H ζωή είναι δώρο. Σαν ένα σπιτικό ηδύποτο σε ακριβό σκαλιστό ποτηράκι, γεμάτο γεύσεις

Τετάρτη 8 Φεβρουαρίου 2023

Τα δώρα της Αρμονίας (Μυθιστόρημα σε συνέχειες), 30η δομοσίευση

    


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7
















Ανάρτηση 24

Ανάρτηση 25

Ανάρτηση 26 

Ανάρτηση 27

Ανάρτηση 28

Ανάρτηση 29


Στην προηγούμενη 29η δημοσίευση: Τα γεγονότα μετά την καταστροφή των Αργείων και των συμμάχων τους, μπροστά τις πύλες της Θηβας, τρέχουν ανεξέλεγκτα και συνάμα τραγικά. Η διαταγή του βασιλιά Κρέοντα να μείνουν άταφοι οι νεκροί Αργείοι και πρωτίστως ο Πολυνείκης, έχει προκαλέσει ήδη την αντίδραση της Αντιγόνης, η οποία θάβει τον νεκρό αδελφό της και ήδη αντιμετωπίζει τη θανάσιμη οργή του βασιλιά και θείου της.

Ο Αίμων, γιος του Κρέοντα και μνηστήρας της Αντιγόνης θα βρεθεί και εκείνος, με τη σειρά του, απέναντι στις αποφάσεις του πατέρα του και μια νέα ρήξη έρχεται να βαρύνει το εσωτερικό της οικογένειας. 

Η Αντιγόνη σύρεται υπόδικη μπροστά στο βασιλιά. Η σύγκρουση μεταξύ τους γράφει ιστορία ανά τους αιώνες. Η Αντιγόνη καταρρίπτει, με τη στάση και τα επιχειρήματά της, κάθε θέση του Κρέοντα, προκαλώντας νέα ένταση στην οργή του.

Τέλος, ο Αίμων, μαθαίνοντας την απόφαση του πατέρα του για θανατική καταδίκη της μνηστής του, έρχεται μπροστά του στην ύστατη δραματική του προσπάθεια να πείσει τον πατέρα του να αναθεωρήσει την απόφασή του.


Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη

Η αγαπημένη μας φίλη, επέλεξε σήμερα για μουσικό χαλί στο κεφάλαιο, την υπέροχη μουσική του Ludovico Einaudi στο μουσικό του θέμα "Low mist var 2"




3.9.4  Μπροστά στου μάντη τις ορμήνιες

 Ο Κρέων γύρισε στα βασιλικά δώματα στο παλάτι. Η γυναίκα του η Ευρυδίκη ήταν αναστατωμένη.

“Σε περίμενα! Ανησυχώ!”

Εκείνος, με την οργή εμφανώς ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του, κοντοστάθηκε.

“Τι άλλο με περιμένει ακόμα σήμερα γυναίκα; Τι συμβαίνει;” της είπε αυστηρά.

“Ο γιος μας Κρέων, ο Αίμονας. Δεν ξέρω τι έμαθε, γύρισε σπίτι φορτωμένος οργή”

“Τι σου είπε δηλαδή;”

“Δεν κατάφερα να του πάρω λόγο. Όμως κάτι έλεγε ανάμεσα στα δόντια για την Αντιγόνη και σένα. Τι έγινε;”

Ο Κρέων ακούμπησε το κουρασμένο του κορμί σε ένα ανάκλιντρο.

“Ο γιος μας! Τυλιγμένος στα φουστάνια μιας γυναίκας. Και τι γυναίκας! Εκείνης που παίρνει το μέρος του επίορκου αδελφού της”

Προσπάθησε κάτι να του πει όμως ένας άνθρωπος της φρουράς τους διέκοψε.

“Ο Τειρεσίας γυρεύει να σε δει τώρα αμέσως βασιλιά μου”

Ο Κρέων ξαφνιάστηκε.

“Τι θέλει πάλι από μένα ο μάντης, πες του να περάσει. Άμποτε να δω πότε θα βρω λίγο ησυχία μετά από τόση ταραχή”

 Ύστερα από λίγο ο μάντης Τειρεσίας μπήκε στο δώμα με τη βοήθεια ενός νεαρού αγοριού. Στάθηκε στο μέσο χωρίς να καθίσει. Η εμφάνισή του ήταν εντυπωσιακή σαν μορφή και παρουσία.

“Τι είναι αυτό σεβαστέ μάντη που σε κάνει να με γυρέψεις με τέτοια έγνοια!” ρώτησε πρώτος ο Κρέων.

“Καλώς σε βρίσκω ελπίζω βασιλιά. Κάτι σοβαρό έχω να σου ανακοινώσω”

Ο Κρέων πήρε μια βαθιά ανάσα και με ένα μελαγχολικό ύφος απάντησε:

“Την τελευταία φορά, που γύρεψες να μου μιλήσεις για να μου αναγγείλεις κάτι γέροντα ήταν η απαίτηση να θυσιαστεί ο γιος μου ο Μενοικέας. Τι είναι λοιπόν αυτό το καινούργιο; Δεν πιστεύω πάλι να ‘ρχεσαι για κάτι ίδιο”, είπε λυπημένα.

Ο γέροντας τυφλός έκανε λίγα μικρά βήματα μέσα στο δώμα προς το μέρος του. Άνοιξε τα τρεμάμενα χέρια του. Ο Κρέων είδε σε εκείνα τα παγωμένα μάτια του πάλι κάτι που τον ανησύχησε βαθιά.

 “Βασιλιά, δεν είμαι εγώ εκείνος που ορίζει τις τύχες αλλά οι Θεοί. Εκείνων τις βουλές προσπαθώ να διαβάσω και να μεταφέρω στους ανθρώπους και το ξέρεις. Κάθε λοιπόν χρησμό που κουβαλώ είναι αυτός που αφήνουν εκείνοι να σταλεί στους θνητούς. Μην με κακολογείς λοιπόν για το θάνατο του Μενοικέα. Λυπήθηκα για αυτόν, έκλαψα και το ξέρεις. Του μάντη η θέση είναι δεινή πολλές φορές γιατί ο λόγος του δεν είναι κοντά στων ανθρώπων τις βουλές και επιθυμίες αλλά ενάντιά τους”

“Μη με κακολογείς γέροντα. Ο πόνος του πατέρα είναι αβάσταχτος. Και δεν είχα καν το χρόνο να κλάψω το γιο μου. Σ’ ακούω λοιπόν”

“Δεν έχω νέα καλά και τούτη τη φορά βασιλιά…”

Ο Κρέων γέλασε αμήχανα μάλλον ειρωνικά.

“Έχω μάθει τελευταία κακά μαντάτα να με τριγυρίζουν, Τειρεσία αλλά και πολλές επιβουλές να με τυλίγουν…  Συνέχισε λοιπόν, τι άλλο κουβαλούν οι Μοίρες στην πραμάτεια τους για την αφεντιά μου”

“Όταν οι κλαγγές των όπλων σταμάτησαν και η νίκη στεφάνωσε τα όπλα μας, όπως όφειλα, των πουλιών τα μηνύματα πήγα να δω στους βωμούς μου. Και των σφαχτών τις φωτιές να διαβάσω. Όμως μάθε πως κάτι παράξενο συμβαίνει. Η συμπεριφορά των πουλιών είναι αλλόκοτη. Το πέταγμά τους τρομαγμένο, οι φωνές του απόκοσμες και άγριες. Σαν κάτι να τα φοβίζει, σκορπούν στον αέρα, στις φωλιές τους δεν μένουν. Και οι φωτιές στα σφαχτάρια δεν στέκονται. Σβήνουν! Ότι και να κάνω, όσο κι αν προσπαθήσω οι φλόγες δεν εξαγνίσουν τα μεριά απ τα ζώα”

“Και τι ερμηνεία δίνεις σε τούτο γέροντα μάντη;”

“Βλέπω τα πουλιά που πετούν στων άθαφτων σκοτωμένων τα κουφάρια και κρώζουν Κρέοντα”

“Τι είναι αυτό που θέλεις να πεις, γιατί κάπου πάει ο νους μου και δεν μ αρέσει καθόλου”

“Τα κουφάρια των σκοτωμένων βασιλιά εμποδίζουν τις θυσίες!”

“Φτάνει! Και εσύ λοιπόν;”

“Περίμενε ν’ ακούσεις Κρέοντα. Το μένος των άθαφτων νεκρών μάς πνίγει. Και οι θεοί του Κάτω κόσμου βοούν ενάντιά μας!”

“Γιατί τάχα γέροντα; Τιμήσαμε τους νεκρούς μας κατά πως έπρεπε”

“Όχι όλους βασιλιά. Όσοι κείτονται άθαφτοι έξω στο χώμα, αγριεύουν τη γη μας. Γαλήνη ζητούν και εξαγνισμό. Και τέτοιο δεν έχουν. Αντίθετα τη μολεύουν και την ποτίζουν με την αποστροφή τους”

“Και ούτε θα έχουν Τειρεσία! Γιατί ίσως δεν ξέρεις, αυτή είναι η απόφασή μου”

“Να μείνουν άθαφτοι βορά στα όρνια;”

“Ακριβώς! Για να θυμούνται όλοι πως  των επίορκων το μένος τιμωρία θα βρίσκει”

“Μαύρες ειδήσεις μού έφεραν Κρέοντα και γυρεύω από σένα αλήθεια αν είναι”

“Φαντάζομαι τι είναι αυτές μάντη…”

“Ζωντανή έστειλες, στου Κάτω κόσμου τα σκοτάδια, την στερνοκόρη του Οιδίποδα! Αληθεύει;”

“Ναι μάντη! Εκείνη το διάλεξε με τις πράξεις της”

Ο γέροντας ταράχτηκε σύγκορμος. Σήκωσε τα χέρια του ψηλά.

“Σταμάτα το τώρα βασιλιά! Σταμάτα το μίασμα! Ταράζεται η γαία απ τις αποφάσεις σου και γροικάνε άγρια οι Ερινύες με την Εκάτη. Δώσε ταφή στους νεκρούς να φύγει το άγος και λευτέρωσε τη γυναίκα απ τα δεσμά της. Τώρα! Πριν είναι αργά!”

Ο Κρέων ύψωσε και πάλι τη φωνή του αγριεμένος ξανά.

“Και εσύ λοιπόν με κάποιους άλλους; Παίρνεις το μέρος τους; Στων εχθρών την πλευρά βαστάει ο λόγος σου;”

“Κρέοντα! Έχεις ήδη αργήσει. Στης Θήβας την πόλη η μυρωδιά των νεκρών αρχίζει να βαραίνει. Και το ουρλιαχτό απ τα αγρίμια στα αυτιά μας απλώνεται. Οι κρωγμοί των όρνιων, τον ουρανό μας σκεπάζει. Και την παρθένα κόρη, μνηστή του γιου σου, οδηγείς ζωντανή νεκρή στα σκοτάδια του Άδη. Συνετίσου πριν είναι αργά. Πριν μεγάλες συμφορές πέσουν πάλι στη γη μας. Πράξε τα ανθρώπινα να φύγει το κακό. Αλλιώς…”

“Αλλιώς τι γέροντα; Ποια απειλή και πάλι θα ξεστομίσεις αυτή τη φορά;” έκανε οργισμένος ο Κρέων. Ο Τειρεσίας άπλωσε το παγωμένο βλέμμα του ίσια εκεί που ακούστηκε η φωνή του. Γύρεψε τα μάτια του.

 “Αλλιώς μεγάλο κακό θα σε βρει. Και όλεθρος μαύρος θα πλήξει το σπίτι σου. Αυτό έχω να σου πω και σκέψου το καλά. Οι Θεοί δεν δέχονται πια από μας θυσίες και αφιερώματα. Είναι οργισμένοι. Με τα μυαλά που κουβαλάς φέρνεις στο γένος σου καταστροφή. Άλλαξε γνώμη πριν είναι αργά. Θάψε τους ξένους νεκρούς και λευτέρωσε τη μνηστή του γιου σου. Σε εξορκίζω στο όνομα του Απόλλωνα όσο είναι ώρα. Δεν είναι αντρειοσύνη να σκοτώνεις τους πεθαμένους και να τους προσβάλλεις. Αυτό που ήταν να πάθουν το έπαθαν”

“Σε ποιον απευθύνεις τέτοια λόγια, το θυμάσαι γέροντα ή παραλογίστηκες; Στο βασιλιά μιλάς και όχι σε κανέναν του δρόμου, ποιον διατάζεις;”

“Δεν διατάζω κανέναν, Κρέοντα. Και για μένα, η παρουσία σου έιναι ίση πάνω σε τούτη τη γη και στον κόσμο μας, σαν όλων τις ζωές. Δεν διαφέρει πουθενά για να την ξεχωρίσω. Έμαθα και διδάχτηκα, σεβασμό να δείχνω στ’ ανώτερα και στα θεία. Σε εκείνα, που ορίζουν οι δυνάμεις της πλάσης κι όχι τα σκήπτρα των ανθρώπων. Το λοιπόν, ότι ήταν να πω στο είπα Κρέοντα. Τρέμει η γης κάτω από τα πόδια σου και μεγάλες συμφορές κρέμονται στου σπιτιού σου την πόρτα. Προτού πάρεις και την πόλη στο λαιμό σου ξέρεις τι πρέπει να κάνεις…”

Γύρισε να φύγει, καλώντας το νεαρό αγόρι να τον σύρει έξω απ την πόρτα.

 Ο Κρέων έμεινε σαν στήλη άλατος στο μέσο του δώματος. Η Ευρυδίκη, που όλη αυτήν την ώρα δεν έβγαλε λέξη, ήρθε κοντά του και τον άδραξε απ τον ώμο. Ο βασιλιάς προσπαθούσε απ τη μιά να διαχειριστεί την οργή του που ξεχείλιζε από θυμό κι απ την άλλη να αναλογιστεί τη σημασία των λόγων του Τειρεσία καθώς τον έβλεπε να βγαίνει αργά-αργά, επιβλητική φιγούρα από το δώμα.

“Άντρα μου κάνε κάτι, έστω και την τελευταία στιγμή, πριν είναι αργά για όλους μας”

 Για πρώτη φορά  εκείνος ένιωθε να μην μπορεί να διαχειριστεί όλη αυτήν την πίεση. Για πρώτη φορά φαινόταν πολύ δύσκολα να ελέγξει την κατάσταση. Όμως οι απόψεις και οι αποφάσεις δεν άλλαζαν στο μυαλό του. Θα πορευόταν μαζί τους ως το τέλος. Είχε εμπιστοσύνη στην κρίση του.

ΜΕΡΟΣ ΤΕΤΑΡΤΟ

Στο δρόμο της Ικεσίας

Κεφάλαιο 4.1  Ικέτες στην Αθήνα

 4.1.1  Η ύστατη ελπίδα για το Άργος

 “Είναι όλα έτοιμα Ηρόδικε;” ρώτησε ο Άδραστος. Είχε καταφέρει να ανακτήσει την ψυχραιμία του. Η αποστολή που είχε μπροστά του ήταν ιερή και δεν συγχωρούσε λιγοψυχία.

“Ναι βασιλιά μου, έχουν ενημερωθεί όλοι, είναι ήδη εδώ…”

“Οι στενοί συγγενείς των αρχηγών μας; Όπως είπαμε;”

“Ναι...θα έρθει μαζί ο Ίφις…”

“Γιατί;”

“Σε αυτή τη δύσκολη ώρα θέλει να είναι δίπλα στην κόρη του την Ευάδνη, την γυναίκα του Καπανέα”

Ο βασιλιάς κούνησε το κεφάλι του.

“Οι κόρες σας θα έρθουν;” ρώτησε ο Ηρόδικος.

“Όχι. Τον Τυδέα μπορέσαμε τον θάψαμε. Ο Πολυνείκης έπεσε μαζί με τον αδελφό του. Η οικογένειά του θα έχει φροντίσει πιστεύω”

“Ποιος το περίμενε βασιλιά μου! Πριν λίγες μέρες όλα ήταν τόσο διαφορετικά, πως είχαμε ξεκινήσει τότε”

“Τίποτα δεν μένει το ίδιο στη ζωή Ηρόδικε. Όλα αλλάζουν. Ακόμα και αυτά που μοιάζουν τόσο ακλόνητα. Όταν μπαίνεις στου πολέμου τη φωτιά τότε οφείλεις να τα περιμένεις όλα”

Έπαψε. Προσπάθησε να αποδιώξει τις μαύρες σκέψεις, που πλέον τον κυρίευαν μόνιμα.

“Τα άλογα είναι έτοιμα; δεν έχουμε χρόνο. Πρέπει να φύγουμε πριν πέσει το βράδυ” γύρισε και είπε στον Ηρόδικο.

 “Πατέρα είμαι έτοιμη” γύρισε η Ευάδνη προς τον ηλικιωμένο πατέρα της τον Ίφι. Εκείνος προσπάθησε για μια τελευταία φορά να την μεταπείσει.

“Κόρη μου, σε παρακαλώ. Μήπως πρέπει να το σκεφτείς; Θα πάω εγώ. Είναι το παιδί σας πίσω, πως θα μείνει μόνο;”

“Ο Σθένελος πατέρα ωρίμασε μέσα σε λίγες μέρες. Δεν είναι πια παιδάκι. Μπαίνει στην εφηβεία του. Έμαθε. Έζησε με τον πατέρα του στιγμές, πήρε τις αρχές και τις αξίες του. Είναι πληροφορημένος για την εκστρατεία από τότε που ξεκίνησαν να την συζητούν. Άρα μην ανησυχείς. Άλλωστε θα γυρίσουμε έτσι δεν είναι;” του απάντησε με έντονη τη φόρτιση στα τελευταία της λόγια. Εκείνος δεν μίλησε.

 Όταν όλα ετοιμάστηκαν ξεκίνησαν. Διέσχισαν τους δρόμους του Άργους. Μια παράξενη πομπή. Εντελώς διαφορετική από αυτή της μάχης. Από την πανηγυρική εκείνη πομπή με την οποία οι στρατιώτες ξεκινούσαν για την εκστρατεία στη Θήβα. Μια εκστρατεία που αποδείχτηκε θανάσιμα καταστροφική για όλους. Ο Άδραστος μπροστά με δέκα άντρες από το στρατό και πίσω του γυναίκες και κάποιοι ηλικιωμένοι άντρες. Μανάδες, γυναίκες και πατεράδες. Μια νεκρική πορεία βουτηγμένη στο θρήνο αλλά και στην αγωνία. Έπρεπε να προλάβουν. Οι άνθρωποί τους, νεκροί, παγωμένοι, εκτεθειμένοι στα στοιχεία της φύσης και στα άγρια θεριά της. Η Αθήνα του βασιλιά Θησέα. Του μεγάλου αυτού ήρωα. Η ύστατη ελπίδα τους. Να προσπέσουν ικέτες για τη βοήθειά του, να ζητήσουν αυτό που η απανθρωπιά του Κρέοντα τους στερούσε.

4.1.2  Ευάδνη

 Η σκέψη της έτρεχε μαζί με την άμαξα μέσα στην οποία ήταν με άλλες γυναίκες του Άργους. Το βλέμμα της ανέκφραστο περιφέρονταν άναρχα στο βάθος του ορίζοντα. Σαν η πόλη χάθηκε από μπροστά της περιπλανήθηκε στα βουνά και στα δάση ολόγυρα. Είδε τον εαυτό της πριν δεκατρία χρόνια. Νέα και όμορφη. Στα δεκαεπτά της χρόνια. Θυμήθηκε όταν πρωτοείχε συναντήσει τον Καπανέα σε μια πηγή λίγο έξω απ την πόλη. Πόσο όμορφος ήταν, πόσο επιβλητικός. Γεμάτος φως. Το βλέμμα της δεν έλεγε να ξεκολλήσει από πάνω του σε σημείο να προκαλέσει τα γέλια και τα πειράγματα από τις άλλες φίλες της που την συνόδευαν τότε. Το πρώτο του βλέμμα! Σαν το φως του Απόλλωνα να την τύφλωνε με μιας και τα βέλη του έρωτα να την βρήκαν κατάστηθα. Χαμογέλασε. Ύστερα η σκέψη της περιπλανήθηκε λίγο καιρό μετά. Είχαν πια γνωριστεί. Είχαν βιώσει την πρώτη τους συνάντηση. Πάλι τυχαία. Εκείνη με τον πατέρα της τον Ίφι, εκείνος μόνος του με άρχοντες από την Ώλενο. Είχε χάσει τον κόσμο κάτω από τα πόδια της όταν ήρθε για πρώτη φορά κοντά της, μένοντας μαζί της, να μιλήσουν, να γελάσουν. Αχ αυτό του το γέλιο. Σαν την ροδόχρωμη αυγή. Και εκείνη η κορμοστασιά του. Ένας γίγαντας στα μάτια της, όχι από αυτούς που πήραν μέρος στην γιγαντομαχία, εκείνοι λέγανε ήταν αποκρουστικοί. Αλλά ένας γοητευτικός και αυθόρμητος γίγαντας. Το πρώτο του άγγιγμα στο χέρι της ήταν σαν ένα κύμα φωτιάς να πυροδότησε το σώμα της.

 Δεν πέρασε καιρός που ήρθε να την γυρέψει για γυναίκα του από τον Ίφι. Τον είδε να μπαίνει στο σπίτι τους με μια απαστράπτουσα ενδυμασία. Γυναίκα του! Ούτε στα πιο τρελά της όνειρα. Ο άντρας που αγαπούσε, αυτός που ξύπνησε τέτοια αισθήματα μέσα της, στην πόρτα του σπιτιού της. Ακόμα θυμάται το χαμόγελο του πατέρα της. Κάτι είχαν καταλάβει και εκείνος και η μητέρα της για τα κρυφά της αισθήματα. Και έτσι ο Καπανέας, ο γιος του Ιππόνοου και της Αστυνόμης, ανιψιός του βασιλιά του Άργους, Άδραστου, έγινε άντρας της.

 Ήταν τότε που έφυγαν για την Ώλενο.[1] Εκεί που ο αγαπημένος της έγινε ο κύρης και βασιλιάς της πόλης. Ω! Εκείνες οι όμορφες μέρες της νιότης της. Της πρώτης εκείνης εποχής. Έγινε γυναίκα στην αγκαλιά του με τη θέρμη του έρωτα που έκρυβε μέσα της για εκείνον. Και αυτός την τιμούσε όπως της έπρεπε. Βασίλισσα της καρδιάς του. Το παιδί τους ήρθε γρήγορα, ο μικρός Σθένελος. Ένα στολίδι της ζωής τους που μεγάλωσε όμορφα, ήρεμα, δημιουργικά.

 Όλα κυλούσαν καλά στη ζωή τους για δεκατρία ολάκερα χρόνια. Μέχρι που τα σύννεφα του πολέμου έφτασαν στην πόρτα τους. Ήξερε τον άντρα της. Αψύς, ατρόμητος, πιστός σε φιλίες και με την έννοια της αλληλεγγύης ριζωμένη καλά μέσα του. Μα συνάμα και ασυγκράτητος, παρορμητικός, σε σημείο πολλές φορές να τυφλώνεται και να παρασύρεται από τη έπαρση που τον διέκρινε. Όταν ο θείος του, ο Άδραστος, τον κάλεσε να τού ανακοινώσει την ανάγκη να στηρίξουν τον Πολυνείκη στην εκστρατεία του να γυρίσει ξανά δικαιωμένος στην πατρίδα του, δεν δίστασε πρώτος και καλύτερος να ενθουσιαστεί με την ιδέα και να κάνει την υπόθεση αυτή κύριο μέλημα του.

 Η Ευάδνη θυμήθηκε τη μέρα του αποχωρισμού τους. Ήταν η πρώτη φορά που χώριζαν κάτω από τέτοιες συνθήκες. Εκείνος, αγέρωχος, δεν έβλεπε την ώρα να ορμήσει στον κάμπο της Θήβας και να τα σαρώσει όλα στο διάβα του. Εκείνη όμως… Εκείνη, σαν γυναίκα, στο πίσω μέρος του μυαλού και της καρδιάς της είχε και τη φρίκη του πολέμου. Το θάνατο και την καταστροφή. Κάπως προσπάθησε να τον μεταπείσει να μην πάρει μέρος αλλά η στάση του ήταν απόλυτη. Λες και η Θήβα έστεκε εκεί να τον προκαλεί σε αναμέτρηση. Λες και οι Μοίρες είχαν κάνει τις επιλογές τους και τον καλούσαν να βαδίσει εκεί. Ένιωσε τα δυνατά του χέρια να την σφίγγουν στην αγκαλιά του σαν τους αποχαιρετούσε. Και τον έφηβο Σθένελο μετά, με την ίδια θέρμη. Δεν έδειχνε ανήσυχος. Το έβλεπε σαν πρόκληση.

 Το τελευταίο τους φιλί! Εκεί στο αίθριο του σπιτιού της. Εκείνη την αυγή, που έμελε να είναι η τελευταία που τον έσφιξε στην αγκαλιά της. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα στην ανάμνηση της στιγμής. Τον έβλεπε ξανά μπροστά της, να εδώ απέναντί της, πάνω στο κατάλευκο άτι του. Να καλπάζει στο δρόμο με τα όπλα του να φεγγοβολούν στις ακτίνες του ήλιου. Τον παρακολουθούσε λες ακόμα μια φορά να χάνεται πέρα μακριά αφήνοντας πίσω του τον κουρνιαχτό από τον καλπασμό του αλόγου του. Αυτή ήταν η τελευταία φορά που τον είδε. Η μοίρα της έπαιξε ένα άσχημο παιχνίδι. Και σε εκείνη και σε χιλιάδες άλλες γυναίκες και μάνες σαν κι αυτήν. Είχε το γιό της, το παλικάρι της. Τον Σθένελο. Μα ο Καπανέας ήταν για αυτήν η ζωή της, το παρόν και το μέλλον της.

 Τώρα, ντυμένη στα μαύρα, φορτωμένη σε μια άμαξα, έτρεχε με τις άλλες χαροκαμένες να γυρέψουν την φιλευσπλαχνία του βασιλιά Θησέα για να μπορέσουν να θάψουν τους δικούς τους.

Να θάψουν! Ανατρίχιασε σε αυτήν τη σκέψη. Δεν ήθελε να το πιστέψει. Αχ Άρη πολεμόχαρε, πόσες συμφορές στις ζωές των ανθρώπων φέρνεις με τους πολέμους σου. Και πόσο μάταια δείχνουν, πολλές φορές, τα σχέδια των ανθρώπων στη φωτιά της έριδας σαν πέφτουν.

 “Έρχομαι αγαπημένε μου!” ψιθύρισε μέσα της. “Ήρα, του γάμου προστάτιδα, βοήθα μας να πάρουμε στην αγκαλιά μας τους δικούς μας. Έστω και για μια ύστατη φορά”

“Τι έχεις κόρη μου; Προς τα πού φεύγει ο λογισμός σου;” την έκοψε από τις σκέψεις της ο Ίφις. Ταξίδευαν μαζί, στην ίδια άμαξα. Είχε γυρίσει προς το μέρος της. Η αντίδρασή της στην είδηση του θανάτου του άντρα της ήταν τέτοια που τον έκανε να τρομάζει και να ανησυχεί. Δεν ξέσπασε, δεν ούρλιαξε, δεν λούστηκε στα δάκρυά της. Εδώ και μέρες έμενε βουβή, σιωπηρή και λιγόλογη. Σαν κάτι μέσα της να βάραινε χωρίς έλεος.

“Σκέφτομαι πατέρα μου…” του απάντησε ήρεμα προσπαθώντας να σκουπίσει το πρόσωπό της. Περήφανη γυναίκα δεν ήθελε να δείχνει ευάλωτη. Προσπάθησε να αλλάξει κουβέντα:

“Που είμαστε άραγε;”

“Έχουμε μπει στην Αττική, σε λίγο φτάνουμε στην Ελευσίνα”

“Άραγε θα πείσουμε το βασιλιά Θησέα να μας βοηθήσει;”

“Είναι ένας εμβληματικός ήρωας κόρη μου…”

“Ναι, έχω ακούσει γι αυτόν ότι ξεκίνησε από την Τροιζήνα”

“Η επιστροφή του στην Αθήνα είναι ένας ολάκερος θρύλος. Ο Άδραστος πιστεύει ότι θα μας βοηθήσει, θα πείσει τους Θηβαίους να μας δώσουν τους δικούς μας”

“Και αν δεν το κάνουν πατέρα;”

Το πρόσωπο του Ίφι σκοτείνιασε.

“Γιατί κόρη μου; Ποιο λόγο να έχουν; Δεν τους αρκεί η νίκη τους;”

“Πατέρα αν ήθελαν να το κάνουν θα το έκαναν ήδη”

“Τότε… δεν ξέρω… ο Θησέας με τους Αθηναίους έχουν τον τρόπο να τους πείσουν φαντάζομαι”
“Πάλι με πόλεμο; Πάλι με θάνατο πατέρα;”

“Κόρη μου, ας μην βιαζόμαστε. Πλέον τώρα πια, δεν είμαστε εμείς αυτοί που μπορούμε να διαμορφώνουμε τα γεγονότα αλλά απλά να τα ακολουθούμε”



[1]     Η Ώλενος ήταν πόλη στην Αχαία, χτισμένη ανάμεσα στην Πάτρα και την Δύμη, δίπλα στον ποταμό Πείρο. 80 στάδια από την Πάτρα και 40 από την Δύμη. Το όνομά της το πήρε από τον Ώλενο, γιο του Ποσειδώνα.


4.1.3  Στην Αθήνα

 Μόλις έφτασαν στην Ελευσίνα στα Ιερά της πόλης, αποφάσισαν να κάνουν ένα σταθμό να τιμήσουν τη μεγάλη Θεά Δήμητρα και την Κόρη. Να παρακαλέσουν για την ικεσία τους. Να εισακουστεί το αίτημά τους από τους Θεούς. Να εξευμενιστούν και να μπορέσουν να τιμήσουν τους ανθρώπους τους όπως αρμόζει. Δύο αγγελιοφόροι έφυγαν καλπάζοντας για την Αθήνα, προπομποί στο βασιλιά Θησέα να του αναγγείλουν την πρόθεσή τους. Σε λίγο θα ήταν εκεί. Δεν είχαν παρά να τους περιμένουν με αγωνία. Κατέβηκαν από τα αμάξια και τα άφησαν έξω από τον ιερό χώρο. Γρήγορα η παρουσία τους έγινε αντιληπτή από τους ανθρώπους του ναού της Δήμητρας. Είδαν τις γυναίκες με τα μικρά κλαδιά ελιάς στις φορεσιές τους και τις λευκές κορδέλες. Το σημάδι που χαρακτήριζε κάθε ικέτη που γύρευε καταφύγιο στον ανθρωπισμό του άλλου. Από τον ναό κατέβηκαν  ιέρειες αλλά και άνθρωποι κάτοικοι ολόγυρα που ζύγωσαν να μάθουν τι γίνεται.

 “Ποιες είστε κυράδες μου που με θλιμμένα τα πρόσωπα καταφεύγετε ικέτιδες στο ναό της Θεάς;” ρώτησε μια επιβλητική γυναίκα με αρχοντική μορφή.

“Από το Άργος ερχόμαστε ικέτιδες στη πόλη της Αθήνας…”

Η Γυναίκα ταράχτηκε από τη θλίψη των ανθρώπων αυτών και πλησίασε πιο κοντά τους.

“Τι γυρεύετε; Ποια κακιά μοίρα βάρυνε στις πλάτες σας;” ρώτησε.

Ο βασιλιάς Άδραστος έφτασε εκεί. Ταπεινός και απλός, χωρίς τίποτα να διαφέρει από όλους ολόγυρα. Υποκλίθηκε στην παρουσία της Αθηναίας και απάντησε.

“Καλώς σε βρίσκουμε Αθηναία κυρά. Είμαι ο Άδραστος, ο βασιλιάς του Άργους…”
Η γυναίκα απόρησε.

“Συ ο βασιλιάς; Τίποτα στη μορφή σου δεν το δηλώνει, πως αυτό;”

“Στην καταστροφή και στο θάνατο σαν είσαι βουτηγμένος κυρά μου δεν έχεις και ούτε μπορείς να έχεις κάτι να διαφέρεις από τους άλλους συνανθρώπους σου. Στον πόνο η ζωή μας κάνει ίδιους όλους. Όπως αρμόζει να είμαστε. Χωρίς τα σημάδια εκείνα που διαλέξαμε για να μας χωρίζουν”

“Τι ζητάτε ακριβώς στην Αθήνα;”

“Στο βασιλιά Θησέα ικέτες για βοήθειά του προσπέφτουμε, εσύ ποια είσαι αρχόντισσα;”

“Αίθρα το όνομά μου, είμαι η μάνα του Θησέα”

Ο Άδραστος αλλά και οι άλλοι ολόγυρα έδειξαν να εντυπωσιάζονται. Υποκλίθηκαν σιωπηρά στην Αθηναία αρχόντισσα.

“Τι ζητάτε από το γιό μου Αργείοι;”

“Την ευσπλαχνία και τη στήριξή του, τίποτα παραπάνω από αυτό… στείλαμε αγγελιοφόρους και τον καρτεράμε να του μηνύσουμε την ικεσία μας”

 Η Αίθρα έδειξε να συμμερίζεται την αγωνία και τον έκδηλο πόνο αυτών των ανθρώπων. Πήγε κοντά τους, έγινε ένα μαζί τους. Διάβασε στα μάτια τους το θρήνο της καρδιάς τους. Μάνα και εκείνη μπορούσε να καταλάβει. Έδωσε εντολή στις ιέρειες του ναού να προστρέξουν φέρνοντας νερό και ότι άλλο μπορούσε να τονώσει αυτούς τους ανθρώπους.

Άκουσε την εξιστόρηση των γεγονότων από το βασιλιά Άδραστο. Έμαθε ακριβώς το λόγο που πάτησαν στα χώματα της Αθήνας.

 “Αλήθεια μπορεί ο άνθρωπος σε τέτοια αγριότητα να φτάνει;” μονολόγησε ρωτώντας κάποια στιγμή.

“Ο πόλεμος Αίθρα κάνει τον άνθρωπο αλαζόνα. Τα φτερά της νίκης στης μάχης το πεδίο γεμίζουν εκδίκηση και μίσος τις καρδιές των θριαμβευτών…”

“Πως γίνεται τέτοια απόφαση να παρθεί; Μεγάλη ασέβεια σε Θεούς και αξίες” είπε εκείνη ξανά.

Άνοιξαν τις καρδιές τους. Και εκείνη έγινε κάτι σαν Μάνα όλων τους. Δεκτική, σεβάσμια, ανθρώπινη και ζεστή. Συγκινήθηκε από τα πάθη των δικών τους, ένιωσε την αγωνία και τον πόνο τους. Άνοιξε την καρδιά της και έβαλε όλες αυτές τις χαροκαμένες μάνες και γυναίκες στην αγκαλιά της.   Πίστεψε στην ειλικρίνειά τους και ένιωσε έτοιμη συνειδητά να το υποστηρίξει μπροστά στο παιδί της και βασιλιά Θησέα. 

4.1.4  Ο Θησέας και η απόφαση

 

Δεν ήταν πολύ η ώρα που περίμεναν. Ο Θησέας επικεφαλής μιας ομάδας καβαλάρηδων στρατιωτών έφτασε στην Ελευσίνα και σύντομα ήταν κοντά τους στον περίβολο του ιερού ναού όπου και περίμεναν. Η μητέρα του η Αίθρα κίνησε και έφτασε πρώτη κοντά του. Εκείνος ξαφνιάστηκε σαν την είδε να ξεχωρίζει μέσα από εκείνους τους ικέτες που προσέτρεξαν στην πόλη του.

“Μάνα εσύ εδώ; Τι κάνεις;” ρώτησε με αγωνία ο Θησέας.

“Προσκύνημα έκανα στο βωμό της Θεάς γιε μου και έπεσα πάνω σε τούτους τους ικέτες από το Άργος. Θαρρώ ότι και εσύ είσαι εδώ για τον ίδιο λόγο απ’ ότι μού είπαν. Κόπιασε παιδί μου να ακούσεις των ανθρώπων τον πόνο και την ικεσία τους.

“Ποιος από σας είναι ο βασιλιάς Άδραστος;” φώναξε.

Εκείνος γύρισε και πλησίασε αμέσως στον Θησέα που έμενε ακόμα πάνω στο άλογό του. Ο Άδραστος έκανε μια σεβάσμια υπόκλιση.

“Εγώ είμαι βασιλιά της Αθήνας, ένδοξε και ξακουστέ”

“Ικέτες έρχεστε στην πόλη μας άκουσα από τους αγγελιοφόρους σου”

“Σωστά άκουσες άρχοντά μου”

“Σε τι μπορώ να σας φανώ χρήσιμος;” τον ρώτησε.

“Βασιλιά Θησέα, νομίζω ξέρεις για την εκστρατεία μας στη Θήβα”

“Ναι, το γνώριζα από την πρώτη στιγμή. Με είχαν ζώσει, δεν στο κρύβω, οι ανησυχίες από τότε που ο ένδοξος Οιδίποδας, ήρθε στη γη μας τυφλός, στου Κολωνού το ιερό το άλσος. Ύστερα ακολουθησαν τα γεγονότα με τον Κρέοντα και την απαγωγή των θυγατέρων του. Ήμουνα σίγουρος ότι ήταν θέμα χρόνου ο πόλεμος”

“Άρα γνωρίζεις και τις αιτίες που μας έκαναν να εκστρατεύσουμε στη Θήβα”

“Από πρώτο χέρι το έμαθα κι αυτό”

“Ο ίδιος ο Κρέων είναι βασιλιά μου αυτός που μας απαγόρευσε, με ποινή θανάτου, να θάψουμε και να τιμήσουμε τους νεκρούς μας μετά το τέλος του πολέμου”

 

Ο Θησέας ξεπέζεψε από το άλογό του. Ήρθε και στάθηκε αντίκρυ στον Άδραστο.

“Αυτό που ξεστομίζεις τώρα, μεγάλη ύβρις στους Θεούς είναι, μού λες αλήθεια;”

“Είναι κάτι που μπορείς και μόνος σου να το μάθεις, όρισε για τιμωρία μας να χαθούν οι δικοί μας στων όρνεων και των θηρίων τη μανία”

“Ω Θεοί! Πόσο ο πόλεμος αγριεύει τους ανθρώπους. Και πόσο ασεβείς τους κάνει. Τι ζητάτε από εμένα  Άδραστε;”

Ο τελευταίος πλησίασε γονυπετής.

“Θησέα βασιλιά μου. Την Αθήνα παρακαλούμε να μας βοηθήσει να πάρουμε τα σώματα των νεκρών μας, να τα θάψουμε και να φύγουμε αμέσως για τον τόπο μας. Έτσι κι αλλιώς δεν μένει πια τίποτα σε μας να διεκδικήσουμε ηττημένοι και χαμένοι, όσοι ζήσαμε”

Στο άκουσμα των λόγων του, ένα σμάρι από τις γυναίκες της Θήβας προσέτρεξαν κοντά του και τα παρακάλια τους ενώθηκαν με αυτά του βασιλιά τους.

“Γιε του Αιγέα, της αρχόντισσας τούτης της Αίθρας γέννημα, δέξου την ικεσία μας. Δεν έχουμε άλλη ελπίδα παρά εσένα και την πόλη σου. Μόνο αυτό ζητάμε. Την μεσολάβησή σου να πάρουμε τα σώματα των δικών μας που μένουν βορά στα όρνια…”

“Δύσκολο τούτο που ζητάτε! Καθώς οι Θηβαίοι έτσι αποφάσισαν, πίσω δεν θα κάνουν”

“Εσένα και την Αθήνα μπορεί να την ακούσουν, εμείς στην κατάστασή μας πειθώ άλλη δεν έχουμε μα μήτε και ισχύ”

“Κι αν αρνηθούν; Σκέφτεστε τι μού ζητάτε να κάνω;”

 

Εκείνη τη στιγμή η Αίθρα πήρε το λόγο.

“Γιε μου Θησέα, ποτέ στη σκέψη σου λόγια έριδας και πολέμου δεν θα έβαζα. Μια μάνα αυτό δύσκολα το κάνει. Όμως σκέψου τη μοίρα και τον πόνο τούτων των γυναικών. Δεν μπορούν να τιμήσουν το θάνατο των δικών τους. Ποιοι είναι αυτοί που θα ξεγράψουν τους νόμους των Θεών και μια τέτοια ανόσια απόφαση θα πάρουν. Εσύ, γιε μου, πέρασες μέσα από τους άθλους σου στη θέωση και στον εξαγνισμό. Πώς θα αφήσουμε τέτοια ύβρη να γίνει δίπλα στης πόλης μας τη γη;”

“Ποια είναι η πρότασή σου μάνα;” ρώτησε ο Θησέας.

“Παιδί μου, πηγαίνετε στη Θήβα και προσπαθήστε να πείσετε τους άρχοντες εκεί να σας δώσουν τους νεκρούς. Πράξη σεβάσμια θα κάνεις στους Θεούς αλλά και σε ετούτους εδώ τους δύσμοιρους. Και μια φορά ακόμα το όνομά σου θα δεθεί με λαμπερές των ανθρώπων στιγμές”

 

Ο Θησέας έριξε το βλέμμα του στις μαυροντυμένες γυναίκες απ το Άργος και στο βασιλιά του, που μόνο τέτοιον δεν θύμιζε η όψη του. Κοίταξε τη μητέρα του βαθιά στα μάτια. Είδε τη σιγουριά και την έκφραση του προσώπου της. Με μια απόλυτη φωνή γύρισε στον αξιωματικό δίπλα του.

“Φεύγουμε το συντομότερο για τη Θήβα! Σήμανε συναγερμό στο στρατό”, γύρισε προς την Αίθρα.

“Θα γίνει μητέρα! Όπως το είπες! Και εσύ και αυτών των δυστυχισμένων ικετών η παράκληση. Θα στείλω από τώρα αγγελιοφόρους στον Κρέοντα να του μηνύσω το αίτημά μας. Πιστεύω ότι θα επικρατήσουν οι αξίες της ζωής και όχι οι κλαγγές των όπλων”

“Παιδί μου σε ευχαριστώ! Για μια ακόμα φορά είμαι περήφανη για σένα. Και εγώ και ο λαός μας”

Ο Άδραστος σηκώθηκε, πήγε κοντά του.

“Οι Θεοί να φέρνουν ευλογία στη στράτα σου βασιλιά Θησέα. Το Άργος θα σε ευγνωμονεί για αυτό. Να έρθουμε μαζί σου;”

“Όχι! Πρέπει να βιαστούμε, δεν έχουμε χρόνο. Δεν είναι φρόνιμος ο ερχομός σας μαζί μας. Θα περιμένετε εδώ. Θα σας φιλοξενήσουμε μέχρι να γυρίσουμε”

Έριξε μια ματιά στη μητέρα του, γύρισε απότομα προς την ομάδα των καβαλάρηδων που τον συνόδευε και άρχισαν να καλπάζουν προς την πόλη. Ο Άδραστος και όλοι οι Αργείοι έμειναν να τον κοιτούν πάνω στο κατάλευκο άτι του να χάνεται πέρα στο βάθος σε ένα σύννεφο σκόνης.

 

Μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα, μια μεγάλη στρατιωτική δύναμη κρούσης ετοιμάστηκε στην Αθήνα. Καβαλάρηδες και αρματολάτες με επικεφαλής τον ίδιο το Θησέα ξεκινούσαν με πορεία όσο το δυνατόν γρηγορότερη για τη Θήβα. Λίγο πριν κάποιοι δύο αγγελιοφόροι με τα μηνύματα των Αθηναίων προς τον Κρέοντα, το βασιλιά της Θήβας έφευγαν καλπάζοντας ως προπομποί.

 

Το δείλι ζύγωνε στην Αθήνα. Ο ουρανός πέρα στη Δύση στα βουνά της Κορινθίας άρχισε να γέρνει στην αγκαλιά της γης. Χρυσοκόκκινα χρώματα ομόρφυναν τον ουρανό. Ένα ελαφρύ ψυχρό αεράκι έπεφτε στην Ελευσίνα, στον ναό της Δήμητρας και της Κόρης. Η Αίθρα είχε ορίσει στις ιέρειες να φέρουν μανδύες και άλλα ρούχα μαζί με τροφή και νερό για να φιλοξενήσουν κάπου πρόχειρα τις Ικέτιδες. Ο Ίφις, για μια ακόμα φορά, παρακολούθησε την κόρη του την Ευάδνη να στέκεται και να  αγναντεύει πάνω στις βουνοκορφές της Πάρνηθας.

(Συνεχίζεται...)

Ετυμολογία

Σθένελος: Από το ρήμα "Σθένω"=είμαι δυνατός, έχω ισχύ. Αυτός που έχει δύναμη και ισχύ


 


Παρασκευή 27 Ιανουαρίου 2023

Τα δώρα της Αρμονίας (Μυθιστόρημα σε συνέχειες), 29η δημοσίευση

   


"Όσα ποτέ δεν συνέβησαν αλλά ανέκαθεν υπήρχαν"

Σαλούστιος:  "Περί Θεών και κόσμου"


Μια ματιά στα προηγούμενα

Ανάρτηση 1

Ανάρτηση 2

Ανάρτηση 3

Ανάρτηση 4

Ανάρτηση 5

Ανάρτηση 6

Ανάρτηση 7
















Ανάρτηση 24

Ανάρτηση 25

Ανάρτηση 26 

Ανάρτηση 27

Ανάρτηση 28

Στην προηγούμενη δημοσίευση, είδαμε τη μεγάλη απόφαση της Αντιγόνης να προσφέρει χοές και στα δύο νεκρά της αδέλφια, παραβιάζοντας ρητά την αυστηρή εντολή του Κρέοντα. Τιμά και παραδίδει και το σώμα του Πολυνείκη στην πυρά αλλά συλλαμβάνεται από στρατιώτες για να οδηγηθεί ενώπιον του νέου βασιλιά.

Στο μεταξύ οι εναπομείναντες διασωθέντες Αργείοι με τους συμμάχους τους, επιστρέφουν ηττημένοι στο Άργος, όπου στην πόλη ανοίγει ένας τεράστιος θρήνος για την καταστροφή και τον όλεθρο των δικών τους ανθρώπων.

Ο Άδραστος θα φτάσει στο σπίτι του, όπου εκεί θα βρεθεί σε τραγική θέση, ενώπιον των δικών του για να πει την τρομερή αλήθεια για το θάνατο των γαμπρών του αλλά και την καταστροφή του στρατού του.

Τέλος, η Εριφύλη, προστίθεται και αυτή στον κύκλο των τραγικών χαρακτήρων. Καλείται τώρα να αντιμετωπίσει την οργή και περιφρόνηση των παιδιών της, τα οποία, ευθέως, της καταλογίζουν άμεση ευθύνη και συνέργεια για το θάνατο του πατέρα τους.

Ο Άδραστος αναγγέλλει στο περιβάλλον του την επικείμενη αναχώρησή τους για την Αθήνα, ως ικέτες για να διεκδικήσουν την ταφή των δικών τους έξω απ' τη Θήβα.


Μουσική επιμέλεια έργου: Γλαύκη


Το σημερινό μουσικό θέμα, που επέλεξε η Γλαύκη, δένει εκπληκτικά με το ύφος του κεφαλαίου. Σας αφήνω να το ζήσετε διαβάζοντας.


29η Δημοσίευση

Κεφάλαιο 3.9  Η τελευταία κόρη του Οιδίποδα

 3.9.1 Πατέρας και γιος

 Ο Κρέων βημάτιζε με χαρακτηριστικό νευρικό τρόπο μέσα στο δώμα του σπιτιού του. Η οργή ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Πριν από ώρα ο επικεφαλής της φρουράς στο παλάτι τον είχε ενημερώσει για το τι είχε συμβεί με τη σωρό του Πολυνείκη.

“Βασιλιά μου, οι καπνοί απ τις νεκρικές πυρές με τη δύναμη του ανέμου μας τύφλωναν. Παρά το ότι παρακολουθούσαμε στενά το χώρο, μόλις αντιληφθήκαμε τη γυναίκα, το σώμα του επίορκου Πολυνείκη ήταν ήδη επάνω στην πυρά. Τρέξαμε όσο μπορούσαμε πιο γρήγορα εκεί αλλά ήταν πλέον αργά”

“Μια γυναίκα, μια ...έφηβη, να τολμά να αψηφά τη διαταγή του βασιλιά. Και να το κάνει με τον πιο προσβλητικό τρόπο! Μα την Ήρα, αυτό δεν θα μείνει έτσι. Δεν ανέχομαι το παραμικρό” ούρλιαξε.

“Άντρα μου, μην ξεχνάς ότι είναι η μνηστή του γιου μας, του Αίμονα, είναι κόρη της αδελφής σου”

Η φωνή της γυναίκας του, Ευρυδίκης προσπάθησε να καταλαγιάσει την οργή μέσα του. Εκείνος έδειξε να γίνεται χειρότερα.

“Δεν πρόκειται να δώσω στο γιο μας αυτό το φίδι! Μέχρι εδώ ήταν η μνηστεία. Δεν είναι δυνατόν να σταθεί στο σπιτικό μου εκείνη που με πρόσβαλε σε ολάκερη τη Θήβα. Αυτό που έκανε θα το πληρώσει πολύ ακριβά”
“Κρέων! Το παιδί μας! Δεν μπορείς να αγνοήσεις τη γνώμη του”είπε εκείνη.

“Εγώ είμαι ο βασιλιάς Ευρυδίκη! Εγώ η αρχή! Εγώ θα ορίσω τι θα γίνει και τι όχι. Αυτό δα έλειπε να αφήσω στα νεαρούδια να ορίζουν τις τύχες της πόλης”

“Τι σκέφτεσαι να κάνεις;”

“Ήδη αυτή τη στιγμή που μιλάμε θα πρέπει να την έχουν συλλάβει. Έδωσα εντολή να την φέρουν μπροστά μου. Να δω ως που φτάνει η αυθάδεια και η αγνωμοσύνη της. Η άτιμη στάση της. Η ύβρις ενάντια στην ίδια της την πατρίδα”

“Θα την δικάσετε;” ρώτησε ανήσυχη πια για τις εξελίξεις.

“Έχει ήδη δικάσει τον εαυτό της γυναίκα. Και μόνη της έβγαλε την απόφαση. Ήξερε πολύ καλά τις διαταγές μου. Είχε απόλυτη επίγνωση της πράξης της”

“Άντρα μου, τον αδελφό της τίμησε, μόνο αυτό. Δικός της άνθρωπος, αίμα της. Αλλά και δικός σου συγγενής. Ποιος μπορεί να την ψέξει για αυτό; Και ύστερα σκέψου, είναι ο Αίμων, ο γιος μας. Την αγαπά, θα γίνει γυναίκα του…”

Στο άκουσμα της λέξης ο Κρέων έκανε σαν φίδι που το πατούν.

“Μήτε στα σκοτάδια του Άδη δεν πρόκειται ποτέ να βάλω αυτό το φίδι στον κόρφο μας. Εκτός αν έμπρακτα δηλώσει δημόσια τη μετάνοιά της. Και αυτό σαν χάρη. Τ’ ακούς; Ποτέ!”

 

“Ποιο είναι αυτό το φίδι πατέρα που επιβουλεύεται το σπιτικό μας;”

Ο Αίμων πρόβαλε στο κατώφλι της εισόδου. Η φωνή του ακούστηκε κρυστάλλινη, δυνατή. Στάθηκε εκεί. Ψηλός, όμορφος, επιβλητικός. Η Ευρυδίκη τον είδε και μια γκριμάτσα ανησυχίας ζωγραφίστηκε στο πρόσωπό της. Ο Κρέων γύρισε προς το μέρος του.

 

“Καλώς όρισες γιε μου! Οι στιγμές είναι δύσκολες. Η πατρίδα μας γλίτωσε από τον όλεθρο. Έχουμε δρόμο να μαζέψουμε τους νεκρούς μας. Είναι ώρα για αποφάσεις, για πειθαρχία, για αυστηρότητα σε εκείνους που αψηφούν τους νόμους αλλά και προσεταιρίζονται όσους πήγαν να κάψουν την ίδια τους την πατρίδα.

“Τα ξέρω λίγο πολύ αυτά πατέρα, αλλά σε ποιον αναφερόμαστε”

“Αναφέρομαι στην Αντιγόνη, την αδελφή του νεκρού βασιλιά μας”

Ο Αίμων πετάχτηκε ανήσυχος.

“Και λοιπόν; Τι το τραγικό και τόσο δολερό αποδίδεις πατέρα στην Αντιγόνη; Μην ξεχνάς ότι είναι μνηστή μου!”

“Εγώ γιε μου δεν ξεχνώ τίποτα! Εκείνη λησμόνησε τα πάντα! Την καταγωγή της, την πατρίδα της τη Θήβα, την επιθυμία του νεκρού αδελφού της και βασιλιά Ετεοκλή και τέλος τη δική μου διαταγή”

“Και τι είναι αυτό το τρομερό που της καταλογίζεις ώστε να φουσκώσει τόσο ανεξέλεγκτα η οργή σου;”

“Διαταγή έδωσα μεγάλη και αυστηρή, οι νεκροί των εχθρών μας, όσοι κείτονται τώρα έξω απ τα τείχη, να μείνουν εκεί άθαφτοι. Άνθρωπος κανείς να μην αποδώσει τιμές σε αυτούς που επιβουλεύτηκαν τη γη μας. Και καμία φλόγα  να μην εξαγνίσει το σώμα τους. Και αυτή η διαταγή ξεκινούσε απ’ αυτόν που έφερε το θάνατο στο ίδιο του σπίτι, τον Πολυνείκη”

Ο Αίμωνας έδειξε να ανατριχιάζει στο άκουσμα των λόγων του.

“Πατέρα! Τι είναι αυτά που λες; Ο πόλεμος τελείωσε, η μάχη κρίθηκε. Οι άνθρωποι αυτοί πλήρωσαν με τη ζωή τους, το ατόπημά τους. Δεν έχεις το παραμικρό δικαίωμα να τους αφήσεις βορά στα όρνια και στα θηρία του κάμπου”

“Ποιος είναι αυτός που θα με εμποδίσει γιε μου;” Απάντησε εκείνος με έπαρση.

“Η Αντιγόνη τι έκανε;”

“Τόλμησε να αποδώσει τιμές νεκρικές στον Πολυνείκη και κατάφερε να τον ρίξει στη νεκρική πυρά δίπλα στη σωρό του αδελφού της”

Ο Αίμωνας γέμισε με ένα αίσθημα υπερηφάνειας. Το πρόσωπό του φώτισε ξαφνικά.

“Για έναν παραπάνω λόγο λοιπόν είναι άξια της αγάπης μου!”

“Πως τολμάς;” φώναξε ο Κρέων. Ο Αίμωνας επέμεινε.

“Αυτό που είπα πατέρα! Η πράξη της αυτή με κάνει να την αγαπώ, να τη σέβομαι και να είμαι περήφανος για εκείνη για έναν παραπάνω λόγο”

“Πάψε! Γίνεσαι ένα με αυτό της το ανοσιούργημα!”

“Το ανοσιούργημα είναι δικό σου πατέρα!” ήχησε ο λόγος του σαν κεραυνός στο δώμα.

“Παιδί μου!” πετάχτηκε η Ευρυδίκη μήπως και προλάβει την καταιγίδα που ζύγωνε στο σπιτικό της.

“Άσε με μητέρα! Έβγαλε διαταγή να μείνουν άθαφτοι οι νεκροί! Πού ακούστηκε και πότε;”

“Δεν έχεις την υπόσταση να κρίνεις τον πατέρα σου, η ασέβειά σου είναι προσβολή”

“Και η δική σου τι είναι πατέρα; Κανένας Θεός, μήτε του κόσμου τούτου μήτε χθόνιος, τόλμησε να ορίσει τέτοιο νόμο. Ποιος είσαι εσύ λοιπόν που θα το ανατρέψεις; Δεν σε προβλημάτισε όλο αυτό που ζήσαμε αυτές τις μέρες; Τίποτα δεν σου είπε; Που μας οδήγησε η φιλαρχία; ο σπαραγμός; Ο αδελφός μου, ο μικρός σου γιος σφάχτηκε με το ίδιο του το χέρι στα τείχη…”

“Για να τιμήσει και να σώσει την πόλη του και όχι να την κάψει όπως ο άλλος…” πετάχτηκε ο Κρέων.

“Ο Οιδίποδας πέθανε εξόριστος με δική σου προσταγή…”

“Όχι δική μου, του Ετεοκλή!”

“Στην οποία εσύ συναίνεσες. Η αδελφή σου η Ιοκάστη αυτοκτόνησε μπροστά στα δυό της παιδιά που σφάχτηκαν με τα ίδια τους τα χέρια. Για ένα θρόνο. Η Ισμήνη σκοτώθηκε μέσα στον ίδιο το ναό. Δεν χορτάσατε αίμα; Τι άλλο θέλεις λοιπόν να γίνει για να σταματήσει όλο αυτό; Δεν το βλέπεις ότι δεν οδηγεί πουθενά; Κι άλλη καταστροφή περιμένεις; Τίποτα δεν σε σταματά;”

Ο Κρέων τον κοίταξε με οργή και απέχθεια, τίποτα δεν έδειχνε να τον συνετίζει.

“Να λοιπόν ο μεγάλος μου γιος, υπονομευτής του ίδιου του πατέρα του αλλά και των νόμων της πόλης. Αυτή, θα αντιμετωπίσει την οργή και την απόφασή μου. Εγώ θα αποφασίσω τι θα κάνω. Κάνε τόπο τώρα να φύγω, δεν βλέπω την ώρα να την δω μπροστά μου σιδηροδέσμια να με παρακαλάει…”

Ο Αίμωνας έγινε πιο πιεστικός.

“Πατέρα, σε παρακαλώ δώσε ένα τέλος σε όλο αυτό. Η πόλη σώθηκε. Αυτοί που επιβουλεύτηκαν την ακεραιότητά της είναι πια νεκροί ή όσοι γλίτωσαν έφυγαν νικημένοι. Τιμωρήθηκαν σκληρά, πλήρωσαν…”

“Είδες πόσοι Θηβαίοι πότισαν με το αίμα τους την ανομία τους;” του φώναξε.

“Δεν ωφελεί πατέρα να συνεχίσουμε το μίσος. Θα φέρει κι άλλο στο πέρασμα των χρόνων. Το δηλητήριο του πολέμου δεν καταλαγιάζει με σκληρότητα αλλά με υπέρβαση. Οι πληγές να κλείσουν, να γιατρευτούν. Να μην ξαναγίνουν. Να φύγει το δηλητήριο της εκδίκησης. Οι άνθρωποι που έφυγαν έτσι πατέρα έχουν παιδιά. Κι αυτά θα μεγαλώσουν. Σκέψου το! Γίνε εσύ εκείνος που θα κλείσεις αυτόν τον κύκλο. Η Ιστορία δεν σταματά στο σήμερα. Τώρα θριαμβολογούμε νικητές, όμως η σπορά της εκδίκησης, δεν θα σε γλιτώσει από το να συναντήσουμε μια άλλη στρατιά εχθρών έξω απ’ τα τείχη της πόλης μας. Μπορεί να μην είμαστε εμείς εδώ όμως θα είναι κάποιοι άλλοι. Φώναξε τους Αργείους να θάψουν τους νεκρούς τους και άσε την Αντιγόνη να θρηνήσει. Είναι η τελευταία της γενιάς της”

“Άσε με να φύγω” του είπε ο Κρέων, μία ακόμα φορά.

“Πατέρα. Η Αντιγόνη είναι μνηστή μου. Την αγαπώ. Αν όσα είπες πριν είναι η τελευταία σου σκέψη τότε να θυμάσαι πολύ καλά και τη δική μου”

 Έριξαν μια διαπεραστική ματιά ο ένας στον άλλον. Σαν να μετρήθηκαν οι δυνάμεις τους πρόσωπο με πρόσωπο. Ύστερα ο Κρέων έκανε μεταβολή και έφυγε βιαστικά από το δώμα. Η Ευρυδίκη έμεινε πίσω με τον Αίμονα σκεπτικοί και προβληματισμένοι όσο ποτέ!

3.9.2  Η Αντιγόνη μπροστά στον Κρέοντα

 Έστεκε εκεί, στη μέση της κεντρικής αίθουσας του παλατιού. Στο γλυκό της πρόσωπο είχαν ήδη περάσει τα σημάδια της κούρασης. Ολόγυρά της πάνοπλοι στρατιώτες έχτιζαν ένα τείχος που απειλούσε τη λευτεριά της. Όμως μέσα στην ψυχή της επικρατούσε μια πρωτόφαντη γαλήνη. Ένιωθε ήρεμη, σίγουρη για τον εαυτό της. Υποψιαζόταν τι ακριβώς την περίμενε αλλά ήταν έτοιμη να το ξεπεράσει. Με κάθε τίμημα. Είχε κάνει το καθήκον της. Πρώτα σαν άνθρωπος απέναντι σε έναν νεκρό συνάνθρωπό της. Και ύστερα σαν αδελφή απέναντι στο ίδιο της το αίμα, τον αδελφό της. Έτσι όλοι οι δικοί της είχαν βρει αυτό που τους έπρεπε. Ο πρόωρος και τραγικός χαμός τους είχε λάβει τις τιμές που τους άρμοζαν. Και η μητέρα της και τα δυό της αδέλφια. Είχε τη συνείδησή της ήρεμη απέναντι στους Θεούς και τις αξίες της ζωής. Τώρα περίμενε να δει και τους νόμους της αρχής του βασιλιά και θείου της. Η Αντιγόνη έριχνε το βλέμμα της ολόγυρα στην αίθουσα του παλατιού. Τους ήξερε αυτούς τους χώρους καλά. Μέχρι λίγες μέρες πριν ζούσε εδώ. Τώρα τους ένιωθε βέβαια εντελώς αλλαγμένους, διαφορετικούς. Τελικά τι είναι αυτό που δίνει στο χώρο την ατμόσφαιρά του; Μόνο τα κτίρια; Τα δώματα, οι κίονες και οι στοές; Μάλλον περισσότερο οι άνθρωποι είναι εκείνοι που θα ποτίσουν με την παρουσία και τη σκέψη τους το περιβάλλον. Και αυτήν την ώρα η αίσθηση μιας σκληρής και αποκρουστικής εξουσίας ήταν αυτή που βάραινε παντού. Μιας εξουσίας που δεν λογοδοτούσε πουθενά, μήτε σε νόμους μήτε σε αξίες και παραδόσεις. Μιας αρχής ενός ανθρώπου και της αντίληψής του για τη ζωή.

 

Η σκέψη της πήγε πίσω, στα χρόνια εκείνα της νιότης της, τότε που η οικογένεια του Οιδίποδα απολάμβανε την ευτυχία και τις χαρές της ζωής. Ο πατέρας, η μάνα της, τα δύο της αδέλφια,εκείνη και η μικρή της αδελφή. Τώρα έστεκε εδώ δέσμια και μόνη.

 

Στην αίθουσα επικράτησε αναταραχή. Οι φρουροί κινήθηκαν. Κάποιοι αξιωματούχοι που δεν τους ήξερε περίμεναν την άφιξη του νέου βασιλιά. Ο Κρέων μπήκε ορμητικός στην αίθουσα. Τον συνόδευαν ένοπλοι φρουροί. Πριν κάτσει στο θρόνο το βλέμμα του διασταυρώθηκε με το δικό της. Ένιωσε μέσα του το μίσος και την απέχθεια. Πέρασε λίγη ώρα να μιλήσει σιωπηρά με κάποιους από την ακολουθία του. Ύστερα γύρισε και την κοίταξε. Η φωνή του ακούστηκε σκληρή και επιβλητική.

 

“Δεν πέρασαν πολλές μέρες από τότε που σε προειδοποίησα να μην δοκιμάσεις της υπομονής μου τα όρια. Το θυμάσαι;”

Η Αντιγόνη τον κοίταξε με περισσό θάρρος.

“Το θυμάμαι βασιλιά μου” του είπε.

“Και παρ’ όλα αυτά το θράσος σου ξεπέρασε κάθε όριο προσβάλλοντας τη διαταγή μου αλλά και την πόλη ολάκερη”

“Τότε και εσύ Κρέοντα δεν θυμάσαι πως σου είπα ότι μορφώθηκα και ακολούθησα τις αξίες των ανθρώπων και των Θεών. Και αυτές με έμαθαν να σέβομαι τους νεκρούς”

“Ακόμα το θράσος σου μέτρο δεν έχει, ακόμα και τώρα, που στέκεσαι μπρος μου υπόλογη”

“Θα λογοδοτήσω στην κρίση των Θεών. Αυτοί θα με κρίνουν σαν ο περαματάρης με παραδώσει στον Άδη”
Ο Κρέων σηκώθηκε οργισμένος απ το θρόνο του.

“Ω πόσο μέσα σου έχεις κρυμμένη τη θρασύτητα του πατέρα σου. Έτσι κι αυτός με τα ανοσιουργήματά του μας τύλιξε στον εφιάλτη του λιμού”

“Δεν τα έλεγες τούτα όμως βασιλιά μου σαν λύτρωσε τη Θήβα από τον εφιάλτη της Σφίγγας. Συ, με το χέρι σου τον τίμησες, δίνοντάς του την αδελφή σου για γυναίκα του για αυτό του το σωτήριο κατόρθωμα. Πόσο αντιφατικές είναι οι τοποθετήσεις σου λοιπόν. Πόσο εύκολα αλλάζεις γνώμη! Πότε είχες δίκιο; Τότε ή τώρα;”

“Ω μακάρι ποτέ μου να μην το έκανα! Μακάρι κάτι να είχε εμποδίσει αυτή μου τη πράξη. Αλλά τι λέω; Την ακούτε άρχοντες Θηβαίοι; Περίμενα ένα λόγο μετάνοιας και συγγνώμης και αντί για αυτό ακούω τα χειρότερα!”

“Δεν έκανα κάτι ανόσιο να με δικάσεις. Και πάψε να θεωρείς την άποψη των ανθρώπων γύρω σου ότι ασπάζεται τη δική σου, πριν τους ακούσεις”

“Έκανες την απόφαση του νόμου κομμάτια με την προσβολή σου! Πως θα κοιτάξεις τους συμπολίτες σου στα μάτια σαν εσύ, αρχόντισσα του παλατιού, τιμάς τους εχθρούς της πατρίδας;”

“Τα είδα τα μάτια των συμπατριωτών μου Κρέοντα, τα είδα εκεί, στο πεδίο του θανάτου. Τα είδα σαν κουβάλαγαν τους νεκρούς τους για να τους τιμήσουν. Και μέσα στο βλέμμα τους συνάντησα την ίδια οδύνη μπροστά στο χαμό και στην καταστροφή. Δεν είχαν τίποτα να χωρίσουν τα κουφάρια των πεθαμένων”

“Ο Νόμος ισχύει για όλους. Νόμιζες ότι θα γλίτωνες για χάρη μου; Αυτό πίστευες ότι θα σε σώσει κόρη του Οιδίποδα; Το ότι είσαι του γιου μου μνηστή;”

“Πόσο μικρόψυχη είναι η σκέψη σου βασιλιά μου. Αν τέτοια γνώμη φωλιάζει στο νου σου τότε σφάλμα μεγάλο κάνεις. Δεν φταίω εγώ αν δεν μπορείς να ερμηνεύσεις της στάσης μου το νόημα”

“Άκουσέ με καλά! Δεν θα με κάνεις υποχείριό σου! Καιρό τώρα σαλεύεις στα σκοτάδια με των εχθρών μου τις επιλογές. Στα σκοτάδια βαδίζεις για να πλήξεις την εξουσία. Σαν τον κλέφτη που νύχτα διαβαίνει καρτερώντας την ώρα που θα κάνει το κρίμα του…”

“Παραλογίζεσαι βασιλιά!”

Ο Κρέων είχε αγριέψει για τα καλά. Ένα διαπεραστικό ύφος έντασης και μίσους τον είχε κυριέψει ολάκερο. Συνέχισε στον ίδιο τόνο.

“Λόγια, λόγια! Με όμορφα λόγια και θεωρίες περίτεχνες σκεπάζεις τις ενοχές σου. Με των εχθρών του θρόνου, το σμήνος ταυτίζεσαι και, μα το Δία, ποιος ξέρει ποιες πλεκτάνες απεργάζεσαι και εσύ και κάποιοι άλλοι!”

“Τίποτα δεν έχεις καταλάβει κραταιέ βασιλιά μου! Στο λέω ξανά, λυπάμαι!”

“Πάψε θρασίμι που ακόμα και τώρα μπροστά στης οργής μου τη φλόγα αυθαδιάζεις!”

“Λυπάμαι Κρέοντα που η σκέψη σου μπορεί να δει τόσο λίγο μπροστά σου. Τίποτα δεν κατάλαβες ή, ακόμα χειρότερα, τίποτα δεν θέλεις να καταλάβεις. Κανένα δεν έχω διάφορο για τη δική σου εξουσία μήτε κανενός! Ποτέ μου δεν με ένοιαξαν των κραταιών τα σχέδια και οι μηχανορραφίες. Σαν άνθρωπος έκανα το χρέος μου σε ένα δικό μου. Αυτό μονάχα! Τίμησα ένα νεκρό που άφησες να τον φάνε τα όρνια όπως άφησες τόσους άλλους στον κάμπο απ τον Αργίτικο στρατό. Αν είχα δύναμη θα έκανα το ίδιο και για αυτούς και για τον καθένα. Δικό ή ξένο. Πόσο μακρινό είναι αυτό για να το νιώσεις”

“Θα σε κάνω να πληρώσεις πολύ ακριβά για αυτό γυναίκα!”

“Αδιαφορώ για κάθε σου απόφαση Κρέοντα, είναι δική σου η ευθύνη για τις επιλογές σου! Εγώ τελείωσα και είμαι ήρεμη με τη συνείδησή μου”

“Θα σε έβαζα μέσα στο σπίτι μου, δολερή ψυχή, να μολύνεις του γιου μου την ίδια τη ζωή. Τι πήγαινα να κάνω λοιπόν!”

“Της αγάπης και του έρωτα την αγνότητα ποτέ σου δεν κατάλαβες. Μονάχα την εξουσία του σκήπτρου σου νοιάζεσαι και τίποτα άλλο. Έμαθα να αγαπώ και να αγαπιέμαι. Όπως κάθε απλός και καθημερινός άνθρωπος. Να μοιράζομαι την αγάπη, να την δίνω αλλά και να την παίρνω απ τους άλλους. Αυτός είναι ο κύκλος της ζωής. Να σεβόμαστε την ίδια την πνοή μας αλλά και του πικρού θανάτου την ώρα”

“Δεν ξέρω κανένα Θηβαίο να σκέφτεται όπως εσύ, ειλικρινά δεν ντρέπεσαι για αυτό;”

“Δεν είσαι σε θέση να εκφράσεις το λαό σου Κρέοντα, δικό σου συμπέρασμα είναι τούτο”

“Τολμάς! Περίμενα να μετανιώσεις! Είχα μια ύστατη ελπίδα ότι θα το έκανες εδώ μπροστά στων αρχόντων το βλέμμα. Όμως βλέπω το αντίθετο. Χειρότερη είναι η προσβολή σου με των εχθρών το μέρος να παίρνεις”

“Δεν πήρα κανενός εχθρού το μέρος. Λες ψέμματα! Έναν νεκρό πήγα να τιμήσω, πεθαμένο, αδύναμο να κάνει το παραμικρό κακό”

“Το έκανε όμως!”

“Οι νεκροί πιάνουν το ίδιο στον κόσμο του Άδη, Κρέοντα. Τέλειωσε το πέρασμά τους εδώ. Και ο αποχαιρετισμός τους γίνεται με τον ίδιο τρόπο για όλους. Παντού! Όπου υπάρχουν άνθρωποι και όχι κήρυκες του μίσους. Στις αίθουσες του Άδη, τα αδέλφια μου θα είναι αντάμα, ο ένας στο πλάι του άλλου. Τα ανθρώπινα, δεν θα τους χωρίζουν πια”

“Φρουροί!” ακούστηκε πάλι η φωνή του γεμάτη οργή. Αμέσως έτρεξαν κοντά του οι παριστάμενοι της φρουράς.

“Πάρτε την! Κανένας ποτέ δεν τόλμησε μπροστά μου να αμφισβητήσει και να διαβάλλει των λόγων μου τη δύναμη. Πόσο μάλλον μια γυναίκα. Πάρτε την είπα! Στα βάθη της σπηλιάς είναι ο προορισμός της. Εκεί, στα μαύρα σκοτάδια και στα έγκατα της γης θα την κλείσετε…”

Ένα δυνατό σούσουρο με ψιθύρους γέμισε την αίθουσα, εκείνος συνέχισε:

“Τράβα λοιπόν στα σκοτάδια του κάτω κόσμου και κάνε ότι θέλεις εκεί. Γιατί εκεί ανήκεις”

 

Μια ομάδα από στρατιώτες πλησίασαν την Αντιγόνη. Δεν άφησε να την αγγίξουν. Έριξε ένα τελευταίο βλέμμα στο βασιλιά, ένα βλέμμα αγέρωχο αλλά ήρεμο και άφησε τον εαυτό της να την οδηγήσουν εκεί που είχαν σκοπό.

 3.9.3 Η ύστατη έκκληση του Αίμονα

 Ακόμα δεν είχε καταλαγιάσει η ταραχή που επικρατούσε στην αίθουσα του παλατιού καθώς ο Κρέων κουβέντιαζε με τους άλλους αξιωματούχους της πόλης. Γνώμες υπήρχαν πολλές αλλά κανείς δεν είχε την τόλμη να αντικρούσει τη δύναμη και την εξουσία του.

 “Πατέρα!”

Η φωνή του Αίμονα έπεσε μέσα στην αίθουσα σαν βροντή που απλώνεται σε ολάκερη τη γη απ τον ουρανό. Όλοι γύρισαν προς το μέρος του. Απόλυτη σιωπή έπεσε στη μεγάλη αίθουσα. Ο Αίμων πλησίασε προς τον Κρέοντα. Κοντοστάθηκε λίγα μέτρα απέναντί του.

“Γιε μου τι ζητάς; Γιατί είσαι αναστατωμένος τόσο; Τι συμβαίνει;”

“Εσύ θα μου πεις αν είναι αλήθεια όσα άκουσα στον ερχομό μου εδώ”

“Σαν τι άκουσες δηλαδή γιε μου;”

“Βασιλιά. Ξέρεις το σεβασμό μου για σένα και το σκήπτρο σου. Όμως πες μου, τι συνέβη στην μνηστή μου; Που είναι η Αντιγόνη;”

“Α! για αυτήν λοιπόν η αντάρα στη σκέψη σου;”

“Φυσικά πατέρα! Αν είναι αλήθεια όσα λέγονται στους δρόμους και στα στενά της πόλης, τότε η αντάρα στο νου μου είναι το λιγότερο, πες μου!”

“Σαν τι λένε δηλαδή οι Θηβαίοι; Πες μας να ακούσουμε και εμείς οι άρχοντες” του είπε με εμφανή την ειρωνεία στα λόγια του.

“Βασιλιά μου, κάθε εξουσία που πατάει πάνω στην επιβολή δεν έχει μέλλον μήτε δρόμο μπροστά της…”

“Τι θες να πεις; Μόλις πριν λίγο τέλειωσε ένας πόλεμος νεαρέ γιε μου. Μόλις πριν λίγο σώθηκε η Θήβα απ των Αχαιών τις επιβουλές. Τέτοιες ώρες ο νόμος, η τάξη και η εξουσία πρέπει να είναι στιβαρές, απόλυτες, κυρίαρχες για να σταθούμε στα πόδια μας. Της νιότης σου η απειρία αυτό λογικό το βλέπω να μην το ξέρει”

“Καταδίκασες την Αντιγόνη, σε ποιο τόπο οδήγησες την μνηστή μου, θέλω να ξέρω!”

“Αμετανόητη στις πράξεις της, δολερή, θρασύς και προκλητική. Με λίγα λόγια επικίνδυνη, στο είχα πει απ την αρχή. Δεν έχει θέση ανάμεσά μας. Οι πράξεις της μια μονάχα ποινή έχουν”

“Την οποία έβγαλες εσύ;”

“Εγώ είμαι ο βασιλιάς Αίμονα! Εγώ ο νόμος και η αρχή!”

“Ολάκερη η πόλη βοά βασιλιά. Στα στόματα όλων είναι αυτή σου η αντιμετώπιση. Όλοι οι Θηβαίοι αναγνωρίζουν και τιμάνε τη στάση της”

“Ποιος είσαι τώρα εσύ που θα μιλήσεις εξ ονόματός τους; Δεν νομίζεις ότι ψηλά σηκώνεις το μπόι σου;”

“Οι Θηβαίοι σε φοβούνται πατέρα και πολύ φοβάμαι ότι δεν σε σέβονται. Άκου των λόγων τους την αύρα. Προχωράς σαν το ξύλο, αλύγιστο απέναντι σε όλα. Θα σπάσει πατέρα!”

“Ακούτε άρχοντες! Δεύτερο μάθημα σήμερα βλέπω να λαβαίνω. Ήρθαν τα παιδαρέλια να μας διδάξουν για τη ζωή” κάγχασε περιπαιχτικά.

“Το δίκιο δεν έχει χρόνια πατέρα! Δεν έχω σκοπό να σε υπονομεύσω, μήτε να σε αμφισβητήσω. Αλλά αυτό που κάνεις είναι κατάφωρα άδικο, στο λέω πάλι εδώ μπροστά σε όλους!”

“Σε έπεισαν και σένα τα λόγια της ε; Σε συνεπήραν τάχα μου τα συναισθήματά της! Ω Θεοί! Δεν ήξερα ότι είχα στην πόλη τέτοια πλανεύτρα γυναίκα”

“Πάψε να προσβάλεις πατέρα! Τη γνώμη μου απ την αρχή στην είπα. Αυτό που κάνεις είναι απέναντι σε κάθε αξία και ηθική”

“Φτάνει! Δεν θα ανεχτώ κι άλλη αμφισβήτηση”

“Η Αντιγόνη πατέρα είναι μνηστή μου, δεν είναι τυχαία κοντά μου…”

“Ναι, αυτό τώρα το βλέπω καλά γιατί ήταν κοντά σου. Γιατί τη διάλεξες. Γυναίκας δούλος καταντάς και θέλεις να σταθείς σε θρόνου δίπλα τη δύναμη”

“Μην μ’ αναγκάζεις να ξεχάσω πως είσαι πατέρας μου, δεν έχει ίχνος λογικής ο λόγος σου”

“Άκου για να τελειώνουμε. Ξέχνα την από δίπλα σου. Ζωντανή δεν θα την παντρευτείς!”

Ο Αίμονας έβαλε τα χέρια του στο πρόσωπό του.

“Τι πας να κάνεις; Τα χέρια σου στο θάνατο θα βάλεις;”

“Αυτό είναι το τέλος που της αξίζει! Στης σπηλιάς τα έγκατα θα κλειστεί. Και να παρακαλάς να συνετιστεί γρήγορα μήπως και δείξω κάποιο έσχατο οίκτο για αυτή. Αλλιώς θα μείνει εκεί για πάντα. Φυλακισμένη  παρέα με τα μαύρα σκοτάδια. Εκεί θα ζει, μακριά απ το φως του ήλιου. Να γλιτώσει η πόλη απ το μίασμά της. Και εκεί ας παρακαλέσει τους Θεούς του κάτω κόσμου να την λυπηθούν. Ίσως έτσι να ξεφύγει απ’ το θάνατο. Αλλιώς την ίδια στράτα με τον επίορκο αδελφό της θα περπατήσει. Αυτή είναι η διαταγή μου και λέξη δεν ακούω πια καθώς δεν έχω άλλο χρόνο για χάσιμο”

Ο Αίμων είχε γίνει κόκκινος από την ένταση που τον κυρίευε.

“Δεν θα σ΄ αφήσω να το κάνεις αυτό μ’ ακούς; Είσαι άρρωστος βαριά στη ψυχή. Μακάρι οι Θεοί να δείξουν οίκτο για τις επιλογές σου βασιλιά, να το παρακαλάς αυτό!”

 

Έφυγε με την φουρτούνα να κυριεύει κάθε κύτταρο του κορμιού και της ψυχής του. Ο Κρέων του έριξε μια απαξιωτική σκληρή ματιά. Είχε ήδη πάρει τις αποφάσεις του. Ήταν σίγουρος για αυτές όσο ποτέ. Έφυγε από την αίθουσα βάζοντας τέλος σε όλη αυτή τη συνάντηση στο παλάτι. Ένιωθε την ανάγκη να ξεκουραστεί.

(Συνεχίζεται...)