H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 25η δημοσίευση


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7
















Ανάρτηση 23 

Ανάρτηση 24


Στο προηγούμενο μέρος, ξεκινήσαμε την αφήγηση του πρώτου μέρους του κεφαλαίου 3.5 (Οι επόμενες μέρες). Οι μέρες, που ακολούθησαν την πρώτη μεγάλη σύγκρουση των Θηβαίων με το συμμαχικό στρατό των Αργείων, είναι μέρες θρήνου και περισυλλογής. Οι Αργείοι θρηνούν και κηδεύουν τον Τυδέα, γαμπρό του βασιλιά Άδραστου και τους άλλους που έφυγαν μαζί του. Οι Θηβαίοι σύσσωμοι θα κηδέψουν την Ισμήνη, τη δύστυχη κόρη του Οιδίποδα, που βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στο Ιερό της Αθηνάς. 

Η τραγική ατμόσφαιρα, θα έρθει να επιβαρυνθεί με τον θανάσιμο χρησμό του μάντη Τειρεσία. Για να σωθεί η πόλη πρέπει να θυσιαστεί ο μικρός γιος του Κρέοντα, ο Μενοικέας. Χρησμός, που έρχεται να συγκλονίσει τον πατέρα του. Ο νεαρός γιος του, είναι παρών στο ανίερο ανάκουσμα. Ο Κρέων, αποφασίζει στη στιγμή να φυγαδεύσει τον νεαρό γιο του στη Δωδώνη για να τον σώσει την τελευταία στιγμή.


Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Η σημερινή μουσική επιλογή της καλής μας φίλης συνεχίζει να είναι εκπληκτική. Άλλωστε δεν έχει πάψει ποτέ να ντύνει το μυθιστόρημα με επική συγκλονιστική μουσική.



3.5 Οι επόμενες μέρες  (Μέρος δεύτερο)


ΜΕΝΟΙΚΕΑΣ

 Ο νεαρός γιος του Κρέοντα δεν εύρισκε τόπο να σταθεί μετά το φριχτό μαντάτο που άκουσε από τα χείλη του μάντη Τειρεσία. Αναζήτησε την μητέρα του, την Ευρυδίκη στα άλλα δώματα του σπιτιού. Μόλις την είδε έτρεξε προς το μέρος της. Εκείνη παραξενεύτηκε.

“Τι συμβαίνει γιε μου;”

Προσπάθησε να μαζέψει τη συγκίνησή του. Δεν ήταν εύκολο και δεν κατάφερε να το κάνει ως το τέλος.

“Μάνα μου!” κατάφερε να πει και να πέσει στην αγκαλιά της.

“Μενοικέα αγόρι μου τι έχεις;”

Εκείνος μαζεύτηκε κάπως επιστρατεύοντας όλην την ικμάδα του θάρρους του.

“Πρέπει να φύγω για λίγο απ τη Θήβα…”

Εκείνη θορυβήθηκε.

“Να φύγεις; Να πας πού; Πως θα φύγεις; Είμαστε πολιορκημένοι από παντού”

“Θα σου εξηγήσει ο πατέρας περισσότερα. Έχει εκείνος τρόπο να με βγάλει απ την πόλη…”

“Και θα πας πού; Τρελαθήκατε όλοι σας;”

“Στην Δωδώνη στους συγγενείς μας εκεί…”

“Μα γιατί; Τι έγινε ξαφνικά;”

“Μην ανησυχείς! Είναι για καλό μου! Για μένα είναι! Κάτι έχει γίνει και πρέπει να φύγω μέχρι να περάσει όλο τούτο που μας βρήκε…”

“Ω Θεοί! Τι κακό μάς λαχταράει;”

Ο Μενοικέας είχε πια συνέλθει. Βγήκε απ την αγκαλιά της μάνας του και της είπε:

“Όλα θα πάνε καλά! Να είσαι σίγουρη ότι το σπιτικό, η γη, η πόλη μας θα βρει τη γαλήνη και τη σωτηρία που λαχταρά και αξίζει! Και εσύ… και εσύ θα έχεις πάλι και τα δύο σου αγόρια στην αγκαλιά σου να τα χαίρεσαι. Και τον Αίμονα που είναι αρραβωνιασμένος και μένα το στερνοπαίδι σου”

“Παιδί μου… πρόσεχε σε παρακαλώ! Με τρέλανε η αλλόκοτη τούτη είδηση”

“Θα προσέχω μάνα! Σου δίνω το λόγο μου και την αγάπη μου ότι θα προσέχω. Άσε με τώρα να πάω να ετοιμάσω το άλογό μου”

Με μιας την αγκάλιασε με όση δύναμη είχε. Δεν της έδωσε άλλο χρόνο να μείνουν έτσι τυλιγμένοι και οι δύο σε μια συγκίνηση που έπνιγε. Την φίλησε στο μέτωπο και έφυγε χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω του.

 Τίποτα δεν τον κρατούσε στους εσωτερικούς τοίχους του σπιτιού του. Πήρε το δρόμο προς το στάβλο. Βάδιζε σαν χαμένος με το πρόσωπο συσπασμένο από την αγωνία και τη συγκίνηση. Οι άνθρωποι του σπιτιού έμεναν με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο καθώς τον είδαν να έρχεται προς το άλογό του. Τον πλησίασε ο υπηρέτης του στάβλου.

“Άμα με ζητήσει ο πατέρας μου πες του πως πάω να φορτώσω τα πράγματά μου”, πρόλαβε να τού πει. Σε λίγο κάλπαζε με το άλογό του προς τα τείχη της πόλης. Κοντά στης Δίρκης την πηγή.

 

Στο δρόμο οι σκέψεις του έβγαιναν από το στόμα του δυνατά μονολογώντας με τον εαυτό του. Λες και κουβέντιαζε με τον άνεμο. Σύντομα τραβήχτηκε έξω από τα σπίτια. Ο κόσμος ήταν κλεισμένος μέσα στο φόβο του πολέμου. Κατά διαστήματα συναντούσε λόχους στρατιωτών και ιππέων είτε να αναπαύονται είτε να περιπολούν.

“Αγαπημένη μου πόλη… Θήβα μου μονάκριβη… στράτες των παιδικών μου χρόνων… κρήνες του πρώτου δρόσου μου ανάσες… εδώ που περπάτησα… οι ναοί που τίμησα… τα φτεροκοπήματα της καρδιάς που πρώτα ένιωσα σε κάθε σου μονοπάτι. Πού να πάω πατρίδα μου; Πού να σ΄ αφήσω; Εγώ να γίνω του χαμού σου η χαμένη ευκαιρία; Εγώ να σε προδώσω για να γλιτώσω τη ζωή μου; Και όλοι ετούτοι που ήρθαν εδώ από άλλες πόλεις κι άλλη γη. Εχθροί και δικοί. Για να υπερασπίσουν το δικό τους δίκιο. Γιατί δεν φεύγουν; Γιατί έμειναν να ποτίσουν με το αίμα της νιότης τους, την ιδέα που θεωρούν σωστή; Κι αν φύγω στα κρυφά πώς θα μπορέσω ύστερα να μάθω το πάρσιμο της πόλης.”

Γεμάτος συγκίνηση και με δάκρια να έχουν γεμίσει τα νεανικά του μάγουλα έτρεχε, έτρεχε ολόγυρα. Σε έναν μακρύ αποχαιρετισμό της δικής του γης. Και το άλογό του κάλπαζε ενώ το βλέμμα του θολό γύρευε απαντήσεις, μάταια, απεγνωσμένα.

 “Άρη στρατηλάτη του Ολύμπου. Άρη, της γης μας άρχοντα. Συ που γαμπρό στη κόρη σου έδωσες τον Κάδμο τον γενάρχη μας… Εγώ πρέπει να είμαι αυτός που θα εξαγνίσω την οργή σου λοιπόν; Της δικής μου νιότης η σφαγή θα απαλύνει τους βόγκους της γης στου δράκοντα γιου σου τις οιμωγές; Ας είναι λοιπόν! Για να σώσω την πόλη μας ας φύγω εγώ… Πατέρα! Συγχώρα μου το ψέμα που σου είπα! Θα καταλάβεις και θα συμφωνήσεις με την επιλογή μου. Ελπίζω να σε κάνω περήφανο όπως πρέπει…”

 Ο ήλιος πια είχε γύρει προς το γέρμα του στη Δύση. Τα χρώματα του ουρανού είχαν γλυκάνει. Και το κόκκινο είχε απλωθεί σε ολάκερο τον ορίζοντα όπως κάνει κάθε βράδυ πριν αποχαιρετίσει το άρμα του ήλιου στο φεύγα της μέρας. Ο Μενοικέας βρέθηκε με το άλογό του κοντά στης Δίρκης την πηγή. Απόλυτη γαλήνη απλώνονταν ολόγυρά του. Κατέβηκε απ το άλογό του. Συγκινημένος το χάιδεψε στη χαίτη, το φίλησε απαλά και το έδεσε στην άκρη. Άρχισε να περπατά. Έφτασε σε ένα μέρος που είχε ένα μεγάλο βαθούλωμα στη γη.

“Εδώ λοιπόν!” είπε.

“Άρη!’ φώναξε με δύναμη υψώνοντας τα δυό του χέρια στον ουρανό.

“Κοίταξέ με στρατηλάτη!”

Μια παράξενη αντάρα άρχισε να κυκλώνει ολόγυρα το μέρος. Ένας ξαφνικός αγέρας άρχισε να ανανταριάζει τη γη και να λυγάει τα κλαδιά των δέντρων.

“Εδώ είμαι πιστός και έτοιμος να εκτελέσω την επιθυμία σου!” φώναξε ο Μενοικέας συγκινημένος μέσα σε έκσταση. Ο ουρανός τοπικά επάνω του άρχισε να μαυρίζει απότομα. Σύννεφα και αστραπόβροντα άρχισαν να αυλακώνουν τον ορίζοντα. Ο νεαρός Μενοικέας τράβηξε το ασημένιο εγχειρίδιο από τη ζώνη του κρατώντας το ψηλά μπροστά στο στήθος του.

“Πάρε με λοιπόν! Το δικό μου αίμα ας γίνει της Θήβας λύτρωση!”

 Ήταν τα τελευταία του λόγια καθώς το χέρι του με δύναμη κάρφωσε το μαχαίρι στο μέρος της καρδιάς. Οι σταγόνες από το αίμα του κύλησαν στη γη μαζί με το άψυχο κορμί του που λίγο σπάραξε μέχρι που έμεινε ακίνητο για πάντα με τα μάτια παγωμένα προς τον ουρανό. Την ίδια στιγμή απανωτές αστραπές και βοή σκέπασε τη γη επάνω απ την πόλη ενώ το μέρος στο βαθούλωμα της γης κλονίστηκε συθέμελα. Το αίμα που κύλησε στη γη την έκανε σε εκείνο το σημείο να γίνεται άμμος, σκόνη. Και να ποτίζει την τρύπα που ανοίχτηκε δίπλα στο νεκρό σώμα του Μενοικέα. Κάτι σαν απόκοσμος βρυχηθμός ακούστηκε από τα έγκατα της γης, κάτι σαν να φτεροκοπά.

 Την ίδια στιγμή στο σπίτι του Κρέοντα ο ίδιος από ώρα γύρευε απελπισμένα το γιο του από ψηλά στο αίθριο καρτερώντας τον να φανεί.

“Γιε μου!” φώναξε, χωρίς να ξέρει γιατί, στο θέαμα του αστραπόβροντου προς τη μεριά της Δίρκης.

“Ο χρησμός!” φώναξε επίσης την ίδια στιγμή και ο Τειρεσίας στο δικό του ιερό σαν άκουσε την αντάρα της γης και του ουρανού. Το άλογο του Μενοικέα σηκώθηκε χλιμιντρίζοντας στα δυό του πόδια τρομαγμένο τραβώντας και σπάζοντας το κλαδί που έστεκε δεμένο. Με καλπασμό πήρε τρομαγμένο το δρόμο της επιστροφής για τον γνώριμό του στάβλο.

“Γιε μου!” κραύγασε με αγωνία ξανά ο πατέρας του , “Πού είσαι;”

“Όλα τώρα πια δείχνουν τα σημάδια!” ψέλλισε την ίδια στιγμή ο Αμφιάραος πολλά στάδια μακρύτερα, στων Δαναών το στρατόπεδο με την καρδιά του να χτυπά γοργά και δυνατά.

“Κανείς τώρα πια δεν μπορεί να εμποδίσει αυτό που όρισαν οι Μοίρες και οι χρησμοί των Θεών…” συμπλήρωσε με νόημα.

 Ο Κρέων έκανε σαν θηρίο στο κλουβί του. Ανήμπορος να κάνει κάτι ένιωθε τον τρόμο και την αγωνία να τον κυριεύει. Ο γιος του δεν είχε έρθει να τον αποχαιρετίσει σε αντίθεση με τη μάνα του. Έμαθε από τους υπηρέτες ότι είχε πάρει το άλογό του και έφυγε αναστατωμένος. Τώρα… ήρθε και το αστραπόβροντο αυτό με το παράξενο σκοτάδι στον ουρανό προς τη μεριά της Δίρκης τον έκανε να τρέμει.

 “Το άλογο του Μενοικέα! Έρχεται μόνο του!” άκουσε φωνές από τους ανθρώπους του στάβλου. Άκουσε τον καλπασμό από το κατάλευκο άτι του γιου του και το είδε από πάνω να μπαίνει τρομαγμένο μέσα στους στάβλους.

“Τειρεσία ο χρησμός σου!” ψιθύρισε μέσα απ τα δόντια του. Κατέβηκε με όση ταχύτητα είχε από το αίθριο βγαίνοντας στην αυλή. Τον ακολούθησε και η γυναίκα του η Ευρυδίκη.

“Που είναι τα πράγματά του;” ρώτησε τον σταβλάρχη.

“Άρχοντά μου έφυγε χωρίς να πάρει τίποτα” απάντησε τρομαγμένος εκείνος.

Ο Κρέων άρχισε να καταλαβαίνει.

“Τι συμβαίνει με το παιδί μας;” τον ρώτησε, σχεδόν τραβώντας τον απ τον χιτώνα η γυναίκα του. Εκείνος την κοίταζε χωρίς να μπορεί κάτι να της πει.

“Μίλα! Τι έγινε το παιδί μας; Πού είναι;” φώναζε σπαρακτικά.

Ο Κρέων έμοιαζε να μην βρίσκεται σε αυτόν τον κόσμο. Από το βάθος του δρόμου ακούστηκαν καλπασμοί και φωνές. Καβαλάρηδες στρατιώτες έφταναν από τα κάτω στενά.

“Δία κύρη μας βοήθησέ μας!” έπνιξε μια ικεσία μέσα του.

Είδε έναν νεαρό άντρα να τρέχει πανικόβλητος προς το σπίτι τους. Κουνούσε χέρια και πόδια και φώναζε. Ο Κρέων με την Ευρυδίκη ζύγωσαν προς την αυλή. Σε λίγο ο άντρας εκείνος έφτασε στον περίβολο ουρλιάζοντας. Ήταν ένας από τους υπηρέτες τους.

“Άρχοντά μου! Άρχοντά μου!” κραύγασε μόλις τους είδε να στέκονται αποσβολωμένοι κοντά στην είσοδο. Έκοψε την τρεχάλα του προσπαθώντας να βρει την ανάσα του.

“Τι συμβαίνει λοιπόν; Θα μας πεις;” κατάφερε να του μιλήσει αυστηρά αλλά με τη φωνή του μόλις να βγαίνει απ’ τα πνευμόνια του. Σχεδόν ήξερε τι επρόκειτο να ακούσει.

 Ο άντρας έπεσε κατά γης μπροστά του.

“Ο γιος σου άρχοντά μου….”

“Τι έγινε με το γιο μου; Μίλα!” τού φώναξε πιάνοντάς τον από τον χιτώνα τραβώντας τον. Εκείνη τη στιγμή μια πομπή από τέσσερις καβαλάρηδες στρατιώτες έφτασαν έξω. Κατέβηκαν από τα άλογά τους. Ο Κρέων μπόρεσε με την άκρη του ματιού του να δει ότι σε ένα πέμπτο άλογο ήταν φορτωμένο ένα ανθρώπινο σώμα. Τα πρόσωπα των στρατιωτών φορούσαν μια μάσκα τρόμου και πένθους. Κάποιοι προσπαθούσαν να κατεβάσουν το σώμα από το άλογο.

“Παιδί μου!” έσκισε το ουρλιαχτό της Ευρυδίκης το σκοτάδι της νύχτας που είχε ήδη πέσει. Πριν προλάβει κάποιος να την κρατήσει όρμηξε στο άλογο. Ο Κρέων ένιωθε να ζει ένα εφιάλτη. Ένας στρατιώτης κρατούσε στα χέρια του νεκρό έναν νεαρό άντρα, πίσω του σιωπηροί ακολουθούσαν οι άλλοι. Η Ευρυδίκη προσπαθούσε να αγγίξει το χλωμό πρόσωπο του νεκρού της γιου. Ο Κρέων είδε τον Μενοικέα να φτάνει νεκρός στα χέρια των στρατιωτών που τον ακούμπησαν στο πλάτωμα της αυλής. Όλα έμοιαζαν παράλογα.

“Παιδί μου! Το έκανες λοιπόν; Πώς μπόρεσες; Πώς άντεξες μόνος σου γιε μου; Σε ποια κραυγή θυσίασες τη νιότη σου Μενοικέα;”

Η γυναίκα του, η Ευρυδίκη τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο μίσος:

«Τι κάνατε στο παιδί μου, καταραμένοι!» ούρλιαξε ορμώντας στον Κρέοντα. Τα χέρια της χτυπούσαν το κορμί του με όση δύναμη είχε συνεχίζοντας να φωνάζει:

«Καταραμένος να είναι ο πόλεμός σας και εσείς όλοι! Μαύρος θάνατος του Άδη να σας τυλίξει στα βάθη της γης του. Τι κάνατε στο παιδί μου; Ποιος τον έσπρωξε στο θάνατο;»

Δεν υπήρχε απάντηση στις κραυγές της. Ο Κρέων δεν έκανε καν προσπάθεια να γλιτώσει από τα χτυπήματά της. Μόνο τα δάκρυά του ένιωθε να καίνει στα μάγουλά του μαζί με τα χαστούκια της Ευρυδίκης.

Έπεσαν μετά και οι δύο αλλόφρονες πάνω στο άψυχο σώμα του παιδιού τους κλαίγοντας γοερά. Ο Κρέων πήρε μια μεγάλη ανάσα, σήκωσε τα χέρια ψηλά και με όση δύναμη έμενε πια μέσα του κραύγασε:

“Πολυνείκη γιε του Οιδίποδα! Καταραμένος να είσαι για τον ερχομό σου εδώ, στη γη σου εισβολέας και πολιορκητής. Καταραμένος να ‘σαι από το αίμα του παιδιού μου. Μέρα μαύρη και θάνατος πικρός να σε προσμένει στα τείχη της πόλης! Τώρα είμαι βέβαιος! Το αίμα του γιου μου θα πέσει στων Δαναών τα κεφάλια. Καταραμένοι! Ελάτε λοιπόν! Ελάτε! Και να είστε σίγουροι ότι τα κουφάρια σας, σφαγμένα, θα τα φάνε τα όρνια στον κάμπο. Δεν θα υπάρξει κόκκος αυτής της γης να σκεπάσει τα κομμάτια σας.”

Αυτό το τελευταίο το είπε με σπαραγμό έχοντας βγάλει από μέσα του όλη την ικμάδα της ψυχής του.

 Ο Μενοικέας τάφηκε κάτω από δύο μεγάλα πλατάνια αντίκρυ από τις Νήιστες πύλες της Θήβας. Η είδηση του θανάτου του, βύθισε στο πένθος τους απλούς ανθρώπους, όσους κατάφεραν να το μάθουν. Σε κάποιους άλλους προκάλεσαν ανάμικτα συναισθήματα. Ο λόγος του θανάτου του δεν έμεινε κρυφός στον Ετεοκλή. Η αντίδρασή του ήταν σαν να τον έκοψε στα δύο. Από τη μια ο τραγικός θάνατος του νεαρού ξαδέλφου του, τού προκαλούσε αφόρητο πόνο και θλίψη. Απ την άλλη ο χρησμός μίλαγε πια για νίκη των Θηβαίων και σωτηρία της πόλης. Και αυτό ήταν ο σκοπός του. Δεν θα αργούσε πολύ η ώρα που θα έβλεπαν όλοι αν ο πόλεμος θα είχε αυτήν την κατάληξη. Η ώρα για τη μεγάλη μάχη είχε ήδη φτάσει.

3.6  Η μάχη στα τείχη

 

Ο ερχομός της νύχτας βρήκε τους στρατηγούς των Αργείων και των συμμάχων τους να έχουν πάρει τις αποφάσεις τους. Το ξημέρωμα που ζύγωνε θα σήμαινε και τη μεγάλη επίθεση. Αυτή τη φορά στα τείχη και στις πύλες της Θήβας. Όλοι είχαν πάρει τις οδηγίες τους και είχαν συμφωνήσει στο σχέδιο της επίθεσης. Η απουσία του Τυδέα από κοντά τους ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή. Ο θάνατός του, τούς είχε πεισμώσει. Έμεναν πια μαζί με τον Άδραστο, επτά πολέμαρχοι που θα σήκωναν το βάρος. Με τον καθένα απέναντι σε κάθε πύλη. Και συνδυασμένη επίθεση με όλα τα μέσα. Ιππικό, άρματα, σκάλες και το πεζικό.

 

Ο Πολυνείκης πριν να αποσυρθεί στη σκηνή του πέρασε έξω από αυτήν του Αμφιάραου. Ο μάντης καθόταν σκεπτικός στη φωτιά έξω απ αυτήν. Κοντοστάθηκε λίγο μπροστά του. Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε. Τα λόγια του ακούστηκαν απόμακρα.

“Έμαθες για το γιο του θείου σου;” τον ρώτησε.

“Λες για τον Μενοικέα;” απάντησε ο Πολυνείκης.

“Ξαδέλφια μακρινά είστε”

Ο Πολυνείκης ήρθε και έκατσε κοντά στον Αμφιάραο αντίκρυ στη φωτιά.

“Έμαθα ναι. Πως έγινε ξέρεις;”

Ο Αμφιάραος τον κοίταξε:

“Οι κήρυκες λένε ότι έβαλε τέλος στη ζωή του με το χέρι του. Στης Δίρκης τα νερά κοντά. Στου δράκοντα του Άρη το κοίλωμα. Το ξέρεις;”

“Ποιος δεν ξέρει για το μέρος που ο ιδρυτής της πόλης μου, ο Κάδμος σκότωσε με τη βοήθεια της Αθηνάς το φριχτό δράκοντα του Θεού. Αλλά γιατί;”

Ο Αμφιάραος ήπιε λίγο κρασί από ένα χάλκινο ποτήρι που είχε δίπλα του. Έδωσε και σ’ εκείνον ένα που το πήρε.

“Χρησμό μεγάλο έδωσε ο Τειρεσίας στους άρχοντες της Θήβας. Το αίμα του Μενοικέα θα δώσει λύτρωση στην πόλη και νίκη στα όπλα τους”

Ο Πολυνείκης αντέδρασε έντονα:

“Χρησμοί και πάλι χρησμοί! Μαντείες, προσδοκίες, σφάγια, οιωνοσκοπίες. Η Αθηνά γλίτωσε τον Τυδέα όπως μού ΄λεγε όταν τον στείλαμε για πρεσβείες την πρώτη φορά. Όμως τώρα κείται νεκρός! Χρησμοί αντιφατικοί μεταξύ τους, που ο ένας αναιρεί τον άλλο. Ποιον να κρατήσουμε και ποιον να αφήσουμε. Εκεί απέναντι στέκεται ένας επίορκος, αυτός είναι που παίζει με τη φωτιά του πολέμου…”

“Είναι αδελφός σου…”

“Ναι και τον τίμησα όπως τού έπρεπε. Τώρα όμως είναι η ώρα να λογοδοτήσει...”

Ο Αμφιάραος δεν απάντησε. Ο Πολυνείκης σηκώθηκε.

“Πάω στη σκηνή μου, μας χρειάζεται λίγη ξεκούραση. Αύριο τα χέρια μας δεν πρέπει να τρέμουν για να βαστάνε τις ασπίδες και τα σπαθιά σταθερά. Χαίρε Μάντη”

 

Άδειασε το ποτήρι με το κρασί στο στόμα του, το άφησε μπροστά εκεί στην πέτρα και έφυγε για τη σκηνή του με βιαστικά βήματα. Ο Αμφιάραος ακούμπησε το βλέμμα του στις σπίθες της φωτιάς. Η σκέψη του ταξίδευε πίσω στα παιδιά του, τον Αλκμαίωνα και τον Αμφίλοχο. Τα έβλεπε ανάμεσα στα μάτια του και στις φλόγες της φωτιάς μπροστά του. Σαν άνεμος περνούσε στα μάτια του ολάκερη η ζωή τους. Από τότε που είδαν το φως της ζωής ως την ώρα που τα κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του σαν έφευγε από το Άργος. Και ύστερα έβλεπε πάλι την ίδια εικόνα με τον εφιάλτη του. Τον ίδιο να τρέχει μανιασμένος και πίσω του μια σκιά να τον καταδιώκει. Μέχρι που ξαφνικά άνοιξε η γη μπρος στα πόδια του και ύστερα τίποτα! Το απόλυτο σκοτάδι.

 

Ματωμένο ξημέρωμα

 Οι σάλπιγγες της παράταξης έσπασαν ανατριχιαστικά τη σιωπή στις πρώτες ώρες της καινούργιας μέρας. Ο κάμπος έξω απ τη Θήβα άρχισε πάλι να σειέται συθέμελα. Χιλιάδες στρατιώτες, άρματα, καβαλάρηδες έπαιρναν τις θέσεις τους συνταγμένοι σε λόχους και φάλαγγες. Μπροστά οι πεζοί και στα πλάγια οι καβαλάρηδες. Οι λευκές ασπίδες του στρατού έφτιαξαν ένα κάτασπρο χάλκινο χαλί που σκέπασε τον κάμπο. Τα άρματα μπήκαν στις θέσεις τους μπροστά μαζί με εκείνους που κουβαλούσαν σκάλες για να ανέβουν στα τείχη.

 Απέναντί τους καθώς έφευγε και το τελευταίο σκοτάδι της νύχτας κρατούσαν ακόμα οι φωτιές από τους αναμμένους δαυλούς στα τείχη και τους πύργους της Θήβας. Και οι δικές τους σάλπιγγες άρχισαν να στέλνουν τα ηχητικά μηνύματα για τον συναγερμό. Οι επάλξεις γέμισαν με τοξότες ενώ το δικό τους πεζικό παρατάχτηκε πίσω από τις πύλες μαζί με τους καβαλάρηδες. Ο Ετεοκλής βαστούσε τον πιο ψηλό πύργο πάνω στα τείχη. Οι δικοί του πολέμαρχοι ήταν σκορπισμένοι στους λόχους τους έτοιμοι για τις διαταγές τους.

 Το σκοτάδι της νύχτας είχε πλέον αφήσει τη θέση του στο φως της μέρας. Ένας λαμπερός ήλιος καλημέρισε τον ουρανό χαρίζοντας στη γη τα πρώτα του χάδια. Για πόσους άραγε από τους ανθρώπους αυτούς, τούτη θα ήταν η τελευταία τους ανατολή. Η φρίκη του πολέμου, για μια ακόμα φορά, θα έκανε αισθητή την παρουσία της.

 Το γενικό πρόσταγμα της εκκίνησης δόθηκε από τον Άδραστο. Οι λόχοι και οι φάλαγγες ξεκίνησαν με τακτικό βάδισμα. Το ίδιο και το Ιππικό από τα πλάγια. Το ένα μετά το άλλο τα στάδια που τους χώριζαν από τα μεγάλα τείχη μίκραιναν. Οι σφυγμοί στις καρδιές όλων άρχισαν να ανεβαίνουν. Ο Ετεοκλής έδωσε διαταγή στους τοξότες να οπλίσουν και να περιμένουν τις εχθρικές φάλαγγες σε απόσταση βολής. Τα στάδια μίκραιναν και τα τείχη μεγάλωναν μπρος στα μάτια των επιτιθέμενων. Ώσπου έφτασαν σε μια απόσταση βολής. Ο Άδραστος έδωσε το σύνθημα και οι τοξότες των Αργείων έριξαν τις πρώτες βολές προς τα τείχη της Θήβας. Ο ουρανός γέμισε χάλκινες κοφτερές σαΐτες που έπεσαν με θανάσιμη ορμή πάνω στα τείχη. Οι Θηβαίοι καλά καλυμμένοι κάτω από τις μεγάλες πέτρες και τους πύργους είχαν πολύ μικρές απώλειες. Ακολούθησαν μερικές ακόμα βολές από τους Αργείους τοξότες που δεν είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα καθώς η ζημιά που προκαλούσαν ήταν μικρή. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να δώσουν κάλυψη στο πεζικό να πάρει ακόμα μέτρα προς τα τείχη και τις πύλες. Ο Ετεοκλής περίμενε να πλησιάσουν κοντύτερα.

 Και αυτό έγινε! Το πεζικό των Αργείων πήρε ξάφνου μια ανάσα στάσης. Ύστερα οι σάλπιγγες ήρθαν να ηχήσουν στο σύνθημα της γενικής επίθεσης. Πρώτα έφυγαν τα άρματα με ορμή και ύστερα το πεζικό αλαλάζοντας κραδαίνοντας σκάλες, δόρατα, ασπίδες και άλλα πολιορκητικά μέσα. Ήταν η στιγμή που ο Ετεοκλής έδωσε το σύνθημα και οι τοξότες άρχισαν να ρίχνουν τα πύρινα βέλη τους. Ο ουρανός γέμισε θάνατο. Τα βέλη άρχισαν να θερίζουν τους πεζούς του Άργους και οι πρώτες γραμμές χάθηκαν στις πρώτες βολές αύτανδρες. Η πρώτη επίθεση οδηγήθηκε σε τραγική αποτυχία και το πρώτο κύμα αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει πίσω σε γραμμή άμυνας. Ο κάμπος είχε ανταριάσει για τα καλά. Αλλεπάλληλα τα κύματα της επίθεσης προκαλώντας πάταγο, με οιμωγές και κραυγές. Τιτάνιες οι προσπάθειες των επιτιθεμένων να φτάσουν στις πύλες πράγμα που, στο τέλος, κατάφεραν και εκεί άρχισε η πολιορκία τους και η προσπάθεια της παραβίασής τους. Τα ψηλά τείχη της Θήβας όμως βαστούσαν κραταιά και έχοντας το πλεονέκτημα ύψους οι τοξότες σκορπούσαν το θάνατο στους Αργείους.

 Στις Νήιστες πύλες έφτασε πρώτος από όλους ο Παρθενοπαίος, καταφέρνοντας με θανάσιμη προσπάθεια να ξεπεράσει τη γραμμή άμυνας των Θηβαίων. Ο Αμφιάραος χτυπούσε στου Προίτου τις πύλες ενώ ο Ιππομέδοντας  στόχο είχε τις πύλες του Ωγύγου. Ο Άδραστος προσπαθούσε να οδηγήσει τις δυνάμεις τους στα τείχη ενώ ο Καπανέας είχε ήδη ζυγώσει την πύλη της Ηλέκτρας την οποία και απειλούσε συθέμελα με την ορμή του. Η μάχη είχε πάρει χαρακτήρα γενικής σύγκρουσης. Δόρατα, βέλη, πέτρες, σκάλες, άρματα. Σώματα πάνω στα σώματα. Άλλοι πληγωμένοι σφάδαζαν άλλοι νεκροί πότιζαν με το αίμα τους τη γη. Πολλοί ήταν και οι Θηβαίοι που γκρεμίζονταν από τα τείχη πέφτοντας νεκροί από τις σαΐτες των Αργείων. Ο θάνατος είχε στήσει χορό βουτηγμένο στο αίμα. Ήταν φανερό όμως ότι οι απώλειες των επιτιθεμένων δεν θα ήταν σε λίγο διαχειρίσιμες.

 Για μια στιγμή ο Παρθενοπαίος με το λόχο του είχε προκαλέσει ένα μεγάλο άνοιγμα στην πύλη και ήδη απειλούσε να είναι ο πρώτος που θα μπει μέσα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος. Ο Ετεοκλής που διηύθυνε τη μάχη από ψηλά είδε με τα μάτια του την κατάσταση και έστειλε από εκεί ακόμα περισσότερους πεζούς. Τότε ο Περικλύμενος, ο γιος του Ποσειδώνα εντόπισε τον Παρθενοπαίο από ψηλά.[1] Ένας μεγάλος φονικός βράχος έφυγε από τα τεράστια χέρια του για να πέσει πάνω στην ομάδα του  γιου της Αταλάντης. Ο θάνατος του Παρθενοπαίου ήταν τραγικός και ακαριαίος. Και σοκάρισε και τους δικούς του καθώς έχασαν τον αρχηγό τους ενώ οι Θηβαίοι πανηγύριζαν ψηλά στα τείχη αλλά και μπροστά στην πύλη.

 Τότε ο Ετεοκλής σήμανε σε μια μεγάλη δύναμη από πεζούς και ιππικό να βγουν από τις Νήιστες πύλες και να πλευροκοπήσουν τους Αργείους. Πράγμα που έγινε προκαλώντας σύγχυση και πανικό σε εκείνη την πλευρά. Ο Άδραστος βλέποντας τον άμεσο κίνδυνο έδωσε σήμα να κινηθεί και το δικό τους Ιππικό πάνω σε αυτό των Θηβαίων που βγήκαν από τα τείχη. Ο Καπανέας με το λόχο του  προκαλούσε τον θάνατο και τον τρόμο στους αντιπάλους του. Ανατρέποντας κάθε αντίσταση έφτασε κάτω από τα τείχη και στα χέρια κραδαίνοντας σκάλα μεγάλη άρχισε, κραυγάζοντας και με μάτι που γυάλιζε, να ανεβαίνει πάνω στα τείχη με δεκάδες δικούς του. Ήταν τέτοια η ορμή του που σαν πάτησε πάνω στις επάλξεις πια, οι Θηβαίοι ταράχτηκαν πολύ. Ο γιος του Ιππονόου, έγινε φόβος και τρόμος για τους αντιπάλους του. Ένας μετά τον άλλο όσοι έτρεξαν να τον αντιμετωπίσουν έπεφταν νεκροί από τα χτυπήματα του σπαθιού του. Πίσω του στο μεταξύ είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν δεκάδες Αργείοι. Τα ψηλά τείχη της Θήβας έδειχναν να πατιούνται.

 Τότε ο Καπανέας, παρά το αίμα που έτρεχε από κάποιες πληγές του, έβαλε το σπαθί του στο θηκάρι του και άρπαξε έναν αναμμένο δαυλό που είχαν εγκαταλείψει οι τοξότες στα τείχη. Με φωνή βροντερή πάγωσε το αίμα των αμυνομένων.

“Αργείοι! Πίσω μου όλοι! Εγώ θα κάψω συθέμελα την πόλη της Θήβας! Δεν υπάρχει κανείς να με σταματήσει” ούρλιαξε σε κατάσταση παροξυσμού παρασύροντας τα πάντα στο βήμα του. Οι Θηβαίοι έφευγαν από κοντά του είτε νεκροί είτε πανικόβλητοι υποχωρούντες.  Τότε… άξαφνα, χωρίστηκε στα δύο ο ουρανός. Και ένα τρομερό αστραπόβροντο έπεσε πάνω στον πολέμαρχο. Η γης σείστηκε εκεί γύρω, η αστραπή με την φονική φωτιά της διέλυσε τον Καπανέα σε άπειρα κομμάτια και καθώς τα μέλη του έπεφταν στη γη, οι Θηβαίοι κατάλαβαν ότι ο Δίας δεν θα άφηνε ποτέ την αγαπημένη του πόλη να καεί.

 Το σοκ για το στρατόπεδο των Αργείων ήταν τεράστιο καθώς οι περισσότεροι εκεί είδαν το φριχτό θέαμα με τον γίγαντα Καπανέα να γκρεμίζεται κομματιασμένος από τα τείχη στη γη. Ακολούθησε πανικός και τότε ο Άδραστος έκανε τη μοιραία κίνηση εκείνης της επίθεσης. Έδωσε εντολή να σαλπίσουν υποχώρηση. Και ενώ οι Αργείοι είχαν ήδη αρχίσει να πατάνε στα τείχη και να παραβιάζουν κάποιες πύλες, σάστισαν στην αρχή. Ο Ετεοκλής σήμανε γενική αντεπίθεση και όλο το πεζικό της Θήβας με τους καβαλάρηδες και τα άρματα ξεχύθηκαν πάνω στους Αργείους που προσπαθούσαν να συντονιστούν. Άλλα τμήματα έδιναν μάχη για να μπουν μέσα στην πόλη και να ανέβουν στα τείχη και άλλα υποχωρούσαν προς τα πίσω.

 Στην σύγχυση αυτή έπεσε και ο Ετέοκλος, ο γιος του Ίφη, βασιλιάς του Ορχομενού. Περικυκλωμένος από Θηβαίους πεζούς έδωσε τρομερή μάχη αλλά δεν τα κατάφερε. Και ήταν πολλά αυτά τα θανάσιμα χτυπήματα που δέχτηκε μέχρι που ο Θηβαίος Λεάδης ήταν αυτός που τον έστειλε οριστικά να πέσει και αυτός νεκρός στο χώμα.[2]

 Οι Αργείοι υποχώρησαν με μεγάλες ακόμα απώλειες αλλά συνάχτηκαν γρήγορα λίγο πιο πίσω σε νέα γραμμή επίθεσης. Είχαν βέβαια χάσει ακόμα τρεις στρατηγούς τους αλλά τίποτα πια δεν προδίκαζε ακόμα την τύχη της μάχης. Το ίδιο έκαναν και οι Θηβαίοι. Οι καβαλάρηδες χωρίστηκαν από τη φονική αμάχη τους και οι δύο στρατοί έδειχναν πάλι ο ένας απέναντι στον άλλο έτοιμοι για έναν νέο φονικό γύρο. Κανείς τους, μέσα στης μάχης τη φωτιά, δεν μπορούσε να καταλάβει πόσος χρόνος είχε περάσει από την αρχή της επίθεσης. Και ήταν πολύς γιατί ο ήλιος είχε σταθεί για τα καλά ψηλά στον ουρανό.



[1]     Ο Περικλύμενος αναφέρεται ως εκείνος που σκότωσε τον Παρθενοπαίο στις “Φοίνισσες” του Ευρυπίδη. Στα ταξιδιωτικά του Παυσανία, στα “Βοιωτικά” αναφέρεται ότι οι Θηβαίοι ονόμαζαν τον Ασφόδικο τον άνθρωπο που σκότωσε τον Παρθενοπαίο. Ο Απολλόδωρος (Άπαντα 2), αναφέρει ως Αμφίδικο τον άνθρωπο που τον σκότωσε.

[2]     Απολλόδωρου “Άπαντα 2”, αναφορά στην τελική μάχη στη Θήβα.


Συνεχίζεται...

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

Μενοικέας:  "μένω" + "οίκος" Αυτός που μένει να υπερασπιστεί το σπιτικό του, τον οίκο του.

Μαντώ: στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει "Μάντισσα"




Παρασκευή 4 Νοεμβρίου 2022

Ο Μέλος (Διήγημα συμμετοχή στο δικτυακό δρώμενο "Μίνι Σκυτάλη #4")

 


Ο Μέλος 

Μερικές φορές στη ζωή σου, είναι κάποιες μορφές, που εμφανίζονται από το πουθενά. Χωρίς να μπορείς να ερμηνεύσεις την παρουσία τους σε μια κρίσιμη δεδομένη στιγμή. Μερικοί το λένε μοίρα, κάποιοι άλλοι τύχη, κάποιοι, απλή σύμπτωση. Δεν ξέρω αν έχει σημασία να ερμηνεύσουμε ορθολογικά κάτι τέτοιο. Αν αξίζει τον κόπο να είμαστε πάντοτε τόσο αναλυτικοί. Ίσως, μερικές φορές, να αφήνουμε κάποια πράγματα να μάς συμβαίνουν θετικά, σωτήρια. Πολλές φορές, το αποτέλεσμα έχει μεγαλύτερη σημασία απ’ την αιτία.

Όλα αυτά ήρθαν κάποια στιγμή μπροστά και στη δική μου καθημερινότητα. Πώς; Μα… νομίζω είναι η στιγμή να σάς διηγηθώ το βίωμά μου εκεί ψηλά στα μαγικά βουνά ψηλά στα Ζαγοροχώρια τον Νοέμβρη της περσινής χρονιάς.

Ήταν τότε στη βδομάδα της τελευταίας μου άδειας για τη χρονιά, που έφευγε. Η πίεση στη δουλειά ήταν ασφυκτική, ένα απαιτητικό καλοκαίρι είχε φύγει και ένας δύσκολος χειμώνας μάς περίμενε. Μαζί με το Σπύρο, κολλητό μου φίλο και συνάδελφο, είπαμε να περάσουμε την άδειάς μας μαζί. Αγαπούσαμε και οι δυό τη φύση και η εποχή αυτή είναι μια πανδαισία Φθινοπωρινή, που τα βουνά ψηλά στα Ζαγοροχώρια αποτελούν ένα φυσιολατρικό κάλεσμα, που δεν μπορείς να αρνηθείς.

Είχαμε και οι δυο, από καιρό, ανάγκη για μια τέτοια δραπέτευση, που δεν το σκεφτήκαμε και πολύ για να βρεθούμε εκεί ψηλά στην αγκαλιά της Ηπειρωτικής γης, στην Φθινοπωρινή της μαγεία, στα μοναδικά τοπία της, που συνδύαζαν την αγριότητα μα και συνάμα την καλλιτεχνική φυσική ομορφιά.

Η διαμονή μας σε ένα μικρό χωριό ήταν ότι υπέροχο είχα ζήσει τα τελευταία χρόνια. Κάθε λεπτό και κάθε στιγμή της παραμονής μας εκεί έδινε και έναν πίνακα ζωγραφικής, που μάς άφηνε μια αλησμόνητη διάθεση.

Τις μέρες της διαμονής μας, σε αντίθεση με το Σπύρο, συνήθιζα να ξυπνάω πολύ νωρίς, Η εσωτερική μου παρόρμηση να ζήσω όσο μπορώ πιο έντονα τις μεγάλες ώρες της ημέρας, ξεπερνούσε κάθε σωματική πίεση κούρασης. Αυτό είχα αποφασίσει να κάνω και εκείνη τη μέρα, μιας και έφτανε η άσχημη ώρα της επιστροφής μας. Από βραδύς ενημέρωσα το φίλο μου, ότι το πρωί θα έκανα ένα μεγάλο περίπατο προς την πάνω μεριά του χωριού. Ομολογώ, με κοίταξε λίγο δύσθυμα αλλά ήξερε ότι δεν θα μπορούσε να μού αλλάξει γνώμη.

Έτσι λοιπόν νωρίς το πρωί εκείνης της μέρας, ξεκίνησα παίρνοντας το δρόμο προς την έξοδο του χωριού έχοντας μπροστά μου τις ψηλές κορυφές της Πίνδου. Η μέρα ήταν αρκετά μουντή καθώς βαριά σύννεφα είχαν φυλακίσει τον ήλιο. Μέσα μου είχα κάποιες αναστολές αλλά ή δίψα μου για αυτή τη στράτα ήταν απείρως μεγαλύτερη. Στο μικρό καφενείο του χωριού ήπια λίγο βιαστικά έναν ευεγερτικό πρωινό καφέ.

-Για πού ετοιμάστηκες παλικάρι μου; Ήρθε η ερώτηση του γλυκύτατου καφετζή την ώρα που μού έφερνε το ευωδιαστό του καφέ. (Μού άρεσε αυτή η οικειότητα, που είχαμε καθιερώσει μεταξύ μας όλες αυτές τις μέρες της διαμονής μας εκεί)

-Λέω να πάρω το μονοπάτι προς τα πάνω Μπάρμπα-Ανέστη, έτσι για έναν περίπατο…

Με κοίταξε καλά-καλά.

-Μονάχος; Ο Σπύρος πού είναι;

-Κοιμάται, άφησέ τον, δεν πειράζει.

Τον είδα να πηγαίνει προς την πόρτα του καφενέ. Τα μάτια του διάβηκαν με μιας στον ουρανό, σε όλον τον ορίζοντα.. γύρισε πίσω λίγο κατσουφιασμένος.

-Ο καιρός είναι βαρύς, έχει μαζώξει σύννεφα, μπορεί να βρέξει. Καλό θα ήταν να μην είσαι μόνος εκεί πέρα. Μην απομακρυνθείς και πολύ!

Αψήφισα την κουβέντα του για λίγο. Το κατάλαβε και με κοίταξε λέγοντας:

“Εσείς τα ...σχολιαρόπαιδα της Αθήνας δεν έχετε ιδέα από τα γινάτια της γης εδώ στο βουνό, ακούς; Πρόσεχε, σού λέω… μην μού παριστάνεις τον ...άνετο”

“Εντάξει Μπάρμπα-Ανέστη, σού δίνω το λόγο μου”, τού είπα με περισσότερη φρόνηση αυτή τη φορά.

“Δεν θα πάω μακριά, μην νομίζεις…”, τού είπα καθησυχαστικά και μάλλον άρχισα να το πιστεύω κι εγώ. Έκλεισα το μπουφάν μου και ξεκίνησα σιγά-σιγά. Σε λίγη ώρα είχα φτάσει στα τελευταία σπίτια του χωριού και είχα πάρει το μονοπάτι στα ψηλά. Ο δρόμος κάτω ήταν στρωμένος με μεγάλα λιθάρια, για να μη γλιστράει και να μην πατάς σε λάσπες. Στα δεξιά μου όλο και αραίωναν τα σπίτια του χωριού και έμεναν να μού κάνουν συντροφιά οι ατέλειωτες ξερολιθιές, που έμοιαζαν με τα πέτρινα τείχη ενός κάστρου. Μόνο που τούτες εδώ ήταν κοντές.

Θα ‘χα πια απομακρυνθεί για τα καλά, όταν ένιωσα το ρίγος του ανέμου να μεγαλώνει. Πέρα μακριά, μπροστά μου ορθώνονταν επιβλητικό το βουνό. Διάβηκα μπροστά από ένα όμορφο πέτρινο σπίτι στα δεξιά μου. Ακολουθούσα τις ξερολιθιές γιατί στα αριστερά και καθώς ο δρόμος τραβούσε στον ανήφορο, άρχισε να χάσκει κάτω η γη. Όσο περπατούσα, η χαρακιά βάθαινε συνέχεια και πλέον ένας γκρεμός, επιβλητικός με ακολουθούσε στα αριστερά σαν να με κυνηγούσε. Ήταν όλα τόσο όμορφα και τόσο άγρια μαζί. Το βαθύ σκούρο του βουνού μπροστά, το πράσινο σκούρο της γης, τα ψηλά θεόρατα δέντρα που κοίτονταν στις πλαγιές. Μια ζωγραφιά.

Και τότε το είδα! Πέρα μπροστά στο μονοπάτι, σιγά-σιγά, η ορατότητα άρχισε να σβήνει. Και απ’ τη στροφή πέρα μακριά στην πλαγιά μπροστά μου, μια μεγάλη λευκόγκριζη αντάρα έστριψε ξαφνικά για να βρεθεί στο δρόμο μου. Ομίχλη! Ήρθε ξαφνικά από το πουθενά! Από την πίσω πλαγιά του βουνού. Καβάλα στον άνεμο, που είχε μεγαλώσει, άρχισε να απλώνεται παντού μπροστά μου και να κρύβει ή να εξαφανίζει στην αγκαλιά της τα πάντα. Ένας πρώτος φόβος θρονιάστηκε στο νου μου. Ο Μπαρμπα-Ανέστης έβγαινε αληθινός. Ο καιρός, εδώ στο βουνό και ειδικά αυτήν την εποχή, αλλάζει σε ρυθμούς που δεν μπορείς να υπολογίσεις.

Κοντοστάθηκα. Η ομίχλη έτρεχε προς το μέρος μου καταπίνοντας τα πάντα στον ερχομό της. Ουρανό, γη, δέντρα, μονοπάτια, πλαγιές, ξερολιθιές, τα πάντα! Λες και είχα μπροστά μου μια πελώρια γόμμα και έσβηνε σαν πίνακας ζωγραφικής τα πάντα μπροστά μου. Δεν είχα άλλη επιλογή απ’ την επιστροφή. Οι ρυθμοί της καρδιάς μου είχαν ήδη πάρει τον ανήφορο. Φοβόμουν ακόμα και να γυρίσω την πλάτη μου σε αυτό το λευκό βαρύ πέπλο, λες και έκρυβε κάτι μέσα του απειλητικό. Σε λίγα λεπτά, είχε χαθεί απ’ τα πόδια μου το έδαφος. Λες και περπατούσα στα σύννεφα. Έβλεπα τα πόδια μου, το σώμα μου αλλά ο δρόμος κάτω ήταν ακαθόριστος, θαμπός. Μονάχα το τρίξιμο απ’ τα κλαδιά των δέντρων έρχονταν στ’ αυτιά μου και ύστερα σιωπή. Μια βουβή ομιχλιασμένη αντάρα που είχε κατακτήσει τα πάντα.

Η επιστροφή μου πήρε χαρακτηριστικά πανικόβλητης υποχώρησης. Άρχισα να παραπατώ στις πέτρες καθώς δεν είχα άμεση και καθαρή όψη στο μονοπάτι. Την αμέσως επόμενη στιγμή χτύπησα σε έναν κορμό ενός μικρού δέντρου στα δεξιά μου όπως επέστρεφα. Κρύες στάλες ιδρώτα σχηματίστηκαν στο μέτωπό μου. Το θυμήθηκα αυτό το δέντρο. Όταν ανέβαινα έστεκε στα αριστερά μου στην άκρη του μονοπατιού. Κι από κάτω…

Ο γκρεμός. Το θυμήθηκα αυτό κι ανατρίχιασα. Η ορατότητά μου ήταν μονάχα λίγα μέτρα ολόγυρά μου. Έκανα κάποια βήματα από το δέντρο και άξαφνα ένιωσα το πόδι μου να χάνει την επαφή του και να κρέμεται στο κενό. Γαντζώθηκα απ’ τον κορμό του δέντρου με όση δύναμη και απελπισία είχα αδιαφορώντας για τις ακίδες που έσκισαν το δέρμα μου. Και καθώς οι ριπές του ανέμου έσπρωχναν τις τούφες της ομίχλης, τα μάτια μου έντρομα, είδαν για λίγο καθαρά το σώμα μου να χάσκει σχεδόν κρεμασμένο στην άκρη του γκρεμού. Προσπάθησα να τραβηχτώ, τα κατάφερα λίγο αλλά πριν προλάβω να πάρω πάλι το δρόμο της καθόδου, το μονοπάτι κλείστηκε πάλι μπροστά μου.

Πανικός! Θα με έβρισκαν; Και πότε; Θα καθάριζε η ατμόσφαιρα; Και πότε; Στο βάθος πέρα χωρίς να ξέρω την κατεύθυνση, ο αχός από υπόκωφες βροντές ήρθε να με τρομάξει ακόμα πιο πολύ. Η απειλή της καταιγίδας! Ήμουν μόνος, αβοήθητος, σχεδόν απελπισμένος, στο έλεος της ομίχλης, που συνέχισε ατάραχη το ταξίδι της.

Τότε το άκουσα! Ναι! Δεν με γέλασαν τ’ αυτιά μου. Κάπου, κάτι εκεί κοντά χαρχάλευε στο δρόμο, λες και κάτι έγδερνε τις πέτρες. Φώναξα δυνατά μπας και ήταν κάποιοι. Σιωπή. Όμως ο ακαθόριστος θόρυβος έγινε μια φωνή που… δεν μπορούσα…. Μα ναι… κάτι σαν κλάμα ζώου...σκύλου; Μήπως λύκου; Αρκούδας; Η φωνή έγινε κάτι σαν κλάμα αλλά αυτή τη φορά ο ήχος καθάρισε και έρχονταν κατά πάνω μου. Είχα παγώσει απ’ το φόβο μου. Ώσπου τον είδα!

Στα τρία περίπου μέτρα μπροστά μου ξεπρόβαλλε! Μεγάλος, επιβλητικός, λαχανιασμένος. Ένας μεγάλος σκύλος, με πλούσιο καφέ σκούρο τρίχωμα σαν κουβέρτα τυλιγμένη στο κορμί του. Έρχονταν προς το μέρος μου. Αργά, σταθερά. Το στόμα του μισάνοιχτο, η γλώσσα του κρεμασμένη ελαφρά, τα αυτιά του όρθια. Όλος σε συναγερμό με το βλέμμα του ίσια στο δικό μου. Το βλέμμα του…

Πολύ γρήγορα αυτό το οξύ βλέμμα έγινε γαλήνιο, γλυκό, προσιτό. Το βλέμμα των σκυλιών βγάζει πολύ εύκολα τα αισθήματά τους προς τα έξω. Ήρθε πιο κοντά μου, η ουρά του άρχισε να κινείται φιλικά, τα μάτια του απέκτησαν ένα βλέμμα παράκλησης, ικεσίας θα έλεγα. Άρχισε να βγάζει διάφορους ήχους σαν να προσπαθούσε να μιλήσει. Ήρθε κοντά μου, ένιωσα τη φιλική του παρουσία. Όχι αυτό το πλάσμα, εκεί στην άγρια ερημιά, ήταν πια για μένα μια απέλπιδα σανίδα σωτηρίας. Τρίφτηκε στα πόδια μου, στην αρχή διακριτικά μα μετά έντονα, λες και με ήξερε χρόνια, λες και ήμουνα για εκείνον ο κύρης του. Η χαρά του ήταν τόσο εκδηλωτική που δεν ήξερα πώς να το εξηγήσω. Λες και βρήκε αυτό που ζητούσε. Ανταποκρίθηκα με την καρδιά μου. Υστερα τον είδα να ξεκινά να κατηφορίζει. Σταμάτησε λίγο και με κοίταξε. Με περίμενε! Ανατρίχιασα! Ο σκύλος με περίμενε, έγινε οδηγός μου. Και τότε, τότε η ανάσα μου άρχισε να επανέρχεται σε πιο κανονικούς ρυθμούς. Ένα παράξενο γέλιο ήρθε στα χείλη μου, που έτρεμαν από συγκίνηση.

Έτσι ξεκίνησε η κάθοδός μας. Μπροστά εκείνος αποφασιστικά, να διασχίζει την ομίχλη και να μου φανερώνει τον ασφαλή δρόμο της επιστροφής. Να σταματά κάθε λίγο να δει αν ακολουθώ και να συνεχίζει. Είχαμε πια γυρίσει, ήμασταν κοντά στο χωριό. Ναι! Σωτηρία! Στο τέλος του δρόμου φάνηκε το πέτρινο σπίτι με τα παλιά φανάρια, που είχα προσπεράσει στον ανήφορο και ύστερα το χωριό. Επέστρεφα σαν τον ναυαγό στην ακτή της σωτηρίας του. Στον καφενέ του Μπάρμπα-Ανέστη, ήταν κόσμος. Ήταν ανάστατοι με την καθυστέρησή μου και την ομίχλη που σάρωσε και το χωριό και άρχισε να αραιώνει σιγά καθώς οι πρώτες στάλες ψιλής βροχής βοηθούσαν σ’ αυτό.

Ο Σπύρος, ο φίλος μου ήταν ο πρώτος που έτρεξε κοντά μου ανακουφισμένος.

“Για όνομα του Θεού ρε Νίκο, κοντέψαμε να πεθάνουμε απ’ την αγωνία μας…. Είσαι καλά;”

Ο Μπάρμπα-Ανέστης με μάλωνε με την αγριοφωνάρα του αλλά και έκδηλη την αγωνία του.

“Εμ στα ‘πα εγώ αλλά εσύ του κεφαλιού σου…”

Τον είδα όμως να παγώνει με το βλέμμα του στο σκύλο, τον οποίο μέσα στη χαρά τον είχαμε ξεχάσει. Ο σωτήρας μου καθόταν ολόρθος, περήφανος, καμαρωτός εκεί δίπλα. Ο Μπάρμπα-Ανέστης με τους άλλους χωριανούς κοιτάζονταν στα μάτια συγκινημένοι ο ένας με τον άλλον.

“Πού βρέθηκε το σκυλί κοντά σου;” με ρώτησε έντονα.

“Αυτός με γλίτωσε Μπαρμπα-Ανέστη! Χάθηκα στην ομίχλη, ακινητοποιήθηκα, παγιδεύτηκα. Βρέθηκε στο δρόμο μου και με έφερε πίσω….”.

Οι χωριάτες κοιτάχτηκαν ακόμα πιο συγκινημένοι.

“Μέλο!” έκανε ο Μπάρμπας προς το σκύλο αρπάζοντάς τον και χαϊδεύοντάς τον τρυφερά. Σχεδόν είχε δακρύσει.

“Τι συμβαίνει μπάρμπα-Ανέστη; Τον γνωρίζετε το σκύλο;”

Μας τράβηξε προς τον καφενέ σχεδόν αγκαλιά. Όλοι μαζί χυθήκαμε στις καρέκλες. Μαζί κι ο σκύλος. Το τσίπουρο του χωριού ζέσταινε τα σωθικά μας και η ξυλόσομπα τα κορμιά μας. Έξω η βροχή είχε δυναμώσει, όχι πολύ. Ήταν τραγουδιστή, γάργαρη. Ο μπάρμπα-Ανέστης έδινε τις εξηγήσεις του.

“Ο Μέλος! Ψυχή του χωριού μας εδώ και οκτώ χρόνια. Ο κύρης του, ο Αργύρης, πενηντάρης αγρότης. Αχώριστοι, πάντα μαζί. Εδώ και τρία χρόνια τον κατάπιε αυτή η καταραμένη ομίχλη. Γλίστρισε στο γκρεμό, τον βρήκαμε σκοτωμένο” ...κόμπιασε απ’ τη συγκίνηση και συνέχισε:

“Από τότε τούτος εδώ, ο Μέλος, κάθε φορά που η ομίχλη ζύγωνε στο χωριό μας, ανέβαινε στο μονοπάτι στο βουνό να πάει εκεί που τον βρήκαμε. Το κλάμα και το ουρλιαχτό του μάς ράγιζε την καρδιά. Όμως… σήμερα… δες τον! Δες τον πόσο χαρούμενος είναι παιδιά! Λες… και όλα… άλλαξαν… σε έσωσε Νίκο! Έκαμε αυτό που δεν μπόρεσε τότε! Καταλαβαίνεις;”

Είχε δίκιο! Ο Μέλος γουργούριζε ήρεμος ξαπλωμένος κοντά μας, στα πόδια μας, όλη αυτήν την ώρα της κουβέντας μας. Ένιωθε πια σίγουρος και ήσυχος για κείνο που είχε κάνει. Και τη μέρα του αποχωρισμού μας, τον έκλεισα στην αγκαλιά μου σαν να κράταγα ολάκερη τη ζωή μου μέσα σε αυτήν! Και ήταν αλήθεια. Έτσι ένιωθε και εκείνος, το κατάλαβα. Από τα μάτια του, το βλέμμα του, την ανάσα του. Και καθώς το αυτοκίνητό μας ξέκοβε στο δρόμο της επιστροφής έριξα μια τελευταία ματιά λίγο ψηλότερα σε όλους που μάς ξεπροβόδιζαν στην πάνω ρούγα του καφενέ. Μα ιδιαίτερα στο Μέλο, που στέκονταν ολόρθος, γίγαντας, επιβλητικός, προστάτης του χωριού, στα πίσω του πόδια με τα μάτια του ορθάνοιχτα να μάς αποχαιρετίσει με ένα βροντώδες γάβγισμά του.

“Καλή αντάμωση Μέλο! Η δική σου παρουσία μάς ένωσε μ’ αυτόν τον όμορφο τόπο με τους γλυκούς ανθρώπους! Καλή αντάμωση σύντομα, Μέλο!”

Πολλά πράγματα έρχονται να συμβούν στη ζωή μας εντελώς αναπάντεχα. Χωρίς να μπορούμε να εξηγήσουμε τους λόγους. Μάλλον η ίδια η ζωή θα γνωρίζει καλύτερα από εμάς 

Τέλος



Φίλες και φίλοι,

το παραπάνω διήγημα ήταν η προσωπική μου συμμετοχή στο αγαπημένο δικτυακό λογοτεχνικό δρώμενο "Μίνι Σκυτάλη #4"  που διοργανώνει η αγαπημένη μας φίλη Mary Pertax στο προσωπικό της ιστολόγιο "Γήινη ματιά" 

Αντικείμενο έμπνευσης αποτελεί η συγκεκριμένη εικόνα που επέλεξα, από τις έξι που είναι διαθέσιμες, για να γράψω αυτό μου το διήγημα. Να ευχαριστήσω, μία ακόμα φορά, την αγαπημένη μας φίλη Mary Pertax για την έμπνευση και την παρακίνησή της αλλά και την άψογη διοργάνωση του όμορφου αυτού δρώμενου. 

Να είστε όλοι καλά, να δημιουργείτε, να διεκδικείτε, να ελπίζετε.


Στο σύνδεσμο που σάς παράθεσα αρχικά, μπορείτε να διαβάζετε και τις λοιπές συμμετοχές.