H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Σάββατο 12 Νοεμβρίου 2022

"Τα δώρα της Αρμονίας" (Μυθιστόρημα σε συνέχειες) 25η δημοσίευση


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7
















Ανάρτηση 23 

Ανάρτηση 24


Στο προηγούμενο μέρος, ξεκινήσαμε την αφήγηση του πρώτου μέρους του κεφαλαίου 3.5 (Οι επόμενες μέρες). Οι μέρες, που ακολούθησαν την πρώτη μεγάλη σύγκρουση των Θηβαίων με το συμμαχικό στρατό των Αργείων, είναι μέρες θρήνου και περισυλλογής. Οι Αργείοι θρηνούν και κηδεύουν τον Τυδέα, γαμπρό του βασιλιά Άδραστου και τους άλλους που έφυγαν μαζί του. Οι Θηβαίοι σύσσωμοι θα κηδέψουν την Ισμήνη, τη δύστυχη κόρη του Οιδίποδα, που βρήκε τραγικό θάνατο μέσα στο Ιερό της Αθηνάς. 

Η τραγική ατμόσφαιρα, θα έρθει να επιβαρυνθεί με τον θανάσιμο χρησμό του μάντη Τειρεσία. Για να σωθεί η πόλη πρέπει να θυσιαστεί ο μικρός γιος του Κρέοντα, ο Μενοικέας. Χρησμός, που έρχεται να συγκλονίσει τον πατέρα του. Ο νεαρός γιος του, είναι παρών στο ανίερο ανάκουσμα. Ο Κρέων, αποφασίζει στη στιγμή να φυγαδεύσει τον νεαρό γιο του στη Δωδώνη για να τον σώσει την τελευταία στιγμή.


Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Η σημερινή μουσική επιλογή της καλής μας φίλης συνεχίζει να είναι εκπληκτική. Άλλωστε δεν έχει πάψει ποτέ να ντύνει το μυθιστόρημα με επική συγκλονιστική μουσική.



3.5 Οι επόμενες μέρες  (Μέρος δεύτερο)


ΜΕΝΟΙΚΕΑΣ

 Ο νεαρός γιος του Κρέοντα δεν εύρισκε τόπο να σταθεί μετά το φριχτό μαντάτο που άκουσε από τα χείλη του μάντη Τειρεσία. Αναζήτησε την μητέρα του, την Ευρυδίκη στα άλλα δώματα του σπιτιού. Μόλις την είδε έτρεξε προς το μέρος της. Εκείνη παραξενεύτηκε.

“Τι συμβαίνει γιε μου;”

Προσπάθησε να μαζέψει τη συγκίνησή του. Δεν ήταν εύκολο και δεν κατάφερε να το κάνει ως το τέλος.

“Μάνα μου!” κατάφερε να πει και να πέσει στην αγκαλιά της.

“Μενοικέα αγόρι μου τι έχεις;”

Εκείνος μαζεύτηκε κάπως επιστρατεύοντας όλην την ικμάδα του θάρρους του.

“Πρέπει να φύγω για λίγο απ τη Θήβα…”

Εκείνη θορυβήθηκε.

“Να φύγεις; Να πας πού; Πως θα φύγεις; Είμαστε πολιορκημένοι από παντού”

“Θα σου εξηγήσει ο πατέρας περισσότερα. Έχει εκείνος τρόπο να με βγάλει απ την πόλη…”

“Και θα πας πού; Τρελαθήκατε όλοι σας;”

“Στην Δωδώνη στους συγγενείς μας εκεί…”

“Μα γιατί; Τι έγινε ξαφνικά;”

“Μην ανησυχείς! Είναι για καλό μου! Για μένα είναι! Κάτι έχει γίνει και πρέπει να φύγω μέχρι να περάσει όλο τούτο που μας βρήκε…”

“Ω Θεοί! Τι κακό μάς λαχταράει;”

Ο Μενοικέας είχε πια συνέλθει. Βγήκε απ την αγκαλιά της μάνας του και της είπε:

“Όλα θα πάνε καλά! Να είσαι σίγουρη ότι το σπιτικό, η γη, η πόλη μας θα βρει τη γαλήνη και τη σωτηρία που λαχταρά και αξίζει! Και εσύ… και εσύ θα έχεις πάλι και τα δύο σου αγόρια στην αγκαλιά σου να τα χαίρεσαι. Και τον Αίμονα που είναι αρραβωνιασμένος και μένα το στερνοπαίδι σου”

“Παιδί μου… πρόσεχε σε παρακαλώ! Με τρέλανε η αλλόκοτη τούτη είδηση”

“Θα προσέχω μάνα! Σου δίνω το λόγο μου και την αγάπη μου ότι θα προσέχω. Άσε με τώρα να πάω να ετοιμάσω το άλογό μου”

Με μιας την αγκάλιασε με όση δύναμη είχε. Δεν της έδωσε άλλο χρόνο να μείνουν έτσι τυλιγμένοι και οι δύο σε μια συγκίνηση που έπνιγε. Την φίλησε στο μέτωπο και έφυγε χωρίς να γυρίσει να κοιτάξει πίσω του.

 Τίποτα δεν τον κρατούσε στους εσωτερικούς τοίχους του σπιτιού του. Πήρε το δρόμο προς το στάβλο. Βάδιζε σαν χαμένος με το πρόσωπο συσπασμένο από την αγωνία και τη συγκίνηση. Οι άνθρωποι του σπιτιού έμεναν με την απορία ζωγραφισμένη στο πρόσωπο καθώς τον είδαν να έρχεται προς το άλογό του. Τον πλησίασε ο υπηρέτης του στάβλου.

“Άμα με ζητήσει ο πατέρας μου πες του πως πάω να φορτώσω τα πράγματά μου”, πρόλαβε να τού πει. Σε λίγο κάλπαζε με το άλογό του προς τα τείχη της πόλης. Κοντά στης Δίρκης την πηγή.

 

Στο δρόμο οι σκέψεις του έβγαιναν από το στόμα του δυνατά μονολογώντας με τον εαυτό του. Λες και κουβέντιαζε με τον άνεμο. Σύντομα τραβήχτηκε έξω από τα σπίτια. Ο κόσμος ήταν κλεισμένος μέσα στο φόβο του πολέμου. Κατά διαστήματα συναντούσε λόχους στρατιωτών και ιππέων είτε να αναπαύονται είτε να περιπολούν.

“Αγαπημένη μου πόλη… Θήβα μου μονάκριβη… στράτες των παιδικών μου χρόνων… κρήνες του πρώτου δρόσου μου ανάσες… εδώ που περπάτησα… οι ναοί που τίμησα… τα φτεροκοπήματα της καρδιάς που πρώτα ένιωσα σε κάθε σου μονοπάτι. Πού να πάω πατρίδα μου; Πού να σ΄ αφήσω; Εγώ να γίνω του χαμού σου η χαμένη ευκαιρία; Εγώ να σε προδώσω για να γλιτώσω τη ζωή μου; Και όλοι ετούτοι που ήρθαν εδώ από άλλες πόλεις κι άλλη γη. Εχθροί και δικοί. Για να υπερασπίσουν το δικό τους δίκιο. Γιατί δεν φεύγουν; Γιατί έμειναν να ποτίσουν με το αίμα της νιότης τους, την ιδέα που θεωρούν σωστή; Κι αν φύγω στα κρυφά πώς θα μπορέσω ύστερα να μάθω το πάρσιμο της πόλης.”

Γεμάτος συγκίνηση και με δάκρια να έχουν γεμίσει τα νεανικά του μάγουλα έτρεχε, έτρεχε ολόγυρα. Σε έναν μακρύ αποχαιρετισμό της δικής του γης. Και το άλογό του κάλπαζε ενώ το βλέμμα του θολό γύρευε απαντήσεις, μάταια, απεγνωσμένα.

 “Άρη στρατηλάτη του Ολύμπου. Άρη, της γης μας άρχοντα. Συ που γαμπρό στη κόρη σου έδωσες τον Κάδμο τον γενάρχη μας… Εγώ πρέπει να είμαι αυτός που θα εξαγνίσω την οργή σου λοιπόν; Της δικής μου νιότης η σφαγή θα απαλύνει τους βόγκους της γης στου δράκοντα γιου σου τις οιμωγές; Ας είναι λοιπόν! Για να σώσω την πόλη μας ας φύγω εγώ… Πατέρα! Συγχώρα μου το ψέμα που σου είπα! Θα καταλάβεις και θα συμφωνήσεις με την επιλογή μου. Ελπίζω να σε κάνω περήφανο όπως πρέπει…”

 Ο ήλιος πια είχε γύρει προς το γέρμα του στη Δύση. Τα χρώματα του ουρανού είχαν γλυκάνει. Και το κόκκινο είχε απλωθεί σε ολάκερο τον ορίζοντα όπως κάνει κάθε βράδυ πριν αποχαιρετίσει το άρμα του ήλιου στο φεύγα της μέρας. Ο Μενοικέας βρέθηκε με το άλογό του κοντά στης Δίρκης την πηγή. Απόλυτη γαλήνη απλώνονταν ολόγυρά του. Κατέβηκε απ το άλογό του. Συγκινημένος το χάιδεψε στη χαίτη, το φίλησε απαλά και το έδεσε στην άκρη. Άρχισε να περπατά. Έφτασε σε ένα μέρος που είχε ένα μεγάλο βαθούλωμα στη γη.

“Εδώ λοιπόν!” είπε.

“Άρη!’ φώναξε με δύναμη υψώνοντας τα δυό του χέρια στον ουρανό.

“Κοίταξέ με στρατηλάτη!”

Μια παράξενη αντάρα άρχισε να κυκλώνει ολόγυρα το μέρος. Ένας ξαφνικός αγέρας άρχισε να ανανταριάζει τη γη και να λυγάει τα κλαδιά των δέντρων.

“Εδώ είμαι πιστός και έτοιμος να εκτελέσω την επιθυμία σου!” φώναξε ο Μενοικέας συγκινημένος μέσα σε έκσταση. Ο ουρανός τοπικά επάνω του άρχισε να μαυρίζει απότομα. Σύννεφα και αστραπόβροντα άρχισαν να αυλακώνουν τον ορίζοντα. Ο νεαρός Μενοικέας τράβηξε το ασημένιο εγχειρίδιο από τη ζώνη του κρατώντας το ψηλά μπροστά στο στήθος του.

“Πάρε με λοιπόν! Το δικό μου αίμα ας γίνει της Θήβας λύτρωση!”

 Ήταν τα τελευταία του λόγια καθώς το χέρι του με δύναμη κάρφωσε το μαχαίρι στο μέρος της καρδιάς. Οι σταγόνες από το αίμα του κύλησαν στη γη μαζί με το άψυχο κορμί του που λίγο σπάραξε μέχρι που έμεινε ακίνητο για πάντα με τα μάτια παγωμένα προς τον ουρανό. Την ίδια στιγμή απανωτές αστραπές και βοή σκέπασε τη γη επάνω απ την πόλη ενώ το μέρος στο βαθούλωμα της γης κλονίστηκε συθέμελα. Το αίμα που κύλησε στη γη την έκανε σε εκείνο το σημείο να γίνεται άμμος, σκόνη. Και να ποτίζει την τρύπα που ανοίχτηκε δίπλα στο νεκρό σώμα του Μενοικέα. Κάτι σαν απόκοσμος βρυχηθμός ακούστηκε από τα έγκατα της γης, κάτι σαν να φτεροκοπά.

 Την ίδια στιγμή στο σπίτι του Κρέοντα ο ίδιος από ώρα γύρευε απελπισμένα το γιο του από ψηλά στο αίθριο καρτερώντας τον να φανεί.

“Γιε μου!” φώναξε, χωρίς να ξέρει γιατί, στο θέαμα του αστραπόβροντου προς τη μεριά της Δίρκης.

“Ο χρησμός!” φώναξε επίσης την ίδια στιγμή και ο Τειρεσίας στο δικό του ιερό σαν άκουσε την αντάρα της γης και του ουρανού. Το άλογο του Μενοικέα σηκώθηκε χλιμιντρίζοντας στα δυό του πόδια τρομαγμένο τραβώντας και σπάζοντας το κλαδί που έστεκε δεμένο. Με καλπασμό πήρε τρομαγμένο το δρόμο της επιστροφής για τον γνώριμό του στάβλο.

“Γιε μου!” κραύγασε με αγωνία ξανά ο πατέρας του , “Πού είσαι;”

“Όλα τώρα πια δείχνουν τα σημάδια!” ψέλλισε την ίδια στιγμή ο Αμφιάραος πολλά στάδια μακρύτερα, στων Δαναών το στρατόπεδο με την καρδιά του να χτυπά γοργά και δυνατά.

“Κανείς τώρα πια δεν μπορεί να εμποδίσει αυτό που όρισαν οι Μοίρες και οι χρησμοί των Θεών…” συμπλήρωσε με νόημα.

 Ο Κρέων έκανε σαν θηρίο στο κλουβί του. Ανήμπορος να κάνει κάτι ένιωθε τον τρόμο και την αγωνία να τον κυριεύει. Ο γιος του δεν είχε έρθει να τον αποχαιρετίσει σε αντίθεση με τη μάνα του. Έμαθε από τους υπηρέτες ότι είχε πάρει το άλογό του και έφυγε αναστατωμένος. Τώρα… ήρθε και το αστραπόβροντο αυτό με το παράξενο σκοτάδι στον ουρανό προς τη μεριά της Δίρκης τον έκανε να τρέμει.

 “Το άλογο του Μενοικέα! Έρχεται μόνο του!” άκουσε φωνές από τους ανθρώπους του στάβλου. Άκουσε τον καλπασμό από το κατάλευκο άτι του γιου του και το είδε από πάνω να μπαίνει τρομαγμένο μέσα στους στάβλους.

“Τειρεσία ο χρησμός σου!” ψιθύρισε μέσα απ τα δόντια του. Κατέβηκε με όση ταχύτητα είχε από το αίθριο βγαίνοντας στην αυλή. Τον ακολούθησε και η γυναίκα του η Ευρυδίκη.

“Που είναι τα πράγματά του;” ρώτησε τον σταβλάρχη.

“Άρχοντά μου έφυγε χωρίς να πάρει τίποτα” απάντησε τρομαγμένος εκείνος.

Ο Κρέων άρχισε να καταλαβαίνει.

“Τι συμβαίνει με το παιδί μας;” τον ρώτησε, σχεδόν τραβώντας τον απ τον χιτώνα η γυναίκα του. Εκείνος την κοίταζε χωρίς να μπορεί κάτι να της πει.

“Μίλα! Τι έγινε το παιδί μας; Πού είναι;” φώναζε σπαρακτικά.

Ο Κρέων έμοιαζε να μην βρίσκεται σε αυτόν τον κόσμο. Από το βάθος του δρόμου ακούστηκαν καλπασμοί και φωνές. Καβαλάρηδες στρατιώτες έφταναν από τα κάτω στενά.

“Δία κύρη μας βοήθησέ μας!” έπνιξε μια ικεσία μέσα του.

Είδε έναν νεαρό άντρα να τρέχει πανικόβλητος προς το σπίτι τους. Κουνούσε χέρια και πόδια και φώναζε. Ο Κρέων με την Ευρυδίκη ζύγωσαν προς την αυλή. Σε λίγο ο άντρας εκείνος έφτασε στον περίβολο ουρλιάζοντας. Ήταν ένας από τους υπηρέτες τους.

“Άρχοντά μου! Άρχοντά μου!” κραύγασε μόλις τους είδε να στέκονται αποσβολωμένοι κοντά στην είσοδο. Έκοψε την τρεχάλα του προσπαθώντας να βρει την ανάσα του.

“Τι συμβαίνει λοιπόν; Θα μας πεις;” κατάφερε να του μιλήσει αυστηρά αλλά με τη φωνή του μόλις να βγαίνει απ’ τα πνευμόνια του. Σχεδόν ήξερε τι επρόκειτο να ακούσει.

 Ο άντρας έπεσε κατά γης μπροστά του.

“Ο γιος σου άρχοντά μου….”

“Τι έγινε με το γιο μου; Μίλα!” τού φώναξε πιάνοντάς τον από τον χιτώνα τραβώντας τον. Εκείνη τη στιγμή μια πομπή από τέσσερις καβαλάρηδες στρατιώτες έφτασαν έξω. Κατέβηκαν από τα άλογά τους. Ο Κρέων μπόρεσε με την άκρη του ματιού του να δει ότι σε ένα πέμπτο άλογο ήταν φορτωμένο ένα ανθρώπινο σώμα. Τα πρόσωπα των στρατιωτών φορούσαν μια μάσκα τρόμου και πένθους. Κάποιοι προσπαθούσαν να κατεβάσουν το σώμα από το άλογο.

“Παιδί μου!” έσκισε το ουρλιαχτό της Ευρυδίκης το σκοτάδι της νύχτας που είχε ήδη πέσει. Πριν προλάβει κάποιος να την κρατήσει όρμηξε στο άλογο. Ο Κρέων ένιωθε να ζει ένα εφιάλτη. Ένας στρατιώτης κρατούσε στα χέρια του νεκρό έναν νεαρό άντρα, πίσω του σιωπηροί ακολουθούσαν οι άλλοι. Η Ευρυδίκη προσπαθούσε να αγγίξει το χλωμό πρόσωπο του νεκρού της γιου. Ο Κρέων είδε τον Μενοικέα να φτάνει νεκρός στα χέρια των στρατιωτών που τον ακούμπησαν στο πλάτωμα της αυλής. Όλα έμοιαζαν παράλογα.

“Παιδί μου! Το έκανες λοιπόν; Πώς μπόρεσες; Πώς άντεξες μόνος σου γιε μου; Σε ποια κραυγή θυσίασες τη νιότη σου Μενοικέα;”

Η γυναίκα του, η Ευρυδίκη τον κοίταξε με ένα βλέμμα γεμάτο μίσος:

«Τι κάνατε στο παιδί μου, καταραμένοι!» ούρλιαξε ορμώντας στον Κρέοντα. Τα χέρια της χτυπούσαν το κορμί του με όση δύναμη είχε συνεχίζοντας να φωνάζει:

«Καταραμένος να είναι ο πόλεμός σας και εσείς όλοι! Μαύρος θάνατος του Άδη να σας τυλίξει στα βάθη της γης του. Τι κάνατε στο παιδί μου; Ποιος τον έσπρωξε στο θάνατο;»

Δεν υπήρχε απάντηση στις κραυγές της. Ο Κρέων δεν έκανε καν προσπάθεια να γλιτώσει από τα χτυπήματά της. Μόνο τα δάκρυά του ένιωθε να καίνει στα μάγουλά του μαζί με τα χαστούκια της Ευρυδίκης.

Έπεσαν μετά και οι δύο αλλόφρονες πάνω στο άψυχο σώμα του παιδιού τους κλαίγοντας γοερά. Ο Κρέων πήρε μια μεγάλη ανάσα, σήκωσε τα χέρια ψηλά και με όση δύναμη έμενε πια μέσα του κραύγασε:

“Πολυνείκη γιε του Οιδίποδα! Καταραμένος να είσαι για τον ερχομό σου εδώ, στη γη σου εισβολέας και πολιορκητής. Καταραμένος να ‘σαι από το αίμα του παιδιού μου. Μέρα μαύρη και θάνατος πικρός να σε προσμένει στα τείχη της πόλης! Τώρα είμαι βέβαιος! Το αίμα του γιου μου θα πέσει στων Δαναών τα κεφάλια. Καταραμένοι! Ελάτε λοιπόν! Ελάτε! Και να είστε σίγουροι ότι τα κουφάρια σας, σφαγμένα, θα τα φάνε τα όρνια στον κάμπο. Δεν θα υπάρξει κόκκος αυτής της γης να σκεπάσει τα κομμάτια σας.”

Αυτό το τελευταίο το είπε με σπαραγμό έχοντας βγάλει από μέσα του όλη την ικμάδα της ψυχής του.

 Ο Μενοικέας τάφηκε κάτω από δύο μεγάλα πλατάνια αντίκρυ από τις Νήιστες πύλες της Θήβας. Η είδηση του θανάτου του, βύθισε στο πένθος τους απλούς ανθρώπους, όσους κατάφεραν να το μάθουν. Σε κάποιους άλλους προκάλεσαν ανάμικτα συναισθήματα. Ο λόγος του θανάτου του δεν έμεινε κρυφός στον Ετεοκλή. Η αντίδρασή του ήταν σαν να τον έκοψε στα δύο. Από τη μια ο τραγικός θάνατος του νεαρού ξαδέλφου του, τού προκαλούσε αφόρητο πόνο και θλίψη. Απ την άλλη ο χρησμός μίλαγε πια για νίκη των Θηβαίων και σωτηρία της πόλης. Και αυτό ήταν ο σκοπός του. Δεν θα αργούσε πολύ η ώρα που θα έβλεπαν όλοι αν ο πόλεμος θα είχε αυτήν την κατάληξη. Η ώρα για τη μεγάλη μάχη είχε ήδη φτάσει.

3.6  Η μάχη στα τείχη

 

Ο ερχομός της νύχτας βρήκε τους στρατηγούς των Αργείων και των συμμάχων τους να έχουν πάρει τις αποφάσεις τους. Το ξημέρωμα που ζύγωνε θα σήμαινε και τη μεγάλη επίθεση. Αυτή τη φορά στα τείχη και στις πύλες της Θήβας. Όλοι είχαν πάρει τις οδηγίες τους και είχαν συμφωνήσει στο σχέδιο της επίθεσης. Η απουσία του Τυδέα από κοντά τους ήταν κάτι παραπάνω από αισθητή. Ο θάνατός του, τούς είχε πεισμώσει. Έμεναν πια μαζί με τον Άδραστο, επτά πολέμαρχοι που θα σήκωναν το βάρος. Με τον καθένα απέναντι σε κάθε πύλη. Και συνδυασμένη επίθεση με όλα τα μέσα. Ιππικό, άρματα, σκάλες και το πεζικό.

 

Ο Πολυνείκης πριν να αποσυρθεί στη σκηνή του πέρασε έξω από αυτήν του Αμφιάραου. Ο μάντης καθόταν σκεπτικός στη φωτιά έξω απ αυτήν. Κοντοστάθηκε λίγο μπροστά του. Εκείνος σήκωσε το βλέμμα του και τον κοίταξε. Τα λόγια του ακούστηκαν απόμακρα.

“Έμαθες για το γιο του θείου σου;” τον ρώτησε.

“Λες για τον Μενοικέα;” απάντησε ο Πολυνείκης.

“Ξαδέλφια μακρινά είστε”

Ο Πολυνείκης ήρθε και έκατσε κοντά στον Αμφιάραο αντίκρυ στη φωτιά.

“Έμαθα ναι. Πως έγινε ξέρεις;”

Ο Αμφιάραος τον κοίταξε:

“Οι κήρυκες λένε ότι έβαλε τέλος στη ζωή του με το χέρι του. Στης Δίρκης τα νερά κοντά. Στου δράκοντα του Άρη το κοίλωμα. Το ξέρεις;”

“Ποιος δεν ξέρει για το μέρος που ο ιδρυτής της πόλης μου, ο Κάδμος σκότωσε με τη βοήθεια της Αθηνάς το φριχτό δράκοντα του Θεού. Αλλά γιατί;”

Ο Αμφιάραος ήπιε λίγο κρασί από ένα χάλκινο ποτήρι που είχε δίπλα του. Έδωσε και σ’ εκείνον ένα που το πήρε.

“Χρησμό μεγάλο έδωσε ο Τειρεσίας στους άρχοντες της Θήβας. Το αίμα του Μενοικέα θα δώσει λύτρωση στην πόλη και νίκη στα όπλα τους”

Ο Πολυνείκης αντέδρασε έντονα:

“Χρησμοί και πάλι χρησμοί! Μαντείες, προσδοκίες, σφάγια, οιωνοσκοπίες. Η Αθηνά γλίτωσε τον Τυδέα όπως μού ΄λεγε όταν τον στείλαμε για πρεσβείες την πρώτη φορά. Όμως τώρα κείται νεκρός! Χρησμοί αντιφατικοί μεταξύ τους, που ο ένας αναιρεί τον άλλο. Ποιον να κρατήσουμε και ποιον να αφήσουμε. Εκεί απέναντι στέκεται ένας επίορκος, αυτός είναι που παίζει με τη φωτιά του πολέμου…”

“Είναι αδελφός σου…”

“Ναι και τον τίμησα όπως τού έπρεπε. Τώρα όμως είναι η ώρα να λογοδοτήσει...”

Ο Αμφιάραος δεν απάντησε. Ο Πολυνείκης σηκώθηκε.

“Πάω στη σκηνή μου, μας χρειάζεται λίγη ξεκούραση. Αύριο τα χέρια μας δεν πρέπει να τρέμουν για να βαστάνε τις ασπίδες και τα σπαθιά σταθερά. Χαίρε Μάντη”

 

Άδειασε το ποτήρι με το κρασί στο στόμα του, το άφησε μπροστά εκεί στην πέτρα και έφυγε για τη σκηνή του με βιαστικά βήματα. Ο Αμφιάραος ακούμπησε το βλέμμα του στις σπίθες της φωτιάς. Η σκέψη του ταξίδευε πίσω στα παιδιά του, τον Αλκμαίωνα και τον Αμφίλοχο. Τα έβλεπε ανάμεσα στα μάτια του και στις φλόγες της φωτιάς μπροστά του. Σαν άνεμος περνούσε στα μάτια του ολάκερη η ζωή τους. Από τότε που είδαν το φως της ζωής ως την ώρα που τα κρατούσε σφιχτά στην αγκαλιά του σαν έφευγε από το Άργος. Και ύστερα έβλεπε πάλι την ίδια εικόνα με τον εφιάλτη του. Τον ίδιο να τρέχει μανιασμένος και πίσω του μια σκιά να τον καταδιώκει. Μέχρι που ξαφνικά άνοιξε η γη μπρος στα πόδια του και ύστερα τίποτα! Το απόλυτο σκοτάδι.

 

Ματωμένο ξημέρωμα

 Οι σάλπιγγες της παράταξης έσπασαν ανατριχιαστικά τη σιωπή στις πρώτες ώρες της καινούργιας μέρας. Ο κάμπος έξω απ τη Θήβα άρχισε πάλι να σειέται συθέμελα. Χιλιάδες στρατιώτες, άρματα, καβαλάρηδες έπαιρναν τις θέσεις τους συνταγμένοι σε λόχους και φάλαγγες. Μπροστά οι πεζοί και στα πλάγια οι καβαλάρηδες. Οι λευκές ασπίδες του στρατού έφτιαξαν ένα κάτασπρο χάλκινο χαλί που σκέπασε τον κάμπο. Τα άρματα μπήκαν στις θέσεις τους μπροστά μαζί με εκείνους που κουβαλούσαν σκάλες για να ανέβουν στα τείχη.

 Απέναντί τους καθώς έφευγε και το τελευταίο σκοτάδι της νύχτας κρατούσαν ακόμα οι φωτιές από τους αναμμένους δαυλούς στα τείχη και τους πύργους της Θήβας. Και οι δικές τους σάλπιγγες άρχισαν να στέλνουν τα ηχητικά μηνύματα για τον συναγερμό. Οι επάλξεις γέμισαν με τοξότες ενώ το δικό τους πεζικό παρατάχτηκε πίσω από τις πύλες μαζί με τους καβαλάρηδες. Ο Ετεοκλής βαστούσε τον πιο ψηλό πύργο πάνω στα τείχη. Οι δικοί του πολέμαρχοι ήταν σκορπισμένοι στους λόχους τους έτοιμοι για τις διαταγές τους.

 Το σκοτάδι της νύχτας είχε πλέον αφήσει τη θέση του στο φως της μέρας. Ένας λαμπερός ήλιος καλημέρισε τον ουρανό χαρίζοντας στη γη τα πρώτα του χάδια. Για πόσους άραγε από τους ανθρώπους αυτούς, τούτη θα ήταν η τελευταία τους ανατολή. Η φρίκη του πολέμου, για μια ακόμα φορά, θα έκανε αισθητή την παρουσία της.

 Το γενικό πρόσταγμα της εκκίνησης δόθηκε από τον Άδραστο. Οι λόχοι και οι φάλαγγες ξεκίνησαν με τακτικό βάδισμα. Το ίδιο και το Ιππικό από τα πλάγια. Το ένα μετά το άλλο τα στάδια που τους χώριζαν από τα μεγάλα τείχη μίκραιναν. Οι σφυγμοί στις καρδιές όλων άρχισαν να ανεβαίνουν. Ο Ετεοκλής έδωσε διαταγή στους τοξότες να οπλίσουν και να περιμένουν τις εχθρικές φάλαγγες σε απόσταση βολής. Τα στάδια μίκραιναν και τα τείχη μεγάλωναν μπρος στα μάτια των επιτιθέμενων. Ώσπου έφτασαν σε μια απόσταση βολής. Ο Άδραστος έδωσε το σύνθημα και οι τοξότες των Αργείων έριξαν τις πρώτες βολές προς τα τείχη της Θήβας. Ο ουρανός γέμισε χάλκινες κοφτερές σαΐτες που έπεσαν με θανάσιμη ορμή πάνω στα τείχη. Οι Θηβαίοι καλά καλυμμένοι κάτω από τις μεγάλες πέτρες και τους πύργους είχαν πολύ μικρές απώλειες. Ακολούθησαν μερικές ακόμα βολές από τους Αργείους τοξότες που δεν είχαν ουσιαστικό αποτέλεσμα καθώς η ζημιά που προκαλούσαν ήταν μικρή. Το μόνο που κατάφεραν ήταν να δώσουν κάλυψη στο πεζικό να πάρει ακόμα μέτρα προς τα τείχη και τις πύλες. Ο Ετεοκλής περίμενε να πλησιάσουν κοντύτερα.

 Και αυτό έγινε! Το πεζικό των Αργείων πήρε ξάφνου μια ανάσα στάσης. Ύστερα οι σάλπιγγες ήρθαν να ηχήσουν στο σύνθημα της γενικής επίθεσης. Πρώτα έφυγαν τα άρματα με ορμή και ύστερα το πεζικό αλαλάζοντας κραδαίνοντας σκάλες, δόρατα, ασπίδες και άλλα πολιορκητικά μέσα. Ήταν η στιγμή που ο Ετεοκλής έδωσε το σύνθημα και οι τοξότες άρχισαν να ρίχνουν τα πύρινα βέλη τους. Ο ουρανός γέμισε θάνατο. Τα βέλη άρχισαν να θερίζουν τους πεζούς του Άργους και οι πρώτες γραμμές χάθηκαν στις πρώτες βολές αύτανδρες. Η πρώτη επίθεση οδηγήθηκε σε τραγική αποτυχία και το πρώτο κύμα αναγκάστηκε να οπισθοχωρήσει πίσω σε γραμμή άμυνας. Ο κάμπος είχε ανταριάσει για τα καλά. Αλλεπάλληλα τα κύματα της επίθεσης προκαλώντας πάταγο, με οιμωγές και κραυγές. Τιτάνιες οι προσπάθειες των επιτιθεμένων να φτάσουν στις πύλες πράγμα που, στο τέλος, κατάφεραν και εκεί άρχισε η πολιορκία τους και η προσπάθεια της παραβίασής τους. Τα ψηλά τείχη της Θήβας όμως βαστούσαν κραταιά και έχοντας το πλεονέκτημα ύψους οι τοξότες σκορπούσαν το θάνατο στους Αργείους.

 Στις Νήιστες πύλες έφτασε πρώτος από όλους ο Παρθενοπαίος, καταφέρνοντας με θανάσιμη προσπάθεια να ξεπεράσει τη γραμμή άμυνας των Θηβαίων. Ο Αμφιάραος χτυπούσε στου Προίτου τις πύλες ενώ ο Ιππομέδοντας  στόχο είχε τις πύλες του Ωγύγου. Ο Άδραστος προσπαθούσε να οδηγήσει τις δυνάμεις τους στα τείχη ενώ ο Καπανέας είχε ήδη ζυγώσει την πύλη της Ηλέκτρας την οποία και απειλούσε συθέμελα με την ορμή του. Η μάχη είχε πάρει χαρακτήρα γενικής σύγκρουσης. Δόρατα, βέλη, πέτρες, σκάλες, άρματα. Σώματα πάνω στα σώματα. Άλλοι πληγωμένοι σφάδαζαν άλλοι νεκροί πότιζαν με το αίμα τους τη γη. Πολλοί ήταν και οι Θηβαίοι που γκρεμίζονταν από τα τείχη πέφτοντας νεκροί από τις σαΐτες των Αργείων. Ο θάνατος είχε στήσει χορό βουτηγμένο στο αίμα. Ήταν φανερό όμως ότι οι απώλειες των επιτιθεμένων δεν θα ήταν σε λίγο διαχειρίσιμες.

 Για μια στιγμή ο Παρθενοπαίος με το λόχο του είχε προκαλέσει ένα μεγάλο άνοιγμα στην πύλη και ήδη απειλούσε να είναι ο πρώτος που θα μπει μέσα. Ο κίνδυνος ήταν μεγάλος. Ο Ετεοκλής που διηύθυνε τη μάχη από ψηλά είδε με τα μάτια του την κατάσταση και έστειλε από εκεί ακόμα περισσότερους πεζούς. Τότε ο Περικλύμενος, ο γιος του Ποσειδώνα εντόπισε τον Παρθενοπαίο από ψηλά.[1] Ένας μεγάλος φονικός βράχος έφυγε από τα τεράστια χέρια του για να πέσει πάνω στην ομάδα του  γιου της Αταλάντης. Ο θάνατος του Παρθενοπαίου ήταν τραγικός και ακαριαίος. Και σοκάρισε και τους δικούς του καθώς έχασαν τον αρχηγό τους ενώ οι Θηβαίοι πανηγύριζαν ψηλά στα τείχη αλλά και μπροστά στην πύλη.

 Τότε ο Ετεοκλής σήμανε σε μια μεγάλη δύναμη από πεζούς και ιππικό να βγουν από τις Νήιστες πύλες και να πλευροκοπήσουν τους Αργείους. Πράγμα που έγινε προκαλώντας σύγχυση και πανικό σε εκείνη την πλευρά. Ο Άδραστος βλέποντας τον άμεσο κίνδυνο έδωσε σήμα να κινηθεί και το δικό τους Ιππικό πάνω σε αυτό των Θηβαίων που βγήκαν από τα τείχη. Ο Καπανέας με το λόχο του  προκαλούσε τον θάνατο και τον τρόμο στους αντιπάλους του. Ανατρέποντας κάθε αντίσταση έφτασε κάτω από τα τείχη και στα χέρια κραδαίνοντας σκάλα μεγάλη άρχισε, κραυγάζοντας και με μάτι που γυάλιζε, να ανεβαίνει πάνω στα τείχη με δεκάδες δικούς του. Ήταν τέτοια η ορμή του που σαν πάτησε πάνω στις επάλξεις πια, οι Θηβαίοι ταράχτηκαν πολύ. Ο γιος του Ιππονόου, έγινε φόβος και τρόμος για τους αντιπάλους του. Ένας μετά τον άλλο όσοι έτρεξαν να τον αντιμετωπίσουν έπεφταν νεκροί από τα χτυπήματα του σπαθιού του. Πίσω του στο μεταξύ είχαν αρχίσει να ανεβαίνουν δεκάδες Αργείοι. Τα ψηλά τείχη της Θήβας έδειχναν να πατιούνται.

 Τότε ο Καπανέας, παρά το αίμα που έτρεχε από κάποιες πληγές του, έβαλε το σπαθί του στο θηκάρι του και άρπαξε έναν αναμμένο δαυλό που είχαν εγκαταλείψει οι τοξότες στα τείχη. Με φωνή βροντερή πάγωσε το αίμα των αμυνομένων.

“Αργείοι! Πίσω μου όλοι! Εγώ θα κάψω συθέμελα την πόλη της Θήβας! Δεν υπάρχει κανείς να με σταματήσει” ούρλιαξε σε κατάσταση παροξυσμού παρασύροντας τα πάντα στο βήμα του. Οι Θηβαίοι έφευγαν από κοντά του είτε νεκροί είτε πανικόβλητοι υποχωρούντες.  Τότε… άξαφνα, χωρίστηκε στα δύο ο ουρανός. Και ένα τρομερό αστραπόβροντο έπεσε πάνω στον πολέμαρχο. Η γης σείστηκε εκεί γύρω, η αστραπή με την φονική φωτιά της διέλυσε τον Καπανέα σε άπειρα κομμάτια και καθώς τα μέλη του έπεφταν στη γη, οι Θηβαίοι κατάλαβαν ότι ο Δίας δεν θα άφηνε ποτέ την αγαπημένη του πόλη να καεί.

 Το σοκ για το στρατόπεδο των Αργείων ήταν τεράστιο καθώς οι περισσότεροι εκεί είδαν το φριχτό θέαμα με τον γίγαντα Καπανέα να γκρεμίζεται κομματιασμένος από τα τείχη στη γη. Ακολούθησε πανικός και τότε ο Άδραστος έκανε τη μοιραία κίνηση εκείνης της επίθεσης. Έδωσε εντολή να σαλπίσουν υποχώρηση. Και ενώ οι Αργείοι είχαν ήδη αρχίσει να πατάνε στα τείχη και να παραβιάζουν κάποιες πύλες, σάστισαν στην αρχή. Ο Ετεοκλής σήμανε γενική αντεπίθεση και όλο το πεζικό της Θήβας με τους καβαλάρηδες και τα άρματα ξεχύθηκαν πάνω στους Αργείους που προσπαθούσαν να συντονιστούν. Άλλα τμήματα έδιναν μάχη για να μπουν μέσα στην πόλη και να ανέβουν στα τείχη και άλλα υποχωρούσαν προς τα πίσω.

 Στην σύγχυση αυτή έπεσε και ο Ετέοκλος, ο γιος του Ίφη, βασιλιάς του Ορχομενού. Περικυκλωμένος από Θηβαίους πεζούς έδωσε τρομερή μάχη αλλά δεν τα κατάφερε. Και ήταν πολλά αυτά τα θανάσιμα χτυπήματα που δέχτηκε μέχρι που ο Θηβαίος Λεάδης ήταν αυτός που τον έστειλε οριστικά να πέσει και αυτός νεκρός στο χώμα.[2]

 Οι Αργείοι υποχώρησαν με μεγάλες ακόμα απώλειες αλλά συνάχτηκαν γρήγορα λίγο πιο πίσω σε νέα γραμμή επίθεσης. Είχαν βέβαια χάσει ακόμα τρεις στρατηγούς τους αλλά τίποτα πια δεν προδίκαζε ακόμα την τύχη της μάχης. Το ίδιο έκαναν και οι Θηβαίοι. Οι καβαλάρηδες χωρίστηκαν από τη φονική αμάχη τους και οι δύο στρατοί έδειχναν πάλι ο ένας απέναντι στον άλλο έτοιμοι για έναν νέο φονικό γύρο. Κανείς τους, μέσα στης μάχης τη φωτιά, δεν μπορούσε να καταλάβει πόσος χρόνος είχε περάσει από την αρχή της επίθεσης. Και ήταν πολύς γιατί ο ήλιος είχε σταθεί για τα καλά ψηλά στον ουρανό.



[1]     Ο Περικλύμενος αναφέρεται ως εκείνος που σκότωσε τον Παρθενοπαίο στις “Φοίνισσες” του Ευρυπίδη. Στα ταξιδιωτικά του Παυσανία, στα “Βοιωτικά” αναφέρεται ότι οι Θηβαίοι ονόμαζαν τον Ασφόδικο τον άνθρωπο που σκότωσε τον Παρθενοπαίο. Ο Απολλόδωρος (Άπαντα 2), αναφέρει ως Αμφίδικο τον άνθρωπο που τον σκότωσε.

[2]     Απολλόδωρου “Άπαντα 2”, αναφορά στην τελική μάχη στη Θήβα.


Συνεχίζεται...

ΕΤΥΜΟΛΟΓΙΑ ΟΝΟΜΑΤΩΝ

Μενοικέας:  "μένω" + "οίκος" Αυτός που μένει να υπερασπιστεί το σπιτικό του, τον οίκο του.

Μαντώ: στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει "Μάντισσα"




16 σχόλια:

  1. Αστόχαστα τα πνεύματα επικαλούνται των θεών το έλεος. καθένας απ’ την πλευρά του φρονεί πως ήρθε της πληρωμής η ώρα, η ώρα της οργής. Σκληρός ο χρησμός κι η τιμωρία εκδικήτρα επι αθώων και ενόχων. Τώρα νομίζω ανοίγουν οι ασκοί του Αιόλου. Βαριά η ατμόσφαιρα πάνω απ’ τη Θήβα, μυρίζει αίμα απ’ τον αδελφοκτόνο σπαραγμό.
    Ένα ακόμη συγκλονιστικό κεφάλαιο Γιάννη γεμάτο συναισθήματα.
    Καλή συνέχεια
    Καλή Κυριακή!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Το έμπειρο ένστικτό σου και το άπλωμα της γνώσης σου, Αννίκα μου, γνωμοδοτεί σωστά. Τώρα ανοίγει ο ασκός του Αιόλου στη Θήβα. Τώρα, που η μάχη καταλάγιασε με τα φρικώδη αποτελέσματά της, έρχεται να φουσκώσει η καινούργια. Ποια άραγε θα είναι αυτή;
      Ευχαριστώ αγαπημένη μου φίλη για τη συμμετοχή σου. Να είσαι καλά.

      Διαγραφή
  2. Συγκλονιστική η στιγμή της θυσίας του Μενοικέα! Πραγματικά!
    Όπως συγκλονιστική και συγκινητική ήταν η στιγμή που η Ευρυδίκη αντίκρισε το νεκρό της γιο! Και απόλυτα κατανοητή η κατάρα της μάνας μπροστά στο χαμό του σπλάχνου της.
    Γι' αυτό και ο Κρέων δέχτηκε το θυμό της!
    Παρ' όλα αυτά, ο Κρέων με περίσσια κακία τάχθηκε κατά του Πολυνείκη και τον καταράστηκε!
    Και είμαστε πια στη καρδιά της μάχης. Μιας μάχης ματωμένης. Που όποια κατάληξη και να 'χει θα φέρει πόνο.
    Μπράβο σου Γιάννη για την εξαιρετική δουλειά που έχεις κάνει. Αναμένουμε όπως πάντα με αγωνία τα επόμενα.
    Καλό βράδυ :)

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Εκείνο που με χαροποιεί και με συγκινεί πολύ, Μαρίνα μου, είναι η ουσιαστική συμμετοχή σου στα γενόμενα της πλοκής. Το ζεις, το βιώνεις. Συμμετέχεις, καταθέτεις σκέψεις και συναισθήματα με τρόπο καθάρια ζωντανό. Ειλικρινά σε ευχαριστώ καλό μου κορίτσι. Ναι, βρισκόμαστε στην καρδιά μιας μάχης χωρίς προηγούμενο. Σε ευχαριστώ με την καρδιά μου. Καλό ξημέρωμα.

      Διαγραφή
  3. Συγκλονιστική η περιγραφή της μάχης. Δύο στρατοί με γενναίους άντρες εκατέρωθεν χύνουν το αίμα τους σε μια προδικασμένη μάχη(;) μιας και οι Θεοί μίλησαν. Θα γίνει άραγε έτσι; Για να δούμε, φίλε μου τι μας ετοιμάζεις.
    Την Καλημέρα μου!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Βασίλη μου καλησπέρα σου. Βιώνουμε τη σύγκρουση στα τείχη της Θήβας με μεγάλη ένταση. Τα αποτελέσματά της είναι καθοριστικά και επώδυνα. Μέχρι να δούμε πού θα γύρει το τελικό αποτέλεσμα και τι θα φέρει.
      Σε ευχαριστώ, αγαπητέ φίλε, για την παρουσία και τη συμμετοχή. Να είσαι καλά.

      Διαγραφή
  4. Αιματοβαμμένο κεφάλαιο, με τραγική φιγούρα αυτή της Ευριδίκης και το δίκαιο ξέσπασμά της στον Κρέοντα. Οι χρησμοί προμηνύουν τις οδυνηρές εξελίξεις.
    Καλή συνέχεια Γιάννη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Οι γυναίκες και οι μανάδες, Μαρία μου, σέρνουν το βάρος της οδύνης πάντα σε άνομες και ανίερες αποφάσεις και επιλογές. Η δική τους θυσία είναι ασήκωτη πραγματικά.
      Καλησπέρα καλή μου φίλη και σε ευχαριστώ με την καρδιά μου.

      Διαγραφή
  5. Μεγάλη θυσία έκανε το παλικάρι του Κρέοντα. Και παρότι δεν συμπαθώ τον Κρέοντα να του αναγνωρίσω ότι μεγάλωσε δυο άξιους γιους. Όσο για την τραγική φιγούρα της Ευρυδίκης τι να πω; Συγκλονίζομαι για όσα βίωσε με το χαμό του γιου της.
    Και η μάχη συνεχίζεται, περισσότερο μάχη θεών είναι παρά ανθρώπων. Εκείνοι κανονίζουν όπως βλέπουμε Για να δούμε;
    Καλό σου βράδυ

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Άννα μου ναι οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι Κρέων έβγαλε δύο εξαίρετους γιους. Τον Αίμονα και τον Μενοικέα. Αυτό είναι αλήθεια. Όσο για την Ευρυδίκη, πράγματι, σηκώνει κι αυτή το βάρος της οδύνης σαν γυναίκα που υποφέρει από άνομες αποφάσεις και πράξεις. Ευχαριστώ αγαπημένη μου φίλη για την παρουσία και το χρόνο σου. Καλό βράδυ.

      Διαγραφή
  6. Συγκλονιστικό επεισόδιο Γιάννη μου γεμάτο από την θυσία του Μενοικέα, την οδύνη της Ευρυδίκης αλλά και του Κρέοντα από χρησμούς, κατάρες και αίμα.
    Καλή συνέχεια!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Καλώς την Ελένη μας. Ευχαριστώ πολύ καλή μου φίλη για την παρουσία σου και τη συμμετοχή σου. Διακρίνω ένα πάθος στην ανάγνωση και ομολογώ με τιμάει ιδιαίτερα. Σε ευχαριστώ κορίτσι μου, να είσαι καλά.

      Διαγραφή
  7. Το κομμάτι αυτό της ιστορίας σου μαζί με την μουσική συνοδεία της Γλαύκης, μου ήταν πολύ συγκλονιστικό, αλλά και φριχτό συγχρόνως, για την ματαιότητα των πολέμων ανά τον κόσμο... πόσες ζωές άδικα!!
    Ηταν σαν να έβλεπα πολεμική ταινία μπροστα μου με όλες τις λεπτομέρειες της...λατρεμένες του δικού μου...
    Πολύ παραστατική η γραφή σου φίλε μου για μια ακόμα φορά!!
    Καλή συνέχεια να ευχηθώ... και καλο βράδυ.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Ναι, θα συμφωνήσω μαζί σου, Ρούλα μου. Η ιστορία μας κορυφώνεται και η τραγική ατμόσφαιρα του πολέμου και των επιπτώσεών του, απλώνεται παντού. Και φυσικά η θηριωδία του πολέμου, ισχύει διαχρονικά αγαπημένη μου φίλη, καθώς βλέπουμε και σήμερα.
      Σε ευχαριστώ που είσαι πάντα εδώ με το χρόνο και τη συμμετοχή σου. Την καλησπέρα μου.

      Διαγραφή
  8. Ένα τρομερό κεφάλαιο!
    Μονορούφι το πήγα...!
    Συγκλονίζει η σκηνή της φυγής και της θυσίας του Μενοικέα!
    Και πάλι εντυπωσιακή η περιγραφή της μάχης!
    (Ταιριαστή απόλυτα, τελικά, η μουσική εδώ. Μια κραυγή για όλα.)
    Μπράβο, Γιάννη!

    ΑπάντησηΔιαγραφή
    Απαντήσεις
    1. Η μουσική σου επιλογή, Γλαύκη μου, είναι μοναδική! Μοναδική σε κάθε κεφάλαιο αληθινά. Πόσο ανεβάζει την όλη αίσθηση.
      Η θυσία του Μενοικέα είναι τραγική πραγματικά. Βουλιάζουν όλα στην τραγωδία καλή μου φίλη και αναζητούμε την όποια κάθαρση. Άρα θα υπάρξει; Σε ευχαριστώ πολύ για το χρόνο και το σχόλιο, Γλαύκη μου.

      Διαγραφή