σου πρόβλεψη, για αυτά που βλέπεις εσύ στη σκέψη σου και όχι οι Θεοί”

Εκείνη τη στιγμή μπήκε στη μέση ο Άδραστος, προφανώς ήθελε να λειτουργήσει συνθετικά.

“Εγώ θα σταθώ πάλι στην πρόταση του Ιππομέδοντα. Ακούστε με και σταματήστε τις φιλονικίες. Πριν πάρουμε την οριστική μας απόφαση θα στείλουμε κάποιον στη Θήβα να ζητήσει να μιλήσει με τον Ετεοκλή. Εκεί θα του ξεκαθαρίσει και τις δικές μας προτάσεις από εδώ…”

“Ποιες προτάσεις βασιλιά;” είπε ο Καπανέας.

“Η πρότασή μας είναι να ισχύσει στη Θήβα η συμφωνία που έκαναν τα δύο αδέλφια και ο Πολυνείκης να αναλάβει βασιλιάς, στη σειρά του, όπως αρμόζει στο δίκαιο”

“Και εμείς οι Δαναοί ως τι εμφανιζόμαστε Άδραστε σε μια εσωτερική φιλονικία μιας πόλης; Ποιος μας όρισε δικαστή;” πετάχτηκε ο Αμφιάραος φέρνοντας σε δύσκολη θέση τον αδελφό της γυναίκας του.

“Ο Πολυνείκης είναι μπροστά σε όλο αυτό. Εμείς ακολουθούμε υποστηρικτές του”

“Και έτσι πιστεύεις ότι θα το γράψει η ιστορία βασιλιά; Ότι ο Πολυνείκης εκστρατεύει κατά της Θήβας να διεκδικήσει το θρόνο του ή ότι ο στρατός των Δαναών εμφανίζεται στα τείχη της πόλης;”

Νέα μουρμούρα γέμισε πάλι την αίθουσα. Ο Άδραστος έδειξε έναν φανερό εκνευρισμό.

 

“Τέλος οι κουβέντες! Ξεκινάμε να ετοιμαζόμαστε για την εκστρατεία. Και στο φέγγισμα της Άνοιξης ένας από εμάς εδώ θα πάει απεσταλμένος στη Θήβα. Να διαπραγματευτεί. Και ύστερα, στην επιστροφή του θα πάρουμε την τελική μας απόφαση. Αυτό θα γίνει χωρίς δεύτερη κουβέντα. Και όλοι θα είστε έτοιμοι μην μας βρουν τα γεγονότα απροετοίμαστους”

“Και γιατί τόσο αργά βασιλιά; Τέλος του χειμώνα; ” ρώτησε ο Τυδέας.

“Εύλογη η απάντηση. Πρέπει να ανοίξει ο καιρός για να φύγουμε για τη Θήβα. Αν χρειαστεί να πάμε. Και αν στείλουμε τώρα άνθρωπο θα δώσουμε άπλετο χρόνο στον Ετεοκλή να ετοιμαστεί να μας αποκρούσει αν τελικά επιμείνει στην απόφασή του. Λοιπόν!” κραύγασε ο βασιλιάς, “Ποιος θα πάει στη Θήβα εκ μέρους όλων μας”

Εντελώς αυθόρμητα και χωρίς δισταγμό, ο Τυδέας πρόβαλε μπροστά με ορμή.

“Εγώ θα πάω βασιλιά μου! Γνωρίζω τη Θήβα καλά. Την έχω επισκεφτεί πολλές φορές”

“Συμφωνείτε οι υπόλοιποι;” φώναξε ο Άδραστος.

Ομόφωνα με φωνές επιδοκίμασαν όλοι την απόφαση με μόνο τον Αμφιάραο να στέκει σιωπηλός.

“Πολύ ωραία λοιπόν. Καθαρές κουβέντες. Ο Τυδέας θα φύγει  για τη Θήβα στην αρχή της άνοιξης και εμείς καρτεράμε τι θα μας φέρει. Ως τότε καθένας από σας, ετοιμάζει το στρατό του”

Ακολούθησε χαλάρωση στο συμβούλιο και αρκετές κουβέντες εδώ και εκεί μεταξύ τους πιο χαλαρά. Ο Άδραστος πλησίασε τον Αμφιάραο, οι άλλοι σιώπησαν να ακούσουν.

“Είσαι ευχαριστημένος τώρα; Δίνουμε μια ακόμα ευκαιρία στον Ετεοκλή και στην ειρήνη. Από εκεί και πέρα κάθε τι είναι δική του ευθύνη και επιλογή”

Ο Αμφιάραος τον κοίταξε ήρεμα εμφανώς στενοχωρημένος. Γύρισε προς τον Τυδέα και του είπε ήρεμα:

“Εύχομαι ειλικρινά να πετύχεις! Να τα καταφέρεις. Και να βγάλεις όσα έχω δει και έχω πει ψεύτικα πανηγυρικά. Ως τότε Άδραστε δεν αλλάζω τη γνώμη μου” είπε αποφασιστικά.

“Ωραία. Ας περιμένουμε λοιπόν τον Τυδέα”

“Εγώ σας αποχαιρετώ! Δεν νομίζω να με χρειάζεστε τίποτα άλλο” είπε ο Αμφιάραος. Τους χαιρέτισε με μια υπόκλιση όπως και αυτοί και αποχώρησε.

 

“Τι θα γίνει μ’ αυτόν;” ρώτησε με αυθάδεια ο Καπανέας

“Έχει τη δύναμη να κρίνει την αποστολή μας βασιλιά;” ακούστηκε και ο Πολυνείκης.

“Ας τον αφήσουμε εδώ!” συνηγόρησε και ο Ετέοκλος όπως και οι άλλοι.

“Σταματείστε!” ακούστηκε ο βασιλιάς. Ο Αμφιάραος είναι μεγάλος πολεμιστής και το έχει αποδείξει. Και το λέω εγώ που έχω έρθει πολλές φορές σε κόντρα μαζί του. Χωρίς αυτόν δεν γίνεται να πάμε πουθενά!” τούς είπε κατηγορηματικά.

“Δεν την καταλαβαίνω αυτή τη θέση σου πατέρα!” είπε με νόημα ο Τυδέας, “τι πάει να πει χωρίς αυτόν δεν πάμε πουθενά”

Ο Άδραστος τον κοίταξε κατάματα.

“Αυτό είναι ένα ζήτημα που αφορά εμένα κι αυτόν! Μην ανακατεύεστε προς το παρόν. Και εσύ ετοιμάσου να ξεκινήσεις πριν πιάσει άγριος χειμώνας.

Το συμβούλιο τελείωσε με σκόρπιες κουβέντες. Σε λίγο άρχισαν να αποχωρούν ένας προς έναν. Ο Άδραστος τους επισήμανε την προσοχή να είναι σε ετοιμότητα για το τι θα ακολουθήσει. Έφυγαν όλοι. Στην αίθουσα έμεινε ο βασιλιάς με τους δύο γαμπρούς του και τον Ηρόδικο.

 

“Στ αλήθεια κρεμόμαστε στη δική του απόφαση Άδραστε;” τον ρώτησε ο Πολυνείκης.

“Δεν είναι έτσι η αλήθεια γιε μου” του απάντησε, “η αλήθεια είναι ότι για να γίνει κάτι πρέπει να συμφωνούμε απόλυτα και οι δύο. Πάντα έτσι γινόταν. Από τότε που επέστρεψα στο Άργος βασιλιάς. Ποτέ δεν διαφωνήσαμε με εξαίρεση το τώρα”

“Μα γιατί δεν το καταλαβαίνω αυτό;” απόρησε ο Πολυνείκης.

“Γιατί μας δένει όρκος βαρύς απέναντι στους Θεούς μετά από εκείνη μας τη φιλονικία. Πάντα να συμφωνούμε σε ότι κάνουμε”

“Και αν δεν γίνει αυτό τότε;”

“Τότε ένα άλλο πρόσωπο θα μπει ανάμεσά μας να αποφασίσει!” τού είπε με βλέμμα σκοτεινό. “Εκείνο θα είναι ο διαιτητής”

“Και για ποιο πρόσωπο μιλάμε;”

Ο Άδραστος σκοτείνιασε στο πρόσωπό του.

“Αυτό θα εξαρτηθεί από το τι θα φέρει ο Τυδέας στην επιστροφή του”

“Πατέρα… δεν κάνει να μάθουμε; Παιδιά σου είμαστε πια”

Κοίταξε πότε τον έναν και πότε τον άλλο, δίσταζε. Αλλά στο τέλος το εκστόμισε.

“Η γυναίκα του η Εριφύλη! Η αδελφή μου! Αυτή θα πάρει την απόφαση σαν εξακολουθούμε να διαφωνούμε” είπε.

Ο Πολυνείκης με τον Τυδέα έμειναν έκπληκτοι να κοιτάζονται σιωπηρά. Ο Άδραστος έκανε μερικά βήματα μπροστά. Ακούστηκε η φωνή του:

“Προχωράμε!”

(Συνεχίζεται...)